Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

7.11.13

Με φάρο την καρδιά - Μέρος Δεύτερο (Ηunger Games Fanfiction)

Μέρος Πρώτο / Μέρος Δεύτερο


«Νομίζω πως ήρθε η ώρα η Άννι να βγει και λίγο έξω από το σπίτι της» μου λέει ένα πρωινό η Μάγκς  στην κουζίνα της Άννι, ενώ η τελευταία κοιμάται ακόμα έχοντας περάσει μια πολύ δύσκολη νύχτα εξαιτίας μιας επιδρομής φριχτών, νυχτερινών αναμνήσεων.
« Έχει περάσει πάνω από μια βδομάδα από τότε που γύρισε στην πατρίδα και δεν έχει βγει ούτε στο μπαλκόνι του πάνω ορόφου. Δε μπορεί να ζήσει μια ζωή κλεισμένη εδώ μέσα και να βλέπει μόνο εμάς τους δύο. Η απομόνωση δε θα την κάνει καλύτερα κι εμείς δεν έχουμε να της προσφέρουμε τίποτε άλλο για να τη βοηθήσουμε. Πρέπει να επανέλθει στους φυσιολογικούς ρυθμούς της ζωής. Εξάλλου αν εμείς κάποτε δε μπορούμε να τη φροντίζουμε και να την προμηθεύουμε με ότι χρειάζεται απ’ τον έξω κόσμο τι θα κάνει; Θα πρέπει να αρχίσει να φροντίζει μόνη της τον εαυτό της» συνεχίζει η Μάγκς.
Αν και μια εσωτερική φωνή μου λέει να προστατεύσω την Άννι και να την κρατήσω μακριά απ’ όλους και όλα όσα μπορούν να την τρομάξουν και να τη βλάψουν, ξέρω πως η Μάγκς έχει δίκαιο και πως πρέπει να την κάνουμε να στηριχθεί στις δικές τις δυνάμεις ώστε επανέλθει κάποτε πλήρως στην ανθρώπινη και κοινωνική καθημερινότητα.
« Εντάξει» της απαντώ παραδομένος, «αλλά θέλω να αφήσεις εμένα να το χειριστώ αυτό. Δε θέλω να βιαστούμε και να την πιέσουμε εντάξει;»
«Ναι» μου απαντά εκείνη και με κοιτάζει διερευνητικά.
«Νοιάζεσαι πολύ γι’ αυτή, έτσι δεν είναι;» με ρωτά τελικά, μετά από μερικά δευτερόλεπτα παρατήρησης.

Το σκέφτομαι για μια στιγμή και της απαντώ «Ναι. Το ίδιο κι εσύ έτσι;» στρέφοντας το ερώτημα προς αυτήν σε μια προσπάθειά μου να μην με προδώσει η αμηχανία που μου προκάλεσε η ερώτησή της, κι εκείνη μου γνέφει καταφατικά.
« Γι’ αυτό συμφωνώ μαζί σου πως πρέπει αυτό να γίνει σταδιακά και μεθοδικά και φυσικά από εσένα που την επηρεάζεις περισσότερο και νιώθει πιο ασφαλής και δεμένη μαζί σου» , μου απαντά.
 Όταν λέω στην Άννι την ιδέα μου να κάνουμε μια βόλτα έξω με κοιτάζει με μάτια γουρλωμένα από τρόμο ικετεύοντάς με νοερά να μην την υποβάλλω σε κάτι τέτοιο. Το να την βλέπω να φοβάται ή να πονάει έχει μια ιδιαίτερη επίδραση πάνω μου οδηγώντας με να κάνω τα πάντα για να το αποφύγω, οπότε απαιτείται να καταβάλω μεγάλη προσπάθεια για να επιμείνω.
«Δεν είμαι έτοιμη για κάτι τέτοιο Φίνικ. Δεν μπορώ να το κάνω. Απλά δεν μπορώ» λέει και η φωνή της σβήνει ενώ δάκρυα κάνουν την εμφάνισή τους στα μάτια της και δύο απ’ αυτά κυλούν στα μάγουλά της. Μην αντέχοντας να τη βλέπω να κλαίει την πλησιάζω, παίρνω το πρόσωπό της στα χέρια μου και τα σκουπίζω απαλά με τους αντίχειρές μου. Έπειτα αναγκάζοντάς τη να με κοιτάξει της λέω
 « Άννι πίστεψέ με είναι για το καλό σου. Μπορεί να είναι δύσκολο στην αρχή, αλλά είναι κάτι που πρέπει να γίνει, κάτι που χρειάζεσαι και δεν το χεις καταλάβει ακόμα. Έχε μου εμπιστοσύνη. Δε θα έκανα τίποτε που θα σε έβλαπτε. Πίστεψέ με».
« Το ξέρω Φίνικ πως θέλεις να με βοηθήσεις και σου είμαι ευγνώμων γι’ αυτό και θέλω να ξέρεις πως είσαι ο άνθρωπος για τον οποίο νοιάζομαι και εμπιστεύομαι περισσότερο, αλλά δεν μπορώ να το κάνω ακόμα», μου απαντά με τη σειρά της χαρίζοντάς μου ένα θλιμμένο χαμόγελο.
Το επόμενο πρωί το οποίο είναι και το πρώτο πρωί που ξυπνώ στο σπίτι μου μετά τη γνωριμία μου με την Άννι, γεγονός που συμπεριλαμβανόταν επίσης στις προτάσεις της Μάγκς για να ανεξαρτητοποιηθεί και να εγκλιματιστεί η Άννι, ξαναφέρνω το ζήτημα της εξόδου της απ’ το σπίτι της στη συζήτηση και μετά από αρκετή προσπάθεια καταφέρνω να την πείσω να έρθει μαζί μου για μια βόλτα.
Αποφασίζω, επειδή είναι η πρώτη της μέρα έξω, να αποφύγω τον κόσμο με τον οποίο έχει καιρό να έρθει σε επαφή και την οδηγώ μέσα από ένα δρομάκι στην άκρη του χωριού των νικητών προς την παραλία που απέχει λίγα μόλις λεπτά. Όσο περπατούμε η Άννι στέκεται συνεχώς δίπλα μου και κοιτάζει επιφυλακτικά γύρω της αναπηδώντας με τον παραμικρό ήχο. Όσο περνά όμως η ώρα χαλαρώνει και όταν πια φτάνουμε στην παραλία που το μάτι μπορεί να απλωθεί σε μεγάλη ακτίνα γύρω, χωρίς φυσικά εμπόδια και να εντοπίσει την παραμικρή κίνηση, ηρεμεί περισσότερο και η ένταση και η επιφυλακτικότητά της υποχωρούν σημαντικά. Περπατούμε αρκετή ώρα κατά μήκος της παραλίας με τον ήλιο να μας χαϊδεύει απαλά με τις ζεστές ακτίνες του και να μας χαμογελά απ’ την αγκαλιά του καταγάλανου ουρανού, ενώ τα πόδια μας βυθίζονται στη ζεστή και μαλακή άμμο. Προσπαθώ να κρατώ συνεχώς ανοιχτή τη συζήτηση ώστε να κάνω την Άννι να ξεχνιέται, πράγμα που φαίνεται να αποδίδει, καθώς με την ώρα δείχνει όλο και πιο χαρούμενη και ζωντανή σχεδόν σαν μια φυσιολογική ανέμελη 17χρονη κοπέλα. Παρατηρώ όμως πως προσέχει να μην την ακουμπήσει το νερό της θάλασσας περπατώντας μερικά εκατοστά μακριά απ’ το σημείο που φτάνουν τα ανεπαίσθητα κυματάκια.
« Κάνει ζέστη Άννι. Θα ήθελες να βουτήξουμε στη θάλασσα;» τη ρωτάω προσπαθώντας να κρίνω μήπως όλο αυτό είναι στην φαντασία μου.
« Όχι Φίνικ. Εγώ δε θέλω να μπω. Μπες εσύ και εγώ θα κάτσω εδώ να σε περιμένω. Μόνο μην απομακρυνθείς πολύ σε παρακαλώ» μου λέει και το ανέμελο ύφος σβήνει από το πρόσωπό της, ενώ μια μελαγχολία κάνει την εμφάνισή της στα μεγάλα της μάτια.
Με στενοχωρεί που είμαι εγώ η αιτία της θλίψης της και βιάζομαι να συμπληρώσω « αν δε μπεις εσύ δε μπαίνω ούτε κι εγώ. Απλά νόμισα από τις διηγήσεις σου για τα παιδικά σου χρόνια πως αγαπούσες τη θάλασσα, καθώς όταν μιλούσες γι’ αυτή το βλέμμα σου φωτιζόταν».
« Ναι Φίνικ, αγαπούσα και αγαπώ τη θάλασσα. Απλά πλέον με φοβίζει συγχρόνως επειδή είναι συνδεδεμένη στο μυαλό μου με δυσάρεστες αναμνήσεις τόσο λόγω των γονιών μου όσο και λόγω των αγώνων».
« Καταλαβαίνω», της απαντώ χαμηλώνοντας το βλέμμα μου στην άμμο, « όμως όταν αγαπάς κάτι πολύ είναι ευκολότερο να ξεπεράσεις τα εμπόδια, καθώς αυτό είναι συνδεδεμένο και με ευχάριστες αναμνήσεις που είναι μάλιστα και περισσότερες. Πιστεύω πως αξίζει να του δώσεις άλλη μια ευκαιρία. Αν προσπαθήσεις να θυμηθείς όλες τις ευχάριστες εμπειρίες που είχες στη θάλασσα όταν ήσουν μικρή, νομίζω πως θα την δεις με νοσταλγία, σα να συναντάς έναν παλιό, αγαπημένο φίλο. Αλλά αυτή είναι απλά η δική μου οπτική. Η τελική απόφαση είναι δική σου», συμπληρώνω και στρέφω το βλέμμα μου προς το πρόσωπό της. Εκείνη με κοιτάζει για μια στιγμή χωρίς να μιλάει κι έπειτα κλείνει τα μάτια της με το κορμί της στραμμένο προς τη θάλασσα και μένει τελείως ακίνητη δείχνοντας προσηλωμένη. Λίγο αργότερα ένα αχνό χαμόγελο σκαρφαλώνει στις άκρες των χειλιών της που γίνεται όλο και πιο έντονο. Εγώ την παρατηρώ σιωπηλός σχεδόν ευλαβικά καθώς δείχνει πλέον να είναι ένα με το περιβάλλον της, σα να ανήκει σε αυτό το μέρος και αυτό να ανήκει σ’ αυτή, ενώ το μόνο σημείο του σώματός της που κουνιέται είναι τα όμορφα, μακριά μαλλιά της που χορεύουν μαλακά στο απαλό θαλασσινό αεράκι. Μετά με μια ξαφνική της κίνηση τραβά πάνω και βγάζει το λευκό της φόρεμα μένοντας με τα εσώρουχα και το αφήνει στην άμμο καθώς προχωρά προς το νερό. Πριν κάνει το πρώτο βήμα πάνω στη δροσερή του επιφάνεια διστάζει για μια στιγμή αλλά έπειτα με μια ανάσα πατά πάνω του και προχωρά προς το εσωτερικό του. Όσο προχωρά τα βήματά της γίνονται πιο σταθερά πιο σίγουρα, πιο ανυπόμονα και μετά βουτά και χάνεται κάτω από την επιφάνειά του, ενώ όταν ανησυχώ μήπως δε βγει ξανά στην επιφάνειά του, καθώς έχει μείνει από κάτω του πολλά δευτερόλεπτα, την βλέπω να αναδύεται πολλά μέτρα μακριά απ’ το σημείο κατάδυσης της και έπειτα να κολυμπά στην επιφάνειά του. Ένα χαμόγελο εμφανίζεται στα χείλη μου και σκέφτομαι « φυσικά και είναι εκπληκτική κολυμβήτρια, αλλιώς δε θα βρισκόταν εδώ» και μιμούμενος τη βγάζω τα ρούχα μου και βουτώ με τη σειρά μου στη θάλασσα. Κολυμπούμε μαζί για αρκετά λεπτά παίζοντας παράλληλα με το νερό και όταν πια η Άννι χορταίνει τον παλιό της φίλο βγαίνουμε και ξαπλώνουμε στην παραλία. Η Άννι δείχνει πιο ευτυχισμένη απ’ ότι την έχω δει ποτέ και το γέλιο της είναι τόσο αθώο και ειλικρινές που φτάνει σα χάδι στα αυτιά μου και δε χορταίνω να κοιτώ το όμορφο φωτεινό πλέον πρόσωπό της που μοιάζει με ανέμελου παιδιού, τα μάτια της που σπινθηροβολούν από ζωντάνια και χαρά σαν να μην έχει περάσει όλες αυτές τις φρικτές εμπειρίες, Και ξαφνικά νιώθω την ανάγκη να ακούω αυτό το γέλιο όλο και συχνότερα, γιατί το να την κάνω ευτυχισμένη κάνει κατά έναν αλλόκοτο τρόπο κι εμένα ευτυχισμένο.
Τότε όμως ξαφνικά τα μάτια της βουρκώνουν και πάλι κι εγώ μένω να την κοιτάζω τρομοκρατημένος.
« Μην ανησυχείς Φίνικ», με καθησυχάσει, «Αυτά είναι δάκρυα χαράς. Σ’ ευχαριστώ που με έπεισες να το κάνω σ’ ευχαριστώ που τα έκανες όλα αυτά για μένα και για όλη την υπομονή και την κατανόηση που μου έχεις δείξει».
Τα λόγια βγαίνουν από μόνα τους, χωρίς την άδειά μου όταν απαντώ « Άννι, δε χρειάζεται να με ευχαριστείς. Θα έκανα τα πάντα για ‘σένα». Και συνειδητοποιώ πως είναι πράγματι αλήθεια. Ξαφνικά η απόσταση που μας χωρίζει μοιάζει λάθος κι έτσι σπεύδω να την καλύψω σκύβοντας προς το μέρος της μην αντέχοντας άλλο μακριά της.
Τότε όμως ακούω το όνομά μου από αρκετά μέτρα μακριά και στρέφομαι προς το μέρος από το οποίο προέρχεται η φωνή, για να δω την Μάγκς να πλησιάζει με όσο πιο γρήγορο βήμα της επιτρέπει η ηλικία της, ακολουθούμενη μερικά μέτρα πιο πίσω από έναν ειρηνοποιό. Βλέπω την Άννι με την άκρη του ματιού μου να μαζεύεται φοβισμένη και να δείχνει ανήσυχη.
« Μη φοβάσαι Άννι όλα είναι εντάξει. Περίμενε εδώ», της λέω και σηκώνομαι για να κατευθυνθώ προς τη Μάγκς.
«Φίνικ, έχει έρθει μια αποστολή για σένα από  την Κάπιτολ και μου ζήτησαν να σε πάω σ’ αυτούς. Ο Πρόεδρος Σνόου θέλει να παρευρεθείς για μερικές μέρες σε κάποιες εκδηλώσεις. Πρέπει να βιαστείς. Φεύγεις σε μισή ώρα», μου ανακοινώσε η Μάγκς θλιμμένα.
Η ανακοίνωσή της με χτυπά σα γροθιά στο πρόσωπο. «Γιατί τώρα, γιατί τόσο σύντομα», διερωτώμαι απελπισμένος. Με περιμένουν λοιπόν μερικές ακόμα επώδυνες και βασανιστικές μέρες, μέρες κατά τις οποίες θα νιώθω απαίσια, αλλά θα πρέπει να δείχνω τέλεια. Να γελάω με ανόητα αστεία, να συμμετέχω σε ανούσιες συζητήσεις, να ανέχομαι τις απεχθείς συνήθειες των κατοίκων της Κάπιτολ και να,…. να κάνω ό,τι άλλο με υποχρεώσει ο Πρόεδρος Σνόου. Η απελπισία με έχει ήδη κατακλείσει και τότε σκέφτομαι την Άννι.
« Μάγκς τι θα γίνει με την Άννι; Θα τη φροντίσεις έτσι; Συνέχισε την προσπάθειά μου να επανενταχθεί στην κοινωνία της 4, βοήθησέ τη και προστάτευσέ την σε παρακαλώ», την ικετεύω, εναγωνίως.
Η Μαγκς βλέπει την αγωνία μου και το βλέμμα της γίνεται πιο θλιμμένο και πιο τρυφερό. « Μην ανησυχείς αγόρι μου, εγώ θα είμαι τώρα εδώ γι’ αυτήν. Εσύ να προσέχεις τον εαυτό σου και κάνε κουράγιο» μου λέει αγκαλιάζοντας με τρυφερά και με παροτρύνει να φύγω τώρα.
Σκέφτομαι πως το να χαιρετήσω την Άννι θα ναι επώδυνο και για τους δυο μας και θα πρέπει να της δώσω μια εξήγηση που δεν μπορώ και δε θέλω να δώσω. Οπότε ακολουθώ τη συμβουλή της Μάγκς και αφήνω πίσω μου την Άννι καθισμένη στην παραλία να με κοιτάζει να χάνομαι παραξενεμένη και ανήσυχη με την Μάγκς μερικά μέτρα μακριά της.

***

Οι πέντε μέρες που αναγκάστηκα να μείνω στην Κάπιτολ περνούν βασανιστικά αργά και επώδυνα. Το αποκορύφωμα της ταπείνωσης και απέχθειάς μου ήταν όταν ο Πρόεδρος Σνόου με ανάγκασε να περάσω ένα βράδυ με μια εύπορη γυναίκα της Κάπιτολ που είχε προσφέρει ένα εξαιρετικά μεγάλο ποσό στον ίδιο για να περάσει λίγο περισσότερο χρόνο με τον θρυλικό Φίνικ Οντέρ. Σ’ όλη τη διαδρομή της επιστροφή παρακαλούσα να φτάσω σύντομα και να σταθώ τυχερός ώστε ο ύπνος να παγώσει τις σκέψεις μου και να διαλύσει τις απεχθείς αναμνήσεις. Όταν λοιπόν φτάνω στην 4 είναι αργά το βράδυ και τα περισσότερα φώτα της περιοχής είναι κλειστά. Καταφεύγω λοιπόν στην κρεβατοκάμαρά μου και στο ύστατο καταφύγιο του ύπνου.
Περνούν μερικές ώρες, αλλά αυτός δεν έρχεται κι έτσι εγώ βυθίζομαι όχι στον σωτήριο λήθαργο του, αλλά σε ακόμη μεγαλύτερη απελπισία με τις αναμνήσεις να με χτυπούν βασανιστικά.
Ακόμα μυρίζω το πνιγηρό άρωμά της, νιώθω το ξένο άγγιγμά της στο στήθος μου, τα καθόλου ευπρόσδεκτα και δεσποτικά φιλιά της στα χείλη μου και αισθάνομαι τόσο μικρός , τόσο βρώμικος, τόσο ανυπεράσπιστος. Είμαι τόσο μπλεγμένος στον ιστό της Κάπιτολ και των παιχνιδιών της βρωμερής αράχνης της, του Σνόου που νιώθω να πνίγομαι. Η αγανάκτηση και η απελπισία μου είναι τόσο μεγάλη που δεν αντέχω το φορτίο της. Ορμώ έξω απ’ το σπίτι μου χωρίς να φορέσω το πουκάμισό μου, αγνοώντας το κρύο της νύχτας και προσπαθώντας να ξεφύγω απ’ τις βασανιστικές σκέψεις, αλλά και απ’ τον ίδιο τον αφόρητο πλέον εαυτό μου.
Χωρίς να το σκεφτώ τα βήματά μου με οδηγούν στο σπίτι της Άννι. Τρυπώνω μέσα και τη βρίσκω να κάθεται στον καναπέ με μια κουβέρτα ριγμένη πάνω στα πόδια της, κάτω απ’ το απαλό, κίτρινο ημίφως ενός επιτραπέζιου φωτιστικού, που τόνιζε της λεπτές γωνίες του προσώπου της. Βλέποντας με να μπαίνω έτσι ξαφνικά στο σπίτι της αρχικά τινάζεται τρομαγμένη, με την ανησυχία και τον φόβο, που με τόση δυσκολία κατάφερα να καταλαγιάσω μέσα της να κάνουν την εμφάνισή τους στο πρόσωπό της, αλλά έπειτα δείχνει να με αναγνωρίζει και μοιάζει έκπληκτη και μπερδεμένη. Όταν όμως παρατηρεί την έκδηλη έντασή μου δείχνει ανήσυχη και μεταμορφώνεται, όπως μόνο αυτή μπορεί, στη δυνατή και αποφασιστική Άννι, στην Άννι που θα έκανε τα πάντα για να προστατεύσει αυτούς που αγαπά, στην τρυφερή Άννι που δεν μπόρεσαν να καταστρέψουν.
Την πλησιάζω και κάθομαι στο πάτωμα μπροστά της μη ξέροντας τι ακριβώς
περιμένω και γιατί τα βήματά μου με οδήγησαν εδώ. Όταν όμως κοιτάζω το
ήρεμο πρόσωπό της, στο οποίο σκαρφαλώνει ένα ανεπαίσθητο, καθησυχαστικό
χαμόγελο, καταλαβαίνω πως τίποτε άλλο δε θα μπορούσα να ζητήσω αυτή τη
στιγμή και νιώθω όλους μου τους εφιάλτες και την πίκρα να παλεύουν με την
ευγνωμοσύνη μου γι’ αυτό το υπέροχο πλάσμα που με κάνει να νιώθω ασφαλής
και τελικά χρειάζομαι περισσότερο απ’ όσο αυτή χρειάζεται εμένα. Τότε τα
δάκρυά μου κυλούν χωρίς την έγκρισή μου, αιφνιδιάζοντάς με. Είμαι ανήμπορος
να τα συγκρατήσω κι έτσι τα αφήνω να ξεχυθούν σε μια στιγμή ύψιστης
αδυναμίας και παραίτησης, γέρνοντας το κεφάλι μου στα πόδια της. Το κλάμα
μου είναι βουβό, αλλά κρατά αρκετή ώρα. Όλη αυτή την ώρα η Άννι παραμένει
σιωπηλή χαϊδεύοντας απαλά και καθησυχαστικά τα μαλλιά μου.
Όταν πια σταματώ νιώθω άδειος από συναισθήματα, άδειος από σκέψεις και κατά κάποιον τρόπο εξαγνισμένος. Η Άννι συνεχίζει να χαϊδεύει τα μαλλιά μου περικλείοντάς με με αγάπη και σταθερότητα. Στρέφω το βλέμμα μου προς το μέρος της και ψιθυρίζω «Ευχαριστώ».
«Θα είμαι πάντα εδώ για σένα Φιν. Είμαστε οικογένεια πια, όπως είπες. Μπορείς πάντα να βασίζεσαι πάνω μου» μου απαντά ήρεμα. Πιάνει το χέρι μου μέσα στα δικά της λεπτά χέρια και το σφίγγει μαζί με την υπόσχεσή της και τότε το καταλαβαίνω, καθώς κάνει το βάρος μου ελαφρύτερο και την ψυχή μου να γαληνεύει. Αγάπη, αυτό είναι το όνομα το λουλουδιού που φύτρωσε δειλά στον παγωμένο κήπο της καρδιάς μου. Η Άννι σαν να κατάλαβε την ανακάλυψη μου μου χαμογελά γλυκά και όταν τελικά τα χείλη μας σμίγουν απαλά νιώθω να μεταμορφώνομαι κι εγώ από την αγνότητα των πρωτόγνωρων αυτών αισθημάτων, καθώς αυτό είναι το πρώτο φιλί απ’ όσα κατάφερα να κλέψω που μου προκάλεσε πραγματικά αισθήματα και μετέφερε ένα μούδιασμα  σχεδόν σε ολόκληρο το κορμί μου κάνοντας με να αναριγήσω. Η σιγουριά και η ζεστασιά της με τυλίγουν, σβήνοντας όλα τα καυτά σημάδια του κορμιού και της ψυχής μου, κάθε πικρό φιλί και άγγιγμα των ευεργετίδων μου και νιώθω εξαγνισμένος. Το πρωινό μας βρίσκει να κοιμόμαστε στον καναπέ, χωρίς κανείς απ’ τους δύο μας να έχει δει κάποιον εφιάλτη, παρηγορημένοι και αντλώντας δύναμη ο ένας απ’ τον άλλο.
Δεν ξέρω τι με συνάρπασε περισσότερο στην Άννι και πώς βρέθηκα κι εγώ παγιδευμένος στο δικό της κόσμο. Με συγκλόνισε όμως τόσο βαθειά αυτό το ασταθές πλάσμα που ήταν συνάμα τόσο ευαίσθητο, φοβισμένο και ανεπανόρθωτα τραυματισμένο, αλλά συγχρόνως και τόσο δυνατό ειλικρινές και ολότελα δοτικό. Δεν ξέρω πως κατάφερε να τρυπώσει πρώτα στο μυαλό και μετά στην καρδιά μου. Μπορεί λοιπόν να μη γνωρίζω τι άλλο θα με βάλει να κάνω ο Πρόεδρος Σνόου, ούτε τι μου επιφυλάσσει το μέλλον που η Κάπιτολ έχει σχεδιάσει για μένα χωρίς την έγκρισή μου, αλλά ξέρω πως θα κάνω τα πάντα για να προστατεύσω την Άννι απ’ τα νύχια της Κάπιτολ και να την κρατήσω ασφαλή κοντά μου.

                                                                        Τέλος

Όλγα Σ.