Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

31.1.14

Το παιχνίδι της ζωής (Κεφάλαιο 2)


ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ……………………………………………


Κάθησα εξαντλημένη στο καναπέ . Δυο ώρες τώρα φούσκωνα και κρεμούσα κάθε είδους μικρά ,μεγάλα και χρωματιστά μπαλόνια, σε κάθε γωνιά του σαλονιού. Ο μπουφές για το πάρτι γενεθλίων της μονάκριβης ανιψιάς μου ήταν σχεδόν έτοιμος και σε μια ώρα θα κατέφταναν οι φίλοι της από το παιδικό σταθμό,μαζί με τις μαμάδες τους. Η Ιωάννα μπήκε σαν σίφουνας στο σαλόνι με κατεβασμένα τα μούτρα.
«Τι είναι πάλι Ιωάννα μου;» ρώτησα καταλαβαίνοντας τη δυσαρέσκεια της.
«Θεία…. δε μου αρέσει αυτό το φόρεμα που μου έβγαλε η μαμά για να φορέσω. Είναι απαίσιο.»
Σταύρωσε τα χέρια της και κάθησε πεισματάρικα δίπλα μου.
«Τι έχει αγάπη μου και δε σου αρέσει; Είναι τόσο όμορφο.» της είπα γλυκά και κοίταξα με απορία το σκούρο μπλε ταφταδένιο φόρεμα της.
 «Δε μπορώ να κάνω σβούρες με αυτό το φουστάνι γιατί είναι ίσιο και οι φίλες μου θα φορέσουν φούστες μπαλαρίνας και θα με κερδίσουν στο διαγωνισμό σβούρας που θα κάνουμε. Το είπα στη μαμά αλλά δε με ακούει……» τσρίγκλισε.
 Τα χέρια μου έκλεισαν τα αυτιά μου αυθόρμητα.
Το στόμα αυτού του παιδιού με τρέλαινε ώρες ώρες.
Ο αδελφός μου συνέχεια έλεγε ότι όλα τα πήρε από εμένα.Και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά αλλά και τα χούγια.  «Είστε ολόιδιες  αδελφή….γλωσσούδες, πεισματάρες και καταφερτζούδες». Συνήθιζε να λέει όταν μουλάρωνε η Ιωάννα.
«Όταν έρθει η μαμά σου θα το συζητήσετε. Τώρα πήγαινε να ετοιμαστείς γιατί σε  λίγο θα έρθουν οι φίλοι σου.»
Σηκώθηκε με νεύρο από τον καναπέ και μου έφερε το ασύρματο τηλέφωνο.
«ΟΧΙ. Παρτην τηλέφωνο ΤΩΡΑ και πες της ότι δε θα φορέσω αυτό το φόρεμα!»
Ξεφύσηξα αγανακτισμένη.
«Ιωάννα, έρχονται όπου να’ναι, θα της το πεις η ίδια.»
«Δε θα με αφήσει η μαμα,το ξέρω.» και άρχισε να κλαίει.
«Είμαι σίγουρη ότι θα καταλάβει ,άμα της εξηγήσεις το λόγο και σταμάτα να κλαις σε παρακαλώ. Σήμερα είναι τα γενέθλια σου και πρέπει να είσαι χαρούμενη.»
«Δε ΘΕΛΩ!!!!!» Είπε φωνάζοντας και έτρεξε νευριασμένη στο δωμάτιο της.
Κοίταξα το τηλέφωνο στο χέρι μου και πριν αποφασίσω αν θα τηλεφωνήσω ή όχι  εκείνο ξαφνικά χτύπησε. Είδα το καντράν. Απόκρυψη.
«Παρακαλώ;»
«Του κ.Νικου Πέτρου;» Άκουσα μια άγνωστη φωνή.
«Μάλιστα. Στο τηλέφωνο παρακαλώ;»
«Από την Ασφάλεια παίρνω. Είστε συγγενής του;»
Το αίμα μου πάγωσε. Τη ζητούσε η ασφάλεια τον αδελφό μου; Το μυαλό μου πήγε κατευθείαν στα απειλητικά τηλεφωνήματα που δεχόμασταν το τελευταίο χρόνο. Μάλλον φαίνεται ότι ο Νίκος παρά τις αντιρρήσεις του , τελικά με άκουσε και ενημέρωσε την αστυνομία.
«Ναι… είμαι η αδελφή του. Ο ίδιος δεν είναι εδώ . Θα γυρίσει σε λίγο. Αφήστε μου ένα τηλέφωνο και θα σας πάρει……….»
«Λυπάμαι κύρια μου , αλλά πρέπει να έρθετε στην ασφάλεια η ίδια. Πρόκειται για τον αδελφό σας και τη σύζυγο του.»
«Είναι καλά;» Ψέλλισα αλλά δεν ήμουν σίγουρη αν ήθελα να ακούσω την απάντηση.
«Πρέπει να έρθετε στη ασφάλεια με τη ταυτότητα σας στο 324 γραφείο. Θα ζητήσετε τον κ Φράγκο.» επέμεινε ο άγνωστος.
«Έρχομαι αμέσως.» είπα και έκλεισα το τηλέφωνο.
Το κεφάλι μου άρχισε να γυρίζει. Χίλια δυο πράγματα περνούσα από το μυαλό μου για το τι μπορεί να είχε συμβεί. Στη σκέψη ενός όμως πράγματος μου ερχόταν σκοτοδίνη.
«Όχι Χριστέ μου. Όχι αυτό σε παρακαλώ» μονολόγησα.
Η Ιωάννα διέκοψε τις σκέψεις μου.
«Θεια τους πήρες;»
«Όχι.»
Έτρεξα στο χολ ,πήρα το κινητό μου και κλειδώθηκα στο μπάνιο, για να μη με ακούσει η μικρή. Τηλεφώνησα στον Δημήτρη, το συνέταιρο του αδελφού μου και νονό της Ιωάννας ,λέγοντας του αναστατωμένη, μέσες άκρες τι έγινε. Τον παρακάλεσα να έρθει γρήγορα,για να πάμε μαζί στην ασφάλεια. Έπειτα τηλεφώνησα και στη θεια Αμαλία που έμενε ακριβώς από κάτω και της ζήτησα να ανέβει αμέσως.
«Θεια τι κάνεις ; Θεια;» φώναζε η Ιωάννα πίσω από την πόρτα.
 Βγήκα από το μπάνιο και προσπάθησα να φαίνομαι ατάραχη.  
«Πρέπει να πάω κάπου και θα γυρίσω αμέσως. Ανεβαίνει η θεια Αμαλία.» της είπα και ταυτόχρονα έβαζα τα παπούτσια μου.
«Μα σε λίγο θα αρχίσει το πάρτι μου.» είπε η Ιωάννα ακολουθώντας με, σαν να μη της επαρκούσε η εξήγηση που της έδινα.
 «Ιωάννα πάνε αγάπη μου και φόρεσε όποιο φόρεμα θέλεις.»είπα αποφεύγοντας να την κοιτάξω.
«Γιουπιιιι!»ξεφώνισε ευχαριστημένη και έτρεξε βολίδα στο δωμάτιο της.
Πριν προλάβει να χτυπήσει το κουδούνι, άνοιξα την πόρτα .
«Τι συμβαίνει;» Ρώτησε η θεια μου αναστατωμένη.
«Δε ξέρω. Μου τηλεφώνησαν από την ασφάλεια και μου είπαν να πάω από εκεί. Κάτι έγινε με το Νίκο και τη Νίνα. Έρχεται ο Δημήτρης να με πάρει.»
«Χριστέ μου!» είπε έντρομη.
«Θεια δεν ξέρω τίποτα και δε θέλω να πάει το μυαλό μου στο χειρότερο. Σε παρακαλώ να είσαι ψύχραιμη. Δε θέλω να καταλάβει τίποτα το παιδί, μέχρι να δω τι γίνεται.Σε λίγο θα αρχίσει να έρχεται ο κόσμος. Θα τους υποδεχτείς κανονικά.
«Αν με ρωτήσει η μικρή που είστε; Αν ρωτήσει που είναι η μάνα της και ο μπαμπάς της; Τι θα της πω;» ρώτησε σαστισμένη.
«Δε ξέρω. Πες της μια δικαιολογία. Ότι χάλασε το αμάξι τους.Πες της κάτι. Προσπάθησε να την κάνεις να ξεχαστεί. Θα είναι εδώ και οι φίλοι της . Δε θα είναι δύσκολο.»
Με αγκάλιασε σφιχτά.
«Να μου τηλεφωνήσεις. Ότι κι’αν είναι. Εγώ θα προσεύχομαι.»  
«Θα σου τηλεφωνήσω θεια . Την Ιωάννα και τα μάτια σου.»
Το κινητό μου χτύπησε και είδα ότι ήταν ο Δημήτρης.
«Πρόσεχε την Ιωάννα.» της είπα ξανά και έφυγα.

Ο Δημήτρης ήταν το ίδιο αναστατωμένος με εμένα. Μέχρι να φτάσουμε στη ασφάλεια δε βγάλαμε κουβέντα από την αγωνία μας.
Πάρκαρε έξω από το κτίριο της ασφάλειας και στην είσοδο ένας αστυνομικός μας έδωσε οδηγίες, σε ποιον όροφο να ανεβούμε. Δε περίμενα καν το ασανσέρ να φτάσει και έτρεξα στις σκάλες. Ο Δημήτρης ακολούθησε πίσω μου. Όταν έφτασα στον τρίτο όροφο, περιπλανήθηκα λαχανιασμένη στο διάδρομο και τελικά βρήκα το σωστό γραφείο.Μέσα στην σαστιμάρα μου θυμήθηκα ότι έπρεπε να ζητήσω τον κ. Φράγκο. Όταν ενιωσα τον Δημήτρη πίσω μου,χτύπησα την πόρτα του γραφείου. Δεν άκουσα απάντηση, αλλά αυτό δε με σταμάτησε να ανοίξω. Στο βάθος εμπρός μου ήταν ένα μεγάλο γραφείο ,γεμάτο στοίβα φακέλους και πίσω του καθόταν ένα εύσωμος γκριζομάλλης κύριος. Μπροστά στο γραφείο είχε δυο καρέκλες και στη μια καθόταν με γυρισμένη τη πλάτη, ένας άντρας με γκρι κουστούμι.
 «Είμαι η Μαριάννα Πέτρου.» είπα με μια ανάσα.
Ούτε καλησπέρα ,ούτε τίποτα. Δεν μου έμεινε μυαλό για ευγένειες.
«Περάστε κυρία Πέτρου. Σας περίμενα.» είπε ο αστυνομικός.
Προσπάθησα να ψυχολογήσω την όψη του μα δε τα κατάφερα.
Έκανα δυο βήματα προς το γραφείο. Ο αστυνομικός κοίταξε ερευνητικά τον Δημήτρη που στεκόταν δίπλα μου.
«Ο κύριος;» ρώτησε
«Ο κ.Δημήτρης Τίγκας είναι  φίλος και συνεταίρος του αδελφού μου. Με έφερε εδώ.» του εξήγησα.
«Μπορείτε να περιμένετε έξω κύριε.» του είπε κοφτά ο αστυνομικός. «Αυτή τη στιγμή χρειαζόμαστε μόνο την κυρία Πέτρου.»
Τα λόγια του δε μου άρεσαν καθόλου και έκαναν τα γόνατα μου να κοπούν .Ένιωσα ένα εσωτερικό τρέμουλο που απειλούσε να βγει προς τα έξω. Κοίταξα τον Δημήτρη και του ένευσα και έκανε και εκείνος το ίδιο.
«Θα είμαι έξω ,αν με χρειαστείς.» μου ψιθυρίσε και έκλεισε πίσω του την πόρτα.
«Καθίστε.» μου είπε ο αστυνομικός.
Πλησίασα,μα πριν καθίσω έριξα μια ματιά στον άντρα που καθόταν στην απέναντι καρέκλα. Τον είδα προφίλ και η όψη του μου φάνηκε γνώριμη. Τα χέρια του ήταν σφιγμένα στα μπράτσα της καρέκλας και το πρόσωπο του σοβαρό και ανέκφραστο.
Τη στιγμή που κάθόμουν, γύρισε και με κοίταξε. Πάγωσα. Αυτό το βλέμμα είχε μείνει χαραγμένο στη μνήμη μου για χρόνια. Δε περίμενα ποτέ ότι θα τον συναντούσα ξανά. Ήταν ο αδελφός της Νίνας .Ο Ιωσήφ. Και αστραπιαία συνειδητοποίησα, ότι αυτός δεν ήταν σίγουρα για καλό εδώ. Άρχισα να τρέμω. Κοίταξα τον αστυνομικό με ελπίδα. Παρακαλούσα από μέσα μου να ακούσω ότι ο αδελφός και η νύφη μου,είχαν ένα ατύχημα και ήταν στο νοσοκομείο ή έστω ότι τους συνέλαβαν για κάποιο κακούργημα . Οτιδήποτε. Δε με ένοιαζε, αρκεί να ήταν καλά.
Ο γκριζομάλλης αστυνομικός έβγαλε τα γυαλιά του και με κοίταξε με συμπάθεια.
«κ.Πετρου…..λυπάμαι που είμαι  μάντης κακών ειδήσεων.»
Πήρα μια κοφτή ανάσα και την κράτησα μέσα μου, περιμένοντας.
«Ο αδελφός σαν και η σύζυγος του βρέθηκαν δολοφονημένοι στο αυτοκίνητο τους πριν δυο ώρες .Το όχημα ήταν σταθμευμένο στο παρκινγκ έξω από ένα πολυκατάστημα παιχνιδιών.»
 «Ψέματα!»φώναξα.
Γύρισα και κοίταξα τον αδελφό της Νίνας για επιβεβαίωση. Το βλέμμα του ήταν στραμμένο αλλού.
«Λυπάμαι πολύ….αλλά είναι αλήθεια.» είπε αναστενάζοντας ο αστυνομικός.
«Τα θερμά μου συλλυπητήρια.» συνέχισε μετά από λίγο.
Το κορμί μου τραντάχτηκε από πνιγμένους λυγμούς και κοφτές ανάσες.
Τα δάκρυα μου κυλούσαν πύρινα και έκαιγαν το πρόσωπο μου.
«Σήμερα είναι τα γενέθλια της κόρης τους. Τους περιμένει σπίτι για να κόψουμε την τούρτα. Τι θα πω στην Ιωάννα;»  
Ο Ιωσήφ γύρισε απότομα και με κοίταξε σαν να σοκαρίστηκε περισσότερο από τα λόγια μου, παρά από τα άσχημα μαντάτα που έμαθε πριν λίγο.
«Υπάρχουν κάποια διαδικαστικά ζητήματα κ.Πετρου και πρέπει να φανείτε δυνατή.» είπε ο αστυνομικός.
«Πείτε μου, τι θα πω στην ανιψιά μου,που θα ψάχνει τους γονείς της;»
«Λυπάμαι πολύ. Όλο το βάρος τώρα πέφτει σε εσάς και τον κ.Μακρίδη.»
«Όχι λάθος. Το βάρος πέφτει όλο σε μένα . Η Ιωάννα τον κ.Μακρίδη δεν τον έχει δει στη ζωή της. Δε τον ξέρει σαν συγγενή της. Εμένα ξέρει. Εγώ πρέπει να της πω ότι δε θα ξαναδεί τους γονείς της.»
 Φανήκαν σκληρά αυτά που είπα,αλλά για μένα ήταν η πικρή αλήθεια. Ο αστυνομικός έριξε ένα συμπονετικό βλέμμα στον σιωπηλό  κ.Μακρίδη.
«Πρέπει να πάτε στο νοσοκομείο για την αναγνώριση. Έπειτα εσείς κ. Πέτρου, μετά τις κηδείες να δώσετε κατάθεση για την έρευνα που διεξάγουμε για τη δολοφονία του ζευγαριού. Καλό θα είναι να φύγετε από το σπίτισας, για ένα διάστημα και εσείς και η ανιψιά σας. Υπάρχει σοβαρή περίπτωση να κινδυνεύετε»
Ακούμπησα το μέτωπο μου βαρύ στο γραφείο. Τι μου έλεγε; Τι αναγνώριση; Τι κηδείες; Ο αδελφός μου νεκρός; Η σκέψη αυτή με έκανε να κραυγάσω με πόνο. Ένα πόνο που κατέκλεισε όλο μου το κορμί. Χτυπούσα ρυθμικά το μέτωπο μου στο γραφείο τη στιγμή της συνειδητοποίησης της σκληρής πραγματικότητας.
Δε κατάλαβα πότε μπήκε ο Δημήτρης στο γραφείο. Έπιασε το πρόσωπο μου με τις δυο του παλάμες και σήκωσε το κεφάλι μου για να τον κοιτάξω. Με μια κίνηση τράβηξε τα μακριά μου μαλλιά που έκρυβαν το πρόσωπο μου πίσω στον αυχένα μου. Ήταν κάτασπρος σαν το πανί και τα μάτια του κατακόκκινα.
«Πάει ο φίλος σου Δημήτρη. Τον σκότωσαν.» ψέλλισα
Με αγκάλιασε σφιχτά και άρχισε να κλαίει με το πρόσωπο του θαμμένο στο λαιμό μου. Όπως ήμασταν αγκαλιασμένοι σήκωσα τα μάτια μου και είδα τον Ιωσήφ να με κοιτάζει έντονα. Στα μάτια του καθρεφτιζόταν κάτι σα θυμός και λύπη ,αλλά δε θα έπαιρνα και όρκο. Δεν τον άκουσα να λέει ούτε μια κουβέντα όση ώρα ήμουν σε αυτό το καταραμένο γραφείο ,παρά καθόταν σαν αποστασιοποιημένος θεατής. Τα μάτια του δεν ήταν καν υγρά. Από τι ήταν φτιαγμένος αυτός ο άνθρωπος;
Την αδελφή του έχασε .
«Η Νίνα……»  ψιθύρισα σαν χαμένη και στο άκουσμα του ονόματος της αδελφής του τράβηξε απότομα το βλέμμα του από πάνω μου.
«κ.Μακριδη,είστε σε θέση να οδηγήσετε μέχρι το νοσοκομείο ;» Ρώτησε ο αστυνομικός.
«Ναι.» απάντησε κοφτά.
«Μπορείτε να πάρετε μαζί σας και την κυρία Πέτρου;» ρώτησε ξανά.
Με κοίταξε για λίγο και έπειτα ένευσε καταφατικά.
«Όχι θα την πάω εγώ.» πετάχτηκε ο Δημήτρης.
«Εσείς κ. Τίγκα  θα ήταν καλύτερα να μείνετε. Πρέπει να σας κάνουμε κάποιες ερωτήσεις.»
«Ευχαριστώ πολύ κ.Φραγκο.»είπε ο Ιωσήφ και έτεινε το χέρι του.
«κ.Μακρίδη σας εύχομαι καλό κουράγιο σε εσάς και στους γονείς σας. Θα είμαστε σε επικοινωνία.»
«Ευχαριστώ κ. Φράγκο.»
«κ.Πέτρου εύχομαι και σε σας τα ίδια. Κουράγιο για την ανιψιά σας.» και στράφηκε προς εμένα.
«Ευχαριστώ.» μουρμούρισα.
Κοίταξα τον Δημήτρη και αγκαλιαστήκαμε ξανά.
«Θα τελειώσω απ’δω και θα’ρθω να σε πάρω.» μου ψιθύρισε στο αυτί.
Ο Ιωσήφ στάθηκε δίπλα μου.
«Πάμε;» μου είπε απότομα.
«Πάμε.» είπα και τον ακολούθησα.

GreekWriter