Τα Τέσσερα Στοιχεία 2: Έμιλυ-Κεφάλαιο 14

Νομίζω πως δεν έχω ξανά νιώσει ποτέ την καρδιά μου να χτυπάει τόσο γρήγορα. Για μια στιγμή το μόνο που μπορώ να ακούσω είναι τα λόγια της να επαναλαμβάνονται, σαν ένα ηχογραφημένο μήνυμα που παίζει ώσπου να το σταματήσεις. Στο μυαλό μου περνούν χιλιάδες σκέψεις και τρόποι να σωθώ, αλλά τίποτα δεν φαίνεται επαρκή και λογικό, τουλάχιστον για την παρούσα κατάσταση.
Ανοίγω το στόμα μου για να μιλήσω, αλλά οι λέξεις αρνούνται να ακουστούν παραμένοντας κολλημένες στις άκρες των χειλιών μου, που έχω την αίσθηση πως τρέμουν. Η γυναίκα αντιλαμβάνεται τον φόβο που έχει αρχίσει να με καταλαμβάνει και λέει: «Μη φοβάσαι, δεν πρόκειται να σου κάνω κακό».
Σταυρώνει τα χέρια στο στήθος και συνεχίζει, «Άλλωστε δεν ήταν ποτέ αυτός ο σκοπός μου. Ο μόνος λόγος που σε ψάχνω όλα αυτά τα χρόνια, είναι γιατί πολύ απλούστατα σε χρειάζομαι».
«Με χρειάζεσαι;» οι λέξεις ξεπηδούν απ’ τα χείλη μου πριν προλάβω να τις εμποδίσω. Στο πρόσωπο της αμέσως ζωγραφίζεται ένα πελώριο, αλλά διόλου καλοπροαίρετο χαμόγελο.
«Ακριβώς. Σε χρειάζομαι», αναστενάζει δυνατά, «σε χρειάζομαι για κάτι που πρόκειται να ανατρέψει τα πάντα. Κάτι που κανείς, ποτέ δεν φανταζόταν και που θα ανατρέψει την τάξη των στοιχείων».
Ξεροκαταπίνω. Δεν έχω ιδέα αν ότι λέει οφείλεται στο γεγονός ότι είναι τρελή, ή αν όντως σχεδιάζει κάτι που πρόκειται να καταστρέψει τον κόσμο μας. Όπως και να έχει, εγώ δεν θα συμμετέχω στα αλλόκοτα σχέδια της.
Σηκώνομαι απ’ το παγκάκι και λέω με αποφασιστικότητα: «Δεν θα γινόμουν ποτέ συνένοχος στην καταστροφή του κόσμου μας. Οι γονείς μου διοικούν το στοιχείο μου, δεν θα κάνω τίποτα που μπορεί να τους οδηγήσει στην κατάρρευση ή στην κατάλυση της ηγεσίας τους».
Η γυναίκα με κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια. Είναι ή τώρα ή ποτέ. Κάνω μεταβολή και αρχίζω να τρέχω με προορισμό το κτήριο. Η καρδιά μου κοντεύει να βγει απ’ το στήθος μου και σε κάθε δευτερόλεπτο που περνάει νιώθω τα πόδια μου να βαραίνουν ολοένα και περισσότερο.
Έχω σχεδόν φτάσει στην είσοδο, όταν ένα χέρι γραπώνει τη μπλούζα μου και με τραβάει βίαια προς τα πίσω. Παραπατάω και πέφτω κάτω, με αποτέλεσμα να συρθώ στο έδαφος.
«Άφησέ με!» φωνάζω. Το σώμα μου γδέρνεται, η πλάτη μου έχει πληγιάσει απ’ την τριβή της με τις πέτρες. Δεν μπορώ να κοιτάξω προς τα πάνω, αλλά αναμφίβολα το χέρι ανήκει σε εκείνη την παλαβή γυναίκα. Κάτι μπήγεται στη σάρκα μου και μου ξεφεύγει ένα ουρλιαχτό-τσίριγμα που αποκλείεται να μην ακούστηκε μέχρι το γραφείο του Θεού Ηγέτη. Πως γίνεται οι φύλακες που βρίσκονται στην είσοδο να μην σπεύδουν σε βοήθεια; Αναρωτιέμαι, αλλά δεν έχω τη δυνατότητα να ψάξω για απαντήσεις.
«Βοήθεια!» φωνάζω σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να σωθώ.
«Κανείς δεν μπορεί να σε ακούσει, ούτε να σε δει» ακούω τη φωνή της γυναίκας και αναριγώ με την ψυχρότητα της. Δάκρυα κυλούν απ’ τα μάτια μου, περισσότερο απ’ το φόβο παρά απ’ τον πόνο των πληγών που έχουν δημιουργηθεί σε κάθε ακάλυπτο μέρος του σώματός μου. Είμαι αβοήθητη.
«Σε ικετεύω, άσε με να σηκωθώ» εκλιπαρώ έχοντας ξεσπάσει σε αναφιλητά, αλλά δίχως ανταπόκριση. Εξακολουθεί να με τραβάει απ’ την μπλούζα πνίγοντάς με.
Για καλή μου τύχη, έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα με αφήνει ελεύθερη. Γυρίζω μπρούμητα επιθυμώντας να ανακουφίσω την γδαρμένη πλάτη μου και να κλάψω κρυμμένη απ’ το απαίσιο, γαλάζιο βλέμμα της. Πονάω παντού και παρότι ξέρω ότι τα δάκρυα δεν θα επουλώσουν τις πληγές μου, δεν μπορώ να τα περιορίσω.
«Σήκω» με διατάζει. Θέλω να τη μισήσω, θέλω να της δείξω πόσο πολύ με πόνεσε, αλλά κάτι μέσα μου με εμποδίζει.
«Έμιλυ!», αυτή είναι η φωνή του Ναθάνιελ. Με βρήκε! Με μεγάλη προσπάθεια, καταφέρνω να ανακαθίσω. Τον βλέπω να κοιτάζω πέρα δώθε σε όλη την αυλή περιμένοντας ανυπόμονα να με δει και να τρέξει κοντά μου. Ωστόσο τα μάτια του δεν στέκονται ούτε για μια στιγμή πάνω μου, με προσπερνάνε. Κοιτάζει τα πάντα εκτός από εμένα, λες και δεν υπάρχω.
Ακούω ένα πνιχτό χαχανητό και γυρίζω το κεφάλι μου για να δω την γυναίκα να γελάει με τους ώμους της να τραντάζονται. Αυτό μου δίνει τη θέληση που χρειαζόμουν. Παρά τα πονεμένα μου πλευρά και τα γδαρσίματα, πετάγομαι πάνω και πέφτω πάνω της με όλη μου τη δύναμη. Τη ρίχνω κάτω και ανεβαίνω πάνω της για να την ακινητοποιήσω. Ο μόνος τρόπος να βγω νικήτρια σ’ αυτή τη μάχη, είναι να χρησιμοποιήσω δυνάμεις, και η μόνη από τις τέσσερις που διαθέτω και ξέρω να χρησιμοποιώ πλήρως είναι εκείνη του νερού, που στην προκειμένη περίπτωση δεν θα μπορούσε να μου προσφέρει καμία βοήθεια αφού είναι ανίσχυρη.
Δίχως άλλα περιθώρια σκέψης, αρπάζω τα χέρια της απ’ τους καρπούς και τα κολλάω στο έδαφος, πάνω απ’ το κεφάλι της. Χτυπιέται λυσσασμένα για να με απωθήσει, αλλά καταφέρνω να μείνω σταθερή. Δεν έχω ιδέα πως μπορεί να μας κάνει αόρατες ή δεν ξέρω και εγώ τι άλλο, αλλά πιθανόν είναι με τη δύναμη του αέρα και πρέπει να επικεντρωθώ σ’ αυτή μου την ικανότητα, ώστε να διαλύσω το υποτιθέμενο τοίχος που έχει δημιουργήσει. Το μόνο αρνητικό είναι ότι πρέπει ταυτόχρονα να την κρατάω ακινητοποιημένη, πράγμα που απαιτεί την χρήση των χεριών μου.
«Ηλίθιο κορίτσι, νομίζεις πως μπορείς να με σταματήσεις;» γρυλίζει και σάλια πετάγονται απ’ το στόμα της. Καταπνίγω την επιθυμία μου να τη χαστουκίσω και ρίχνω μια σύντομη ματιά τριγύρω σε περίπτωση που κάποιος άλλος διατηρεί με δυνάμεις αυτή την αορατότητα. Ο μόνος που βρίσκεται στην αυλή του στρατηγείου είναι ο Ναθάνιελ που συνεχίζει να με ψάχνει. Να μπορούσε μόνο να έρθει προς το μέρος μας…και τότε μου έρχεται η ιδέα.
«Όχι απλά το νομίζω, αλλά θα το κάνω» λέω και ένα χαμόγελο χαράζεται στο πρόσωπό μου. Το μόνο που πρέπει να κάνω, είναι να μεταφέρω στον Ναθάνιελ τις σκέψεις μου. Αν καταφέρω κάτω από αυτές τις συνθήκες να μιλήσω στο μυαλό του, τότε θα σωθώ.
Παίρνω μια βαθιά εισπνοή για να συγκεντρωθώ, αλλά τα χτυπήματα της Μετοίκου με οδηγούν στην αποτυχία. Προσπάθησε! Πιέζω τον εαυτό μου.
Ναθάνιελ, βρίσκομαι ακριβώς μπροστά σου, δίπλα απ’ το πράσινο παγκάκι. Δεν θα αντέξω για πολύ, σε παρακαλώ προσπάθησε να κάνεις κάτι…! Φωνάζω στο μυαλό μου με την αγωνία που νιώθω να κορυφώνεται. Πράγματι δεν θα αντέξω για πολύ ακόμη, όλο το σώμα μου είναι χτυπημένο. Παίρνω άλλη μια βαθιά εισπνοή και επαναλαμβάνω τα λόγια μέσα στο μυαλό μου, αν και δεν ξέρω κατά πόσο βγάζουν νόημα.
Και τότε γίνεται…τα μάτια μου ξαφνικά τσούζουν αφόρητα, με αποτέλεσμα να μην προφτάσω να αντισταθώ στην έντονη επιθυμία μου να τα τρίψω. Δυστυχώς, η Μέτοικος βρίσκει την ευκαιρία που χρειαζόταν και πριν καν το καταλάβω, οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί και εκείνη βρίσκεται από πάνω μου.
Μόλις καταφέρνω να ανοίξω τα μάτια μου, μια άναρθρη κραυγή ξεφεύγει απ’ το στόμα της γυναίκας. «Τι στο…» πάει να πει, αλλά το χέρι του Ναθάνιελ που αγγίζει ξαφνικά την πλάτη της την κάνει να σωπάσει.
«Έμ;» λέει ο Ναθάνιελ με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Εντάξει, αυτή είναι μια εξέλιξη που δεν είχα υπολογίσει…πως στο καλό θα του δείξω ότι αυτή που ακουμπά δεν είμαι εγώ;
«Ποιος είναι αυτός;» ρωτά η Μέτοικος με σπινθηροβόλο βλέμμα. Η καρδιά μου σφυροκοπάει σαν τρελή.
«Άφησε με να φύγω» λέω αγνοώντας την ερώτησή της. Προσπαθώ να δείξω γενναία, αλλά στην πραγματικότητα τρέμω και μόνο στη σκέψη ότι ο Ναθάνιελ δεν θα καταφέρει να με σώσει.
«Θα το ήθελες πολύ αυτό» λέει και με μια απότομη κίνηση, χτυπάει τον Ναθάνιελ στην κοιλιά. Ένας πόνος διαπερνά το στομάχι μου στο άκουσμα της κραυγής του. Με ένα διαβολικό χαμόγελο, απελευθερώνει τα χέρια μου και σηκώνεται όρθια. Πηγαίνει δίπλα στον Ναθάνιελ και λέει: «Αν δεν θες να πάθει τίποτα, θα έρθεις μαζί μου».
Τα μάτια μου τσούζουν ακόμη, που σημαίνει ότι έχω τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσω τις δυνάμεις μου με μεγαλύτερη ευκολία. Το μόνο που έχω να κάνω, είναι να απομακρύνω τη γυναίκα από τον Ναθάνιελ κι έπειτα να του μιλήσω στο μυαλό.
«Εντάξει» λέω, «θα έρθω».
«Έτσι μπράβο».
Αρχίζει να περπατά προς το μέρος μου, με προσπερνά κι έπειτα κοντοστέκεται. «Εμπρός προχώρα» λέει.
Ρίχνω μια ματιά προς τον Ναθάνιελ. Ψάχνει στα τυφλά να μας βρει, αγνοώντας τα βλέμματα όλων που είναι στραμμένα πάνω του και πιθανότατα τον θεωρούν τρελό. Πόσο τον αγαπώ αυτόν τον άνθρωπο…
Γυρίζω το βλέμμα μου μπροστά κι ακολουθώ τη Μέτοικο. Καθώς προχωράμε, επιχειρώ να μιλήσω στο μυαλό του Ναθάνιελ…και μάλλον τα καταφέρνω, αφού το τσούξιμο αυξάνεται στιγμιαία πριν καταλαγιάσει και σταματήσει εντελώς.
«Που θα πάμε;» ρωτάω για να εμποδίσω το άγχος απ’ το να τρυπώσει μέσα μου.
«Θα δεις» μου αποκρίνεται αδιάφορα. Αναστενάζω παρατεταμένα και στρέφω το βλέμμα μου προς τα πίσω για τον βρω, ωστόσο δεν είναι πουθενά. Που στο καλό πήγε;
«Προχώρα!» λέει η γυναίκα με επιτακτικό ύφος, έτσι αναγκάζομαι να ακολουθήσω την εντολή της.
Με οδηγεί έξω απ’ το χώρο του στρατηγείου. Προσπερνάμε τα μέλη της Φωτιάς που φυλούν την χρυσή καγκελόπορτα, απαρατήρητες και κατευθυνόμαστε σε ένα φορτηγό που βρίσκεται παρκαρισμένο λίγα μέτρα πιο κάτω, στο κατηφορικό σημείο του δρόμου. Νιώθω το κόμπο στο στομάχι μου να σφίγγεται σε κάθε βήμα που κάνω. Το μυαλό μου ταξιδεύει στους γονείς μου και συγκεκριμένα στην αντίδρασή τους μόλις μάθουν ότι εξαφανίστηκα. Η μητέρα μου θα στεναχωρηθεί πολύ και ο πατέρας μου…καλά τον πατέρα μου ποιος τον σταματάει; Είμαι σίγουρη ότι θα ρίξει όλο το φταίξιμο στη Σαμάνθα και τον Ναθάνιελ. Θα τους κατηγορήσει και για τιμωρία θα τους εξορίσει στο Μαύρο Δάσος.
Βλεφαρίζω για να αποδιώξω τα καυτά δάκρυα. Πρέπει να πάψω να σκέφτομαι τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον και να κοιτάξω το παρόν. Πρέπει οπωσδήποτε να βρω έναν τρόπο να το σκάσω.
«Μπες μέσα» λέει η Μέτοικος μόλις φτάνουμε στο φορτηγάκι. Προσπαθώ να διακρίνω ποιος βρίσκεται πίσω απ’ το τιμόνι, αλλά τα τζάμια είναι φιμε, οπότε δεν τα καταφέρνω.
Ετοιμάζομαι να κάνω αυτό που μου είπε, όταν βλέπω έναν απ’ τους φύλακες να κοιτά προς το μέρος μας. Όχι το φορτηγάκι, εμάς. Αυτό σημαίνει πως το αόρατο πέπλο ή ότι ήταν αυτό, έχει εξαφανιστεί. Είμαι ορατή και μπορώ πλέον να ακουστώ αν φωνάξω. Πρέπει να κερδίσω λίγο χρόνο για να σκεφτώ την επόμενη κίνησή μου.
«Τι σκοπό έχεις;» ρωτάω, «Που θα με πας;».
«Απλώς μπες μέσα και κράτησε το στόμα σου κλειστό».
Ο φύλακας εξακολουθεί να κοιτά. Αν το βάλω στα πόδια, θα καταλάβει πως κάτι συμβαίνει και θα σπεύσει σε βοήθεια. Είναι η μοναδική μου ελπίδα.
«Εντάξει» λέω. Βάζω το χέρι μου στο χερούλι της πόρτας για κάλυψη και όταν βλέπω ότι η Μέτοικος το έχαψε και πάει να μπει η ίδια στο αμάξι, τρέχω.
Εύχομαι με όλο μου το οίνε ο φύλακας να παρακολουθεί τη σκηνή, διαφορετικά δεν έχω ελπίδες να γλιτώσω από αυτό το μαρτύριο. Ο δρόμος πέρα απ’ το αυτοκίνητο είναι κατήφορος, διευκολύνει μεν την απόδρασή μου, αλλά επιδεινώνει τα τραύματά μου. Δεν θα αντέξω για πολύ…
«Σταμάτα, διαφορετικά θα σε χτυπήσω με Φωτιά!», ακούω το γρύλισμα της γυναίκας από πίσω μου. Η απειλή της με τρομάζει, αλλά δεν με αποσπά απ’ τον στόχο μου.
Καθώς τρέχω, συνειδητοποιώ ότι βρίσκομαι στο σημείο ακριβώς όπου είχε διεξαχθεί η γιορτή προς τιμήν των πρώτων Θεών Ηγετών, που σημαίνει πως δύο στενά πιο κάτω είναι το μέρος που είχε μαχαιρωθεί εκείνος ο άστεγος. Το μέρος στο οποίο με καταδίωκαν εκείνες οι μορφές. Άραγε είχαν κάποια σχέση με τη Μέτοικο; Μήπως ήταν εκείνη;
Με την ανάσα μου να βγαίνει τώρα κοφτή και λαχανιασμένη, στρίβω στο πρώτο στενό που βρίσκω και συνεχίζω στα τυφλά στρίβοντας πότε δεξιά και πότε αριστερά. Ο φόβος είναι το μοναδικό συναίσθημα που κυριαρχεί μέσα μου και με κάνει να τρέμω. Η καρδιά μου χτυπά σε ξέφρενους ρυθμούς και ιδρώτας τρέχει στο μέτωπό μου. Η φωνή και τα βήματα της διώκτριάς μου ακούγονται ολοένα και πιο δυνατά που σημαίνει πως από στιγμή σε στιγμή θα με φτάσει.
Χτυπάω την πρώτη πόρτα που βρίσκω μπροστά μου. Πραγματικά έχω στερέψει από ιδέες και το να κρυφτώ σε ένα σπίτι, είναι το μόνο που μπορώ να σκεφτώ την παρούσα στιγμή. Έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα, η πόρτα μπροστά μου ανοίγει. Στο κατώφλι ξεπροβάλει ένα μικρό κοριτσάκι γύρω στα δέκα με κατακόκκινα μάτια που καρφώνονται αμέσως πάνω μου διερευνητικά.
«Γεια σου» λέω όσο πιο γλυκά μπορώ, αλλά σίγουρα η φωνή μου δεν μπορεί να αλλάξει το απαίσιο παρουσιαστικό μου. «Είναι εδώ οι γονείς σου;».
Το κοριτσάκι γουρλώνει τα μάτια κι αφού βάζει μια τούφα απ’ τα κατάξανθα μαλλιά της πίσω απ’ το αφτί, λέει: «Όχι, δεν είναι εδώ».
Κοιτάζω πίσω μου παρακαλώντας η Μέτοικος να μην με έχει βρει, κι αφού δεν βλέπω κανέναν στο δρομάκι, επαναφέρω την προσοχή μου μπροστά.
«Μήπως θα μπορούσα να μπω μέσα; Σου υπόσχομαι πως δεν είμαι καμία κακή κοπέλα, απλά…απλά παίζω κρυφτό με την αδερφή μου και δεν θέλω να με βρει» λέω και χαμογελάω όσο πιο χαρούμενα μπορώ. Μα τι στο καλό λες στο κορίτσι;
Η μικρή με κοιτάζει με ύφος που λέει “τι λέει τώρα αυτή” και καταλαβαίνω πως δεν θα δεχθεί.
Κουνάει το κεφάλι αρνητικά και η καρδιά μου βουλιάζει. Νεύω και κάνω μεταβολή έτοιμη να φύγω.
«Μπορείς όμως…» με διακόπτει τελευταία στιγμή. Γυρίζω προς το μέρος της γεμάτη ελπίδα, «μπορείς να κρυφτείς σε ένα άλλο μέρος».
«Και που είναι αυτό;» ρωτάω μη μπορώντας να περιμένω ούτε λεπτό παραπάνω.
«Λίγο πιο κάτω υπάρχει μιαεγκαταλελειμμένη αποθήκη, μπορείς να πας εκεί» λέει και μου χαμογελά.
«Σε ευχαριστώ» λέω γεμάτη ευγνωμοσύνη, «σε ευχαριστώ πάρα πολύ!».
Κατεβαίνω με φούρια τα σκαλοπάτια και τρέχω προς εκεί όπου μου υπέδειξε το κορίτσι. Προσπαθώ να αγνοήσω τον πόνο που τρυπάει όλο μου το σώμα και να παραμείνω όρθια, ενώ ταυτόχρονα ψάχνω με το βλέμμα μου για την αποθήκη.
«Έμιλυ!» ακούω ξαφνικά.
Σταματάω απότομα.
Όλα τελείωσαν πλέον.
Τουλάχιστον προσπάθησα.
Είμαι έτοιμη να γυρίσω και να παραδοθώ σ’ αυτή τη γυναίκα που με χώρισε για δεύτερη φορά απ’ τους γονείς μου και που ευθύνεται για όλες τις άσχημες στιγμές που έζησα τον τελευταίο καιρό. Είμαι έτοιμη, ωστόσο δεν το κάνω, κι αυτό γιατί μπροστά μου εμφανίζεται μια κόκκινη λάμψη. Είναι τόσο έντονη που αναγκάζομαι να καλύψω τα μάτια μου.
«ΈμιλυΑζόρ!» ακούγεται πάλι η φωνή της, «έλα αμέσως εδώ, διαφορετικά θα αναγκαστώ να σκοτώσω αυτό εδώ το χαριτωμένο κοριτσάκι».
Προσπαθώ να δω τι είναι αυτό που βρίσκεται μπροστά μου και εκπέμπει το δυνατό, κόκκινο φως που απλώνεται παντού γύρω μου. Δεν δίνω καν προσοχή στις απειλές της, παρότι θέλω να ενδιαφερθώ και να σώσω το κοριτσάκι. Απλώς κάτι σε αυτό το φως με καθηλώνει και με παραλύει. Με κάνει ανήμπορη στο να πραγματοποιήσω οποιαδήποτε άλλη ενέργεια πέρα απ’ το να το κοιτάω αποσβολωμένη.
Και έτσι όπως το κοιτάζω, ξαφνικά το φως γίνεται μάζα και παίρνει τη μορφή ενός τετραγώνου. Πισωπατώ τρομαγμένη και με ένα αίσθημα πανικού να με κυριεύει. Τι στο καλό συμβαίνει; Τη στιγμή που κάνω αυτή την ερώτηση στον εαυτό μου, το κόκκινο φως μειώνεται και το τετράγωνο γεμίζει εικόνες. Μου παίρνει λίγη ώρα να συνειδητοποιήσω ότι οι εικόνες παρουσιάζουν πτώματα ανθρώπων. Ανθρώπων άγνωστων, αλλά και γνώριμων κατά έναν παράξενο τρόπο.
Γράμματα σχηματίζονται κάτω απ’ τις φωτογραφίες. Αυτό που διαβάζω…με κάνει να πέσω στα γόνατα.



ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Δέσποινα Χρ.