Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

3.1.14

Τα Τέσσερα Στοιχεία (Κεφάλαιο 28)


Είμαι κολλημένη πάνω του. Ακούω τους ήρεμους και καθησυχαστικούς χτύπους της καρδιάς του. Νιώθω παράξενα, αλλά κατά τα άλλα όμορφα με αυτό που μόλις κάναμε.
    «Καρίνα…» λέει ο Τριστάνο με βραχνή φωνή. Σφίγγω το χέρι του σε ανταπόκριση και περιμένω να συνεχίσει. «Ήταν λάθος».
    Σηκώνω το βλέμμα μου και τον παρατηρώ με ύφος έκπληκτο και πληγωμένο συνάμα. Πως μπορεί να λέει κάτι τέτοιο; Και γιατί…;
    «Είσαι αρραβωνιασμένη με τον αδερφό μου» λέει. Αυτόματα κατεβάζω το κεφάλι και ακουμπάω το κεφάλι μου στο γυμνό του στέρνο.
    «Δεν έχει σημασία» λέω σφραγίζοντας τα βλέφαρά μου. Εισπνέω βαθιά επιθυμώντας να αντλήσω όσο το δυνατόν περισσότερη από εκείνη την ακαταμάχητη μυρωδιά του. «Δεν έχουμε παντρευτεί».
   «Ναι, αλλά αισθάνομαι ότι τον πρόδωσα».
   «Τι είναι αυτά που λες;» ρωτάω και ανακάθομαι στο στρώμα για να τον κοιτάξω καλύτερα. Τα μάτια του είναι απόμακρα, μα το βλέμμα του ζεστό, εκπέμπει ασφάλεια.
   «Δεν ξέρω… απλώς…».
   «Σε παρακαλώ μη το σκέφτεσαι».
   «Υπάρχουν πράγματα που πρέπει να μάθεις» λέει με σοβαρό τόνο, πράγμα που μου προκαλεί ανησυχία.
   «Βασικά, υπάρχουν θέματα που πρέπει να συζητήσουμε εμείς οι δύο» προσθέτει με ένα στοργικό χαμόγελο. Κατανεύω δίχως να βρίσκω λόγια να πω.
   «Έχουμε να ιδωθούμε δύο χρόνια, δεν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που να θες να μάθεις;».
   «Υπάρχουν πολλά πράγματα που θα ήθελα να μάθω, Τριστάνο. Όλο αυτό το διάστημα που βρισκόμουν μακριά σου δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ τι έκανες και πως ένιωθες, κυρίως ως Θεός Ηγέτης».
   Κοιτάζει σε κάποιο σημείο πίσω μου απορροφημένος για λίγο στις σκέψεις του, έπειτα στρέφει το βλέμμα του πάνω μου και μου ρίχνει μια διερευνητική ματιά. Ένα χαμόγελο τρυπώνει στο πρόσωπό του.
   «Σε σκεφτόμουν συνέχεια» λέει και παίρνει το χέρι μου μέσα στο δικό του. Αισθάνομαι αμέσως το σώμα μου να ζεσταίνεται. «Το να είμαι Θεός Ηγέτης… είναι κάτι που αναμφίβολα θα ήθελα να αφήσω. Η ηγεσία ενός ολόκληρου στοιχείου απαιτεί αφοσίωση και κυρίως πόθο για την εξουσία. Εγώ δεν έχω τίποτα απ’ αυτά. Δύο χρόνια τώρα το μόνο που κάνω είναι να υπογράφω χαρτιά και να παρευρίσκομαι σε εκδηλώσεις. Όχι ωστόσο γιατί δεν υπήρχε κάτι παραπάνω, αλλά κυρίως γιατί δεν είχα την συναισθηματική και ψυχική δύναμη να δώσω περισσότερα. Άφησα τα πάντα στη Σύνθια». Σύνθια… βέβαια είναι και εκείνη Θεά Ηγέτης, ήταν μαζί δύο ολόκληρα χρόνια.  
Κατανεύω αργά επεξεργαζόμενη τα λόγια του. Άραγε του έλειπα όπως μου έλειπε; Είχε στα αλήθεια πέσει τόσο συναισθηματικά που δεν επιθυμούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του; Μακάρι να μην είχε συμβεί τίποτα.
   «Εκεί που βρισκόμουν δεν μπορούσα να μάθω τίποτα για σένα» λέω σχεδόν ψιθυριστά, καθώς στο μυαλό μου επανέρχεται η ανάμνηση του Γκρέισον. Τώρα θα με ψάχνει. Θα γίνει έξαλλος αν μάθει τι έχει συμβεί, ειλικρινά δεν θέλω να ξέρω τις συνέπειες.
   «Καρίνα…» λέει ο Τριστάνο, διαγράφοντας απ’ το μυαλό μου την εξαγριωμένη έκφραση του αδερφού του. «Γιατί δέχτηκες την πρόταση γάμου του Γκρέισον;».
    Αυτόματα τα μάτια μου πέφτουν πάνω του. Είναι μια ερώτηση που κάνω συχνά στον εαυτό μου. Έχω βρει αρκετές απαντήσεις, ωστόσο αισθάνομαι πως καμία δεν ανταποκρίνεται αληθινά σ’ αυτό που όντως με οδήγησε στη λανθασμένη επιλογή μου.
    Ήταν πριν έξι μήνες. Ήμουν στα αρχικά στάδια της κατάθλιψης και αναζητούσα απεγνωσμένα ένα σημάδι του Τριστάνο. Όταν εμφανίστηκε ο Γκρέισον στο σπίτι που με κρατούσαν “φυλακισμένη” οι γονείς μου, θεώρησα πως με το να τον πλησιάσω θα κατάφερνα επιτυχώς να μάθω πληροφορίες για τον αδερφό του. Η πρόταση γάμου ήταν πολύ ξαφνική για εμένα, δεν είχα προετοιμαστεί για κάτι τέτοιο. Πίστεψα πως η αποδοχή της πρότασής του θα μου εξασφάλιζε μια βέβαιη νίκη. Θα έβρισκα τον Τριστάνο. Έκανα λάθος.
   «Δεν ξέρω» λέω τελικά, «ίσως το γεγονός ότι μοιάζετε τόσο πολύ. Απλώς ήθελα να σε βρω».
   «Μακάρι να μην το είχες κάνει» λέει και τα μάτια του επικεντρώνονται στον ανοιχτόχρωμο τοίχο απέναντι. Το βλέμμα του είναι παγερό, απόμακρο λες και δεν βρίσκεται πια κοντά μου, αλλά έχει φυλακιστεί στις ίδιες του τις σκέψεις.
   «Συγγνώμη» λέω και κρύβω το πρόσωπό μου στο λαιμό του. Το χέρι μου γλιστράει μέσα στα απαλά, μαύρα μαλλιά του.
   «Συγγνώμη θα έπρεπε να ζητήσουν εκείνοι που μας χώρισαν» λέει.
   «Εκείνοι που μας χώρισαν;» ρωτάω επαναλαμβάνοντας τα λόγια του. Ποτέ δεν σκέφτηκα πως η απόφαση των γονιών μου και της Οριάνα να απομακρυνθώ από κοντά του είχε ως απώτερο σκοπό της τον χωρισμό μας. Νόμισα πως ήμουν αναγκασμένη να φύγω. Πίστεψα πως όλο αυτό έγινε με μοναδικό και κύριο λόγο την αποφυγή της καταστροφής, για να καταφέρει ο Τριστάνο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις, να γίνει ένας σωστός και τίμιος Θεός Ηγέτης. Ίσως βέβαια ο χωρισμός μας να απέφερε το αποτέλεσμα που επιθυμούσαν… αλλά τι εννοεί “εκείνοι” και προπάντων, εκείνος πως γνωρίζει ποιανού απόφαση ήταν να φύγω;
   «Δεν ξέρεις;» ρωτάει, ενώ η έκφραση του προσώπου του δείχνει ολοφάνερα ότι έχει ξαφνιαστεί. Κουνάω αρνητικά το κεφάλι.
   «Εγώ το μόνο που ξέρω είναι ότι οι γονείς μου με πήραν μακριά για να κρατήσουν ασφαλές το στοιχείο μας» σπεύδω να εξηγήσω.
   «Καρίνα, οι γονείς σου δεν είχαν ιδέα». Ξεροκαταπίνω. Δεν είχαν ιδέα; Πως είναι δυνατόν να μην είχαν ιδέα όταν οι ίδιοι μου είπαν πως η απόφαση ήταν αποκλειστικά και μόνο δική τους και της Οριάνα;
   «Τι είναι αυτά που λες;» λέω και κάθομαι σταυροπόδι πάνω στο στρώμα ρίχνοντάς του ένα ερωτηματικό βλέμμα. Τα σκούρα γαλάζια μάτια του σκοτεινιάζουν.
   «Το να φύγεις ήταν απόφαση των εκπαιδευτών σου και της Ελίζαμπεθ, οι γονείς σου ήταν από τους τελευταίους που το έμαθαν».
   «Και εσύ που το ξέρεις;» ρωτάω με ένα ειρωνικό χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη μου. Δεν ξέρω γιατί, αλλά για πρώτη φορά στη ζωή μου αμφιβάλλω για τη ειλικρίνεια του Τριστάνο.
   «Το έμαθα από τη Σύνθια» λέει και χαμηλώνει το κεφάλι λες και ντρέπεται και μόνο που το λέει.
   «Από τη Σύνθια… ναι τώρα μάλιστα» λέω εκνευρισμένη και τραβώντας το σεντόνι, σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι. Νιώθω τα μάτια του καρφωμένα πάνω μου καθώς ψάχνω να βρω τα ρούχα μου.
   «Που πας;» ρωτάει.
   «Φεύγω. Δεν ανέχομαι την υποκρισία, Τριστάνο».
   «Υποκρισία; Τι είναι αυτά που λες; Σου είπα την αλήθεια, Καρίνα. Η Σύνθια τους βοήθησε να σε πάρουν μακριά μου» λέει και ο τόνος της φωνής του ανεβαίνει κατακόρυφα καθώς τα συναισθήματά του μεταβάλλονται.
   Βάζω βιαστικά το τζιν και το μαύρο πουλόβερ που φορούσα όταν το έσκασα και κατευθύνομαι προς τη πόρτα δίχως να του ρίξω ματιά. Στα αλήθεια θα τον αφήσεις τώρα που τον βρήκες; Φωνάζει μια φωνή μέσα μου. Προσπαθώ να την αγνοήσω, αλλά μου είναι αδύνατον. Έχει δίκιο, δεν μπορώ να τον αφήσω. Δύο χρόνια περίμενα αυτή τη στιγμή. Αναστενάζω. Κάνω μεταβολή έτοιμη να επιστρέψω στο κρεβάτι, ωστόσο δεν χρειάζεται. Ο Τριστάνο στέκεται ακριβώς μπροστά μου, αναγκάζοντάς με να σταματήσω απότομα για να μην πέσω πάνω του.
   Το φλογερό του βλέμμα καίει τα σωθικά μου. Τα μάτια του είναι καρφωμένα στα δικά μου και εκπέμπουν απίστευτη οργή. Δαγκώνω το κάτω χείλος μου και αποστρέφω το βλέμμα μου, ανήμπορη να αντέξω το θυμό που ξεχειλίζει μέσα απ’ τα μάτια του. Είναι δυνατόν να τον εξόργισα τόσο πολύ; Η απάντηση έρχεται γρήγορα.
   Βάζει τα χέρια του στους ώμους μου και με σπρώχνει βίαια προς τον τοίχο. Το σώμα μου παγώνει, ενώ η καρδιά μου σφυροκοπάει ανεξέλεγκτα μέσα στο στήθος μου.
   «Τριστάνο;» ψελλίζω τρομοκρατημένη. Τα μάτια του έχουν γίνει δύο σχιστές γραμμές, τα χέρια του πιέζουν με δύναμη το σώμα μου πάνω στον τοίχο. Ωχ όχι, θα βάλω τα κλάματα. «Τι σου συμβαίνει;» καταφέρνω να προσθέσω με τρεμάμενη φωνή.
   «Πήγες να φύγεις χωρίς την άδεια μου;!» γρυλίζει. Τα μάτια μου πλημμυρίζουν με δάκρυα. Δαγκώνω το μάγουλό μου όσο πιο δυνατά μπορώ και αμέσως νιώθω τη γεύση του αίματος στο στόμα μου. Φόβος τρυπώνει σιγά σιγά μέσα μου και μου προκαλεί ένα ανεπαίσθητο τρέμουλο που δυστυχώς, δεν περνάει απαρατήρητο απ’ το ανεξιχνίαστο βλέμμα του.
   «Τι συμβαίνει; Τώρα φοβάσαι;».
   «Τριστάνο…εγώ…είμαι» λέω τραυλίζοντας. Χαμηλώνω το βλέμμα επιθυμώντας να αποκρύψω τα δάκρυα που κυλούν αβίαστα στα μάγουλά μου. Τι του συνέβη;
    Τα χέρια του απομακρύνονται από πάνω μου. Κάνει δύο βήματα πίσω και  με κοιτάζει με ύφος πληγωμένο. Ύφος που ωστόσο κρύβει μια στάλα τρόμου.
   «Δεν το πιστεύω... Καρίνα, συγγνώμη…». Η καρδιά μου ματώνει. Σκουπίζω τα δάκρυα απ’ τα μάγουλά μου και μαζεύοντας όσο περισσότερο κουράγιο μπορώ, τον κοιτάζω ευθεία μέσα στα μάτια.
   «Τι έπαθες;» ρωτάω. Ο Τριστάνο κατεβάζει το βλέμμα του στο πάτωμα και το κρατάει εκεί όση ώρα εγώ τον περιεργάζομαι. Η σιωπή που επικρατεί μέσα στο δωμάτιο απειλεί να μας καταπιεί.
   «Παίρνω ηρεμιστικά» ψιθυρίζει έπειτα από λίγο και ίσα που καταφέρνω να τον ακούσω. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και παρά τον φόβο που εξακολουθεί να κατασπαράζει το σώμα και την ψυχή μου, πηγαίνω κοντά του και τον αγκαλιάζω. Το σώμα του είναι τσιτωμένο και η αναπνοή του ακανόνιστη. 
   «Όλα καλά» λέω απαλά, «μαζί θα το ξεπεράσουμε». Ο Τριστάνο κατανεύει και τυλίγει τα χέρια του γύρω απ’ τη μέση μου τραβώντας με κοντά του. Χώνει το πρόσωπό του μέσα στα μαλλιά μου και εισπνέει βαθιά.
    «Συγχώρεσέ με, σε παρακαλώ» εκλιπαρεί. Ακουμπάω το χέρι μου στο μάγουλό του και τον χαϊδεύω όσο πιο τρυφερά μπορώ.
    «Μην ανησυχείς» λέω.

***
Φεύγω απ’ το ιατρείο χέρι-χέρι με τον Τριστάνο. Τα μάτια όλων είναι στραμμένα πάνω μας και παρά την απορία που είναι ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους, κανείς δεν τολμά να κάνει το παραμικρό σχόλιο. Αντιθέτως, χαμηλώνουν το κεφάλι σε ένδειξη σεβασμού και φορούν ένα ψεύτικο χαμόγελο στα χείλη, προφανώς υπερβολικά δειλοί για να κάνουν κάτι περισσότερο.
   Ο Τριστάνο κάνει ένα τηλεφώνημα και έπειτα από μερικά λεπτά, μια λιμουζίνα καταφθάνει στο δρόμο μπροστά μας. Κοιτάζω το μεγάλο όχημα με στόμα ορθάνοιχτο και μάτια γουρλωμένα.
   «Στα αλήθεια, ήταν απαραίτητο αυτό;» ρωτάω εξακολουθώντας να έχω το βλέμμα μου καρφωμένο πάνω του.
   «Σου αξίζουν τα καλύτερα» λέει και μου σκάει ένα πλατύ χαμόγελο. Σηκώνω το βλέμμα μου στον ουρανό και έπειτα μπαίνω μέσα. Ο Τριστάνο κάνει το ίδιο βολεύοντας το σώμα του πλάι μου.
   «Ο Γκρέισον θα με ψάχνει ακόμα» λέω όταν το όχημα έχει ξεκινήσει.
   «Δεν χρειάζεται να σε απασχολεί. Είμαι Θεός Ηγέτης, θα φροντίσω να μείνει μακριά σου από εδώ και στο εξής».
   «Τριστάνο…» ξεκινάω να λέω, αλλά δεν είμαι σίγουρη τι ακριβώς θέλω. Αναστενάζω και ακουμπάω το κεφάλι μου στον ώμο του. «Ο Γκρέισον είναι σημαντικός για μένα» λέω τελικά και αμέσως νιώθω το σώμα του Τριστάνο να τσιτώνει.
   «Με βοήθησε πολύ ή τουλάχιστον προσπάθησε» προσθέτω επιθυμώντας να δώσω εξηγήσεις για τα προηγούμενα λόγια μου.
   «Ο Γκρέισον το μόνο που θέλει είναι να σε κάνει δική του» μου αποκρίνεται με φωνή που με κάνει να πιστέψω ότι αδιαφορεί.
   «Ίσως… αλλά και πάλι, με βοήθησε. Δεν θέλω να τον χάσω».
   «Καλώς» λέει. Τα μάτια του είναι καρφωμένα ευθεία μπροστά. Το πρόσωπό του είναι ανέκφραστο και αισθάνομαι λες και έχει μια διάφανη ασπίδα που ορισμένες φορές αποκρύπτει τα συναισθήματά του ολότελα από την κοινή θέα.
   «Οι γονείς μου θα έχουν ανησυχήσει» λέω.
   «Θες να τους τηλεφωνήσεις;» ρωτάει και βγάζει απ’ την τσέπη του σακακιού του ένα κινητό.
   «Και τι θα τους πω; Ότι το έσκασα, είμαι με τον Τριστάνο και ο υποτιθέμενος αρραβωνιαστικός μου σε λίγο θα βάλει αφίσες με το ‘Αγνοείται’ γραμμένο με κεφαλαία στο πάνω μέρος;».
   Κοιταζόμαστε για λίγο κι έπειτα ξεσπάμε σε γέλια.
   «Δεν είναι κακή ιδέα» λέει και με τραβάει πάνω του για να μου δώσει ένα φιλί.
   «Ναι» λέω χαχανίζοντας.

Έπειτα από δέκα λεπτά, φτάνουμε στο στρατηγείο του Νερού. Ω Θεοί, πόσο μου έλειψε αυτό το μέρος! Βγαίνω απ’ τη λιμουζίνα και τα μάτια μου πηγαινοέρχονται ακατάπαυστα σε… στα πάντα. Στη θάλασσα, στην άμμο, στα σπίτια, στο μεγάλο κτίριο που δεσπόζει επιβλητικό μπροστά μας.
   «Σου έλειψε;» ρωτάει ο Τριστάνο και δένει τα δάκτυλα των χεριών μας μεταξύ τους.
   Γνέφω, «φυσικά και μου έλειψε. Αυτό είναι το σπίτι μου».
  «Δηλαδή σου έλειψε περισσότερο από εμένα;».
  «Πως θα μπορούσε να μου λείψει περισσότερο από εσένα; Εσύ είσαι τα πάντα για μένα» λέω και τον αγκαλιάζω.
  «Κι εμένα μου έλειψες» λέει και με φιλάει τρυφερά στο μέτωπο, «έλα να πάμε μέσα».
   Ανεβαίνουμε χέρι-χέρι τα σκαλοπάτια που οδηγούν στην είσοδο κι έπειτα δύο μαυροντυμένοι άντρες μας ανοίγουν την πελώριο, γυάλινη πόρτα. Λέω ευχαριστώ παρότι δεν χρειάζεται και ακολουθώ τον Τριστάνο. Μόλις μπαίνουμε στο εσωτερικό, νιώθω τα μάγουλά μου να ζεσταίνονται. Όλοι μας κοιτάζουν, τόσα πολλά μάτια είναι καρφωμένα πάνω μου, νιώθω να πνίγομαι. Κατεβάζω το κεφάλι και περπατάω με γοργό βήμα πλάι στον Τριστάνο.
  «Σήκωσε το κεφάλι» μου ψιθυρίζει στο αυτί.
  «Δεν μπορώ όλοι μας κοιτάνε».
  «Είπα σήκωσε το κεφάλι!» λέει ξανά με φανερά ανεβασμένο τόνο και εγώ υπακούω. Αναστενάζω και τον ακολουθώ με κεφάλι υψωμένο αυτή τη φορά.
   Φτάνουμε μπροστά από μια γυάλινη πόρτα. Μέσα στο δωμάτιο υπάρχει ένα γραφείο, στο οποίο κάθεται μια ξανθιά ψιλόλιγνη κοπέλα. Ο Τριστάνο ανοίγει την πόρτα και με σπρώχνει ελαφρά για να περάσω. Η κοπέλα σηκώνει το βλέμμα της από τον υπολογιστή και αμέσως μόλις τα μάτια της πέφτουν πάνω μου, το σώμα της κοκαλώνει και το στόμα της απομένει ορθάνοιχτο.
   «Ράιλι, ακύρωσε όλα τα σημερινά ραντεβού μου» της λέει ο Τριστάνο και μόνο τότε φαίνεται να συνέρχεται. Κουνάει θετικά το κεφάλι και ψελλίζει μερικές ασυνάρτητες λέξεις.
   «Θέλεις να πιείς κάτι;».
   «Όχι ευχαριστώ» λέω, παρόλο που νιώθω το στόμα μου στεγνό και τον λαιμό μου εντελώς κλεισμένο.
   Ο Τριστάνο ανοίγει την πόρτα και με προτρέπει να περάσω. Μπαίνω μέσα στο γραφείο του και αμέσως μόλις σηκώνω το βλέμμα, πισωπατώ ασυναίσθητα. Ο Γκρέισον… Ο Γκρέισον στέκεται πλάι στο αναμμένο τζάκι. Φωτιά. Τα λόγια του επανέρχονται στο μυαλό μου. Μη ξεχνάς ότι χρειάζονται δυνάμεις φωτιάς για να πεθάνουμε. Ο Γκρέισον βρίσκεται πλάι στο στοιχείο που μπορεί να μας σκοτώσει.


Θεοδώρα Σ.