Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

28.1.14

Το παιχνίδι της ζωής (Κεφάλαιο 1)



Ένιωσα ανακούφιση όταν άρχισαν να πέφτουν οι τίτλοι τέλους της βαρετής ρομαντικής αηδίας που μόλις είδα. Σηκώθηκα από τη θέση μου πριν ανάψουν τα φωτά της αίθουσας και φόρεσα βιαστικά το τζιν μπουφάν μου. Έχασα δυο ώρες από τη ζωή μου για να δω αυτή τη βλακεία.
«Σας περιμένω έξω.» είπα βιαστικά  στον αδελφό μου και στην κοπέλα του και έτρεξα σχεδόν για να βγω πρώτη από την έξοδο του κινηματογράφου.
Τους περίμενα πάνω από πέντε λεπτά και τους είδα να βγαίνουν μαζί με το πλήθος ,αγκαλιασμένοι και ευτυχισμένοι. Ο Νίκος κάτι της ψιθύριζε στο αυτί και η Νίνα χασκογελούσε. Μου την έδινε στα νεύρα αυτή η κοπέλα. Όχι ότι μου έκανε ποτέ κάτι προσωπικά. Ήταν πάντα γλυκομίλητη και ευγενική . Δε νευρίαζε ποτέ. Δε μάλωνε ποτέ με τον αδελφό μου και γενικά την έκανε ότι ήθελε. Καταγόταν από παλιά πλούσια οικογένεια βιομηχάνων.
Όπως στον ελληνικό κινηματογράφο τις δεκαετίας του εξήντα, έτσι  και οι δικοί της όταν έμαθαν ότι η κόρη τους βγαίνει με ένα μεσοαστό όπως ο Νίκος ,έφριξαν και πάτησαν πόδι. Αλλά επειδή πάντα η αγάπη νικά σε αυτές τις ταινίες, έτσι και η Νίνα τα τσούγγρησε με τους δικούς της και εδώ και ένα μήνα ήρθε και εγκαταστάθηκε στο σπίτι μας. Με αποτέλεσμα στο μικρό μας δυάρι να στριμωχτούμε τέσσερα άτομα. Εγώ , η μάνα μας με το αλτσχαιμερ, ο αδελφός μου και η Νίνα. Τα πρωινά  φοιτούσα σε  μια σχολή φυσιοθεραπείας ενώ  ο αδελφός μου και η Νίνα έμεναν σπίτι με τη μαμά για να την προσέχουν . Συνήθως όμως κοιμόντουσαν μέχρι αργά, γιατί ο αδελφός μου δούλευε το βράδυ  και έπαιρνε πάντα μαζί του και τη Νίνα για παρέα . Το τελευταίο χρόνο είχε ανοίξει ένα μπαράκι μαζί με ένα φίλο του και οι δουλειές τους πήγαιναν πολύ καλά.  Έτσι λοιπόν όταν έφευγα από το σπίτι κάθε πρωί, πάντα κλείδωνα για να μη βγει η μαμά μου έξω. Την είχαμε χάσει κάνα δυο φόρες και από τότε τρόμαξα. Όταν γυρνούσα το μεσημέρι μαγείρευα. Τρώγαμε όλοι μαζί και αργά το απόγευμα, ο Νίκος και η Νίνα έφευγαν για το μπαράκι. Εγώ από εκεί και πέρα είχα να πλύνω να καθαρίσω ,να σιδερώσω ,θα κάνω μπάνιο τη μαμά μου και να μελετήσω για τη σχολή μου. Ήμουν μόλις δεκαεννέα χρονών αλλά ένιωθα σαράντα. Δεν είχα ποτέ διάθεση ούτε χρόνο να βγω έξω με τις φίλες γιατί ήμουν  πάντα κουρασμένη. Και τον ελάχιστο χρόνο που ξέκλεβα το σαββατοκύριακο προτιμούσα να προπονούμε στο τζούντο, που τόσο λάτρευα παρά να ξενυχτώ στα μπαράκια όρθια μπεκρολογώντας όπως έκαναν τα παιδιά της ηλικίας μου.Και για σχέση με το αντίθετο φίλο ούτε συζήτηση. Το τόλμησα καμιά δυο φορές αλλά δεν περνούσε ούτε ένας μήνας και τα παλικάρια γίνονταν άφαντα. Όσο ωραία κοπέλα και να είσαι, γιατί δεν ήμουν και άσχημη ,αν σου λέει ο καλός σου να βγείτε και συ τη μια έχεις τη μάνα σου την άλλη είσαι κουρασμενη,την άλλη έχεις δουλειές πόσο να σε ανεχτεί. Και με το δίκιο του.

«Πάμε για ποτό;» ρώτησε ο Νίκος
«Είναι αργά και αύριο το πρωί έχω σχολή. Και η θεια θα θέλει να φύγει. Προσέχει πάνω από τρεις ώρες τη μαμά».
«Τι σπαστικιά είσαι! Γιατί χαλάς την παρέα;»  είπε ο αδελφός μου τσατισμένος
«Εσείς αν θέλετε πηγαίνετε, εγώ θα πάρω ταξί και θα γυρίσω σπίτι.»
«Νίκο πάμε και εμείς. Δίκιο έχει η Μαριάννα είναι πολύ αργά Άλλη φορά πάμε για ποτό.»
«Ότι πει μωρό μου!» της λέει και τη φιλά πεταχτά στα χείλη.

Βγήκα πρώτη έξω από το εμπορικό και κατευθύνθηκα προς το παρκινγκ.
Παρόλο που ήμασταν στα μέσα Νοεμβρη η βραδιά ήταν ήπια.
«Που πας από κει; Απ’δώ είναι το αυτοκίνητο.» φώναξε ο αδελφός μου.
Κοντοστάθηκα μπερδεμένη και άλλαξα κατεύθυνσηΉμουν λίγα βήματα πίσω τους όταν έφτασαν στο παρκαρισμένο BMWτου αδελφού μου. Ξαφνικά βλέπω μια σκιά να πετάγεται από το διπλανό αυτοκίνητο και ορμάει στο Νίκο. Τον αρπάζει από τα πέτα και τον στριμώχνει στο καπό του διπλανού αυτοκίνητου. Η Νινα άρχισε να τσιρίζει και τραβά τον άγνωστο από τον μπράτσο .
«Άφησε τον!.»
Έτρεξα τρομαγμένη και άροαξα τον άγνωστο άντρα από την πλάτη  χωρίς δεύτερη σκέψη. Τον έσπρωχνα μακριά από τον αδελφό μου αλλά δε κατάφερα να τον μετακινήσω ούτε ένα βήμα.
Με το ένα χέρι του κρατούσε τον αδελφό μου πάνω στο καπό και με το άλλο έσφιγγε το λαιμό του για να τον πνίξει.
«Δε σε προειδοποίησα ρε μπάσταρδε να την αφήσεις ήσυχη.»
Η χροιά της φωνής του ήταν μπάσα και απειλητική. Δεν ήξερα γιατί αλλά μόλις την άκουσα ρίγησα σύγκορμη. Ήταν σκοτεινά σε εκείνο το σημείο. Δε τον έβλεπα αλλά ένιωθα το θυμό του. Ποιος ήταν αυτός ο άντρας και τι ήθελε από τον αδελφό μου; Ποια να αφήσει ήσυχη;
Τα μάτια μου στράφηκαν καχύποπτα προς τη  Νινα.
«Σε παρακαλώ Ιωσήφ ,άφησε τον. Σε παρακαλώ!» έλεγε η  Νίνα κλαψουρίζοντας.
Τι στο καλό γινόταν εδώ; Η Νινα έχει και άλλον;
Το πρόσωπο του αδελφού μου συσπάστηκε από τη λαβή του.
«Μόνο…. Νεκρός… θα την αφήσω.» είπε στον άγνωστο άντρα με δυσκολία.
«Θα σε σκοτώσω ρε μπάσταρδε. Θα σε σκοτώσω.» φώναζε μανιασμένος
«Άφησε τον !» στρίγγλισα.
 Όρμησα σαν λυσσασμένη επάνω του,μα μάταια. Δεν έδωσε σημασία καν στην παρουσία μου.
«Νινα μπες στο αυτοκίνητο!» έκραξε ο άγνωστος.
«Ιωσήφ…. σε παρακαλώ ,σε παρακαλώ.» έλεγε η Νίνα με λυγμούς.
Ποιος διάολο ήταν αυτός ο Ιωσήφ;
Το πρόσωπο του αδελφού μου μελάνιασε και από το στόμα του έβγαιναν άναρθροι ήχοι. Ο  άντρας ήταν ψήλος και γεροδεμένος. Θύμος με κυρίευσε. Έπρεπε κάτι να κάνω αλλιώς θα έπνιγε τον αδελφό μου, σκέπτηκα αναστατωμένη. Τραβήχτηκα δυο βήματα πίσω και πήρα μια βαθιά ανάσα. Έκανα μια γρήγορη στροφή γύρω από τον εαυτό μου, σηκώνοντας ψηλά το ένα μου πόδι και το κατέβασα με μια κραυγή στα τεντωμένα γόνατα του. Ο άγνωστος άντρας έπεσε στα γόνατα του, καταρρέοντας μπρόστα μου σαν ένας χάρτινος πύργος. Χωρίς να το σκεφτώ τον κλώτσησα με το τακούνι της μπότας μου στα πλευρά του και έπεσε με τα μούτρα στη άσφαλτο, βογκώντας. Η Νίνα ενώ βοηθούσε τον Νίκο να σηκωθεί, με κοίταζε έντρομη.
«Ιωσήφ;» ψέλλισε .
Έτρεμα από ένταση και οργή, παρόλα αυτά πλησίασα τον άντρα που εκείνη τη στιγμή έπιανε τα αριστερά πλευρά του μουγκρίζοντας από πόνο. Στο σημείο εκείνο έφεγγε ένας στύλος και ήταν φωτεινά. Όταν τα σκούρα μάτια του συνάντησαν τα δικά μου, η  καρδιά μου άρχισε να χτυπά ξέφρενα. Το πρόσωπο του ήταν συνοφρυωμένο από πόνο, αλλά παρόλα αυτά ήταν ότι ομορφότερο είχα δει ποτέ μου. Ήταν σίγουρα πάνω από τριάντα. Κοιταχτήκαμε σιωπηλοί ,βαριανασαίνοντας σαν να μετρούσε ο ένας τον άλλον. Δε κατάλαβα για πόση ώρα. Σίγουρα για δευτερόλεπτα αλλά εμένα μου φάνηκε σαν αιώνας. Η φωνή του αδελφού μου με έβγαλε από τη αποχαύνωση μου.
«Μαριάννα έλα δω γρήγορα!»
Δε γύρισα καν να κοιτάξω τον Νίκο. Εξακολουθούσα να κοιτώ σα χαζή αυτόν το άντρα. Πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωθα να μαγνητίζομαι τόσο από ένα βλέμμα
«Τι με κοιτάς έτσι;» ρώτησε με βραχνή φωνή, μορφάζοντας από πόνο.
Τα λόγια του με επανέφεραν στη πραγματικότητα.
«Αν αγγίξεις ξανά τον αδελφό μου, εγώ θα σε σκοτώσω.» του είπα ψυχρά . Σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε σαν να μη πίστευε στα αυτιά του.
-«Κανονικά ο αδελφός σου θα έπρεπε να σε υπερασπίζεται και όχι εσύ αυτόν. Αλλά είναι τόσο δειλός και τιποτένιος που κρύβεται πίσω από τις φούστες της αδελφής μου.»
Πάγωσα! Ήταν ο αδελφός της Νινας και εγώ τον είχα πλακώσει.
«Ήρθα να πάρω την αδελφή μου πίσω.»
Εντάξει εμένα με βολεύει να την πάρει πίσω . Ένα άτομο λιγότερο στη πλάτη μου. Αλλά ο τόνος του με έκανε έξω φρενών.
«Η Νινα είναι ενήλικη. Θέλει να είναι μαζί του. Δεν την κρατά με το ζόρι.»
-Ο αδελφός σου, είναι μπλεγμένος άσχημα και θα το φάει το κεφάλι του. Δε θα τον αφήσω όμως να καταστρέψει και τη Νινα.»
Τα λόγια του με μπέρδεψαν. Ήξερε κάτι ,που δεν ήξερα  ή το έλεγε επειδή δεν ενέκρινε τη σχέση τους;
Με δυσκολία σηκώθηκε στα δυο του πόδια και κοίταξε την αδελφή του.
«Νινα μπες στο αμάξι . Θα έρθεις μαζί μου.» είπε τελεσίδικα.
«Δε πάει πουθενά.» φώναξε ο αδελφός μου.
Άνοιξε τη πόρτα της BMW και έβαλε την Νίνα στο πίσω κάθισμα.
«Μαριάννα.» φώναξε ο Νίκος σαν να μου έλεγε να βιαστώ.
Έκανα να γυρίσω και ο αδελφός της Νινας με άρπαξε από τον καρπό μου και με τράβηξε κοντά του. Σχεδόν συγκρούστηκα επάνω του. Με πονούσε αλλά ταυτόχρονα έβρισκα ευχάριστο αυτό το πόνο. Χριστέ μου τη συναίσθημα μπερδεμένο. Με κοίταξε απειλητικά και η ματιά του ήταν σαν να έστελνε στο σώμα μου ηλεκτρική κένωση.
«Αν η αδελφή μου δεν είναι μέχρι αύριο στο σπίτι μας, δε ξέρω και γω τι θα γίνει. Δε ξέρετε με ποιον τα έχετε βάλει.»
Προσπάθησα να ξεφύγω από το κράτημα του, μα ήταν πιο δυνατός.
«Δε σε φοβάμαι!» του είπα με πείσμα ,μα έτρεμα.
«Κακώς! Θα έπρεπε.» Με κοίταξε για μια ατελείωτη στιγμή με τα κατάμαυρα μάτια του και έπειτα με άφησε απότομα και παραπάτησα προς τα πίσω.Άρχισα να τρέχω προς το αυτοκίνητο
-«Μικρή; Να με θυμάσαι όταν ξαναβρεθείς στο δρόμο μου.»
Τον άκουσα να φωνάζει από πίσω μου. Τα μάτια μου γούρλωσαν. Με απειλούσε; Κοντοστάθηκα για λίγο και γύρισα. Παρά το σκοτάδι ένιωθα το έντονο βλέμμα του.
«Δε ξέρω αν θα σε θυμάμαι. Αλλά εσύ σίγουρα δε θα με ξεχάσεις μετά από το ξύλο που έφαγες.»  φώναξα με θάρρος και μπήκα στο πίσω κάθισμα του αυτοκίνητου ασθμαίνοντας.


Μέχρι να φύγουμε από το παρκινγκ του εμπορικού ,δε μίλησε κανένας μας. Η Νινα μυξόκλαιγε και ο αδελφός μου της έσφιγγε το χέρι.
Κάποια στιγμή ο Νίκος με κοίταξε από το καθρέφτη του οδηγού και μου χαμογέλασε.
«Μπράβο αδελφή. Δε πήγαν χαμένα τα λεφτά για το Κίνγκ-μποξ.»
«Τζούντο πάω βλαμμένε.» είπα ενευρισμένη.
«Πάντα τα μπερδεύω.» είπε γελώντας.
Ήθελε να με αποπροσανατολίσει από το συμβάν γιατί ήξερε ότι θα άρχιζα τις ερωτήσεις.
«Νίκο μπορείς σε παρακαλώ να μου εξηγήσεις τι εννοούσε όταν είπε ότι είσαι μπλεγμένος.» ρώτησα με ύφος.
«Τίποτα. Μαλακίες έλεγε.» είπε και έστρεψε το βλέμμα του ξανά στο δρόμο.
«Α! ναι; Είπε επίσης ότι θέλει μέχρι αύριο, η αδελφή του να γυρίσει σπίτι τους.»
Το πρόσωπο του σκοτείνιασε.
«Αυτό αποκλείεται . Η Νίνα δε φεύγει από κοντά μου.» είπε κοφτά ο Νίκος .
«Εγώ πάλι Νίκο δε κατάλαβα γιατί είπε ότι είσαι μπλεγμένος.» Επέμεινα ξανά
Τα μάτια μας συναντήθηκαν ξανά στο καθρέφτη.
«Γιατί…..γιατί…θέλει να χωρίσουμε. Γι’αυτό!»
Η Νινα γύρισε και με κοίταξε, αναστατωμένη.
«Οι γονείς μου απείλησαν ότι θα με αποκληρώσουν ,αν δε παρατήσω το Νίκο.»
Να τη πάλι η ελληνική ταινία.
«Ο αδελφός σου τους έβαλε αγάπη μου. Θέλει να τα πάρει όλα αυτός.» ειπε ο Νίκος με οργή.
«Μπορεί να έχεις δίκιο . Ο Ιωσήφ ήταν πάντα φιλόδοξος.» είπε η Νινα.
Κάτι δε μου κολλά σε όλο αυτό το σκηνικό.
«Αφού είναι έτσι όπως τα λέτε ,γιατί μας έστησε καραούλι και όρμησε στο Νίκο; Γιατί θέλει να χωρίσετε;. Αν ισχύει αυτό που λέτε, δεν θα έχει κανένα συμφέρον αν χωρίσετε και η Νινα γυρίσει πίσω στους δικούς της.»
Και οι δυο στράφηκαν και με κοίταξαν ταυτόχρονα. Η Νίνα σαστισμένη και ο αδελφός μου αμήχανος.
«Επίτηδες το έκανε…για να ρίξει στάχτη στα μάτια των γονιών του. Να τους πει ο προσπάθησε να την φέρει πίσω και δε τα κατάφερε. Να δείτε ότι δε θα κάνει τίποτα στο τέλος.»είπε ο αδελφός μου.
Η Νίνα τον κοίταξε και ένευσε σαν να συμφωνούσε.
«Πάντως εγώ στη θέση σου Νινα θα γυρνούσα πίσω. Δε θα χαλάλιζα την περιουσία μου για έναν άντρα.»
«Τον αγαπώ το Νίκο ,Μαριάννα. Θα έκανα τα πάντα για χάρη του.»
Ο αδελφός μου έγινε έξαλλος μαζί μου.
«Μαριάννα κόψε τις μαλακίες.» φώναξε
«Τη γνώμη μου είπα,ας κάνει ότι θέλει.»

Η επόμενη μέρα ήρθε και η Νίνα δε έφυγε. Και πέρασαν και άλλες μέρες και μήνες. Και ο αδελφός της δε ακούστηκε ξανά. Και τελικά αποδείχτηκε ότι μάλλον είχαν δίκιο ο αδελφός και η νύφη μου. Τελικά μετά από καιρό η Νίνα έγινε νύφη μου.

GreekWriter