Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

16.10.13

Συμβιβασμοί Καθήκοντος - Μέρος Πρώτο (Hunger Games Fanfiction)

Μέρος Πρώτο / Μέρος Δεύτερο

( Αυτή η ιστορία είναι η ιστορία της Κλόουβ βασισμένη σε στοιχεία της σειράς των αγώνων Πείνας (των βιβλίων και όχι της ταινίας) και εμπλουτισμένη με δικά μου στοιχεία, όπως πιστεύω πως θα μπορούσε να είναι και περιγράφεται μέσα από τα μάτια της. Προσπαθώ να δείξω ποια ήταν η σχέση της με τον Κέιτο κατά τη γνώμη μου και πόσο μεγάλη προπαγάνδα υπήρχε από την Κάπιτολ σχετικά με τους αγώνες αλλά και πόσο η περιοχή 2 είχε δεχθεί αυτήν την προπαγάνδα και είχε υποκύψει στην πλύση εγκεφάλου που είχε υποστεί. Τέλος προσπαθώ να δείξω (όπως τουλάχιστον εγώ πιστεύω) πως όλοι οι άνθρωποι, πόσο μάλλον τα παιδιά, όπως ήταν οι φόροι, όσο κακοί και αδίστακτοι και αν φαίνονται στους άλλους και όσο και αν οι εμπειρίες και το περιβάλλον που ζουν τους έχει αλλοιώσει, έχουν κάποια συναισθήματα και μια στοιχειώδη ανθρωπιά, ενώ όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως έχουν κάποιους άλλους ανθρώπους που αγαπούν και νοιάζονται.)



 Από τότε που ήμουν ακόμα μικρό παιδάκι ο πατέρας μου προσπαθούσε να με κάνει δυναμική και σκληρή. «Στρατιώτη τα εφόδια που χρειάζεσαι σ’ αυτή τη ζωή είναι να είσαι δυνατή και σκληρή, να διεκδικείς αυτά που σου ανήκουν και να μη χαρίζεσαι σε κανέναν. Όσοι τα κάνουν αυτά αποκτούν αυτά που επιθυμούν και έχουν μια καλή ζωή.», μου έλεγε συνεχώς. Όντας στρατιωτικός εκπαιδευτής των Ειρηνοποιών στην πατρίδα μας, την Περιοχή 2, μετέφερε τις στρατιωτικές αρχές στο σπίτι και με αντιμετώπιζε ως εκπαιδευόμενο στρατιώτη, χωρίς βεβαία αυτό να σημαίνει πως δεν πήρα αγάπη ως παιδί, απλά αυτή ήταν πιο συγκρατημένη και τυπική. Ο πατέρας μου με έκανε αυτό που είμαι σήμερα και τον ευγνωμονώ γι’ αυτό.                                                                                                                   
    Παρ’ όλο που στην περιοχή μας η εκπαίδευση των παιδιών ως  υποψηφίων φόρων στους Αγώνες Πείνας ξεκινά στα 7 μας χρόνια, παράλληλα με τη σχολική μας ζωή και σταματά μετά το θερισμό, τη χρονιά που γινόμαστε 18, ο πατέρας μου είχε αρχίσει να με εκπαιδεύει νωρίτερα και γι’ αυτό μπόρεσα εύκολα να περάσω τα 2 πρώτα επίπεδα της εκπαίδευσης και να φτάσω σε αρκετά μικρή ηλικία σε σχέση με τα περισσότερα παιδιά στο 3ο και ανώτερο επίπεδο. Βέβαια, κανονικά, η εκπαίδευση των υποψηφίων φόρων απαγορεύεται σε όλες τις περιοχές της Πάνεμ, από την πρωτεύουσά μας, την Κάπιτολ. Όμως  όπως όλοι γνωρίσουμε στις Περιοχή 2, είμαστε οι ευνοημένοι της Κάπιτολ, αφού δεν μας τιμωρεί για την εκπαίδευση των εκάστοτε φόρων μας και είναι πιο επιεικής μαζί μας σε σχέση με τις άλλες περιοχές, καθώς εδώ είναι η στρατιωτική βάση της, αλλά και επειδή της παρέχουμε μεγάλο αριθμό Ειρηνοποιών που επιβάλλουν την τάξη στις άλλες περιοχές.                                                                                                                     
   Όντας λοιπόν καλά εκπαιδευμένοι και δεδομένου των σχέσεων μας με την Κάπιτολ, αλλά και της αγάπης μας για την περιοχή μας, η κλήρωση μας ως φόρων στους Αγώνες Πείνας αποτελεί ιδιαίτερη τιμή για εμάς και είναι κάτι  που μας γεμίζει περηφάνια, αφού μας δίνει την ευκαιρία να αντιπροσωπεύσουμε επάξια την περιοχή μας και να θυσιαστούμε γι’ αυτήν, ή να γυρίσουμε πίσω νικητές, προσφέροντας πλούτο και τιμή στην οικογένειά μας και δόξα και οφέλη στον τόπο μας.                                                                                                       
   Όπως λοιπόν τα περισσότερα παιδιά στην Περιοχή 2, έτσι κι εγώ ήθελα να κληρωθώ για τους Αγώνες Πείνας και μάλιστα εδώ και αρκετά χρόνια σκεφτόμουν να προσφερθώ εθελοντικά όταν κλείσω τα 18 μου χρόνια. Αυτός ο σκοπός με έκανε σε συνδυασμό με την καθοδήγηση του πατέρα μου να προσπαθώ πολύ σκληρά στην εκπαίδευση από τότε που ήμουν μικρή, ώστε να γίνω όσο το δυνατόν πιο δυνατή, αδίστακτη, επικίνδυνη και θανατηφόρα μπορώ, για να νικήσω κάποτε στους Αγώνες Πείνας.
   Από νωρίς φάνηκε ότι ήμουν δυνατή και αρκετά σκληρή και αγωνιστική, ώστε οι εκπαιδευτές μου να με περάσουν γρήγορα στο ανώτερο επίπεδο και να με κατατάξουν ανάμεσα στους πιο ικανούς μαχητές, ενώ πέρα από τις άριστες επιδόσεις μου σ’ όλους τους τομείς της μάχης, γρήγορα φάνηκε ότι είχα ταλέντο στο χειρισμό των όπλων και κυρίως των μαχαιριών. Έτσι κι εγώ φρόντισα να εξασκήσω περισσότερο αυτή μου την ικανότητα και να τη μετατρέψω στη μεγάλη μου δύναμη, με αποτέλεσμα τα μαχαίρια να γίνουν προέκταση του χεριού μου και να μπορώ να τα εκτοξεύω με ευκολία πετυχαίνοντας οποιονδήποτε στόχο.                                                                        
   Στη διάρκεια των εκπαιδεύσεων αυτών, όταν ήμουν 9 χρονών, γνώρισα και τον Κέιτο, που ήταν τότε 11 ετών και ανήκε επίσης στα παιδιά που είχαν ξεχωρίσει οι εκπαιδευτές μας, για το μεγαλόσωμο ανάστημά του, τη μεγάλη του δύναμη και το πόσο αδίστακτος και σκληρός μπορούσε να γίνει στη μάχη. Η κοινή ικανότητά μας και οι αναλογίες του χαρακτήρα μας, μας έκαναν να ξεχωρίσουμε ο ένας τον άλλο από τα άλλα παιδιά και να αρχίσουμε να εξασκούμαστε μαζί κι έπειτα να κάνουμε παρέα. Σύντομα γίναμε αχώριστοι και βρήκαμε ο ένας στον άλλο το φίλο και το σύντροφο στα παιχνίδια και την εκπαίδευση που τόσο είχαμε ανάγκη, αλλά και το άτομο που μας καταλάβαινε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο.                                                                              
   Τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει μέχρι σήμερα, μια μέρα πριν από τον 5ο θερισμό μου και τον τελευταίο του Κέιτο. Είμαστε και οι δύο ακουμπισμένοι στον κορμό ενός δέντρου κοντά στο λατομείο που δουλεύει ο Κέιτο, όπως και κάθε αγόρι από τα 14 μέχρι τα 18, υποχρεωτικά, για να αποκτήσει εμπειρία στην κατεξοχήν εργασία στην 2 και να αποκτήσει μυϊκή δύναμη, έως ότου  να επιλέξει αν θέλει να εργαστεί στα λατομεία ή τα ορυχεία της 2, να γίνει Ειρηνοποιός, να επιλεγεί να εκπαιδευτεί ώστε να δουλέψει μέσα στο βουνό Γκράβις (= Το βουνό που στο 3ο βιβλίο οι επαναστάτες ονομάζουν «Καρύδι». Το gravis στα λατινικά σημαίνει σκληρός.)  ή να ασχοληθεί με κάτι άλλο. Είμαστε και οι δύο εξουθενωμένοι  μετά από μία σκληρή και πολύωρη εξάσκηση στην ξιφομαχία. Κανείς από τους δυο μας δε μιλά καθώς προσπαθούμε να ξαναβρούμε την αναπνοή μας κοιτώνας την περιοχή μας που απλώνετε κάτω από τα πόδια μας στους πρόποδες του όρους Γκράβις, απορροφημένοι ο καθένας στις δικές του σκέψεις. Μετά από λίγο ο Κέιτο σπάει τη σιωπή: «Θα προσφερθώ εθελοντικά». Δε δυσκολεύομαι να καταλάβω ότι μιλά για τους Αγώνες, καθώς έχουμε ξανασυζητήσει γι’ αυτό το θέμα και ξέρω πόσο πολύ θέλει να εκπροσωπήσει τη 2. Και γιατί να μη θέλει; Είναι εκπαιδευμένος καλύτερα από τους περισσότερος στην ηλικία του και σίγουρα πιο δυνατός και ικανός. «Καλά θα κάνεις», του απαντώ καθώς σκουπίζω μια σταγόνα ιδρώτα που κυλά στον κρόταφο μου. «Κάποιος πρέπει να δείξει σ’ αυτός τους ηλίθιους πώς μάχονται», του λέω. «Και πως κερδίζουν» συμπληρώνει ο Κέιτο. «Έχουμε να δούμε χρόνια ένα καλό show στους Αγώνες.» Γελάω, αλλά όσο σίγουρη και αν είμαι πως ο Κέιτο θα μπορούσε εύκολα να κερδίσει στους Αγώνες Πείνας δεν μπορώ να μην σκέφτομαι καθόλου το ενδεχόμενο να πάει κάτι στραβά και τελικά να τον χάσω. Εξάλλου οι φόροι δεν έχουν να αντιμετωπίσουν στην αρένα μόνο άλλους φόρους, αλλά και τις καιρικές συνθήκες και τα κόλπα των Οργανωτών. Ο Κέιτο βλέπει πως κάτι με απασχολεί και μου λέει : « Δεν πιστεύω να αμφιβάλεις ή να ανησυχείς για μένα; Ξέρεις πως μπορώ να τα καταφέρω και θα είμαι πίσω μαζί σου πριν το καταλάβεις.». «Ναι. Το ξέρω.», του απαντώ. «Έλα πρέπει να γυρίσουμε. Ο ήλιος δύει», λέει καθώς σηκώνεται κι εγώ τον ακολουθώ στον χωματόδρομο που οδηγεί πίσω στη 2 προσπαθώντας να διώξω κάθε αρνητική σκέψη απ’ το μυαλό μου.           
   Ο ύπνος μου το βράδυ είναι ανήσυχος και η αυγή της επόμενης μέρας έρχεται γρήγορα. Περνώ  τις ώρες μέχρι το θερισμό χωρίς να κάνω τίποτα, γιατί δεν έχω καλή διάθεση, αφού σήμερα θα αποχωριστώ τον Κέιτο με μικρές βέβαια πιθανότητες να μην τον ξαναδώ ποτέ. Καθώς η ώρα του θερισμού πλησιάζει ετοιμάζομαι και φεύγω για την κεντρική πλατεία της 2 όπου αυτός διαδραματίζεται κάθε χρόνο. Όπως πάντα είναι γεμάτη παιδιά που περιμένουν υπομονετικά τον θερισμό. Το μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας περνά χωρίς να το καταλάβω, όντας απορροφημένη στις δικές μου σκέψεις, ώσπου φτάνει στην κλήρωση του θηλυκού φόρου. Περιμένω αδιάφορα την κλήρωση ενός από τα πολλά κορίτσια της 2, όταν ακούω το όνομά μου και νιώθω το χρόνο να σταματά, ενώ τα χείλη μου ανοίγουν ελαφρά από το σάστισμα που μου προκάλεσε αυτή η εξέλιξη. Σταδιακά όμως η έκπληξή μου υποχωρεί και ένα άλλο συναίσθημα γεννιέται μέσα μου. Τρόμος. Όχι φυσικά για την κλήρωσή μου ως φόρου υποτέλειας, αυτό εξάλλου θα συνέβαινε ούτως ή άλλως στο μέλλον όπως είχα αποφασίσει και είμαι άριστα εκπαιδευμένη και έτοιμη να αντιμετωπίσω τους άλλους φόρους, κάτι μάλιστα που θα μπορούσε να γίνει διασκεδαστικό, αλλά γιατί ξέρω πως ο Κέιτο θα έρθει μαζί μου. Θα χάσουμε ο ένας τον άλλο για πάντα αφού ένας απ’ τους δυο μας – αν όχι και οι δύο- θα είναι σύντομα νεκρός. Αυτή η σκέψη είναι που με παραλύει στη θέση μου για ελάχιστα δευτερόλεπτα, ενώ και μόνο η ιδέα ότι μπορεί να χρειαστεί να αλληλοσκοτωθούμε είναι ανυπόφορη. Πώς θα μπορούσα ποτέ να σκοτώσω το Κέιτο που είναι ταυτόχρονα για μένα αδελφός και φίλος και… δεν ξέρω τι άλλο,  αλλά πάντως ένα από τα πιο αγαπημένα μου πρόσωπα στον κόσμο; Βέβαια σχεδόν αμέσως καταφέρνω να κρύψω την ταραχή και την έκπληξή μου, φορώντας στο πρόσωπό μου το προσωπείο της απάθειας και επιτρέποντας σε ένα αλαζονικό χαμόγελο να σχηματιστεί στα χείλη μου, καθώς περνώ ανάμεσα απ’ τα συγκεντρωμένα παιδιά και προχωρώ αποφασιστικά προς την εξέδρα. Το παιχνίδι έχει ήδη αρχίσει κι εγώ άρχισα να παίζω εξαρχής το ρόλο που πάντοτε υποδυόμουν και έχει γίνει τρόπος ζωής μου. «Ψηλά το κεφάλι στρατιώτη», ακούω τη φωνή του πατέρα μου στην άκρη του μυαλού μου.
   Έπειτα την επιλογή του θηλυκού φόρου πάντοτε ακολουθεί η επιλογή του αρσενικού φόρου κι εγώ πιάνω τον εαυτό μου να παρακαλεί από μέσα του ο Κέιτο να αλλάξει γνώμη και να μην προσφερθεί εθελοντικά ως φόρος. Απ’ τη στιγμή όμως που διατυπώνω νοερά αυτή την ευχή ξέρω ότι δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί και πράγματι λίγα λεπτά μετά βλέπω τον Κέιτο να ανεβαίνει στην εξέδρα με αυτοπεποίθηση. Όταν το βλέμμα του συναντά το δικό μου, στιγμιαία η αυτοπεποίθηση υποχωρεί και ένα άλλο συναίσθημα καθρεφτίζεται μέσα στο βαθύ γαλάζιο τους. Θλίψη, ενοχή, πόνος; Δεν είμαι σίγουρη, καθώς στρέφει σχεδόν αμέσως το πρόσωπό του μπροστά, στο κοινό κάτω απ’ την εξέδρα. Όταν πια μας οδηγούν τον καθένα σε ένα δωμάτιο όπου θα χαιρετήσει συγγενείς και φίλους, νιώθω σα να μην βιώνω αληθινά γεγονότα, σας να αιωρούμαι ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, ενώ όλα μου φαίνονται ξένα και αλλόκοτα.
    Οι πρώτοι μου επισκέπτες είναι η οικογένειά μου. Η μητέρα μου πασχίζει να διατηρήσει την ψυχραιμία της και με αγκαλιάζει τρυφερά. Έπειτα παίρνει το πρόσωπό μου στα χέρια της και με αναγκάζει να την κοιτάξω, καθώς μου λέει: «Κλόουβ είσαι δυνατή και έμπειρη. Ξέρουμε και οι δυο ότι μπορείς να κερδίσεις. Είμαι περήφανη για σένα μωρό μου. Θα σου στέλνω δύναμη από εδώ. Υποσχέσου μου ότι θα προσπαθήσεις σκληρά. Εντάξει;» της γνέφω καταφατικά καθώς μου είναι αδύνατο να μιλήσω. Στρέφεται προς την πόρτα όταν κάτι την σταματά πριν γυρίσει το πόμολο και την κάνει να γυρίσει προς το μέρος μου. « Κλόουβ, λυπάμαι πολύ που πρέπει να σου δώσω αυτή τη συμβουλή, αλλά πρόσεχε τον Κέιτο. Και οι δύο ξέρουμε πόσο επικίνδυνος μπορεί να γίνει. Λυπάμαι που οι δυο σας πρέπει να το περάσετε αυτό ως αντίπαλοι. Οι δυο σας που είστε τόσο δεμένοι. Είναι πολύ σκληρό μωρό μου. Συγγνώμη», λέει καθώς τα δάκρυα ξεφεύγουν από τα μάτια της και βγαίνει βιαστικά έξω. Όσο απαθής και αν προσπάθησα να μείνω έχω κοκαλώσει στη θέση μου, ενώ νιώθω τις  αρθρώσεις μου άκαμπτες και ένα ανυπότακτο δάκρυ κυλά στο μάγουλο μου. Το σκουπίζω αηδιασμένη. «Αυτός φταίει», λέω στον εαυτό μου. «Αυτός μας το ‘κανε αυτό. Αλλά μαμά κάνεις λάθος ποτέ δε θα γίνουμε αντίπαλοι. Ποτέ», ψελλίζω απευθυνόμενη στην απούσα μητέρα μου, αλλά κυρίως στον εαυτό μου για να τον πείσω, καθώς η σκέψη μου τριγυρνά συνεχώς στο τρομακτικό ενδεχόμενο να είμαστε οι δύο εναπομείναντες φόροι.
   Έχω ανακτήσει την ψυχραιμία μου όταν μπαίνουν στο δωμάτιο ο πατέρας μου και η πεντάχρονη αδελφή μου. Η μικρή με αγκαλιάζει και με κοιτά σιωπηλά με τα τεράστια βουρκωμένα ματάκια της. Τη σφίγγω από τα μπράτσα και της λέω αυστηρά: « Δε θέλω κλάματα. Πρέπει να είσαι δυνατή. Με κατάλαβες», ενώ την ταρακουνάω μάλλον περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε, καθώς είμαι ταραγμένη». Γνέφει καταφατικά, ενώ το παιδικό προσωπάκι της σοβαρεύει και βλέπω μέσα του κάτι από τη δική μου δυναμικότητα. «Μπράβο.» , της λέω ενώ τη φιλώ στο μέτωπο. Έπειτα σειρά έχει ο πατέρας μου, που μου λέει κι αυτός πόσο περήφανος είναι για μένα και μου δίνει κάποιες συμβουλές για την αρένα και τέλος τον ακολουθούν δυο φίλοι μου. Μετά  με οδηγούν στο τρένο που θα μας μεταφέρει στην Κάπιτολ.
   Καθώς το τρένο φεύγει απ’ τον σταθμό της 2 αποφασίζω να το εξερευνήσω. Όταν μπαίνω στο σαλόνι του τρένου βλέπω τον Κέιτο να κάθεται σε μια πολυθρόνα κοντά στο παράθυρο και να κοιτάζει έξω το τοπίο να εναλλάσσεται με ταχύτητα. Δεν θέλω να του μιλήσω γιατί έχω θυμώσει μαζί του, επειδή παρ’ όλο που κληρώθηκα εγώ, προσφέρθηκε εθελοντικά, καταστρέφοντας τα πάντα και κυρίως αυτό που έχουμε, ότι και αν είναι, γιατί δεν μπορώ να πω με σιγουριά. Διάλεξε τη δόξα και όχι εμάς. Έτσι προσπαθώ να βγω αθόρυβα απ’ το δωμάτιο πριν αντιληφθεί  την παρουσία μου. Ενώ όμως στρέφομαι προς την έξοδο με καταλαβαίνει και προφέρει το όνομά μου. Στρέφομαι προς το μέρος του και τον κοιτάζω ψυχρά. Αυτός φαίνεται να μην το προσέχει και έρχεται προς το μέρος μου και με αγκαλιάζει. « Λυπάμαι που ήρθαν έτσι τα πράγματα. Λυπάμαι που κληρώθηκες εσύ.», μου λέει με αληθινή θλίψη στη φωνή του, ενώ εγώ εξακολουθώ να παραμένω ακίνητη, χωρίς να του ανταποδίδω την αγκαλιά. Τη στιγμή που αντιλαμβάνεται την ψυχρή μου στάση και πάει να απομακρυνθεί, μπαίνει μέσα ο μέντοράς μας. « Φέτος έχουμε δύο πιτσουνάκια στους Αγώνες; Ενδιαφέρον.», λέει με ένα ειρωνικό χαμόγελο στα χείλη του. « Να δούμε πόσο ενδιαφέρον θα το βρίσκεις όταν σου στρίψω το λαρύγγι»,  του απαντώ  νευριασμένη. Το χαμόγελο σβήνει απ’ τα χείλη του και μια ψυχρή έκφραση το αντικαθιστά. « Θα σου συνιστούσα να με σέβεσαι αν θέλεις να σε βοηθήσω να μείνεις ζωντανή», μου απαντά στον ίδιο τόνο και ρίχνοντας μου ένα απαξιωτικό βλέμμα βγαίνει απ’ το δωμάτιο.
   Με τον θυμό μου για όλα αυτά να έχει φουντώσει, στρέφομαι προς τον Κέιτο και του λέω: « Πώς μπορείς να λες ότι λυπάσαι που ήρθαν έτσι τα πράγματα; Δεν ήρθαν από μόνα τους, εσύ τα προκάλεσες. Εσύ επέλεξες να γίνουν έτσι. Πώς μπόρεσες να μας το κάνεις αυτό;». «Κλόουβ, ξέρεις πως αυτό ήταν μια απόφαση που είχα πάρει πολύ πριν το θερισμό. Ήταν η τελευταία μου ευκαιρία να πάω στους Αγώνες και ξέρεις πως το ήθελα πολύ, όπως ξέρω κι εγώ ότι σκόπευες να το κάνεις κι εσύ σε 2 χρόνια. Θα έκανα τα πάντα για να αλλάξω την κλήρωσή σου, αλλά δε θα άλλαζα την απόφαση μου να προσφερθώ εθελοντικά. Λυπάμαι που ήρθαν έτσι τα πράγματα. Το μόνο που μπορώ να κάνω αυτή τη στιγμή είναι να σου εγγυηθώ πως δε θα στραφώ ποτέ εναντίον σου στην αρένα και να σου προτείνω να είμαστε σύμμαχοι.», λέει και βυθίζει το γαλάζιο βλέμμα του στο δικό μου, καθώς περιμένει την αντίδραση μου. Η φωνή μου βγαίνει σαν ψίθυρος αυτή τη φορά, καθώς νιώθω ανήμπορη πια να ελέγξω τη δίνη των γεγονότων : «Και τι θα συμβεί αν μείνουμε οι δυο μας στο τέλος; Το ‘χες σκεφτεί αυτό το ενδεχόμενο;». «Μη σκέπτεσαι έτσι Κλόουβ. Δε θα συμβεί. Το υπόσχομαι.». Θέλω πολύ να σε πιστέψω.», του απαντώ, «αλλά μου είναι δύσκολο», λέω καθώς πηγαίνω στο δωμάτιό μου. Καθώς ξαπλώνω στο κρεβάτι μου σκέφτομαι πόσο αδυναμία έδειξα σήμερα και αρχίζω να γελάω μόνη μου, αλλά το γέλιο μου γρήγορα μετατρέπεται σε κλάμα, κάτι που κάνω για δεύτερη φόρα σε μια μέρα, ενώ έχω να κλάψω από τα τέσσερα μου. Κάποια στιγμή βυθίζομαι σε έναν ανήσυχο ύπνο, ενώ το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι να υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι από αύριο η δυναμική και αδίστακτη Κλόουβ πρέπει να ξαναβγεί στην επιφάνεια.
   Την επόμενη μέρα η ένταση έχει υποχωρήσει καθώς έχω θάψει τον χθεσινό μου εαυτό, τις σκέψεις και τα συναισθήματα μου στο βάθος του μυαλού μου κι έτσι τα πράγματα ανάμεσα σε ‘μένα και τον Κέιτο ξαναγίνονται φυσιολογικά, ενώ το μόνο που θυμίζει τη χθεσινή μας συζήτηση είναι η απάντησή μου ότι δέχομαι να συμμαχήσουμε στην αρένα. Μέχρι να φτάσουμε στην Κάπιτολ βλέπουμε τους θερισμούς στις άλλες περιοχές σχολιάζοντας το πόσο ηλίθιοι και αξιοθρήνητοι φαίνονται οι περισσότεροι φόροι, ενώ μας κάνει εντύπωση που για πρώτη φορά, απ’ όσο τουλάχιστον θυμόμαστε βλέπουμε εθελοντή στην 12.
   Μόλις φτάνουμε στην Κάπιτολ μας πηγαίνουν αμέσως στο κέντρο προετοιμασίας όπου μας ετοιμάζουν για την παρέλαση των φόρων που θα γίνει το βράδυ. Όλα  αυτά είναι τόσο πρωτόγνωρα και συνάμα τόσο άσκοπα αν σκεφτείς  ότι οι 23 από εμάς θα είναι σύντομα νεκροί. Το βράδυ μας φορούν κάτι ηλίθια κοστούμια και παρουσιαζόμαστε στους κατοίκους της Κάπιτολ. Εγώ και ο Κέιτο κάνουμε αρκετά καλή εντύπωση στο κοινό. Αλλά για πρώτη φορά εδώ αι πάρα πολλά χρόνια οι φόροι της 12 είναι αυτοί που αποσπούν τη μεγαλύτερη προσοχή του κοινού, χάρη στην εντυπωσιακή και πρωτότυπη ενδυμασία τους. Βέβαια αυτή δε θα τους βοηθήσει ιδιαίτερα στην αρένα, αφού οι φόροι τις 12 πάντοτε πεθαίνουν νωρίς, ενώ οι νικητές τους είναι ελάχιστοι , απ’ όσο θυμάμαι. 
   Το επόμενο πρωί αρχίζει η προπόνηση των φόρων στο γυμναστήριο που βρίσκεται στο υπόγειο του κτιρίου που είμαστε εγκλεισμένοι μέχρι να αρχίσουν οι Αγώνες. Εγώ και ο Κέιτο αποφασίσαμε να συμμαχήσουμε με τους φόρους των Περιοχών 1 και 4, όπως κάνουν συνήθως οι φόροι από την περιοχή μας και από την αρχή της προπόνησης εμείς και οι νέοι μας σύμμαχοι επιλέγουμε τους σταθμούς της εκπαίδευσης που περιέχουν να πιο εντυπωσιακά και επικίνδυνα όπλα και τα χειριζόμαστε με άνεση. Παρατηρώ ότι οι σύμμαχοί μας είναι σχεδόν εξίσου έμπειροι και δυνατοί όσο εγώ και ο Κέιτο, αλλά όλοι οι υπόλοιποι μοιάζουν αξιοθρήνητοι, όπως συμβαίνει συνήθως στους Αγώνες με τις υπόλοιπες περιοχές. Βέβαια οι φόροι από την 12 δεν τα πηγαίνουν και άσχημα, αφού το αγόρι ξέρει να παλεύει και γενικά έχουν αρκετά καλές επιδώσεις στους σταθμούς. Καθώς εκτοξεύω μαχαίρια σε μερικά ομοιώματα ανθρώπων 25 μέτρα μακριά με πλησιάζει ο Κέιτο και μου ψιθυρίζει «Να τον προσέχουμε αυτόν», γνέφοντας προς τη μεριά που ο αρσενικός φόρος της 11 παλεύει με έναν από τους βοηθούς του εκπαιδευτή. Συμφωνώ μαζί τους καθώς ο φόρος αυτός είναι πολύ μεγαλόσωμος και δυνατός και σίγουρα φαίνεται να ξέρει τι κάνει. Οι μέρες της εκπαίδευσης περνούν γρήγορα και μετά το γεύμα της τρίτης μέρας είμαστε έτοιμοι για τις ατομικές μας συνεδρίες, όπου θα δείξουμε τις ικανότητες μας στους Οργανωτές και αυτοί θα μας βαθμολογήσουν ανάλογα. Δεν αμφιβάλω καθόλου πως ο Κέιτο θα τους εντυπωσιάσει, ενώ όταν έρχεται η σειρά μου προσπαθώ να κάνω το ίδιο εκτοξεύοντας μαχαίρια προς όλες τις κατευθύνσεις και πετυχαίνονται κάθε στόχο με ευκολία , ακόμα και τους κινούμενους, ή αυτούς που είναι πολύ μακριά. Έπειτα κάνω μια επίδειξη με το δόρυ και τέλος με τα ξίφη. Μετά το δείπνο περιμένουμε να ανακοινωθούν οι βαθμολογίες μας. Το 9αρι που παίρνω δεν με ικανοποιεί και θυμώνω με τους Οργανωτές που δεν εκτίμησαν όσο έπρεπε τις ικανότητές μου, ενώ τα ίδια συναισθήματα διαβάζω και στο βλέμμα του Κέιτο για το 10αρι που απέσπασε. Έπειτα ακλουθούν οι υπόλοιπες περιοχές. Το 10αρι του αγοριού από την 11 ήταν αναμενόμενο, όχι όμως το 8αρι και το 11αρι που απόσπασαν οι φόροι της 12. Με το που εμφανίζονται οι βαθμοί  τους στην τηλεόραση εγώ και ο Κέιτο στρεφόμαστε ο ένας προς τον άλλο έκπληκτοι και του λέω πως προφανώς είμαστε αναγκασμένοι να προσέχουμε και αυτούς τους δύο, ενώ αναρωτιέμαι πως αυτή η ανόητη από τη 12 πήρε αυτό το 11αρι που ούτε εγώ, ούτε ο Κέιτο με προετοιμασία χρόνων δεν καταφέραμε να αποσπάσουμε.
   Το βράδυ της δεύτερης μέρας μετά την αποκάλυψη των βαθμολογιών των φόρων ακολουθούν οι συνεντεύξεις. Η τακτική που θα ακολουθήσω είναι να προβάλω τον εαυτό μου ως σατανική, πονηρή και θανατηφόρα, πράγμα που δεν με δυσκολεύει ιδιαίτερα, ενώ η τακτική του Κέιτο είναι σε μεγάλο βαθμό παρόμοια με τη δική μου. Η σειρά μας περνά έχοντας δημιουργήσει καλές εντυπώσεις στο κοινό με την αυτοπεποίθηση και τη σιγουριά μας. Αλλά πάλι αυτοί που κλέβουν την παράσταση είναι οι φόροι της 12. Νιώθω την οργή να φουντώνει μέσα μου. Πώς γίνεται πάλι αυτή η ανόητη που στριφογύριζε γύρω γύρω με το αστραφτερό φόρεμα της στη συνέντευξη της και ο φόρος από την περιοχή της , που απ’ ότι φάνηκε στη συνέντευξή του είναι εραστής της, να μας επισκίασαν όλους; Η 12 είναι όλο εκπλήξεις φέτος. Υπόσχομαι στον εαυτό μου να κυνηγήσω την φόρο της 12 και να αποδείξω ότι το 11αρι της ήταν ένα λάθος. Καθώς μπαίνουμε στο ασανσέρ για τον όροφο μας λέω στον Κέιτο: «Τι έχεις να πεις για όλες αυτές της εκπλήξεις της 12.». «Τίποτα», μου απαντά. «Μα», προσπαθώ να διαμαρτυρηθώ, αλλά με διακόπτει λέγοντας μου: «Θα στα εξηγήσω όλα αύριο. Δεν έχουμε καμία υποχρέωση, οπότε έλα νωρίς το πρωί στο δωμάτιό μου και θα σου πω. Καληνύχτα», λέει και βγαίνει πρώτος απ’ το ασανσέρ προς το δωμάτιο του, ενώ εγώ μένω για λίγα δευτερόλεπτα στη θέση μου προσπαθώντας να καταλάβω τι είναι αυτό που θα μου πει και γιατί δεν τον ανησυχεί  καθόλου η δημοτικότητα που απέκτησαν οι φόροι της 12.
   Το επόμενο πρωινό και τελευταίο πριν μπούμε στην αρένα πήγα στο δωμάτιο του Κέιτο για να μου εξηγήσει, όπως μου είπε, τι ακριβώς συνέβαινε. Έμαθα λοιπόν πως ο Εραστής από την 12 ήταν ο πρώτος που είχε φτάσει μετά τον Κέιτο στο χώρο αναμονής που περιμέναμε όλοι πριν την συνέντευξή μας και πως του είπε πως προσπαθεί να κερδίσει τη συμπάθεια της φόρου απ’ την περιοχή του και πως σκοπεύει να προσποιηθεί πως είναι ερωτευμένος μαζί της ώστε να μπορέσει να την σκοτώσει εύκολα στην αρένα, έχοντας εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη της. Έπειτα πρότεινε στον Κέιτο να συμμαχήσει μαζί μας για να μας βοηθήσει να τη βρούμε στην αρένα και να την σκοτώσουμε. «Είναι και αρκετά δυνατός, οπότε μπορεί να μας φανεί χρήσιμος στην αρχή και μόλις την βρούμε, γιατί η τακτική που θα ακολουθήσει είναι να φύγει προς το δάσος, τον σκοτώνουμε κι αυτόν.», μου εξηγεί το σχέδιο του ο Κέιτο. Αυτή η ευκαιρία που μας παρουσιάστηκε είναι αρκετά ενδιαφέρουσα, σκέφτομαι. Τα πρόβατα έρχονται μόνα τους στη σφαγή. Έπειτα θυμάμαι την φόρο της 12 που κοκκίνισε μόλις ο Εραστής δήλωσε στον Σίζαρ ότι “είναι ερωτευμένος μαζί της” και πως έχαψε το παραμύθι του και αφού το λέω  στον Κέιτο αρχίζουμε να γελάμε. Μετά το «δράμα των Εραστών» της 12 συζητάμε πολύ ώρα ακόμα, μέχρι το γεύμα. Το βράδυ φτάνει γρήγορα και όταν πια πηγαίνω να κοιμηθώ τα μάτια μου δεν κλείνουν. Η ένταση και η αγωνία για το τι θα συναντήσουμε αύριο με κρατά ξύπνια, ενώ κάποιες ανησυχίες που κράτησα καλά κλεισμένες μέσα μου από τότε που μπήκαμε σ’ αυτό το κτίριο αρχίζουν να ξυπνούν σιγά σιγά. Όταν τελικά κοιμάμαι ο ύπνος μου είναι ανήσυχος και θυμάμαι να βλέπω τον εαυτό μου να τρέχει ασταμάτητα, να με τρώνε άγρια ζώα, ή τον Κέιτο να πεθαίνει».
   Το πρωί ξυπνώ ιδρωμένη. Με οδηγούν μαζί με την στιλίστρια μου σε ένα χόβερκραφτ που θα μας μεταφέρει στις κατακόμβες κάτω από την αρένα όπου θα ντυθώ και έπειτα θα μεταφερθώ στην επιφάνεια όπου θα γίνουν οι Αγώνες. Δε μιλάμε και πολύ καθώς η αγωνία μου για την άγνωστη αρένα και τους κινδύνους που θα αντιμετωπίσω σ’ αυτήν μου προκαλούν ένταση και ανησυχία. Όσο και αν εμπιστεύομαι τον εαυτό μου και τις δυνάμεις μου δε μπορώ να μην φοβάμαι, έστω και λίγο μήπως κάτι δεν πάει καλά για μένα και τον Κέιτο. Μέχρι που μια φωνή με καλεί να μπω στον κύλινδρο που θα με μεταφέρει στην επιφάνεια και αφού η στιλίστρια μου με αγκαλιάζει και μου εύχεται καλή τύχη παίρνω τη θέση μου.
   Αυτό που συναντώ στην επιφάνεια δε διαφέρει πολύ από το φυσικό περιβάλλον της 2, κάτι που αναπτερώνει το ηθικό μου. Κοιτώ τον Κέιτο και αυτός μου γνέφει. Το ίδιο και οι σύμμαχοί μας. Δεν κοιτάω καθόλου προς το μέρος του Εραστή, καθώς αυτός δεν πρέπει να δείξει πως είναι σύμμαχός μας μέχρι να φύγουν από το Κέρας όλοι οι φόροι που θα επιζήσουν από τη μάχη στο Κέρας. Μετά θα μας συναντήσει στο ίδιο μέρος. Έχοντας ανακτήσει την αυτοπεποίθησή μου και με τη σιγουριά της συμμαχικής βοήθειας, ορμώ προς το Κέρας μόλις ελευθερωνόμαστε απ’ τους κυλίνδρους. Γρήγορα πιάνω στα χέρια μου τα πρώτα μου μαχαίρια και αρχίζω να τα εκτοξεύω προς τους άλλους φόρους, όταν βλέπω πως η φόρος της 12 δεν έχει φύγει ακόμα προς το δάσος και παλεύει με έναν άλλο φόρο για ένα σακίδιο. Πετώ ένα μαχαίρι στην πλάτη του αγοριού και τρέχω προς τη φόρο της 12, η οποία αρχίζει να τρέχει προς το δάσος με το σακίδιο στον ώμο. Της ρίχνω ένα μαχαίρι με στόχο το κεφάλι της, αλλά αυτή σηκώνει το σακίδιο της για προστασία και το μαχαίρι μου καρφώνεται σ’ αυτό. Έχει πια σχεδόν φτάσει στο πευκοδάσος οπότε αποφασίζω να μην την κυνηγήσω άλλο προς το παρόν.
   Μετά από λίγες ώρες στο Κέρας απομένουμε μόνο εγώ και οι σύμμαχοί μου. Όσοι φόροι δεν έχουν σκοτωθεί έχουν κρυφτεί στο δάσος. Έχουμε κάνει καλή δουλειά, καθώς 11 φόροι κείτονται ήδη νεκροί γύρω απ’ το Κέρας, ενώ εμείς έχουμε μόνο μια απώλεια, το αγόρι από την 4 που κείτεται με ένα δόρυ καρφωμένο στο στομάχι. Τον αντικαθιστούμε όμως με το αγόρι από την 3. Είναι κοκαλιάρης και αδύναμος και δε θα μας χρησίμευε καθόλου στη μάχη, αλλά του χαρίζουμε τη ζωή με αντάλλαγμα να φτιάξει ένα ναρκοπέδιο γύρω απ’ τις προμήθειες  μας, ώστε αν προσπαθήσει κάποιος άλλος φόρος να μας κλέψει να γίνει χίλια κομματάκια. Μετά από λίγο βγαίνει και ο Εραστής από το δάσος και αρχίζουμε να συγκεντρώνουμε τα όπλα και της προμήθειές μας κοντά στη λίμνη που υπάρχει μερικά μέτρα μακριά από το Κέρας, ενώ στήνουμε τον καταυλισμό μας δίπλα σ’ αυτήν. Η στοίβα που δημιουργείται είναι αρκετά ικανοποιητική και τονώνει την αυτοπεποίθησή μας, αφού είναι εμφανές ότι έχουμε το προβάδισμα σε σχέση με όλους τους άλλους φόρους. Μόλις τελειώνουμε μπαίνουμε στο δάσος για να έρθει το χόβεκραφτ να μαζέψει τα πτώματα και για να σκοτώσουμε όσους φόρους είναι κοντά. Επειδή όμως είμαστε κουρασμένοι από την έντονη μάχη, γρήγορα γυρνάμε πίσω στον καταυλισμό μας. Το αγόρι από την 3 πιάνει αμέσως δουλειά και γρήγορα το ναρκοπέδιο είναι έτοιμο κι έτσι μας δείχνει πώς να αποφεύγουμε τις νάκες και να φτάνουμε στις προμήθειες.
   Αφού έχουμε φάει και ξεκουραστεί αρκετά αποφασίζουμε να μπούμε για κυνήγι άλλων φόρων στο δάσος. Αυτό θα έχει πλάκα. Θα θελα να δω τις εκφράσεις των διασκορπισμένων φόρων όταν εμφανιστούμε ξαφνικά μπροστά τους σαν μια δολοφονική αγέλη. Αφήνουμε το αγόρι από την 3 φρουρό με ένα δόρυ, περισσότερο για να μην είναι στα πόδια μας, παρά επειδή η προμήθειες μας χρειάζονται προστασία, μετά το ναρκοπέδιο που δημιούργησε γύρω τους και μπαίνουμε στο δάσος. Οι περισσότεροι από εμάς φοράμε γυαλιά νυχτερινής οράσεως, ενώ όσοι δεν έχουν ακολουθούν τα βήματά μας. Όταν η αυγή της επόμενης μέρας πλησιάζει χωρίς να έχουμε εντοπίσει κανέναν και έχοντας αρχίσει να απογοητευόμαστε βλέπουμε μια μικρή φωτιά μερικά μέτρα μακριά. Ο Κέιτο μας προστάζει να πλησιάσουμε σιγά σιγά και λίγο αργότερα εντοπίζουμε το πρώτο μας θήραμα που κοιμάται ακουμπισμένο στον κορμό ενός δέντρου. Δεν προλαβαίνει να μας ξεφύγει. Μόλις σηκώνεται όρθια και ετοιμάζεται να τρέξει ο Κέιτο τη ρίχνει κάτω και παρά τα «δακρύβρεχτα παρακάλια της» που προκαλούν σ’ όλους εμάς τους υπόλοιπους γέλια της καρφώνει ένα σπαθί στο στήθος. « Δώδεκα νεκροί και πάμε για άλλους 11», λέω εύθυμα στους συμμάχους μου κι εκείνοι απαντούν με ενθουσιώδεις κραυγές. Μετά ο Κέιτο συστήνει να φύγουμε για να μαζέψουν το πτώμα, αλλά καθώς απομακρυνόμαστε συνειδητοποιούμε πως η κανονιά της νεκρή φόρου δεν έχει ακουστεί ακόμα κι έτσι ο Εραστής πηγαίνει να ελέγξει αν είναι σίγουρα νεκρή. Μόλις απομακρύνεται αρκετά, η Γκλίμερ μας ρωτά γιατί δεν τον σκοτώνουμε από τώρα για να ξεμπερδεύουμε μαζί του, αλλά ο Κέιτο της απαντά πως πρέπει να μείνουμε πιστοί στο αρχικό μας σχέδιο κι έτσι όταν αυτός επιστρέφει συνεχίζουμε τον δρόμο μας. Λίγο αργότερα αποφασίζουμε να ξεκουραστούμε μερικές ώρες. Οι προμήθειες που έχουμε πάρει μαζί μας θα φτάσουν για άλλη μιάμιση μέρα κι έτσι αποφασίζουμε να μη βγούμε από το δάσος μέχρι το απόγευμα της επομένης.
   

Όλγα Σ.