Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

16.10.13

Συμβιβασμοί καθήκοντος - Μέρος Δεύτερο (Hunger Games Fanfiction)

Μέρος Πρώτο / Μέρος Δεύτερο

Η επόμενη μέρα περνά με αρκετή πεζοπορία μες στο δάσος, αλλά κανένα αποτέλεσμα κι έτσι γυρίζουμε στον καταυλισμό μας. Το αγόρι από την 3 μας λέει πως κανείς δεν προσπάθησε να κλέψει τις προμήθειες μας και όλα ήταν ήσυχα. Οι υπόλοιποι φόροι αναμφίβολα φοβούνται να πλησιάσουν στην κατασκήνωση μας και δεν τους αδικώ. Έχουμε κάνει μεγάλη πορεία σήμερα και είμαστε αρκετά καταβεβλημένοι, οπότε αποφασίζουμε να μπούμε στο δάσος αύριο το μεσημέρι πάλι. Πράγματι το επόμενο μεσημέρι, έχοντας ανακτήσει τις δυνάμεις μας, μπαίνουμε στο δάσος και ψάχνουμε για άλλους φόρους. Και πάλι όμως δεν βόσκουμε κανέναν μέχρι που όταν κοντεύει να νυχτώσει διακρίνουμε κάποιον να κοιμάται ακουμπισμένος στον κορμό ενός δένδρου και ευχαριστημένοι που επιτέλους θα αρχίσει λίγη δράση τρέχουμε προς το μέρος του.



Παρ’ όλα αυτά μας αντιλαμβάνεται και σηκώνεται για να τρέξει και τότε είναι που καταλαβαίνω ότι είναι η φόρος της 12. Επιτέλους θα απαλλαγούμε απ’ αυτήν, σκέπτομαι καθώς τρέχω προς το μέρος της μαζί με τους άλλους. Πριν την φτάσουμε προλαβαίνει να ανέβει σε ένα δέντρο και μας ρώτα κοροϊδευτικά πως τα πάμε. Έχει όρεξη για αστεία λοιπόν. Θα δούμε πόσο χιούμορ έχει όταν την ρίξουμε από εκείνο το δέντρο. Όσο όμως και αν προσπάθησαν ο Κέιτο και η Γκλίμερ δεν μπόρεσαν να ανέβουν στο δέντρο κι έτσι αναγκαστήκαμε να αποδεχθούμε την πρόταση του Εραστή να την περιμένουμε μέχρι το πρωί για να ασχοληθούμε μαζί της, κατασκηνώνοντας κάτω από το δέντρο στο οποίο είναι ανεβασμένη. Δυσκολεύομαι να αποδεχθώ πως αυτή η ανόητη μας γελοιοποίησε με αυτόν τον τρόπο και περνούν μερικές ώρες μέχρι να μπορέσω να χαλιναγωγήσω τα νεύρα και την οργή μου και να κοιμηθώ κοντά στη φωτιά μας, όπου η Γκλίμερ έχει αναλάβει τη σκοπιά. Στον ύπνο μου βλέπω ότι τη σκοτώνω με διάφορους τρόπους και με παρακαλεί να δείξω έλεος. Κάποια στιγμή μερικές ώρες αργότερα ακούγεται ένας ήχος σαν να σπάει κάτι λίγα μέτρα μακριά μου, που τρομάζει τον ύπνο μου και νιώθω έντονο πόνο σε μερικά σημεία του σώματός μου. Αμέσως πετάγομαι όρθια, για να αντικρίσω μια φωλιά ιχνηλατών να έχει σκάσει στο έδαφος και οι ιχνηλάτες να επιτίθενται σε μένα και στους συντρόφους μου. Τότε αρχίζω να τρέχω μακριά και ακούω τον Μάρβελ να φωνάζει «Στη λίμνη». Μετά από αρκετό τρέξιμο και μερικά ακόμα επώδυνα τσιμπήματα φτάνω στη λίμνη και βουτάω μέσα της, ενώ με ακλουθούν και κάποιοι σύμμαχοί μου. Για αρκετά λεπτά βουτάμε και μένουμε κάτω απ’ το νερό όσο περισσότερο μπορούμε, όχι μόνο γιατί αυτό ανακουφίζει τον πόνο απ’ τα τσιμπήματα, αλλά και για να αποφύγουμε νέα τσιμπήματα από τις μέλισσες που πιθανόν να μας ακολούθησαν .Πρώτος βγαίνει απ’ το νερό ο Εραστής, ο οποίος τρέχει προς το σημείο όπου περάσαμε το βράδυ. Ακούγονται δύο κανονιές και έπειτα ο Κέιτο ακολουθεί τον Εραστή και εγώ και ο Μάρβελ τον ακλουθούμε λίγο αργότερα. Όταν φτάνουμε στο σημείο όπου είχαμε κατασκηνώσει το προηγούμενο βράδυ βρίσκουμε έναν οργισμένο Κέιτο με το σπαθί του στο χέρι και τα πτώματα των δύο θηλυκών συμμάχων μας που μάλλον δεν πρόλαβαν να ξεφύγουν από τα πολλαπλά τσιμπήματα των ιχνηλατών. «Που είναι ο Εραστής;», τον ρωτάω. « Τη βοήθησε να ξεφύγει ο αναθεματισμένος. Πάλεψα μαζί του, αλλά ξέφυγε κι αυτός. Παρ’ όλα αυτά τον έκοψα βαθιά στο πάνω μέρος του ποδιού του. Δεν θα αντέξει πάνω από μια μέρα, θα πεθάνει από αιμορραγία και μόλυνση. Όσο για την άλλη, ορκίζομαι να την κάνω να καταριέται την ώρα και τη στιγμή που τα βαλε μαζί μου. Θα την στραγγαλίσω με τα ίδια μου τα χέρια αν χρειαστεί. Αν την βρούμε είναι δική μου. Συνεννοηθήκαμε;». Έχω δει και άλλες φορές τον
Κέιτο νευριασμένο και ξέρω ότι δεν πρέπει να του πας κόντρα αν θέλεις το καλό σου, πόσο μάλλον αυτή τη στιγμή που είναι πιο νευριασμένος από κάθε άλλη φορά που τον έχω δει να θυμώνει.
Με δυσκολία καταφέρνουμε να γυρίσουμε στο καταυλισμό μας μέσα σε μια κατάσταση αστάθειας, παραισθήσεων και πόνου. Περνάμε δύο μέρες απραξίας, πόνου και αρκετού ύπνου, ενώ το αγόρι από την 3 φροντίζει τα πρησμένα από τα τσιμπήματα μέλη μας, παρ’ όλο που τα φάρμακα που έχουμε στις προμήθειες δε φαίνεται να βοηθούν ιδιαίτερα. Μετά τις δύο αυτές μέρες είμαστε αρκετά καλύτερα, ενώ το πρήξιμο και ο πόνος έχουν αρχίσει να υποχωρούν λίγο, έτσι όταν βλέπουμε τον καπνό μιας φωτιάς αρκετά μέτρα μες στο δάσος τρέχουμε αμέσως οπλισμένοι προς την κατεύθυνσή της, παίρνοντας αυτή τη φορά μαζί μας και το αγόρι από την 3.
Όταν φτάνουμε στην φωτιά δεν βρίσκουμε κανέναν και παρατηρούμε πως είναι πολύ μεγάλη και καλά στημένη και ενώ αναρωτιόμαστε αν πρόκειται για κάποια παγίδα, ακούμε μια δυνατή έκρηξη προς τη μεριά του καταυλισμού μας. «Πάμε», λέει ο Κέιτο και οι υπόλοιποι τον ακολουθούμε προς τη λίμνη. Αυτό που αντικρίζουμε εκεί μας κόβει την ανάσα. Όλες οι προμήθειές μας έχουν ανατιναχτεί και κάποιες καίγονται ακόμα. Τελικά αντιλαμβάνομαι πως το ξέσπασμα θυμού του Κέιτο όταν ξέφυγαν οι Εραστές της 12 δεν είναι τίποτα μπροστά σ’ αυτό που τον πιάνει τώρα. Πραγματικά βγαίνει εκτός ελέγχου, αφού τραβάει μέχρι και τα μαλλιά του και χτυπά τις γροθιές του στο έδαφος. Αφήνω μερικά δευτερόλεπτα να περάσουν πριν τον πλησιάσω για να τον ηρεμήσω, καθώς σε αυτή την κατάσταση που είναι θα ανησυχούσα ακόμη και για τη δική μου ασφάλεια. Όταν το αγόρι από την 3 αφού ελέγχει το σημείο, μας επιβεβαιώνει ότι όλες οι νάρκες έχουν ενεργοποιηθεί και εκραγεί , πλησιάζουμε τις κατεστραμμένες προμήθειες. Ο Κέιτο είναι ακόμα υπερβολικά οργισμένος, καθώς τώρα κλοτσά και εκσφενδονίζει γύρω του διάφορα συντρίμμια. Μετά τον βλέπουμε να στέκεται για μερικά δευτερόλεπτα ακίνητος με την πλάτη γυρισμένη σε εμάς σα να σκέφτεται κάτι και ξαφνικά γυρνά απότομα προς το μέρος μας, τρέχει προς το αγόρι από την 3 και πριν προλάβει να του ξεφύγει το παγιδεύει σε ένα κεφαλοκλείδωμα και του σπάει τον αυχένα. Το αγόρι σωριάζεται στο έδαφος, ενώ σχεδόν αμέσως ακούγεται η κανονιά που δηλώνει τον θάνατό του. Αιφνιδιασμένοι από την ενέργεια του Κέιτο, εγώ και ο Μάρβελ μένουμε ακίνητη και τον κοιτάμε. « Αυτός ευθύνεται γι’ αυτό», μας λέει και αφού οπλίζεται ετοιμάζεται να γυρίσει στο δάσος, αλλά εμείς τον πείθουμε να μην το κάνει, λέγοντας του πως όποιος το προκάλεσε αυτό θα είναι σίγουρα νεκρός, οπότε απομακρύνεται λίγο από κοντά μας και κάθεται στο έδαφος με την πλάτη του γυρισμένη σε εμάς. Όταν όμως το βράδυ στον ουρανό εμφανίζονται μόνο τα αγόρια από την 3 και τη 10 καταλαβαίνουμε πως αυτός που το προκάλεσε αυτό είναι εκεί έξω κι οργισμένοι και γεμάτοι αποφασιστικότητα μπαίνουμε στο δάσος για να τον βρούμε και να τον κάνουμε να πληρώσει.
Περνούμε αρκετές ώρες της νύχτας ψάχνοντας τον ένοχο μες στο δάσος, χωρίς αποτέλεσμα και τελικά αποφασίζουμε να σταματήσουμε για τις υπόλοιπες ώρες μέχρι το πρωί. Ο Μάρβελ φυλά σκοπιά ακουμπισμένος στον κορμό ενός δέντρου, ενώ εγώ και ο Κέιτο ξαπλώνουμε στο έδαφος γύρω από τη μικρή φωτιά που έχουμε ανάψει, για να κοιμηθούμε. Εγώ είμαι ξαπλωμένη με την πλάτη γυρισμένη στον Μάρβελ και ο Κέιτο κοιμάται μερικά μέτρα μακριά.
Παρ’ όλο που είμαι πολύ κουρασμένη δεν μπορώ να κοιμηθώ, γιατί όλα αυτά τα γεγονότα με έχουν ταράξει. Αλλά υπάρχει και ένας άλλος λόγος. Έχω πάψει να εμπιστεύομαι τον Μάρβελ και η καχυποψία μου απέναντί του νικά τη νύστα μου. Κάτι στην συμπεριφορά του έχει αλλάξει τελευταία, ιδίως αφότου ο Κέιτο σκότωσε το αγόρι από την 3. Ίσως νιώθει πως πλησιάζει η σειρά του και μπορεί να μην έχει και άδικο. Τα όρια
έχουν στενέψει. Στη συμμαχία έχουμε μείνει μόνο εμείς οι τρεις και ξέρει ότι εγώ και ο Κέιτο δεν πρόκειται να στραφούμε ο ένας εναντίον του άλλου μέχρι την τελευταία στιγμή, ενώ αντίθετα θα μπορούσαμε να στραφούμε οποιαδήποτε στιγμή εναντίον του. Γι’ αυτό τελευταία είναι συνεχώς σε επιφυλακή και δεν αποχωρίζεται καθόλου το δόρυ του, ενώ προθυμοποιείται να φυλά σκοπιά για περισσότερο χρόνο απ’ ότι του αναλογεί.
Τώρα τον ακούω να ακονίζει σιγανά τη λεπίδα του δόρατός του. Ίσως να ελπίζει να μας σκοτώσει πριν τον κάνουμε εμείς. Δεν τον βλέπω αλλά νιώθω το βλέμμα του καρφωμένο στην πλάτη μου. Μπορεί να ‘χει δίκαιο. Ίσως έφτασε η ώρα να σπάσουμε τη συμμαχία. Χωρίς να κουνηθώ σφίγγω το μαχαίρι που κρατώ στο χέρι μου και ετοιμάζομαι να στραφώ απότομα προς το μέρος του και να εκτοξεύσω το μαχαίρι κατευθείαν στην καρδιά του. Αλλά τότε ακούω την ψύχραιμη και επιτακτική φωνή του Κέιτο που προφανώς δεν μπορούσε επίσης να κοιμηθεί και είχε καταλάβει κι αυτός τις προθέσεις του Μάρβελ να του λέει: «Μην τολμήσεις να την αγγίξεις γιατί θα πεθάνεις πριν το καταλάβεις.» Έπειτα ακολουθεί σιωπή. Ο Μάρβελ δεν προσπαθεί να απορρίψει την υπόθεση του Κέιτο άρα πράγματι σκόπευε να με καρφώσει πισώπλατα, αλλά δεν ακολουθεί καμιά κίνηση οπότε αντιλαμβάνομαι πως οι επιθέσεις αναβάλλονται προς το παρόν. Χαλαρώνω τη λαβή του μαχαιριού στην παλάμη μου και εξακολουθώ να προσποιούμαι πως κοιμάμαι, ενώ ένα αχνό χαμόγελο για τα λόγια του Κέιτο σχηματίζεται στις άκρες των χειλιών μου, το οποίο όμως σπεύδω να εξαφανίσω για να μην το εντοπίσουν οι κάμερες. Έπειτα η ένταση μου υποχωρεί και κυριαρχεί η νύστα που βαραίνει τα βλέφαρα μου και κοιμάμαι βέβαιη πλέον πως κανείς μας δε θα πεθάνει ως το πρωί. Το πρωί όλα δείχνουν φυσιολογικά μεταξύ μας, σαν να μην προηγήθηκε το χθεσινοβραδινό. Παρ’ όλα αυτά ξέρω πως τίποτα δε θα είναι πια το ίδιο και πως αργά ή γρήγορα η συμμαχία μας θα σπάσει και μάλιστα όχι αναίμακτα. Συνεχίζουμε όμως το ψάξιμο για άλλους φόρους, αλλά επειδή δεν καταφέρνουμε τίποτα αποφασίζουμε να χωριστούμε μέχρι αργά το απόγευμα και να συναντηθούμε το βράδυ στο σημείο που βρισκόταν μέχρι πρότινος ο καταυλισμός μας. Αργά το απόγευμα αποφασίζω πως ήρθε η ώρα να επιστρέψω στον καταυλισμό μας, όταν ακούω μια κανονιά. Αφουγκράζομαι τη σιωπή του δάσους. Η κανονιά ακούστηκε αρκετά μακριά απ’ το σημείο που βρίσκομαι. Μετά από λίγο ακούγεται και μια δεύτερη απ’ το ίδιο σημείο. ‘Όταν φτάνω στον καταυλισμό ο Κέιτο είναι ήδη εκεί. Μόλις με βλέπει λέει: «Είσαι ζωντανή! Άκουσα τις κανονιές και ανησύχησα μήπως ήσουν μια απ’ τους νεκρούς.» Δεν μπορώ να μην σκεφτώ ότι τα λόγια του μου προκαλούν μια ευχάριστη αίσθηση. Παρ’ όλα αυτά δεν το δείχνω. «Είμαι καλά. Το ίδιο κι εσύ όπως βλέπω. Ο Μάρβελ δε γύρισε ακόμα;», τον ρωτάω. «Όχι», μου απαντά και κάτι μέσα μου μού λέει πως ίσως σήμερα τον δούμε στον ουρανό. Ή ίσως απλά σας εγκατέλειψε και ψάχνει την καλύτερη ευκαιρία να σας σκοτώσει, ακούω μια φωνή στην άκρη του μυαλού μου. Όμως το βράδυ βλέπουμε πράγματι τον Μάρβελ στον ουρανό, το ίδιο και το κοριτσάκι από την 11. Πέρα από ένα αλλόκοτο συναίσθημα που μοιάζει με θλίψη για το αγόρι αυτό που άλλοτε ήταν σύμμαχος μου, νιώθω και ανακούφιση γιατί αργά ή γρήγορα ή εμείς ή αυτός θα επιτιθόμασταν ο ένας στους άλλους, αφού η εμπιστοσύνη είχε χαθεί απ’ τη συμμαχία μας.
Την επόμενη μέρα ούτε εγώ ούτε ο Κέιτο έχουμε διάθεση να κυνηγήσουμε άλλους φόρους. Η κούραση, η γρήγορη τροπή των γεγονότων, το ότι είμαστε πια πολύ λίγοι και βρισκόμαστε όλο πιο κοντά στο ενδεχόμενο να χρειαστεί να σκοτώσουμε ο ένας τον άλλο, μας καταβάλουν ψυχολογικά και στραγγίζουν τη ζωτικότητά μας. Δε μιλάμε και πολύ όλη τη μέρα, ενώ δεν κάνουμε τον κόπο να φύγουμε καθόλου από τον καταυλισμό μας. Το βράδυ δεν εμφανίζεται κανείς στον ουρανό, αλλά αμέσως μετά τον εθνικό ύμνο ηχούν σάλπιγγες που σημαίνει πως θα ακολουθήσει μια αναγγελία. Όταν ο Κλαύδιος Τεμπλσμιθ, μας ανακοινώνει πως δύο φόροι μπορούν να κερδίσουν στους φετινούς Αγώνες, αν προέρχονται από την ίδια περιοχή, μας παίρνει μερικά δευτερόλεπτα να καταλάβουμε τι ακριβώς εννοεί. Όταν πια συνειδητοποιώ τον νέο κανόνα σηκώνομαι όρθια και κοιτάζω
προς το μέρος του Κέιτο που στέκεται λίγα μέτρα μακριά μου. Για λίγο ξεχνάμε ποίοι είμαστε και ποίοι θέλουν οι άλλοι για τους Αγώνες τους να είμαστε και γινόμαστε απλά δύο νέα παιδιά, με αληθινά αισθήματα και όχι δύο αδίστακτες φονικές μηχανές. «Κλόουβ», λέει χαμηλόφωνα ο Κέιτο και στο βλέμμα του διαβάζω την ίδια ανακούφιση, χαρά και αγάπη που πρέπει να διαβάζει και στο δικό μου. Αγκαλιάζουμε σφιχτά ο ένας τον άλλο και είναι σα να καλωσορίζουμε ένα άτομο που γύρισε από τον κάτω κόσμο, σαν να ανασταίνεται ένα αγαπημένο μας πρόσωπο που θεωρούσαμε νεκρό, ενώ ανοίγουμε και την πόρτα της καρδιάς μας σε συναισθήματα καταδικασμένα που είχαμε θάψει βαθιά μέσα μας. Με δυσκολία κρατάω τα δάκρυα που παλεύουν να ελευθερωθούν από τα δεσμά των ματιών μου, ενώ νιώθω την ένταση στο κορμί του Κέιτο, καθώς ακουμπώ το κεφάλι μου στο στήθος του και τυλίγω τα χέρια μου γύρω του. Όταν έπειτα το βλέμμα μου συναντά το δικό, νιώθω να βυθίζομαι στο γαλάζιο των ματιών του, στο γαλάζιο αυτό που μου ανήκει όπως του ανήκω κι εγώ. Παρ’ όλα αυτά ξέρουμε και οι δύο πως δεν πρέπει να εκφράσουμε αυτά που δηλώνουν τα μάτια μας μέσα στην αρένα. Ο σκοπός μας τώρα είναι άλλος και πρέπει να εξακολουθούμε να είμαστε συγκεντρωμένοι, δυνατοί και ετοιμοπόλεμοι. Έτσι τα σώματά μας χωρίζουν, ενώ έχουμε πάρει δύναμη ο ένας από τον άλλο και είμαστε έτοιμοι να παλέψουμε με νύχια και με δόντια, σαν ένα πλέον άτομο, μια ενιαία δύναμη, για να γυρίσουμε στην περιοχή μας νικητές. Καταστρώνουμε το σχέδιο και την τακτική μας και το πρωί μετά από μερικές ώρες ξεκούρασης είμαστε έτοιμοι να το θέσουμε σε εφαρμογή.
Τη επόμενη μέρα μπαίνουμε και πάλι στο δάσος αναζητώντας τους εναπομείναντες φόρους. Κάποια στιγμή ο Κέιτο λέει πως θα ήταν πολύ χρήσιμο να είχαμε πανοπλίες που θα μας προστάτευαν από ενδεχόμενες επιθέσεις άλλων φόρων και θα μας βοηθούσαν να τελειώνουμε μαζί τους μια ώρα αρχύτερα. Παρ’ όλο που η σκέψη του μου φαίνεται αστεία, δεν μπορώ να διαφωνήσω μαζί του κι έτσι νεύω καταφατικά. Η μέρα αυτή περνά χωρίς να βρούμε κανέναν και χωρίς να συμβεί τίποτα σπουδαίο στην αρένα, το ίδιο και όλο το πρωινό της επομένης, ενώ η μόνη αλλαγή που διαπιστώνουμε είναι ότι οι μέρες γίνονται όλο και πιο θερμές, ενώ οι νύχτες όλο και πιο κρύες. Το βράδυ όμως ένα αναπάντεχο σάλπισμα μας κάνει να αναπηδήσουμε τρομαγμένοι. Έπειτα ακούγεται για δεύτερη φορά στους Αγώνες η φωνή του Κλαύδιου Τεμπλσμιθ, ο οποίος μας καλεί σε ένα ξεχωριστό συμπόσιο, που δεν θα περιέχει τρόφιμα, αλλά κάτι διαφορετικό για τον καθένα, που χρειαζόμαστε απελπισμένα. Τι είναι όμως αυτό που εγώ και ο Κέιτο χρειαζόμαστε απελπισμένα; Αρκετή ώρα προσπαθούμε να το βρούμε, ώσπου μια σκέψη περνά απ’ το μυαλό μου. «Η πανοπλία», αναφωνώ και ο Κέιτο με κοιτά χωρίς να καταλαβαίνει. «Θυμάσαι που λέγαμε χθες πως θα ήταν καλό να έχουμε μια πανοπλία ο καθένας; Νομίζω πως αυτό θα υπάρχει για μας.». Και αφού καμιά άλλη ιδέα δε μας έρχεται στο μυαλό, καταλήγουμε πως μάλλον είναι αυτό. Έπειτα σκεφτόμαστε τι να είμαι αυτό που χρειάζονται οι υπόλοιποι φόροι. Οι φόροι της 12 είμαστε σίγουροι πως χρειάζονται κάποιο φάρμακο για τον Εράστη, γιατί παρ’ όλο που από θαύμα δεν έχει πεθάνει ακόμα, είναι σίγουρο πως κάτω από τις συνθήκες της αρένας και χωρίς ιατρική περίθαλψη θα έχει πάθει ήδη κάποια μόλυνση που θα τον σκοτώνει αργά και επώδυνα. Για τους άλλους δύο φόρους δε μπορούμε να φανταστούμε τι επιθυμούν. Έπειτα καταστρώνουμε το σχέδιό μας για το αυριανό συμπόσιο. Παρ’ όλο που ο Κέιτο στην αρχή φέρνει αντιρρήσεις, γιατί του φαίνεται επικίνδυνο, αποφασίζουμε πως το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε, είναι να περιμένουμε να βγει πρώτος από το δάσος ή ο φόρος της 11,ή η φόρος της 12 και ανάλογα ποιος από τους δύο θα είναι να βγούμε από το δάσος ο Κέιτο ή εγώ αντίστοιχα και να επιτεθούμε στον αντίπαλο, ενώ ο ένας από τους δυο μας θα φυλά τα νώτα του άλλου από τις παρυφές του δάσους και θα προσέχει μήπως εμφανιστεί κάποιος άλλος φόρος. Όσο για τον Εραστή, είμαστε σχεδόν σίγουροι πως θα είναι κάπου μακριά κρυμμένος και ανίκανος να κουνηθεί περιμένοντας το φάρμακο του, ενώ το κορίτσι από την 5 δε θα δοκιμάσει να μας επιτεθεί, αλλά να αποκτήσει αυτό που επιθυμεί με κάποια
πονηριά ή κόλπα, όπως έχει κάνει μέχρι τώρα. Αναμφίβολα η αυριανή μέρα θα είναι δύσκολη και επικίνδυνη, αλλά παράλληλα και καθοριστική για την έκβαση των Αγώνων.
Το βράδυ η ένταση που νιώθουμε δε μας αφήνει να κοιμηθούμε πολλές ώρες. Λίγο πριν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου βάψουν απαλό ροζ το σκοτεινό ουρανό προς την Ανατολή, πηγαίνουμε σε ένα σημείο στις παρυφές του δάσους με πυκνούς θάμνους που μας καθιστούν δυσδιάκριτους από την πεδιάδα, αλλά χαρίζουν καλή οπτική προς το Κέρας και περιμένουμε την πρώτη κίνηση των αντιπάλων μας. Όταν η πρώτη ακτίνα του ήλιου χτυπά πάνω στο Κέρας, ένα τραπέζι αναδύεται από το έδαφος που ανοίγει μπροστά στο Κέρας πάνω στο οποίο βρίσκονται μερικά σακίδια διαφορετικού μεγέθους για κάθε περιοχή. Τη στιγμή που το τραπέζι παίρνει τη θέση του, πίσω από το Κέρας ξεπετάγεται μια μορφή, το κορίτσι από την 5, που όπως υποθέσαμε, σκέφτηκε έναν έξυπνο τρόπο να πάρει αυτό που επιθυμούσε χωρίς να εμπλακεί σε μάχη.
Σχεδόν αμέσως μόλις το κορίτσι μπαίνει στο δάσος πολλά μέτρα μακριά μας, πετάγεται από κάποιο σημείο μερικά μέτρα αριστερά μας η φόρος της 12 και τρέχει προς το τραπέζι. Όπως συμφωνήσαμε με τον Κέιτο αυτή θα την αναλάμβανα εγώ κι έτσι αμέσως πετάγομαι όσο πιο αθόρυβα μπορώ απ’ την κρυψώνα μας και την ακολουθώ, εκτοξεύοντας συγχρόνως το πρώτο μαχαίρι προς το μέρος της, το οποίο όμως αποκρούει με το τόξο της. Έπειτα αποφεύγω ένα βέλος που μου ρίχνει, το οποίο όμως γδέρνει λίγο το αριστερό μου χέρι, αλλά σχεδόν αμέσως πετώ το επόμενο μαχαίρι, που την τρυπά πάνω από το φρύδι και την ζαλίζει, δίνοντας μου έτσι τη ευκαιρία να την ρίξω στο έδαφος και να την ακινητοποιήσω ανάσκελα. Με την ασφάλεια που μου παρέχει η κάλυψη του Κέιτο και με το μίσος που νιώθω γι’ αυτή τη φόρο που μας έχει εξευτελίσει και μας έχει προξενήσει τόσες συμφορές, δε βιάζομαι να τη σκοτώσω, αλλά αποφασίζω να πάρω εκδίκηση, να απολαύσω τη στιγμή και να προσφέρω ένα ενδιαφέρον θέαμα στο κοινό της Κάπιτολ. Έτσι αρχίζω να της μιλώ με αυταρέσκεια και ειρωνεία, ρωτώντας τη για την τύχη του άμοιρου Εραστή, μιλώντας της για την αξιολύπητη μικρή της σύμμαχο και απολαμβάνοντας τις άκαρπες προσπάθειές της να ελευθερωθεί. Όταν προσπαθεί να με δαγκώσει και με φτύνει στο πρόσωπο, η οργή μου φτάνει στο αποκορύφωμα και αποφασίζω πως αρκετά παίξαμε και πως ήρθε η ώρα να της δώσω ένα επώδυνο και θανατηφόρο μάθημα. Καθώς όμως η λεπίδα του μαχαιριού μου αγγίζει τα χείλη της, μια δύναμη με σηκώνει στον αέρα και βρίσκομαι μισό μέτρο πάνω από το έδαφος φυλακισμένη στα χέρια του Τρες. Ο τρόμος και η αγωνία που με κατακλύζουν είναι ακαριαία, ενώ απορώ πως δεν τον είδε ή δεν τον σταμάτησε ο Κέιτο. Ο Τρες με τινάζει κι έπειτα με πετά στο έδαφος με την πλάτη. Η σύγκρουση με το έδαφος με ζαλίζει, αλλά πασχίζω να απομακρυνθώ πεσμένη στα τέσσερα ενώ ο τρόμος και το σοκ έχουν παραλύσει τη σκέψη μου και η έκκληση για βοήθεια προς τον Κέιτο δεν μπορεί να βγει από τα χείλη μου. Ο Τρες με ρωτά αν εγώ σκότωσα τη φόρο από την περιοχή του κι εγώ του απαντώ αμέσως αρνητικά. Όταν όμως πια προσέχω την αρκετά μεγάλη πέτρα στο χέρι του πανικοβάλλομαι και αρχίζω να φωνάζω με όλη μου τη δύναμη τον Κέιτο. Τον ακούω να φωνάζει σε απάντηση το όνομά μου. Αλλά ακούγεται πολύ μακριά. Γιατί θεέ μου είναι τόσο μακριά; Τι πήγε στραβά; Τι δεν υπολογίσαμε σωστά; Καταλαβαίνω όμως πως δεν έχει πια σημασία, πως αυτό είναι το τέλος και την ίδια στιγμή βλέπω την πέτρα στο χέρι του Τρες να εκτοξεύεται προς το μέρος μου.
Η πέτρα χτυπά με ταχύτητα στο μέτωπό μου και ο πόνος που νιώθω είναι ακαριαίος και αφόρητος. Ζαλίζομαι τόσο πολύ. Αμέσως κάθε προσπάθεια να αναπνεύσω μου προκαλεί πόνο και κάθε ανάσα μου βγαίνει με δυσκολία, κοφτή και γρήγορη, σαν ενός ψαριού που προσπαθεί μάταια να αναπνεύσει έξω απ’ το νερό. Τα μάτια μου κλείνουν, όπως και η αυλαία της σύντομης ζωής μου. Οι άλλοι δύο φόροι φεύγουν, καθώς ακούω ανεπαίσθητα τα ποδοβολητά τους. Εδώ λοιπόν θα πεθάνω, σκέπτομαι. Τουλάχιστον είναι ένα όμορφο, ήσυχο και γαλήνιο μέρος, τώρα που η πεδιάδα έχει αδειάσει από τους άλλους φόρους και
θα πεθάνω ήσυχη πως δεν αντιμετώπισα το ενδεχόμενο να σκοτώσω εγώ τον Κέιτο. Όσο αφόρητος όμως και αν είναι ο πόνος του σώματος μου, άλλο τόσο είναι και αυτός της ψυχής μου, καθώς ξέρω πως δε θα ξαναδώ την οικογένεια μου και τον Κέιτο. Δε θα του ξαναμιλήσω, δε θα ξαναγελάσω ούτε θα εξασκηθώ ποτέ ξανά μαζί του. Ποτέ δε θα υπάρξει μέλλον για εμάς τους δύο. Δεν ξέρω αν το νερό που τρέχει από τα μάτια μου οφείλεται στον πόνο του σώματος ή της ψυχής μου για όλα αυτά που αφήνω πίσω μου, ή απλά πρόκειται για μια ύστατη αντίδραση του οργανισμού μου που καταρρέει και σβήνει. Ο τρόμος και το σκοτάδι του θανάτου έχουν αρχίσει να με κατακλύζουν . Σε λίγα λεπτά θα ηχήσει το κανόνι μου. Τώρα είμαι τόσο μόνη, τόσο ανυπεράσπιστη. Ένα μικρό, πληγωμένο παιδί, σαν αυτά που τόσο άδικα αναγκάστηκα και εκπαιδεύτηκα μια ζωή για να σκοτώσω. Η δύναμη και η αποφασιστικότητα μου σβήνουν. Σε λίγο θα ένα άψυχο κουφάρι.
Τι είναι όμως αυτός ο μακρινός ήχος που φτάνει ανεπαίσθητα στα αφτιά μου που βουίζουν; Έπειτα μια φωνή, μια οικεία φωνή. «Κέιτο;», προσπαθώ να προφέρω, αλλά και η παραμικρή σύσπαση των χειλιών μου απαιτεί μεγάλη προσπάθεια και ο μοναδικός ήχος που καταφέρνει να βγει από τα χείλη μου είναι ένα μουγκρητό πληγωμένου ζώου. «Κλόουβ», ακούω τη φωνή του Κέιτο πιο κοντά και καθαρά τώρα και διακρίνω τον πόνο και τη συντριβή μέσα της. Φτάνει δίπλα μου και γονατίζει και μετά σηκώνει απαλά το κεφάλι μου και το ακουμπά τα γόνατά του, στέλνοντας ένα νέο κύμα σουβλιών στο σώμα μου και προκαλώντας ένα νέο, αδύναμο μουγκρητό που βγαίνει από τα χείλη μου. «Σε παρακαλώ Κλόουβ, μείνε μαζί μου», με ικετεύει, χαϊδεύοντας το μάγουλο μου. Σε λίγο θα καταλάβει πως είναι ανώφελο. Οι δρόμοι μας χωρίζουν εδώ βίαια. Αν και δεν μπορώ να τον δω πια μου αρκεί που είναι κοντά μου. Μου αρκούν οι τελευταίες λέξεις που ψιθυρίζει στο αφτί μου: «Σ’ αγαπώ». Σιγά σιγά οι σκέψεις μου θολώνουν, η αναπνοή μου γίνεται πιο αδύναμη και νιώθω τον πόνο να μουδιάζει και το σώμα μου να γίνεται όλο και πιο ελαφρύ. Βυθίζομαι στην άβυσσο με την οικεία αίσθηση του Κέιτο δίπλα μου και μια καινούρια αίσθηση, αυτή του κενού που με καταπίνει μια για πάντα.
                                                                      Τέλος.

Όλγα Σ.