Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

14.8.13

Πριν το τέλος

ΈΛΛΗ


Η  νύχτα ήταν ζεστή παρ’όλα αυτά όταν βγήκα από την είσοδο του ξενοδοχείου ένα δροσερό αεράκι φύσηξε στο πρόσωπό μου. Αυτόματα , τύλιξα τα χέρια μου γύρω από το σώμα μου. Ήταν πολύ περίεργη αίσθηση του παγωμένου αέρα στα μέσα του καλοκαιριού. Έριξα ακόμη ένα βλέμμα στο ξενοδοχείο. Δεν ήταν αργά και οι ένοικοί του  βρίσκονταν ακόμη στο φουαγιέ. Αναστέναξα και κάθισα στο πεζοδρόμιο. Ήταν δύσκολη  βραδιά απόψε και η μητέρα μου θα αργούσε. Προσπάθησα να επικοινωνήσω με μερικούς φίλους μου, όμως όλοι έλειπαν χιλιόμετρα μακριά. Δίχως να έχω άλλο τρόπο να γυρίσω, αποφάσισα να επιστρέψω με τα πόδια.
  Αφού έβγαλα τα αθλητικά μου και τα έβαλα στο σάκο προσπάθησα να μαζέψω θάρρος. Ήξερα ήδη τη διαδρομή, εφόσον κάθε πρωί την ακλουθούσα για να φτάσω στο ξενοδοχείο. Όμως το σκοτάδι έκανε αυτή τη διαδρομή τρομακτική. Βημάτισα αργά και επιφυλακτικά προς την παραλία. Ο περισσότερος φυσιολογικός κόσμος απέφευγε τέτοιου είδους καταστάσεις, αντιθέτως εγώ έπεφτα με τα μούτρα.
  Έβγαλα μέσα από την τσέπη μου ένα σαραβαλιασμένο φακό και ξεκίνησα. Ενώ τα χέρια μου είναι κολλημένα στα πλευρά μου, το βλέμμα μου από την άλλη τρεμόπαιζε δεξιά και αριστερά. Δε ξέρω τι ακριβώς περίμενα να βγει μέσα από τις σκιές. Ίσως ένας μαύρος λύκος σε μέγεθος αλόγου ή μια πεινασμένη αρκούδα ή ακόμη ένας μανιακός δολοφόνος με μπλε καπέλο και πορτοκαλί σαγιονάρες. Οτιδήποτε και να ήταν αυτό το καλό που του ήθελα να παραμείνει κρυμμένο. Τόση ώρα όση χρειάζομαι για να φτάσω σπίτι.
  Καθώς  περπατάω σα μια ξεμωραμένη νύμφη, με ένα χαλασμένο φακό και με την πικρίλα του βραδινού μου στο στόμα. Απρόσεχτη και ατσούμπαλη καθώς ήμουν μπουρδουκλώνομαι και εξαφανίζομαι κάτω από ένα στρώμα άμμου. Ανακάθομαι και κοιτάζω τα ρούχα μου. Ένα χιλιοφορεμένο σορτσάκι  και μια μπλούζα όπως εκείνες των χίπηδων. Η οποία έδειχνε τέλεια κάτω  από τις ακτίνες του ήλιου με όλα αυτά τα χρώματα. Δυστυχώς μετά από τέτοια πτώση οποιοδήποτε ρούχο θα είχε το μαύρο του το χάλι. Τίναξα όσο πιο καλά μπορούσα τα μαλλιά  και τα ρούχα μου.
  Ετοιμάστηκα να ξεκινήσω και πάλι, όμως αντί για τη γνωστή παραλία βρισκόμουν κάπου αλλού. Ένιωθα σαν τη μικρή Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Για μένα όμως δεν υπήρχαν ούτε μαγεμένα μπισκότα ούτε κάποιο μπουκαλάκι με μαγικό φίλτρο. Έτσι αρκέστηκα στο να συνεχίσω να περπατάω, χωρίς βέβαια να έχω ένα συγκεκριμένο προορισμό.
  Βημάτισα προς την κατεύθυνση του φεγγαριού που τώρα ήταν ολόγιομο. Έχοντας το λοιπόν για οδηγό συνέχισα, κάνοντας παράλληλα αμέτρητες προσπάθειες ώστε να είμαι εμφανίσιμη. Λίγες στιγμές αργότερα τα πόδια μου άγγιξαν κάτι υγρό. Στην αρχή πάγωσα και απομακρύνθηκα μερικά μέτρα.
  Κοιτάω εξεταστικά και ισιώνω τους ώμους μου και προχωράω προς το περίεργο υγρό. Νιώθω ξανά τα πόδια μου να βρέχονται, αλλά αυτή τη φορά δεν τραβιέμαι. Εξάλλου τι είχα να χάσω; Συνεχίζω με αργούς ρυθμούς ως που το νερό φτάνει στα γόνατά μου. Ψαχουλεύω το λαιμό μου για το αγαπημένο μου κολιέ και το σφίγγω στην παλάμη μου. Αυτό μου δίνει θάρρος. Πλέον το νερό βρίσκεται λίγο πιο πάνω από το στήθος μου. Παγωμένο μουσκεύει μέχρι και τα κόκκαλά μου, παρ’όλα αυτά το αγνοώ. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και βυθίζω το κεφάλι μου στο νερό.
  Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι μια λάμψη πάνω από το κεφάλι μου. Ενώ σε τακτά χρονικά διαστήματα μουρμουρητά ερχόντουσαν στα αφτιά μου. Προσπάθησα να κουνηθώ, αλλά ήταν αδύνατο. Έτσι προσπάθησα να φωνάξω για κάποια βοήθεια, όμως ήταν το ίδιο άσκοπο.
Ύστερα από ώρα το φως σβήνει. Ένας άνδρας στέκεται από πάνω μου. Αγγίζει το πρόσωπό μου, τα μαλλιά μου. Τον παρατηρώ, ξανθά μαλλιά στο ύψος των ώμων με διάσπαρτες λευκές τρίχες. Μάτια στο χρώμα του λαζουρίτη εξετάζουν τα πάντα πάνω μου. Αποτραβάει το βλέμμα του και κοιτάει κάτι πέρα από εμένα. Χωρίς να πει συλλαβή ένα ζευγάρι χέρια ανασηκώνουν το κεφάλι μου.




ΆΛΚΗΣ


Βοηθάω τον καθηγητή να τοποθετήσει τη μηχανή αναμετάδοσης στο κορίτσι. Δείχνει μικρότερη από εμένα , θα μπορούσε να είναι γύρω στα δεκαεφτά. Τι να σκεφτόταν άραγε όταν μπήκε στη λίμνη της λησμονιάς. Τι θα ήθελε να ξεχάσει; Μήπως απλά ήθελα να αφήσει τη μάγισσα να την πάρει κοντά της; Κανείς δε θα μπορούσε να ξέρει. Ευτυχώς ήμουνα  εκεί κοντά όταν άκουσα τα βογκητά της. Ήταν χλωμή και αδύναμη όταν την έφερα στον καθηγητή.
  Εκείνος τη φροντίζει όσο πιο καλά μπορεί. Είναι δύσκολη περίπτωση εφόσον μπήκε στη λίμνη. Κοιτάζω ξανά το πρόσωπό της. Είναι αρκετά όμορφη μπορώ να πω. Καστανά μαλλιά  ως τη μέση της, μακριές βλεφαρίδες και μάτια σαν κεχριμπάρια. Ήταν ορθάνοιχτα, χωρίς να κοιτάζουν κάτι συγκεκριμένο. Προσπάθησα με τις άκρες του μυαλού μου να αγγίξω το δικό της. Όμως δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Αυτό έδειχνε πως δεν ήταν  από εδώ, ούτε από κάποια πόλη εδώ κοντά.
«Άλκη φέρε μια κουβέρτα.» η φωνή του καθηγητή διέκοψε το συνειρμό μου. Του έγνεψα καταφατικά και έκανα ότι μου είπε.
«Λοιπόν φρόντισε να είναι ζεστή είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε για την ώρα.»
«Τι λέτε θα τα καταφέρει;» ρώτησα ανήσυχος. Τα χείλη του έγιναν μια λεπτή γραμμή και η έκφρασή του έγινε αβέβαιη.
«Δεν είμαι σίγουρος, είναι πολύ νέα και ίσως αυτό να είναι η μοναδική της ελπίδα.» έπιασε τον ώμο μου και έφυγε κλείνοντας την πόρτα πίσω του.

. . .

Πέρασαν αρκετές μέρες και το κορίτσι δεν έδειχνε κάποια αλλαγή. Όμως δε το βάζαμε κάτω, συνεχίζαμε να επιδιώκουμε να την ξυπνήσουμε. Εκείνο το βράδυ έκατσα ξύπνιος παραπάνω ώρα από ότι ήταν αναγκαίο. Ήμουν έτοιμος να κλείσω το φως όταν μια ανεπαίσθητη κίνηση τράβηξε το βλέμμα μου. Το κορίτσι είχε κουνηθεί. Κάρφωσα το βλέμμα μου στα χέρια της. Τα λεπτά κύλησαν μα τίποτα. Ξεκίνησα να πιστεύω πως ήταν  της φαντασίας μου. Ω έλα μπορείς, σκέφτηκα με πείσμα. Ξεφύσησα απογοητευμένος , όταν ξαφνικά την είδα να κουνιέται πάλι. Αυτή τη φορά πιο έντονα και με μεγαλύτερη διάρκεια. Συγκράτησα μια κραυγή χαράς και έτρεξα να ξυπνήσω τον καθηγητή.




ΈΛΛΗ


  Ήθελα να ουρλιάξω! Για πρώτη φορά μετά από, δε ξέρω και εγώ πόσο καιρό, επιτέλους κατάφερα να νιώσω τα άκρα μου. Φυσικά δεν ήταν κάτι εύκολο όμως όσο πίεζα τον εαυτό μου τόσο πιο πολλά αισθανόμουν. Πήρα μια βαθιά ανάσα και ετοιμάστηκα να γυρίσω το κεφάλι μου. Ήταν αρκετά δύσκολο αντί να εγκαταλείψω συνέχισα.
  Αργά, αργά και με αδύναμες κινήσεις ανακάθισα στο κρεβάτι. Το αγόρι που με φρόντιζε και ο περίεργος άνδρας  στέκονταν απέναντί μου. Δε ξέρω τι ακριβώς περίμεναν. Το αγόρι φαινόταν πιο ψηλό από εμένα. Τα μάτια του ήταν καστανά όπως και τα μαλλιά του. Τα χείλη του ήταν γεμάτα και σαρκώδης ενώ το ανάστημά του γεροδεμένο. Δε μπορούσα να προσδιορίσω την ηλικία του, καθώς το πρόσωπό του έδειχνε νεαρό, αλλά κουρασμένο.
   Μείναμε σιωπηλοί αρκετά λεπτά. Το βλέμμα μου περιπλανήθηκε στο χώρο. Έκανα μια γκριμάτσα και το άγνωστο αγόρι γούρλωσε τα μάτια του. Κοίταξα το σώμα μου, φορούσα ένα λευκό φουστάνι και ήμουν συνδεμένη με ένα σωρό καλώδια. Έκανα να τα τραβήξω
«Όχι μη τα πειράζεις!» φώναξε ο άνδρας
Ετοιμάστηκα να αναρωτηθώ γιατί, όμως η φωνή δε βγήκε από το λαιμό μου. Τρόμος με κατέκλυσε. Έπιασα το στέρνο  μου βουρκωμένη.
«Μην ανησυχείς, το νερό της λίμνης ευθύνεται. Βλέποντας από την πρόοδό σου, η φωνή σου θα επανέλθει σύντομα.» κοίταξα τα καστανά μάτια του αγοριού παρακαλώντας τον να κάνει κάτι. Δε γινόταν να χάσω τη φωνή μου. Αναστέναξα και έγνεψα προς τα καλώδια, τα οποία ξεκίνησαν να είναι ενοχλητικά.
«Δε μπορείς να τα  βγάλεις. Τουλάχιστον μέχρι να δει ο καθηγητής πως είσαι καλά.» τον αγριοκοίταξα χωρίς φυσικά να μπορώ  να κάνω κάτι. Έκανα μερικές ακόμη γκριμάτσες.
«Αγαπητή δεσποινίς, μου επιτρέπεις;» ρώτησε ο άνδρας καθώς ερχόταν προς το μέρος μου.
Ως απάντηση έγνεψα καταφατικά και τον άφησα να τσεκάρει την κατάστασή μου

. . . 




ΆΛΚΗΣ


Το κορίτσι, η Έλλη, προσαρμόζεται αρκετά εύκολα. Έχουν περάσει σχεδόν δύο εβδομάδες και ο οργανισμός της έχει επανέλθει  πλήρως. Φυσικά ακόμη δε μπορεί να μιλήσει, αλλά δεν είναι δύσκολο να την καταλάβει κανείς. Από τότε που ξύπνησε έχει πάρει μερικά κιλά και το χρώμα της έχει ζωηρέψει.
  Τώρα στέκεται και κοιτάζει τις κοιμισμένες λιβελούλες. Από ότι φαίνεται δεν είχε ξανά δει τόσες πολλές και σε τόσα πολλά χρώματα. Αγγίζει μία και ξάφνου ένα σμήνος  ξυπνά και πετάγεται στον αέρα. Κοντοστέκεται και τις χαζεύει, όσο εκείνες κάνουν μερικές άστατες στροφές και εξαφανίζονται στον ορίζοντα. Χαμήλωσε τους ώμους και γύρισε σε εμένα. Της έδωσα ένα ζεστό χαμόγελο.
«Θα ξαναγυρίσουν.» σα μικρό παιδί χτύπησε παλαμάκια και ήρθε κοντά μου. Ήταν τόσο όμορφη και γλυκιά. Τα μάτια της έλαμπαν κάτω από τις αχτίδες του ήλιου. Στράβωσε τα χείλη της και για ακόμη μια φορά προσπάθησε να μιλήσει, αλλά μάταια.
  Το πρόσωπό της αμέσως σκοτεινιάζει και τα φρύδια της έσμιξα.
« Μην πιέζεις τον εαυτό σου. Σιγά, σιγά όλα θα γίνουν όπως πριν. Ακούμπησα το χέρι μου στον ώμο της. Αρχικά ξαφνιάστηκε, δεν είχε συνηθίσει τέτοια οικειότητα. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν, έμειναν εκεί για ώρα.
«Άλκη!» η κραυγή του καθηγητή σόκαρε και τους δυο μας. Ερχόταν από το δάσος και αυτό μόνα ένα πράγμα σήμαινε. Ύδρες. Έχοντας ακόμη τα μάτια μου καρφωμένα στα δικά της λέω επιτακτικά
«Πήγαινε στο σπίτι, κλείδωσε και κρύψου στο κελάρι» η Έλλη αγγίζει για ένα δευτερόλεπτο το μάγουλό μου και φεύγει. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και τρέχω προς τα σκοτάδια του δάσους.



ΈΛΛΗ


Πίεζα το σώμα μου να συνεχίσει. Από τότε που ξύπνησα σε αυτό το περίεργο μέρος δεν είχα καμία ιδιαίτερη σωματική άσκηση. Ένιωθα τους μύες μου να τραβιούνται και ύστερα να χαλαρώνουν. Προσφέροντάς μου ένα μεγάλο βήμα κάθε φορά.
  Έφτασα  στην πόρτα λαχανιασμένη. Ο Άλκης και ο καθηγητής  μου είχαν μιλήσει αρκετές φορές για μια τέτοια περίπτωση. Το δάσος ήταν  επικίνδυνο, γεμάτο ύδρες. Τον περισσότερο καιρό ζούσαν στην καρδιά του δάσους. Δυστυχώς υπήρχαν περιπτώσεις σαν και αυτές που οι Ύδρες ήταν πιο ανήσυχες. Αυτά τα πλάσματα με σώμα ανθρώπου , χέρια και πόδια λύκου. Ήταν θανάσιμες  τα δόντια τους πλημμυρισμένα με δηλητήριο και με νύχια πιο κοφτερά από ξυράφι.
  Πρώτα κλείδωσα την πόρτα και ύστερα τα παράθυρα. Έριξα ένα γρήγορο βλέμμα και έτρεξα στο κελάρι όπως ακριβώς μου είπε ο Άλκης. Γονάτισα σε μια γωνία, περιμένοντας όλο αυτό απλά να τελειώσει.




ΆΛΚΗΣ


Όταν έφτασα  ο καθηγητής είχε ρίξει ήδη  τη μία Ύδρα νεκρή και πάλευε με τις άλλες δύο. Το τέρας δεν κατάλαβε πως το πλησίασα έτσι πέτυχα ένα χτύπημα απευθείας στην καρδιά του. Εκείνος κοντοστάθηκε και πήρε μια ανάσα. Ενώ εγώ συνέχισα να μάχομαι με την τελευταία. Ήταν αρκετά ζόρικη και γρήγορη. Όμως ήμασταν δύο και εκείνη μόνη της. Μετά από μερικούς ελιγμούς το άψυχο σώμα της κειτόταν μαζί με των συντρόφων της. Έχοντα το ξίφος ριγμένο παράμερα προσπάθησα να ηρεμίσω τον εαυτό μου.
«Η Έλλη που βρίσκεται;» ρώτησε ο καθηγητής.
«Την έστειλα σπίτι. Της είπα να κρυφτεί στο κελάρι» εκείνος έπιασε τον ώμο μου.
«Σήμερα πάλεψες καλά» ένα χαμόγελο αγαλλίασης απλώθηκε στο πρόσωπό μου. 

. . . 

Ο καθηγητής ψάχνει μία θεραπεία για την κατάσταση της Έλλης. Μετά από τόσο καιρό ήταν αδιανόητο να μην έχει επανέλθει η φωνή της. Τα χρυσαφιά του φρύδια έχουν σμίξει. Είναι φανερό πως έχει μέρες να κοιμηθεί. Εκείνη κοιμάται κουλουριασμένη στον καναπέ. Μπορώ να πω ότι τη ζηλεύω τόσο ήρεμη να ξεκουράζεται. Το κεφάλι μου γυρίζει, τα άκρα μου μουδιάζουν. Κοιτάζω και πάλι τον καθηγητή. Εκνευρισμένος για άγνωστο λόγο κλείνω το βιβλίο που κρατάω με δύναμη. Είναι παλιό και βαρύ το αφήνω στο τραπέζι και πάω να ξαπλώσω.




ΈΛΛΗ


  Στέκομαι μπροστά στη λίμνη. Χαζεύω τα γαλάζια νερά της, παίζοντας ταυτόχρονα με μερικά χόρτα. Πιάνω μια λευκή πέτρα και τη ρίχνω στο νερό. Τίποτα δεν άλλαξε, ήταν σαν να την κατάπιε η λίμνη. Ξεφύσησα θλιμμένη, ενώ πίσω μου ακούστηκαν βήματα. Ήταν εκείνος με το αγγελικό του πρόσωπο να μου χαμογελάει.
«Δε νομίζω να χρειαστεί να σε ξαναβγάλω από εκεί μέσα έτσι;» είπε και με ένα μικρό άλμα κάθισε δίπλα μου. Ως απάντηση κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου. Ο Άλκης τσίμπησε τη μύτη μου. «Πολύ χαίρομαι. Για πες μου λοιπόν, πήρες κάποια απόφαση;» τον κοίταξα στα μάτια αναλογιζόμενη  τι θα έπρεπε να κάνω. Κατεβάζω το βλέμμα μου. Πως θα μπορούσα να τα παρατήσω όλα. Όσους αγαπώ και με αγαπούν. Όμως τι θα μπορούσα να κάνω; Να ελπίζω πως με ένα μαγικό τρόπο θα γυρίσω πίσω;
   Δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου. Τα ακροδάχτυλά του άγγιξαν το πιγούνι μου αναγκάζοντάς με να τον κοιτάξω.
«Έλλη σε παρακαλώ θέλεις να μείνεις εδώ.. μαζί μου;» και τότε  τη στιγμή που χανόμουν μέσα στο καστανό των ματιών του, είδα τι με κρατούσε εδώ τόσο καιρό. Ήξερα την απάντηση πολύ καιρό πριν μου τεθεί η ερώτηση.
«Ναι!» κατάφερα να πω. Μείναμε και οι δύο άφωνοι.
«Μιλάς!» αναφώνησε ο Άλκης  και έπιασε το πρόσωπό μου στα χέρια του.
«Μιλάω!» ούρλιαξα και τότε τα χείλη του έπεσαν πάνω στα δικά μου. Σε ένα φιλί γεμάτο συναίσθημα και λαχτάρα. Δε μπορούσα να λυπηθώ για τη ζωή που άφησα.
Ήταν προφανές πως δεν υπήρχε γυρισμός και είναι προφανές πως η ευτυχία μου εμένα βρίσκεται εδώ. 

. . . 

Σε ένα δωμάτιο του γενικού νοσοκομείου βρίσκεται ένα κορίτσι με καστανά μαλλιά. Τα βλέφαρά της κλειστά και η αναπνοή της αργή. Μια γυναίκα, η μητέρα της, στέκεται στο προσκέφαλο της. Δεν έχει φύγει εδώ και μέρες. χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά του κοριτσιού και προσεύχεται.
«Κυρία Δημητρίου»  σηκώνει το βλέμμα της και αντικρίζει το γιατρό. Ενώ ο σύζυγός της στέκεται  λίγο πιο πίσω. Πλησιάζει και την παίρνει αγκαλιά.
«Γλυκιά μου ήρθε η ώρα» εκείνη γνέφει και γέρνει πάνω του. Ο γιατρός κλείνει ένα διακόπτη και η καρδιά του κοριτσιού σταματάει. Η μητέρα πηγαίνει κοντά της.
«Αντίο μικρή μου Έλλη» ψιθυρίζει και τη φιλά στο μέτωπο.



Τέλος



Σοφία Σιδηροπούλου