Στην τρικυμία της μοίρας (Κεφάλαιο 6)


Διασχίζω βιαστικά τους έρημους, σκοτεινούς διαδρόμους της Ακαδημίας με το φως μιας λάμπας γκαζιού που κρατώ στο χέρι μου και το αμυδρό φως του μισό κρυμμένου από τα σύννεφα φεγγαριού που τρυπώνει μέσα από τα μεγάλα παράθυρα να με καθοδηγούν, ενώ να βήματά μου ηχούν παράξενα στην απόλυτη σιγή της νύχτας.
Όταν τελικά φτάνω μπροστά στην πόρτα του γραφείου του διευθυντή, όλη η ανυπομονησία και η αποφασιστικότητα μου εξανεμίζονται και στέκομαι διστακτικά απ’ έξω προσπαθώντας να βρω το κουράγιο να τη χτυπήσω. Αλλά η αγωνία μου για τα δυσάρεστα, όπως υπέθεσα νέα, τελικά νικά τους ενδοιασμούς και το δέος που νιώθω κι έτσι το χέρι μου χτυπά με αβεβαιότητα τη σκούρη ξύλινη πόρτα.

Μερικές στιγμές μετά ακούω την ήρεμη και επιβλητική φωνή του διευθυντή Κόλινγουντ να με καλεί να περάσω. Με το που ανοίγω την πόρτα το ολοφώτεινο δωμάτιο κάνει τα μάτια μου, που είχαν συνηθίσει στο σκοτάδι να κλείσουν ασυναίσθητα για μια στιγμή. Καθώς μπαίνω και κλείνω πίσω μου την πόρτα ρίχνω μια γρήγορη και διακριτική ματιά στο δωμάτιο, του οποίου το εσωτερικό αντικρίζω για πρώτη και κατά πάσα πιθανότητα για τελευταία φορά. Τοίχοι καλυμμένοι με ταπετσαρία στις αποχρώσεις του ανοιχτού καφετί με ένα περίτεχνο, ανοιχτόχρωμο μοτίβο να τη στολίζει, επιβλητικές μαονένιες βιβλιοθήκες, βαριές βελούδινες κουρτίνες και πολυθρόνες στο βαθυκόκκινο του ρουμπινιού χρώμα, ένα αναμμένο, μαρμάρινο τζάκι, πίνακες που απεικονίζουν ηρωικές μάχες, μέσα σε κομψές χρυσαφιές κορνίζες και ένα καλοδουλεμένο σκαλιστό γραφείο με δύο ταιριαστές αναπαυτικές καρέκλες μπροστά του, επίσης από μαόνι.
Δεν μπορώ να μη θαυμάσω την κομψότητα και την αριστοκρατικότητα που αποπνέει το γραφείο, αλλά δεν είναι πρέπον για μια κυρία να δείχνει την περιέργεια της και να χαζεύει γύρω της, όπως μας έχουν διδάξει επανειλημμένα οι καθηγητές μας, οπότε προχωρώ χωρίς να χάσω χρόνο προς το γραφείο όπου ο διευθυντής είναι σκυμμένος πάνω από ένα χοντρό φθαρμένο βιβλίο, το οποίο διαβάζει με ιδιαίτερη προσήλωση και σταματώ λίγα μέτρα μακριά του.
Όταν ο διευθυντής σηκώνει το βλέμμα του προς το μέρος μου, το πρόσωπο του δείχνει πιο γερασμένο από όσο το θυμόμουν την τελευταία φορά που τον είδα. Έντονες ρυτίδες αυλακώνουν το μέτωπο και τις άκρες των ματιών του, τα κοντοκουρεμένα μαλλιά και γένια του είναι πλέον περισσότερο λευκά παρά γκρίζα, ενώ το έντονα γαλάζιο, διαπεραστικό του βλέμμα δείχνει κουρασμένο και ανήσυχο, σαν κάτι σοβαρό να τον απασχολεί.
Υποκλίνομαι λυγίζοντας ελαφρά τα γόνατά μου, χαμηλώνοντας συγχρόνως όσο πρέπει το κεφάλι μου και αφήνω τις σκέψεις αυτές να σβήσουν για να συγκεντρωθώ στο λόγο που κλήθηκα εδώ.
« Με ζητήσατε κύριε διευθυντά;» τον ρωτώ.
« Ναι δεσποινίς Γουόλτον, Λάιρα, ζήτησα να σε καλέσουν. Κάθισε», μου λέει δείχνοντας μου με το χέρι του μια από τις καρέκλες που βρίσκονται μπροστά στο γραφείο του. Τον υπακούω και αφού κάθομαι περιμένω υπομονετικά να μου πει το λόγο της κλήσης μου.
« Θα ακούσεις πρωτόγνωρα για σένα πράγματα Λάιρα, τα περισσότερα από τα οποία θα σου φανούν αναληθή και απίθανα και είναι λογικό να σου δημιουργήσουν πολλές απορίες. Θα σε παρακαλούσα όμως να επιδείξεις υπομονή και με αφήσεις να ολοκληρώσω πρώτα όσα έχω να σου πω, πριν μου θέσεις τυχόν ερωτήσεις, έτσι ώστε να εξοικονομήσουμε χρόνο, γιατί δεν έχεις πολύ χρόνο στη διάθεση σου Λάιρα», μου λέει.
Τι εννοεί πως δεν έχω αρκετό χρόνο στη διάθεση μου; Τι υποχρέωση θα μπορούσα να έχω μέσα στο ξημέρωμα, σκέφτομαι από μέσα μου, αλλά το μόνο που λέω είναι: «Μάλιστα κύριε».
« Όπως θα γνωρίζεις από τα μαθήματα που έχεις διδαχθεί στην Ακαδημία υπάρχουν άπειροι πλανήτες και γαλαξίες εκεί έξω» λέει δείχνοντας έξω από το παράθυρο τον σκοτεινό, βροχερό ουρανό. «Αυτό που ενδεχομένως να μη γνωρίζεις είναι ότι υπάρχουν πολλοί πλανήτες σαν το δικό μας που κατοικούνται από το ανθρώπινο είδος, αλλά και από άλλα παρόμοια, ή μη είδη με αυτά του δικού μας. Μάλιστα κάποιοι από τους πλανήτες αυτούς, χωρίς καμιά εξήγηση κάποια στιγμή της ζωής τους παραλληλίζονται και συνδέονται μεταξύ τους με Πύλες, όπως συνήθως ονομάζουμε της μικρές, άυλες φωτεινές πηγές που ανοίγουν σε κάποια σημεία στην επιφάνειά τους, επιτρέποντας στους κατοίκους τους να περνούν από μέσα και να βρίσκονται στην επιφάνεια του παράλληλου με τον δικό τους πλανήτη.
Πριν πολλούς αιώνες ο δικός μας πλανήτης συνδέθηκε με αυτόν τον τρόπο με έναν άλλο, που οι κάτοικοί του τον ονομάζουν Προύτον. Κατοικείται από ανθρώπους, όμοιους με εμάς και ζώα που υπάρχουν και στον δικό μας κόσμο, αλλά και από διάφορα άλλα πλάσματα που για τον δικό μας κόσμο υπάρχουν μόνο στους θρύλους και τα παραμύθια. Ο κόσμος αυτός έχει τη μαγεία, όπως θα λέγαμε εμείς, μέσα του, η μαγεία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής του.
Στην αρχή η σύνδεση αυτή των δύο κόσμων θεωρήθηκε ευλογία και οι άνθρωποι των δύο κόσμων δέχτηκαν ειρηνικά την συνύπαρξη αυτή, άρχισαν να συνεργάζονται και να κάνουν συναλλαγές βάζοντας όρους και κανόνες στις εκατέρωθεν μετακινήσεις και ανταλλαγές ώστε να διατηρηθεί μια αρμονία και ομαλότητα στις σχέσεις των δύο κόσμων.
Όμως σύντομα οι σχέσεις των κόσμων κλονίστηκαν, εξαιτίας κυρίως των ανθρώπων του δικού μας κόσμου, οι οποίοι μαθαίνοντας για τη μαγεία του άλλου κόσμου θέλησαν να την εκμεταλλευτούν και να την αποκτήσουν. Η καχυποψία, ο φόβος και ο φθόνος επικράτησε και ξέσπασαν πόλεμοι ανάμεσα στους δύο κόσμους. Κάποιοι μάλιστα από αυτούς έχουν μπει στις σελίδες της ιστορίας μας και τους διδάσκεστε και στην Ακαδημία, αλλά ποτέ δεν γράφτηκε ο πραγματικός λόγος που έγιναν οι πόλεμοι αυτοί, ή ο πραγματικός τους αντίπαλος, καθώς θεωρήθηκε καλύτερο να αποσιωπηθούν αυτές οι μελανές περίοδοι της ιστορίας μας, από τα συμβούλια ειρήνης των δύο κόσμων.
Όταν κάποιοι ηγεμόνες και από τις δύο πλευρές κατάλαβαν πως όλη αυτή η εχθροπραξία δε θα οδηγούσε πουθενά, παρά μόνο στην καταστροφή, αποφάσισαν να αναλάβουν δραστικότερα μέτρα από τα αρχικά για να εξασφαλίσουν την ειρήνη των δύο κόσμων. Μετά από πολλές συνεννοήσεις και συζητήσεις κατέληξαν στο ότι οι κάτοικοι των δύο κόσμων δεν ήταν έτοιμοι ακόμη για να εκτιμήσουν την ευλογία αυτής της ένωσης και πως η γνώση αυτή μόνο σε επεκτατικές και καταστροφικές τάσεις θα μπορούσε να τους οδηγήσει, οπότε η σύνδεση έπρεπε να αποκρυφτεί και να ελεγχθεί.
Για να επισφραγίσουν την απόφασή τους συνήψαν γάμους μεταξύ των τέκνων τους, δημιουργώντας έτσι διαδόχους προερχόμενους και από τους δύο κόσμους, ώστε να φροντίσουν για την ασφάλεια και την απόκρυψη αυτού του επικίνδυνου δεσμού των κόσμων και για την ειρηνική πορεία τους. Τα πρωτότοκα τέκνα που προήλθαν απ’ αυτούς τους γάμους είναι οι Φύλακες. Προικισμένα παιδιά επιφορτισμένα με το καθήκον να κρατούν μυστικό τον δεσμό των κόσμων και να προστατεύουν τις Πύλες όταν αυτές εμφανίζονται από τα βλέμματα των ανθρώπων μέχρι να τις κλείνουν.
Βέβαια όπως καταλαβαίνεις, κάποιες ισχυρές οικογένειες, προερχόμενες και από τους δύο κόσμους δε χάρηκαν με την απόφαση αυτή, γιατί τα ραδιούργα μυαλά τους είχαν βάλει στόχο να κυριαρχήσουν στους δύο κόσμους, να εκμεταλλευτούν στο έπακρο την ένωση αυτή και να σφετερισθούν τις πολλές δυνατότητες και προοπτικές για εξουσία, δύναμη και πλούτο που προσέφερε η ένωση αυτή. Έτσι ενώθηκαν και αυτές με τον ίδιο τρόπο, μέσω γάμων, συμμαχώντας με μοναδικό
σκοπό να πάρουν τον έλεγχο των Πυλών από τους Φύλακες και να ελέγχουν αποκλειστικά εκείνοι τη σύνδεση των δύο κόσμων και εξουσιάζοντάς τους και τους δύο.
Δημιούργησαν λοιπόν μια μυστική αδελφότητα, την Αδελφότητα της Κυανής Φλόγας, όπως την ονόμασαν βασιζόμενοι στην όψη που έχουν οι Πύλες, με έναν άρχοντα επικεφαλής στον καθένα από τους δύο κόσμους και πολλούς υποστηρικτές εκατέρωθεν στους οποίους έχουν τάξει προνόμια, εξουσία και λάφυρα από τους δύο κόσμους σε ενδεχόμενη επίτευξη του στόχου τους. Εδώ κι αιώνες προσπαθούν να εντοπίσουν τις εκάστοτε Πύλες και τους Φύλακες, ώστε να αφαιρέσουν απ’ αυτούς τον έλεγχο των Πυλών και να τους αποτρέψουν από το σφράγισμά τους.
Οι Φύλακες λοιπόν δεν είναι επιφορτισμένοι μόνο με την προστασία και τη σφράγιση των Πυλών για την ασφάλεια των κόσμων, αλλά οφείλουν να αντιστρατεύονται και να φυλάγονται από την αδελφότητα της Κυανής Φλόγας, προστατεύοντας με τη ζωή τους το δεσμό των κόσμων.
Αλλά όσο και αν οι εκάστοτε Φύλακες σφραγίζουν μια Πύλη, μετά από αρκετά χρόνια κάποια άλλη ανοίγει. Έτσι και χθες το βράδυ μια άλλη Πύλη άνοιξε Λάιρα, μετά από εικοσιπέντε χρόνια απ’ το σφράγισμα της προηγούμενης και πρέπει να σφραγισθεί», λέει ο κύριος Κόλινγουντ και κάνει μια παύση κοιτάζοντας με δίνοντας μου χρόνο να επεξεργαστώ όλες αυτές τις πληροφορίες.
Εγώ τον κοιτάω με τη σειρά μου σιωπηλή διερευνητικά για μερικές στιγμές νιώθοντας γοητευμένη απ’ την ιστορία που άκουσα, αλλά συνάμα δύσπιστη και μπερδεμένη, αδυνατώντας να αποφασίσω αν ο διευθυντής είναι τρελός, με κοροϊδεύει ή μου λέει την αλήθεια.
Θα πρέπει το βλέμμα μου να ήταν τελείως μπερδεμένο, σα να μου έλεγε πως δεν είμαι άνθρωπος, αλλά ένας ιπποπόταμος με φτερά, γιατί ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του διευθυντή που έκανε την όψη του να δείξει καλοσυνάτη και τόνισε τις βαθιές ρυτίδες στα πλάγια των ματιών του.
Όχι αποκλείεται αυτός ο άνθρωπος να μου λέει ψέματα, σκέφτηκα κοιτάζοντας την κατανόηση και την τρυφερότητα που έκρυβε το βλέμμα του.
« Θα νομίζεις πως όλα αυτά είναι οι ασυναρτησίες ενός γέρου ανθρώπου έτσι;» με ρωτά χαμογελώντας ακόμα.
« Όχι κύριε», απαντώ κοκκινίζοντας για μια στιγμή, καθώς αυτή ήταν η αρχική μου σκέψη, αλλά έπειτα κρύβω την αμηχανία μου και του λέω: « Σας πιστεύω
κύριε» και πράγματι το κάνω τώρα, καθώς κάτι πάνω του, με έχει πείσει και μου εμπνέει εμπιστοσύνη.
« Εσείς είστε Φύλακας ;» τον ρωτάω έπειτα, υποθέτοντας πως η γνώση όλων αυτών των στοιχείων μόνο κάτι τέτοιο θα σήμαινε.
« Όχι Λάιρα δεν είμαι Φύλακας είμαι ένας Ιππότης της Πύλης. Όπως θα φαντάζεσαι, υπάρχει κάτι σαν Αδελφότητα και στην πλευρά των Φυλάκων. Αποτελείται από τους υποστηρικτές του έργου των Φυλάκων και της αυτοτέλειας των δύο κόσμων και από τους Ιππότες της Πύλης.
Το σώμα αυτό των ιπποτών είναι ουσιαστικά κάτι σαν προστάτες των Φυλάκων με σκοπό να εξασφαλίσουν την ασφάλεια αυτών και την απρόσκοπτη διεξαγωγή του αγώνα τους. Ταυτόχρονα όμως φροντίζουν για την διατήρηση της ταυτότητας τους μυστικής και για την προστασίας τους από την Αδελφότητας της Φλόγας. Το σώμα αυτό ξεκίνησε από τους πιο έμπιστους άνδρες των ηγεμόνων που πήραν την απόφαση για τη σύναψη των γάμων και της δημιουργίας της γενιάς των Φυλάκων. Οι άνδρες αυτοί πήραν όρκο υποταγής και προστασίας με τη ζωή τους των Φυλάκων και της ασφάλειας των δύο κόσμων κι έτσι οι οικογένειές τους εκπαιδεύονται όλη τους τη ζωή για την εκπλήρωση του έργου τους και την προστασία του μυστικού τους.
Δεν είμαι εγώ λοιπόν, επιστρέφοντας στην ερώτησή σου, Φύλακας Λάιρα… Εσύ είσαι», συμπληρώνει πολύ απλά μετά από μια στιγμιαία παύση κλείνοντας το λόγο του.
Όσο απλά όμως και να το είπε λες και είναι κάτι συνηθισμένο και καθημερινό, εγώ και πάλι κοντεύω να πέσω κάτω από την καρέκλα μου, σα να με χτύπησε ξαφνικά ένας κεραυνός. Είμαι σίγουρη πως τα χέρια μου έχουν γαντζωθεί στα μπράτσα της καρέκλας μου και πως τον κοιτάζω παγωμένη με το στόμα μισάνοιχτο και τα μάτια μου γουρλωμένα παραβιάζοντας τουλάχιστον δέκα κανόνες ευπρεπούς συμπεριφοράς σε πρόσωπο άξιο σεβασμού. Αλλά δεν σκέφτομαι καθόλου τους κανόνες ευπρέπειας αυτή τη στιγμή. Το μυαλό μου εξερευνεί νοερά τρομαχτικές εικόνες: εμένα να με κυνηγούν τρομαχτικοί και αποφασισμένοι να με καταστρέψουν άνδρες, άλλους παράξενους κόσμους, τρομερές μάχες, τον εαυτό μου να μην ξέρει τι να κάνει μπροστά σε μια Πύλη και οι σύμμαχοί μου να με κοιτάζουν με αγωνία και απορία και οι εχθροί μου να γελάνε σαρδόνια με την ανικανότητα μου.
Τότε, σα να με ειρωνεύεται, ένας πραγματικός κεραυνός φωτίζει στιγμιαία το σκοτεινό ουρανό και το μπουμπουνητό του που ακολουθεί με μερικά
δευτερόλεπτα καθυστέρηση με κάνει να τιναχτώ και να επανέλθω στην πραγματικότητα, να σταματήσω τις σκέψεις μου και να ανασκουμπωθώ.
« Τι εννοείτε;» είναι το μόνο που καταφέρνω να πω ξεψυχισμένα.
« Το ξέρω πως όλα αυτά είναι πολλά για να τα δεχτείς και να τα καταλάβεις μέσα σε ένα βράδυ Λάιρα. Δε σκοπεύαμε να σου τα πούμε με αυτόν τον τρόπο, αλλά μια Πύλη εμφανίστηκε χθες, ενώ υπολογίζαμε πως δε θα εμφανιζόταν για 3 τουλάχιστον χρόνια ακόμα, κατά τα οποία θα αρχίζαμε να σε προετοιμάζουμε για την αποστολή σου. Όχι πως οι Πύλες μας προειδοποιούν ακριβώς για τον τόπο ή τον χρόνο που θα εμφανιστούν, αλλά υπάρχουν κάποιοι ενδείκτες που εμείς οι Ιππότες έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε», συμπληρώνει.
« Και τι θα κάνω τώρα;» τον ρωτάω νιώθοντας την απελπισία να με τυλίγει, όπως το σχοινί αγκαλιάζει το λαιμό των ετοιμοθάνατων στην αγχόνη.
« Σκεφτόμουν να έμενες μερικές ημέρες ακόμα εδώ, να μάθεις κάποια πράγματα και μετά να πας να συναντήσεις τον αδελφό μου, που θα σου δώσει περισσότερες λεπτομερείς και θα σε βοηθήσει να αναλάβεις το έργο σου, αλλά η Σούζαν μου είπε πως νομίζει ότι η Αδελφότητα της Φλόγας εντόπισε τα ίχνη σου. Οπότε δεν είσαι ασφαλής εδώ, ειδικά απ’ τη στιγμή που θα μάθουν πως μια νέα Πύλη άνοιξε. Θα φύγεις τώρα αμέσως για να συναντήσεις τον αδελφό μου. Μια άμαξα σε περιμένει ήδη στο προαύλιο του κάστρου».
Το ξέρω πως το γεγονός πως οι άντρες αυτοί μπορεί να με εντόπισαν και πως πρέπει να φύγω αμέσως θα πρέπει να μου κάνουν εξίσου μεγάλη εντύπωση και να με τρομάζουν, αλλά το μόνο που σκέφτομαι αυτή τη στιγμή είναι αυτό που είπε για τη Σούζαν.
« Συγγνώμη κύριε, αλλά δεν καταλαβαίνω πια είναι η ανάμειξη της Σούζαν σε όλα αυτά και αφού είναι η μεγαλύτερη αδελφή μου και πρωτότοκη κόρη των γονιών μας, δε θα έπρεπε να είναι αυτή η Φύλακας αντί για εμένα;» ρωτάω, νιώθοντας το κεφάλι μου να ζαλίζεται και να πονά ελαφρά από την προσπάθεια που καταβάλω να καταλάβω και να αφομοιώσω όλες αυτές τις πληροφορίες.
« Λάιρα η Σούζαν δεν είναι στην πραγματικότητα αδελφή σου», μου απαντά ξέπνοα, γνωρίζοντας πως αυτό θα με πληγώσει πολύ.
« Τι;» ρωτώ με έναν λυγμό να ξεγλιστρά από τα χείλη μου μαζί με την ερώτησή μου, καθώς αυτή η αποκάλυψη με τσακίζει περισσότερο από κάθε άλλη, κάμπτει την αυτοκυριαρχία μου και κάνει μερικές καυτερές σταγόνες δάκρυα να
μουσκέψουν τα μάτια μου και κάθε αίσθηση σιγουριάς που είχα αποκτήσει για τη ζωή μου.
« Λυπάμαι Λάιρα», μου απαντά ο διευθυντής με θλιμμένο ύφος, συμμεριζόμενος τον πόνο μου, πριν συνεχίσει. « Είναι η Ιππότης που ανέλαβε την προστασία σου. Δεν είσαι αυτή που νόμιζες Λάιρα, αλλάξαμε την ταυτότητά σου για να είσαι ασφαλής. Δεν είσαι η Λάιρα Γουόλτον, είσαι η Λάιρα Καρολίνα ντε Λέισι. Και μάλιστα δε νομίζουμε πως είσαι μια οποιαδήποτε Φύλακας, αλλά η Φύλακας της Προφητείας».
« Της Προφητείας κύριε;» ρωτώ συνοφρυωμένη, νομίζοντας πως δε θα αντέξω πολλά ακόμη και πως σε λίγο θα σωριαστώ κάτω λιπόθυμη, καθώς η αντιληπτική μου ικανότητα έχει επιβραδυνθεί από όλες αυτές πληροφορίες, ειδικά μια τέτοια ώρα, μες στο ξημέρωμα και ο ελαφρύς πονοκέφαλός μου άρχισε να εξελίσσεται σε έναν οξύτερο, παραλύοντας τις σκέψεις μου.
« Υπάρχει μια Προφητεία που λέει πως θα γεννηθεί κάποτε ένας Φύλακας που θα έρθει αντιμέτωπος με τη δυνατότητα να σφραγίσει τις Πύλες μια για πάντα, να αποκόψει τους δεσμούς των κόσμων μας οριστικά, να μας στερήσει το δώρο που μας χάρισε ο πλάστης για την ειρηνική αλληλεπίδραση των κόσμων μας, αφού δεν είμαστε έτοιμη να το δεχτούμε και να το αξιοποιήσουμε σωστά, αλλά μετατρέπουμε την ευλογία του σε κατάρα προορισμένη να μας οδηγήσει στην καταστροφή», μου απαντά και σταματά για λίγο πριν προσθέσει « βλέπω πως όλα αυτά σε έχουν κουράσει και είναι πολλά για πρώτη επαφή με το ζήτημα. Είναι καλύτερα να ξεκινήσεις το ταξίδι σου. Θα μπορέσεις να ξεκουραστείς στην άμαξα. Έχεις δεκαπέντε λεπτά για να πάρεις αν θέλεις κάποια προσωπικά σου αντικείμενα μαζί σου και να ετοιμαστείς στο δωμάτιο σου. Μετά βγες στο προαύλιο όπου θα επιβιβαστείς στην άμαξα. Μη μιλήσεις σε κανέναν. Η άμαξα θα σε πάει κατευθείαν στον αδελφό μου. Εδώ οι δρόμοι μας χωρίζουν Λάιρα» λέει και σηκώνεται όρθιος, με εμένα να τον μιμούμαι.
« Είθε να πετύχεις στην αποστολή σου και να είσαι ασφαλής. Πάντα στις υπηρεσίες σου», λέει και υποκλίνεται βαθειά.
« Ευχαριστώ κύριε. Εύχομαι να μη σας απογοητεύσω», απαντώ με σοβαρό ύφος και παίρνοντας κάποια δύναμη από την εμπιστοσύνη και την αφοσίωση που μου δείχνει, που ξεπερνούν κατά πολύ τα επίπεδα εμπιστοσύνης που έχω εγώ στον εαυτό μου σχετικά με την «αποστολή» μου και αφού κάνω με τη σειρά μου μια ελαφριά υπόκλιση, κάνω μεταβολή για να βγω απ’ το δωμάτιο.
Η φωνή του διευθυντή όμως με σταματά.
« Και κάτι ακόμη Λάιρα. Μπορείς να εμπιστευτείς όσους έχουν αυτό το τατουάζ» μου λέει πλησιάζοντάς με και τραβώντας το μανίκι απ’ το δεξί του χέρι, αποκαλύπτει ένα μικρό τατουάζ, όχι μεγαλύτερο από το πάχος τριών δαχτύλων του χεριού, που απεικονίζει με μαύρο μελάνι το περίγραμμα ενός ξίφους με μακριά, παχιά και αιχμηρή λεπίδα και μια μεγάλη καλοσχηματισμένη λαβή, διακοσμημένη με ένα στρογγυλό πετράδι στο πάνω μέρος της.
«Αντίθετα δε μπορείς να εμπιστευτείς όσους φέρουν στο ίδιο σημείο ένα τατουάζ που απεικονίζει μια γαλάζια φλόγα, που βρίσκεται πάνω στο σημείο που τέμνονται δύο μαύροι δακτύλιοι», συνεχίζει όσο περιεργάζομαι το μικρό ξίφος.
« Ευχαριστώ», του απαντώ και βγαίνω από το δωμάτιο.
Σχεδόν παραπατώ ως το δωμάτιό μου με τη ζαλάδα, τις πληροφορίες και τον πονοκέφαλο να χορεύουν έναν άγριο χορό στο μυαλό μου, θολώνοντας τις σκέψεις μου, κάμπτοντας τις αντιδράσεις και την κυριαρχία μου πάνω στο σώμα μου. Έπειτα καταβάλλοντας μεγάλη διανοητική προσπάθεια υψώνω το χέρι μου, πιάνω το κρύο πόμολο του δωματίου μου και ανοίγω την πόρτα του για τελευταία φορά.

Όλγα Σ.