Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

29.10.13

Με φάρο την καρδιά - Μέρος Πρώτο (Hunger Games Fanfiction)



«Κυριακή», σκέφτομαι καθώς ξυπνώ από τη μυρωδιά του ζεστού καφέ και του μυρωδάτου κέικ που φτάνουν στη μύτη μου απ’ την κουζίνα του σπιτιού μου. «Μάγκς» είναι η επόμενη λέξη που έρχεται αυτόματα στο μυαλό μου και ένα χαμόγελο τρυπώνει στο πρόσωπό μου. Τεντώνομαι αργά και σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι μου, έχοντας κοιμηθεί καλά μετά από αρκετές νύχτες που είχα δεχτεί τις ύπουλες επιδρομές των εφιαλτών μου. Παίρνω μια μπλούζα και ακολουθώ τη μυρωδιά στην κουζίνα για να βρω τη Μάγκς όπως υπέθεσα να γεμίζει δύο κούπες με αχνιστό καφέ.
«Αχ Μαγκς, με κακομαθαίνεις», λέω καθώς φοράω τη μπλούζα μου και της δίνω ένα φιλί στο σταφιδιασμένο της μάγουλο.
Κάθε Κυριακή η Μαγκς έρχεται στο σπίτι μου και παίρνουμε μαζί πρωινό. Όχι ότι δεν τη βλέπω σχεδόν κάθε μέρα και ότι δε με βοηθά και δε με στηρίζει σε κάθε ενέργεια και υποχρέωση μου, αλλά το Κυριακάτικο πρωινό είναι καθιερωμένο. Η Μάγκς ήταν η μέντοράς μου στους Αγώνες Πείνας, όταν κέρδισα πριν από 5 χρόνια στα 14 μου και είναι έκτοτε η μοναδική μου οικογένεια, καθώς ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν 10 ετών και η μητέρα μου αρρώστησε και πέθανε λίγο καιρό πριν μπω στους Αγώνες. Έτσι από τότε που γύρισα στην πατρίδα η Μάγκς ανέλαβε τη φροντίδα μου και σταμάτησε να είναι μέντορας στους Αγώνες, έχοντας κλείσει τότε τα 75 της χρόνια και μη μπορώντας να συνδυάσει τη φροντίδα μου με άλλες δραστηριότητες.

Η ευγνωμοσύνη λοιπόν και η αγάπη που τρέφω γι’ αυτήν είναι πολύ μεγάλη, καθώς πάντα ήταν δίπλα μου και μου συμπεριφέρθηκε σαν το παιδί που δεν απέκτησε ποτέ.
«Πώς ήταν αυτή τη φορά», με ρωτά, με το φαφούτικο σχεδόν, ζαρωμένο της στόμα. Καταλαβαίνω πως μιλά για την πρόσφατη επίσκεψή μου στην Κάπιτολ, κατά την οποία ο Πρόεδρος Σνόου με ανάγκασε να παραβρεθώ σε μια ανιαρή και ασφυκτική εκδήλωση και να συντροφεύσω μερικές ανόητες γυναίκες της υψηλής κοινωνίας που δε σταμάτησαν να χασκογελούν με τα αστεία μου, να με κοιτούν όπως τα αρπακτικά το θήραμά τους και να επιδεικνύουν συνεχώς τη ρηχότητα τους προκαλώντας μου αηδία. Ξεφυσώ με απέχθεια.
«Το ίδιο βαρετά και ψυχοφθόρα, όπως κάθε άλλη φορά, αν και έμαθα κάποιες ενδιαφέρουσες νέες φήμες για τη διπρόσωπη οχιά, τον Σνόου», απαντώ προσπαθώντας να ακούγομαι αδιάφορος και να δείξω πως απλά βαριέμαι εκεί και όχι πως κάθε φορά αυτή η εμπειρία με τραυματίζει ανεπανόρθωτα και με
κάνει να νιώθω όλο και πιο παγιδευμένος, όλο και πιο απελπισμένος με αυτά που εδώ κι ένα χρόνο με αναγκάζει ο Σνόου να κάνω, πως ποτέ τελικά δεν πιστεύω πως θα συνηθίσω αυτή τη βάναυση ρουτίνα.
Δε θέλω όμως να χαλάσω το όμορφο αυτό πρωινό με τις δυσάρεστες σκέψεις μου κι έτσι σπεύδω να αλλάξω θέμα συζήτησης.
« Μαγκς , πώς είναι η Άννι Κρέστα; Έμαθα πως γύρισε στην 4 απ’ την Κάπιτολ έτσι;» Η Άννι Κρέστα ήταν η φετινή νικήτρια των Αγώνων Πείνας. Μια 17χρονη κοπέλα απ’ την περιοχή μας την οποία δε γνώριζα προσωπικά πριν πάει στους Αγώνες, καθώς η 4 είναι πολύ μεγάλη για να γνωρίζονται όλοι οι κάτοικοι της μεταξύ τους. Παρ’ όλα αυτά η πορεία της στους Αγώνες μου τράβηξε εξαρχής την προσοχή και το ενδιαφέρον. Όταν κληρώθηκε για να εκπροσωπήσει την 4 στους Αγώνες είδα απ’ την τηλεόραση την ένταση και το φόβο να καθρεφτίζονται στα μάτια της, τα οποία όμως αντικατέστησαν μια αποφασιστικότητα και μια δύναμη που με εντυπωσίασαν, καθώς έδειχνε έτοιμη να παλέψει σκληρά για να κρατηθεί στη ζωή. Αν και δεν παρακολούθησα τα γεγονότα από κοντά, καθώς δεν ήμουν μέντορας στους φετινούς Αγώνες, προσπάθησα να παρακολουθώ απ την τηλεόραση και να ενημερώνομαι για την πορεία της, χωρίς να ξέρω ακριβώς το γιατί. Η Άννι έδειχνε αρκετά καλή για να τα καταφέρει και ήταν όμορφη πράγμα που προσέλκυε το κοινό της Κάπιτολ, αλλά και αρκετά δυνατή, ώστε κατάφερε να εξασφαλίσει ένα 9 στη βαθμολόγηση των φόρων. Μες στην αρένα αποδείχθηκε πιο ανθρώπινη και ευγενής από τους άλλους επαγγελματίες, καθώς απέφευγε να πρωταγωνιστεί στις δολοφονίες και δεν έπαιζε με τους αντιπάλους της φροντίζοντας να τους σκοτώνει ακαριαία και ανώδυνα όταν χρειάστηκε να το κάνει και να μην τους βασανίζει όπως έκαναν οι σύμμαχοί της.
Οι τραυματικές εικόνες όμως που αντίκρισε άρχισαν να επιδρούν περίεργα στην ψυχολογία της κι εκείνη άρχισε να αποτραβιέται απ’ τους συμμάχους της και να αποκτά αλλόκοτη συμπεριφορά. Το βλέμμα της έγινε πιο άγριο γεμάτο ένταση, φόβο και αγωνία. Όταν πια είδε τον σύμμαχό της απ’ την περιοχή μας να αποκεφαλίζεται, έχασε θαρρείς τη μάχη με το μυαλό της, φτάνοντας πλέον στα όριά της κάνοντας τους πάντες να πιστεύουν πως τρελάθηκε και πως ήταν πια τελειωμένη υπόθεση, καθώς τράπηκε σε φυγή, μόνη πλέον μες στο δάσος, τρέχοντας ασυναίσθητα, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό ανάμεσα στα δέντρα σαν πληγωμένο αγρίμι, χωρίς κανένα όπλο.
Όμως ένας σεισμός έσπασε το φράγμα που υπήρχε μέσα στην αρένα κι έτσι το μεγαλύτερο μέρος της πλημμύρισε. Η Άννι ήταν εξαιρετική κολυμβήτρια και γι’
αυτό κατάφερε να επιβιώσει όταν οι εναπομείναντες αντίπαλοί της πνίγονταν ο ένας μετά τον άλλο και να νικήσει τελικά τους Αγώνες.
« Είναι σχεδόν στην ίδια κατάσταση που βρισκόταν στην Αρένα», μου απάντησε η Μαγκς θλιμμένα.
« Μα πώς είναι δυνατόν;» τη ρώτησα δύσπιστα, « Αφού στις συνεντεύξεις μετά τη νίκη της φαινόταν μια χαρά και μάλιστα γελούσε και έκανε πλάκα και η ίδια για την κατάσταση στην οποία βρέθηκε στην αρένα.»
Η Μάγκς χαμογέλασε πικρά πριν μου απαντήσει.
« Αυτή που είδες στις κάμερες δεν ήταν παρά μια σωσίας της. Μην υποτιμάς τη δύναμη και τα κόλπα της Κάπιτολ, Φίννικ. Κάνει τα πάντα για να πετύχει τους σκοπούς της και να εξαπατήσει τις περιοχές. Νόμιζα πως το ‘χες καταλάβει αυτό μέχρι τώρα.»
Χαμήλωσα το βλέμμα μου ντροπιασμένος. Η Μάγκς το πρόσεξε και ήρθε κοντά μου και άγγιξε καθησυχαστικά τον ώμο μου.
« Έλα τώρα Φίννικ μην το παίρνεις προσωπικά. Εσύ έχεις καλή ψυχή δε θα μπορούσες να σκεφτείς όλα αυτά τα αποτρόπαια πράγματα που σκαρώνουν τα σατανικά τους μυαλά. Μας χρησιμοποιούν όλους στο αηδιαστικό παιχνίδι τους. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να είμαστε ενωμένοι και να μην ξεχνάμε. Όταν έρθει η ώρα θα πληρώσουν, η δικαιοσύνη θα λάμψει. Κάνε υπομονή»
Αφού έγνεψα καταφατικά επέστρεψε στο θέμα της Άννι.
« Το καημένο το κορίτσι είναι ακόμα πολύ φοβισμένο και σοκαρισμένο. Ακόμα παλεύει με τις τρομακτικές της αναμνήσεις και τους εφιάλτες της. Παρ’ όλο που γνωρίζει πως όλα τελείωσαν δε μπορεί να επανέλθει. Από χθες το βράδυ που γύρισε κάθεται κουλουριασμένη σε μια γωνία του νέου σπιτιού της στο Χωριό των Νικητών και δε μιλάει μόνο κοιτάζει γύρω της φοβισμένη και κατά καιρούς ουρλιάζει χαμένη στις αναμνήσεις κρύβοντας το πρόσωπό της στα χέρια της. Με δυσκολία την καταφέραμε εγώ και κάποιοι άλλοι νικητές να φάει κάτι χθες. Όταν μας βλέπει τρέμει φοβισμένη και δεν αφήνει κανέναν να την αγγίξει. Γι’ αυτό Φίνικ θα ήθελα να σου ζητήσω να κάνεις κι εσύ μια προσπάθεια να της μιλήσεις, μήπως εσύ τα καταφέρεις καλύτερα από εμάς. Είσαι κοντά στην ηλικία σου κι έχεις τον τρόπο σου με τους ανθρώπους. Μπορείς εύκολα να κερδίσεις την οέξυπνο παλικάρι θα βρεις κάτι να της πεις. Σε παρακαλώ κάνε μια προσπάθεια να τη φέρεις πίσω κοντά μας. Δεν έχει οικογένεια. Τώρα εμείς θα είμαστε η οικογένειά της. Μας χρειάζεται»
« Εντάξει Μάγκς. Θα προσπαθήσω. Αλλά δεν μπορώ να σου εγγυηθώ τίποτα. Αφού εσύ και η Γκλόρια και ο Τσέστερ δεν καταφέρατε τίποτα αμφιβάλω πως εγώ θα πετύχω κάτι. Θα περάσω απ’ το σπίτι της το απόγευμα», είπα και αφού τελείωσα τον καφέ μου τη βοήθησα με το καθάρισμα της κουζίνας.

                                                                    ***
Μέχρι να φτάσει το απόγευμα η σκέψη του τι έπρεπε να πω στην Άννι βασάνιζε το μυαλό μου. Πώς μπορώ εγώ να την πείσω ότι όλα θα ξεχαστούν και πως τα πράγματα θα επιστρέψουν στους φυσιολογικούς ρυθμούς του. Εγώ ο ίδιος ξέρω πως αυτό είναι ένα τεράστιο ψέμα, εγώ που οι εφιάλτες εξακολουθούν να με επισκέπτονται και να στοιχειώνουν αρκετά βράδια μου, που δεν ξέχασα και ποτέ δε θα με αφήσουν να ξεχάσω; Πώς μπορώ να της εγγυηθώ ένα καλύτερο μέλλον όταν δε μπορώ να σταματήσω να είμαι μια μαριονέτα στα χέρια του Προέδρου Σνόου; Τι θα καταφέρω αν προσπαθήσω να την καθησυχάσω όπως όλοι και να της δημιουργήσω ψεύτικες ελπίδες ; Μ’ αυτές στις σκέψεις στο κεφάλι μου ξεκινάω για το σπίτι της αποφασισμένος να της πω μόνο αλήθειες.
Φτάνοντας ανοίγω διστακτικά την εξώπορτα φοβούμενος του τι θα αντιμετωπίσω και τι επιδράσεις θα έχουν τα λόγια μου στην κατάσταση της Άννι. Το σαλόνι της είναι αρκετά σκοτεινό με τις κουρτίνες να είναι όλες κλειστές εμποδίζοντας το φως να μπει στο σπίτι. Τα έπιπλα είναι μοντέρνα όπως σε όλα τα σπίτια στο Χωριό των νικητών και καθαρά και το σπίτι μοιάζει ανέγγιχτο, λες και κανένας άνθρωπος δεν μένει ούτε έχει μπει εδώ.
«Άννι;», προφέρω το όνομά της διστακτικά, μη περιμένοντας ότι θα μου απαντήσει στην πραγματικότητα. Όταν δεν παίρνω καμία απάντηση την αναζητώ στο χώρο και τελικά εντοπίζω μια μικρή, κουλουριασμένη στο πάτωμα μάζα σε μια γωνία του σαλονιού. Την πλησιάζω αργά μη θέλοντας να την τρομάξω, αλλά εκείνη όταν με βλέπει φαίνεται φοβισμένη, έτοιμη να το βάλει στα πόδια και ένα τρέμουλο απλώνεται στο κορμί της. Τα καστανά μαλλιά της είναι μπερδεμένα και αχτένιστα το νυχτικό που υποθέτω πως φοράει είναι τσαλακωμένο και σκισμένο στις άκρες. Εκείνο όμως που με εντυπωσιάζει περισσότερο είναι το βλέμμα της. Σ’ αυτό καθρεφτίζεται ένας άγριος φόβος που αντίστοιχό του αμφιβάλω αν έχω δει να καθρεφτίζεται σε ανθρώπινα μάτια, ένας φόβος για κάτι απρόσωπο που μόνο αυτή μπορούσε να δει. Ήταν φανερό πω βρισκόταν σε έναν δικό της κόσμο, έναν κόσμο γεμάτο φρικτές εικόνες και τρομαχτικά ζωντανές αναμνήσεις.
Παίρνω μια βαθειά ανάσα και αρχίζω τη δική μου προσπάθεια να τη βοηθήσω.
« Γεια σου Άννι. Είμαι ο Φίνικ. Είμαι κι εγώ ένας από τους νικητές της περιοχής μας. Μη με φοβάσαι, έρχομαι ως φίλος. Όπως ξέρεις είσαι πίσω στην 4. Είσαι ασφαλής τώρα». Σταματώ για μια στιγμή για να της δώσω χρόνο να εξετάσει τα λεγόμενα μου και για να αποφασίσω τι θα της πω, ώστε να μην πέσω κι εγώ στην παγίδα να αρχίσω τους κούφιους καθησυχασμούς που δεν επέφεραν κανένα αποτέλεσμα κι έπειτα συνεχίζω.
« Δε θα σου πω ψέματα ούτε θα προσπαθήσω να σε καθησυχάσω, όπως οι άλλοι. Η αλήθεια είναι πως τίποτα δε θα είναι όπως πριν για σένα. Ποτέ δε θα ξεχάσεις τελείως όλες τις εικόνες που αντίκρισες, ποτέ δε θα απαλλαγείς πλήρως από τους εφιάλτες, αλλά θα τα κουβαλάς πάντα μέσα σου». Σταματώ, γιατί η όλη προσπάθεια είναι πολύ δύσκολη κι επώδυνη και για μένα τον ίδιο, καθώς τα ίδια μου τα λόγια μου προκαλούν οργή, απελπισία και δυσφορία, μη μπορώντας ούτε εγώ ο ίδιος να αποδεχθώ ακόμα πως δε θα απαλλαγώ ποτέ απ’ τις αναμνήσεις και δε θα ‘μια ποτέ πια ο ίδιος μετά απ’ όλες αυτές τις εμπειρίες. Αναστενάζω και την κοιτάζω διστακτικά και διερευνητικά, προσπαθώντας να εξετάσω την αντίδρασή της στα σκληρά μου λόγια. Παραδόξως η αλήθεια που κρύβεται μέσα τους τράβηξε την προσοχή της και διακρίνω πως το βλέμμα της έχει πάρει μια πιο ανθρώπινη έκφραση, χάνοντας λίγη από την ένταση του και έχει στραφεί τώρα προς το πρόσωπό μου, έκπληκτο, σκληρό ακόμα και δύσπιστο, σα να προσπαθεί να κρίνει αν είμαι τρελός που μπόρεσα να ξεστομίσω αυτά τα λόγια, αλλά ταυτόχρονα σα να με ευγνωμονεί και να θαυμάζει την ειλικρίνεια και το θάρρος μου να αποφύγω τις ψεύτικες υποσχέσεις,
Έχοντας λοιπόν εξασφαλίσει την προσοχή και το ενδιαφέρον της και με το τρέμουλό της να έχει υποχωρήσει αρκετά, συνεχίζω με ανανεωμένο θάρρος.
« Ποτέ δε θα ξεχάσουμε, ωστόσο μπορούμε να πολεμήσουμε τους εφιάλτες μας , να νικήσουμε το φόβο και να δαμάσουμε τις σκέψεις μας. Πρέπει να αναγκάζουμε τον εαυτό μας να επανέλθει στους φυσιολογικούς του ρυθμούς και συνήθειες, να κρατάμε το μυαλό μας απασχολημένο με διαφορές δραστηριότητες και σιγά σιγά τα πράγματα θα αρχίσουν να βελτιώνονται. Ο πόνος και η φρίκη θα αρχίσουν να μουδιάζουν στη σκέψη μας, να θολώνουν στη θύμισε μας. Ποτέ δε θα χαθούν τελείως, αλλά πρέπει συνεχώς να αγωνιζόμαστε, γιατί οι σκέψεις μπορούν να τιθασευτούν και μόνο τότε θα μπορέσουμε να ζήσουμε ξανά. Κι αν δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό για τον εαυτό μας , οφείλουμε να παλέψουμε για όσους μας αγαπούν και μας έχουν ανάγκη. Αυτό είναι που κρατά εμένα, το γεγονός ότι έχω ανθρώπους για τους οποίους νοιάζομαι και θέλω να φροντίζω και να
προστατεύω, ανθρώπους που θέλουν να με βλέπουν χαρούμενο. Υπάρχουν πάντα άνθρωποι για τους οποίους αξίζει και πρέπει να αγωνιζόμαστε Άννι και αυτοί μας κάνουν να καταλάβουμε πως η ζωή μπορεί να είναι όμορφη και πάλι».
Σταματώ και εξετάζω την επίδραση που έχουν τα λόγια μου αυτή τη φορά πάνω της. Εξακολουθεί να με ακούει με προσοχή και δείχνει να έχει πεισθεί, μόνο που διακρίνω μια μελαγχολία και θλίψη στο βλέμμα της που δεν μπορώ αρχικά να ερμηνεύσω και τότε θυμάμαι πως η Μάγκς μου είπε πως δεν έχει οικογένεια.
Μπράβο ανόητε, καλά τα κατάφερες, τη χτύπησες εκεί που πονούσε και έκανες τα πράγματα χειρότερα. Πριν προλάβω όμως να σκεφτώ κάτι για να την καθησυχάσω η Άννι μίλησε για πρώτη φορά, εκπλήσσοντας με, με φωνή σιγανή και απαλή, αλλά και κάπως βραχνιασμένη, απ’ την μακρόχρονη αφωνία της.
« Μόνο που εγώ δεν έχω κανέναν δικό μου άνθρωπο στη ζωή πια. Κανέναν για τον οποίο να αξίζει να κάνω κουράγιο και να αγωνιστώ».
« Εδώ κάνεις λάθος Άννι», της απαντώ. « Όλοι εμείς, οι μέντορες και παλιοί νικητές ξέρουμε τι πέρασες, σε καταλαβαίνουμε και νοιαζόμαστε για σένα. Εμείς θα γίνουμε τώρα η οικογένειά σου, όπως γίναμε όλοι για τον καθένα από εμάς. Η Μαγκς, η μέντοράς μου είναι αυτή που με φροντίζει από τότε που νίκησα στους Αγώνες, καθώς κι εγώ, όπως κι εσύ ήμουν μόνος. Αυτή είναι ο πιο κοντινός μου άνθρωπος, είναι για μένα σαν τη μητέρα που έχασα και φυσικά όλοι οι άλλοι νικητές είναι φίλοι μου και είναι δίπλα μου σε κάθε δυσκολία που αντιμετωπίζω. Κι εγώ θα κάνω το ίδιο για σένα, σου το υπόσχομαι, αν μ’ αφήσεις. Μπορείς να υπολογίζεις σε μένα. Τι λες θα προσπαθήσεις για χάρη μου;».
Έδειξε να το σκέφτεται για λίγο και μετά μου έγνεψε ανεπαίσθητα.
« Ωραία», της απαντώ αφήνοντας την ανακούφιση και την ικανοποίησή μου να ενσαρκωθούν σε ένα φιλικό και καθησυχαστικό χαμόγελο.
«Έλα τώρα, πάμε πάνω να δεις το υπνοδωμάτιό σου και να ξαπλώσεις λίγο. Σου χρειάζεται ύπνος», της είπα και έτεινα το χέρι μου για να τη βοηθήσω να σηκωθεί απ’ το πάτωμα..
Εκείνη μετά από μερικές στιγμές αμφιβολίας έβαλε διστακτικά το λεπτό χέρι της στο δικό μου και σηκώθηκε, αφήνοντάς με να την οδηγήσω στον πάνω όροφο. Αφού την έβαλα να ξαπλώσει, αφήνοντας το φως ανοιχτό, όπως μου ζήτησε, της είπα πως θα κοιμόμουν στον καναπέ της , σε περίπτωση μου με χρειαζόταν κάτι και κατέβηκα και πάλι στο σαλόνι.
Νωρίς το πρωί και ενώ κοιμάμαι σχετικά ήσυχα στον καναπέ της Άννι, τινάζομαι από ένα ουρλιαχτό που ακούγεται από τον πάνω όροφο. Σηκώνομαι γρήγορα και τρέχω σχεδόν στο υπνοδωμάτιο της Άννι, για να τη βρω να στριφογυρνά και να χτυπιέται έντονα στο κρεβάτι της με τα μάτια της κλειστά, τα χέρια της να είναι τυλιγμένα σφιχτά στο σεντόνι τραβώντας το και να μάγουλά της να είναι υγρά από δάκρυα.
«Όχι Γκάρι. Όχιιι…», ουρλιάζει ξανά και τρέχω δίπλα της για να την καθησυχάσω, θυμούμενος ότι Γκάρι ήταν το όνομα του συμπαίκτη της, τον οποίο είδε να αποκεφαλίζεται.
« Σςςςς. Άννι. Ηρέμισε. Όλα αυτά είναι ένα κακό όνειρο. Όλα είναι καλά τώρα. Ησύχασε», της λέω πιάνοντας το χέρι της και χαϊδεύοντας απαλά τα μαλλιά της. Σιγά σιγά, αρχίζει να ξυπνά και να ηρεμεί κι εγώ συνεχίζω να την καθησυχάζω και να της λέω πως όλα είναι καλά, μέχρι που σταματά να τραντάζεται και περιορίζεται σε ένα απαλό τρέμουλο και ένα βουβό κλάμα που μου σπαράζουν την καρδιά. Μετά από λίγο τα μάτια της ανοίγουν υγρά και κόκκινα και λέει:
« Όλα είναι καλά; Πως είναι δυνατόν, ο Γκάρι είναι νεκρός και δε θα ξαναγυρίσει. Το ίδιο και όλα τα άλλα παιδιά».
« Ναι», της απαντώ. « Ο Γκάρι έφυγε αλλά εσύ είσαι εδώ και αυτό είναι καλό. Έφερες επιπλέον τροφή στους πεινασμένους κατοίκους της 4, είσαι εδώ για να βοηθήσεις τους συμπολίτες σου, εμένα και την Μαγκς, οι γονείς του Γκάρι και όλοι οι κάτοικοι της 4 είναι χαρούμενη που τουλάχιστον εσύ κατάφερες να γυρίσεις πίσω ζωντανή και είναι ευγνώμονες για όλα όσα απέκτησαν χάρη σ’ εσένα. Επομένως ναι, τα πράγματα είναι καλά και θα γίνουν καλύτερα με τον καιρό, κάνε υπομονή. Ξέρω πως είσαι πολύ δυνατή και θα τα καταφέρεις. Απλά το ξέρω», της είπα και την φίλησα απαλά στο μέτωπο. « Έλα τώρα κάτω να φτιάξουμε πρωινό, θα πάρω τηλέφωνο και τη Μάγκς να μας φέρει λίγο απ’ το υπέροχο κέικ της, είμαι σίγουρος πως θα σου αρέσει πολύ, ευκαιρία να γνωριστείτε και καλύτερα. Εντάξει;», τη ρώτησα.
Μου έγνεψε καταφατικά, δείχνοντας ακόμα κάπως ταραγμένη και θλιμμένη και με ακολούθησε κάτω απρόθυμα. Μετά από μερικά λεπτά που με βοήθησε σε ότι της ζητούσα για την προετοιμασία του πρωινού σιωπηλή, χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας και πήγα να ανοίξω στην Μάγκς.
« Καλημέρα Φίνικ. Πώς πήγε με την Άννι;», με ρώτησε γεμάτη αγωνία η Μάγκς.
«Νομίζω πως κάτι κατάφερα. Είναι κάπως καλύτερα» της απάντησα κλείνοντας την πόρτα πίσω της.
« Άννι ήρθε η Μάγκς για την οποία σου μίλησα με το υπέροχο κέικ της. Είχε έρθει να σε δει και προχθές. Τη θυμάσαι;» , τη ρώτησα καθώς εγώ και η Μάγκς μπήκαμε στην κουζίνα. Η Άννι έγνεψε καταφατικά παραμένοντας όμως στη θέση της επιφυλακτικά.
« Καλημέρα Άννι. Ελπίζω σήμερα να νιώθεις καλύτερα. Μη με φοβάσαι έρχομαι εδώ σα φίλη και μπορείς να μου ζητάς οτιδήποτε χρειάζεσαι. Μένω δύο σπίτια μετά το δικό σου» της είπε η Μάγκς μέσα απ’ το φαφούτικο στόμα της και ακούμπησε το κέικ πάνω στον πάγκο.
Κατά τη διάρκεια του πρωινού που πήραμε εγώ και η Μάγκς προσπαθούσαμε να είμαστε όσο πιο ευγενικοί γίνεται με την Άννι προσπαθώντας να την κάνουμε με δυσκολία να μιλά περισσότερο και να νιώσει πιο άνετα μαζί μας. Μέχρι να το τελειώσουμε η Άννι είχε αρχίσει να γίνεται λίγο πιο ομιλητική και έδειχνε να συνηθίζει σιγά σιγά την παρουσία μας και να μας αντιμετωπίζει λιγότερο επιφυλακτικά και πιο φιλικά.
Όταν τελικά τελειώσαμε το φαγητό ζήτησα συγγνώμη και σηκώθηκα για να φύγω καθώς σήμερα είχα να βοηθήσω στην επισκευή κάποιων ιστιοφόρων και ψαρόβαρκων όπως έκανα συχνά όταν δεν πήγαινα για ψάρεμα με μια ομάδα ψαράδων ή δεν είχα άλλες υποχρεώσεις και η Μάγκς προθυμοποιήθηκε να με συνοδεύσει μέχρι την πόρτα.
« Δεν ξέρω πως τα κατάφερες μικρέ μου Φίννικ Οντέρ αλλά πάλι έκανες το θαύμα σου! Δεν υπάρχει λοιπόν κανένας άνθρωπος που να μπορεί να αντισταθεί στα λόγια και τη γοητεία σου;».
« Μάλλον όχι. Τι να πω εσύ ξέρεις καλύτερα από προσωπική εμπειρία», της απαντώ χαμογελώντας της παιχνιδιάρικα καθώς μου αρέσει πολύ να την πειράζω.
«Φύγε από εδώ καυχησιάρικο πλάσμα», μου απάντησε η Μάγκς γελώντας «και πέρνα από εδώ να πάρουμε μεσημεριανό όλοι μαζί», συμπλήρωσε πριν κλείσει την πόρτα.
Όλο το πρωινό καθώς δούλευα στο ναυπηγείο η διάθεσή μου ήταν αρκετά καλή πράγμα που υπέθετα πως είχε να κάνει με το γεγονός πως είχα βοηθήσει την Άννι να νιώσει καλύτερα και γιατί ένας καινούριος άνθρωπος μπήκε στη ζωή μου. Είχα πάρει το όλο ζήτημα με την Άννι πολύ προσωπικά και ήθελα πολύ να
τη βοηθήσω. Δεν ξέρω γιατί. Το ένιωθα σαν εσωτερική ανάγκη, σαν κάτι που ανέβλυζε από το απύθμενο και ανεξερεύνητο πηγάδι της ψυχής μου. Η όλη προσπάθειά μου με έκανε κι εμένα να δω τα πράγματα πιο αισιόδοξα κάτι που έχω ανάγκη αυτή τη δύσκολη περίοδο με όλες αυτές τις «υποχρεώσεις» μου στην Κάπιτολ.
Το μεσημέρι φτάνει πιο αργά απ’ ότι θα ήθελα και αφού κάνω μια στάση στο σπίτι μου για να κάνω μπάνιο και να φορέσω καθαρά ρούχα πηγαίνω πάλι στο σπίτι της Άννι.
Όταν η Μάγκς μου ανοίγει η αλλαγή στο χώρο είναι εμφανής. Οι κουρτίνες σε όλα τα παράθυρα έχουν τραβηχτεί και το σπίτι μοσχοβολά, καθώς έχει αερισθεί και καθαρισθεί.
« Και τα δικά σου θαύματα δεν πάνε πίσω για την ηλικία σου» της λέω ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα και απαντώντας ουσιαστικά στον πρωινό μας διάλογο.
« Και που να δεις και την αλλαγή στην Άννι» λέει η Μάγκς με ένα χαμόγελο ικανοποίησης να μεταμορφώνει το ρυτιδιασμένο της πρόσωπο, συνοδεύοντάς με στην κουζίνα. Παίρνω τη θέση μου στο στρωμένο τραπέζι και τότε μπαίνει στο δωμάτιο η Άννι, μια Άννι που δε θυμίζει σε τίποτα την ταλαιπωρημένη, απεριποίητη και αναμαλλιασμένη Άννι που άφησα πίσω μου το πρωί. Με την παρακίνηση και τη βοήθεια της Μάγκς, είμαι σίγουρος, έχει πλυθεί και έχει φορέσει ένα όμορφο φόρεμα γεμάτο χρωματιστά λουλούδια πάνω σε ένα λευκό φόντο που αγκαλιάζει και αναδεικνύει το λιπόσαρκο αλλά δυνατό κορμί της. Το πρόσωπό της είναι καθαρό και αποπνέει μια παιδική αθωότητα και μια ευγένεια, με τα μεγάλα μελιά της μάτια και τα λεπτά ρόδινα χείλη της να χαμογελούν ελαφρά προς το μέρος μου, κάπως ντροπαλά και καλοσυνάτα, ενώ τα ανοιχτοκάστανα μαλλιά της, που δεν είχα προσέξει μέχρι τότε πόσο μακριά ήταν, έπεφταν ανάλαφρα, κυματιστά και λαμπερά πάνω στα γυμνά της μπράτσα, φτάνοντας ως τη μέση της.
Δεν μπορώ να μην σκεφτώ πόσο όμορφη δείχνει έτσι ντροπαλά και διστακτικά που στέκεται μπροστά μου. Και τότε συνειδητοποιώ πως έχω πάψει να αναπνέω απ’ τη στιγμή που μπήκε στο δωμάτιο και ότι η καρδιά μου άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα οπότε προσπαθώ να κρύψω το ξάφνιασμα και την αμηχανία μου και να φερθώ φυσιολογικά. Μάλλον όμως καθυστέρησα αρκετά να αντιδράσω γιατί όταν ρίχνω μια κλεφτή ματιά στη Μάγκς τη βλέπω να χαμογελά με ένα παράξενο χαμόγελο που δεν μπορώ να ερμηνεύσω με σιγουριά και στρέφομαι
βιαστικά προς την Άννι. Αυτή τουλάχιστον δε δείχνει να παρατήρησε την αμηχανία μου.
« Για σου Άννι» λέω για να καλύψω την αμήχανη σιωπή. «Δείχνεις πολύ όμορφη» συμπληρώνω και στρέφω έπειτα βιαστικά την προσοχή μου στο πιάτο μου για να μη δώσω την ευκαιρία στη Μάγκς για άλλα περίεργα χαμόγελα.
« Ευχαριστώ Φίνικ» μου απαντά και κάθεται με τη σειρά της στο στρωμένο τραπέζι. Το μεσημεριανό εξελίσσεται ακόμα καλύτερα από το πρωινό με την Άννι να φαίνεται όλο και πιο ευδιάθετη και ανοιχτή προς εμάς, ενώ δείχνει πλέον στην Μάγκς την ίδια ή και ακόμη περισσότερη εμπιστοσύνη από ‘μένα. Το γεγονός ότι βλέπω την Άννι να καλυτερεύει όλο και περισσότερο με κάνει πολύ χαρούμενο ίσως περισσότερο απ’ όσο θα ήταν λογικό κρίνοντας το ότι την ξέρω μόνο 3 μέρες, αλλά τη νιώθω ήδη ως μέλος της οικογένειάς μας. Άλλο ένα πρόσωπο το οποίο πρέπει να κάνω χαρούμενο.
Το απόγευμα περνά γρήγορα με τη Μάγκς κι εμένα να μαθαίνουμε όλο και περισσότερα πράγματα για την Άννι παροτρύνοντάς τη να μας μιλήσει για τον εαυτό της. Μαθαίνουμε λοιπόν πως και αυτή, όπως κι εγώ ήταν μοναχοπαίδι, πως όταν δεν είχε σχολείο περνούσε το χρόνο της βοηθώντας τον πατέρα της στο ψάρεμα με τη μικρή τους βαρκούλα και πουλώντας τα ψάρια τους στις ψαραγορές, πως της άρεσε να δημιουργεί διάφορα διακοσμητικά και κοσμήματα με κοχύλια, σχοινιά και διάφορα άλλα αντικείμενα, μια δραστηριότητα που αναγκάστηκε να μετατρέψει σε επάγγελμα, όταν πριν ένα χρόνο οι γονείς της πνίγηκαν στη θάλασσα με την μικρή τους βάρκα να τους ακολουθεί στον πάτο της. Μάθαμε πως δεν είχε άλλους συγγενείς να τη στηρίξουν τις δύσκολες εκείνες στιγμές, μόνο κάποιους φίλους που τη στήριξαν και τη βοήθησαν όσο μπορούσαν, ενώ από τότε που συνέβη το τραγικό συμβάν δεν είχε ξανακολυμπήσει, έως ότου αναγκαστεί να το κάνει στην αρένα. Εμείς προσπαθούσαμε να δείξουμε κατανόηση και να μην την πιέσουμε με επώδυνες ερωτήσεις αφήνοντάς τη να μας αποκαλύψει όσα ήταν έτοιμη και προσπαθώντας να αποτρέψουμε τις δυσάρεστες αναμνήσεις να επανέλθουν στη θύμησή της και να την κάνουν να κυλήσει πάλι στο δικό της τρομακτικό κόσμο. Η Άννι έδειχνε να δυσκολεύεται πολύ να ανακαλέσει όλες αυτές τις δυσάρεστες αναμνήσεις και όταν τις αφηγούταν το βλέμμα της γινόταν μελαγχολικό και θλιμμένο, οπότε εμείς σπεύδαμε να αλλάξουμε θέμα. Παρ’ όλα αυτά έδειχνε να μην το βάζει κάτω και να αγωνίζεται να μας πει όλα όσα θέλαμε να μάθουμε και να φανεί δυνατή.
Όταν πια έχει έρθει η ώρα να αποσυρθεί ο καθένας στο σπίτι του κι εγώ και η Μάγκς σηκωνόμαστε για να φύγουμε η Άννι απλώνει το χέρι της και το τυλίγει γύρω απ’ τον καρπό μου.
« Φίνικ περίμενε» μου λέει παρακλητικά και με την αγωνία να καθρεφτίζεται στο βλέμμα της. « Μπορείς να μείνεις και απόψε μαζί μου; Δε νιώθω ακόμα έτοιμη να μείνω μόνη μου. Η παρουσία σου μου κάνει καλό, νιώθω πιο ασφαλής. Σε παρακαλώ» συμπλήρωσε διστακτικά.
« Ναι Άννι, βεβαίως, αν αυτό θα σε βοηθήσει», της απαντώ για να εισπράξω ένα χαμόγελο ανακούφισης κι ένα ειλικρινέστατο «ευχαριστώ».
Αργά το βράδυ οι εφιάλτες επισκέπτονται και πάλι την Άννι και όταν τρέχω απ’ τον καναπέ στο υπνοδωμάτιό της τη βρίσκω να κάθεται με το κεφάλι της κρυμμένο στα γόνατά της και τα χέρια της τυλιγμένα γύρω τους, ενώ το κορμί της συνταράσσουν αναφιλητά, καθώς κλαίει σπαρακτικά. Μη μπορώντας να τη βλέπω να βασανίζεται, καθώς κάτι τέτοιο κάνει κι εμένα να πονάω τυλίγω το χέρι μου γύρω από τους εύθραυστους θαρρείς ώμους της και προσπαθώ να την ησυχάσω ψιθυρίζοντάς της καθησυχαστικά λόγια. Αυτή τη φορά καταφέρνω να την ησυχάσω γρηγορότερα και μετά κατόπιν παρακλήσεώς της τής διηγούμαι ευχάριστα περιστατικά των παιδικών μου χρόνων μέχρι να την πάρει και πάλι ο ύπνος.
Τις επόμενες μέρες τα πράγματα κυλούν αρκετά ήσυχα και συνηθισμένα με τη Μάγκς κι εμένα να περνούμε χρόνο με την Άννι εναλλάξ ώστε να μη μένει καθόλου μόνη της κι εκείνη δείχνει να χαλαρώνει και να αφήνει κάποια πράγματα πίσω της. Βοηθά τη Μάγκς με τις δουλειές της – αποδεικνύεται πως είναι εξίσου καλή στο να επιδιορθώνει και να φτιάχνει δίχτυα και να πλέκει καλάθια όσο και η Μάγκς- μαθαίνουν η μια στην άλλη καινούρια πράγματα και απολαμβάνουν η μια τη συντροφιά της άλλης, ενώ η Μάγκς φέρεται στην Άννι σα να είναι και αυτή παιδί της. Το να γνωρίζω την Άννι είναι και για μένα μια ευχάριστη και ενδιαφέρουσα διαδικασία. Μου αρέσει να την ακούω να μου μιλάει για τις όμορφες αναμνήσεις των παιδικών της χρόνων – μια ασχολία που αποδείχθηκε πως αρέσει και βοηθά και τους δυο μας τιθασεύοντας τις δυσάρεστες αναμνήσεις μας και βοηθώντας μας να αντικρίσουμε το μέλλον με μεγαλύτερη αισιοδοξία και ελπίδα. Επίσης μου αρέσει να ανακαλύπτω πόσα ταλέντα και δεξιότητες έχει και πόσο έξυπνη είναι, αλλά και πόσο ευαίσθητη, δοτική και αγνή. Κοντά της νιώθω πολύ όμορφα, νιώθω να γίνομαι καλύτερος άνθρωπος, οι άσχημες αναμνήσεις μου καταχωνιάζονται στα βάθη του μυαλού μου και νιώθω πιο χαλαρός και ευδιάθετος. Κάθε μέρα ανυπομονώ να τελειώσω με τις άλλες μου
ασχολίες για να βρεθώ κοντά της και αισθάνομαι να ζω μόνο για το τώρα των συναντήσεών μας.
Βέβαια οι εφιάλτες δεν έχουν εγκαταλείψει την Άννι – πως θα μπορούσαν άλλωστε, ενώ ακόμα υπάρχουν στιγμές που «χάνεται» στον φριχτό, δικό της κόσμο και χρειάζεται να καταβάλω αρκετή προσπάθεια για να την ηρεμίσω και να την επαναφέρω στην ακίνδυνη, -τουλάχιστον προς το παρόν- πραγματικότητα. Έχουν εγκαταλείψει όμως εμένα για όσες μέρες κοιμάμαι στο σπίτι της Άννι. Ίσως γιατί προσπαθώ να φανώ δυνατός για χάρη της και να μην αφήσω τα δικά μου προβλήματα να την επηρεάσουν αρνητικά, ή να την τρομάξουν και να βάζω τις δικές της ανάγκες πάνω απ’ τις δικές μου, ή ίσως επειδή περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να με ξαναχτυπήσουν. Δεν ξέρω.

Όλγα Σ.