Lilith:The dark side of the moon (Κεφάλαιο 13) "Trust me"


Όταν κανείς αγαπιέται, δεν αμφιβάλλει για τίποτα.
Όταν αγαπάει, αμφιβάλλει για όλα.
                                                    ~ Colette, γαλλίδα συγγραφέας, 1873-1954

15 Αυγούστου~13 μήνες πριν


Η Έλενα είχε σκοπό να περάσει την νύχτα με το αγόρι της - σε μια ακόμη απελπισμένη προσπάθεια να τα κάνει όλα όπως πριν  - όμως ένας ακόμα καυγάς με τον Τάιλερ είχε οδηγήσει την Κάρολάιν να εξαφανιστεί και τον Στέφαν να τρέξει πίσω της για να την φέρει πίσω. Έτσι η Έλενα είχε μείνει μόνη της στο τεράστιο σπίτι με το αγόρι της να μην αναμένεται να επιστρέψει γρήγορα. Το Boarding House είχε πάρα πολλά δωμάτια συμπεριλαμβανομένου 8 κρεβατοκάμαρες, τραπεζαρίες, βιβλιοθήκες ακόμα και αίθουσα χορού και εσωτερική πισίνα. Από όλα αυτά η Έλενα μπορούσε να έχει διαλέξει οποιοδήποτε, αλλά όχι!
Έπρεπε από όλες τις επιλογές της, τα βήματά της να την οδηγήσουν έξω από την συγκεκριμένη βαριά ξύλινη πόρτα. Γυρίζοντας το πόμολο, βρέθηκε στην μέση της - άδειας πλέον - κρεβατοκάμαρας του Ντέιμον. Ναι, τα πράγματά του ήταν ακόμα εδώ όμως εκείνος όχι. Είχε φύγει την ίδια νύχτα που η Έλενα είχε δεχτεί πίσω τον Στέφαν. Δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να του εξηγήσει, να του μιλήσει ή έστω να τον κοιτάξει. Ο Στέφαν το επόμενο πρωί της ανακοίνωσε ότι ο Ντέιμον είχε φύγει. Έτσι απλά. Του είχε αφήσει ένα γράμμα στην κουζίνα που του έλεγε ότι χαίρεται που βρήκε τον παλιό του εαυτό και που ήταν πίσω όμως εκείνος έπρεπε να φύγει. Τουλάχιστον αυτά είχε πει στην Έλενα. Ήταν σίγουρη ότι υπήρχαν και άλλα, όμως ο Στέφαν δεν φαινόταν διατεθειμένος να της πει. Τώρα η Έλενα καθώς βρισκόταν στην μέση του σκοτεινού δωματίου, με μοναδικό φως εκείνο που χάριζε η πανσέληνος, είχε πέσει στα γόνατα τυλίγοντας τα χέρια γύρω από το κορμί της και κοιτάζοντας μπροστά με απλανές βλέμμα ευχόταν με όλη της την ψυχή να είχε την ευκαιρία να μιλήσει στον Ντέιμον. Όλο εκείνο το διάστημα που οι δυο τους προσπαθούσαν να φέρουν τον Στέφαν πάλι στην αγκαλιά της νόμιζε ότι κάτι είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους. Ναι, πριν γυρίσεις εσύ στον Στέφαν και προκαλέσεις την φυγή του, σκέφτηκε με ένα πικραμένο χαμόγελο να τρεμοπαίζει στα χείλη της.
«Στέφαν?» Η Έλενα θα ορκιζόταν ότι άκουσε την φωνή του Ντέιμον, αλλά ήξερε καλύτερα. Η καλπάζουσα φαντασία της πάλι της έπαιζε αναθεματισμένα παιχνίδια. Δεν κουνήθηκε από την θέση της. Έχοντας παίξει το ίδιο σενάριο ξανά και ξανά στο μυαλό της, απλώς έμεινε ακίνητη περιμένοντας το υποσυνείδητο της να σταματήσει να τις στέλνει εικόνες από τους πιο ευσεβής τις πόθους. Όταν η ίδια φωνή ακούστηκε ξανά ήξερε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Αυτό δεν ήταν ένα από τα συνηθισμένα της όνειρα. Ήταν διαφορετικά.
Την στιγμή που άνοιξε την πόρτα του δωματίου του και ο Ντέιμον μπήκε μέσα δεν περίμενε ούτε στα πιο τρελά του όνειρα, και είχε πολλά, ότι θα έβρισκε την Έλενα πεσμένη στα γόνατα στην μέση του δωματίου του. Δεν είχε προσπαθήσει να αφουγκραστεί το σπίτι για οποιονδήποτε ήχο όταν είχε φτάσει πριν από λίγα λεπτά. Είχε σκοπό μόνο να μιλήσει στον αδερφό του, να πάρει μερικά πράγματα και να επιστρέψει πίσω στην Ιταλία. Το καταφύγιό του τους τελευταίους τρεις μήνες από τη στιγμή που το Σαιξπηρικό ζευγάρι ήταν και πάλι μαζί. Αλλά το θέαμα που αντίκρισε όταν μπήκε στην κρεβατοκάμαρά του τον βρήκε απροετοίμαστο.
«Έλενα?» πρόφερε το όνομά της σιγά για να μην την τρομάξει αν και ήταν σίγουρος ότι ήξερε ότι δεν ήταν πια μόνη.
Η Έλενα γύρισε το κεφάλι της στο πλάι για να δει τον Ντέιμον να στέκεται στην πόρτα. Μμ... σκέφτηκε, να ένα καινούργιο όνειρο.
«Φύγε.» του είπε ψιθυριστά γνωρίζοντας ότι μπορούσε να την ακούσει. < Δεν αντέχω άλλη μια τρελή φαντασίωση αυτή την στιγμή. Απλά... φύγε.>
«Θα το έκανα...» της απάντησε χωρίς να είναι σίγουρος τι έπρεπε να πει και με μια παραπάνω δόση ειρωνείας από το συνηθισμένο <Μόνο που 1. Ήρθα να πάρω κάτι πράγματα και θα σου αδειάσω την γωνιά, μην ανησυχείς για αυτό λοιπόν. 2. Τι κάνεις στο δωμάτιό μου? και 3. Είχες φαντασιώσεις για εμένα? > της είπε και σήκωσε το φρύδι του.
Λοιπόν, δεν γινόταν να είναι φαντασίωση. Ο φανταστικός Ντέιμον ποτέ δεν ήταν τόσο ειρωνικός / θυμωμένος / τσαντισμένος. Η Έλενα σηκώθηκε στα πόδια της και γύρισε να κοιτάξει την φιγούρα που στεκόταν ακόμα στην πόρτα. Ήταν ακριβώς ο ίδιος όπως την τελευταία φορά που τον είχε δει.
«Ντέιμον?» τον ρώτησε με την αβεβαιότητα και τον φόβο να φαίνονται στην φωνή της.
«Ο ένας και μοναδικός!» της είπε με ένα προσποιητό χαμόγελο.
Η Έλενα αγνόησε το τελευταίο του σχόλιο καθώς έτρεχε προς το μέρος του κλείνοντάς τον σε μια σφιχτή αγκαλιά. Τον ένιωσε να παγώνει κάτω από το ξαφνικό άγγιγμά της και να μην της επιστρέφει την αγκαλιά.
«Είσαι καλά?» τον ρώτησε σηκώνοντας το κεφάλι της να τον κοιτάξει όμως εκείνος έστρεψε το βλέμμα του αλλού.
«Εξαιρετικά.» της απάντησε απομακρύνοντας την από πάνω του και προχωρώντας πιο μέσα στο δωμάτιό του άρχισε να ανοίγει τα συρτάρια. «Κάτι σε ρώτησα όμως και δεν μου έχεις απαντήσει.»
Η Έλενα ήταν μπερδεμένη. Όχι. Ήταν κομμάτια. Αυτός ο Ντέιμον δεν ήταν ο δικός της. Τι είχε συμβεί?
«Τι θες στο δωμάτιό μου Έλενα?» της είπε θυμωμένα τώρα κοπανώντας το συρτάρι.
«Δεν - δεν ξέρω. Υποθέτω ότι μου έλειψες.» του είπε σιγανά προσπαθώντας να καταλάβει τι συνέβαινε.
«Ω, σου έλειψα.» είπε ξερά προχωρώντας στην ντουλάπα του τώρα. «Που είναι ο Στέφαν?» την ρώτησε τραβώντας μια βαριά βαλίτσα.
«Πήγε να βρει την Κάρολάιν.»
«Ακόμα η Μπάρμπι δεν μπορεί να ξεπεράσει την επιλόχεια κατάθλιψή της?»
Αυτό ξύπνησε την Έλενα. Ο Ντέιμον, ναι ήταν ειρωνικός αλλά ποτέ τόσο κακός.
«Τι στο καλό σου συμβαίνει?» τον ρώτησε άγρια τώρα.
«Ρωτάς εμένα τι μου συμβαίνει? Τι συνέβη σε εσένα Έλενα. Ήξερα ότι ήσουν απελπισμένη για τον αδερφό μου αλλά πίστευα ότι θα κρατούσες ένα χαρακτήρα. Όχι να τον βάλεις ξανά στο κρεβάτι σου την στιγμή που σου κούνησε την ουρά του μετανοιωμένος.»
Το χέρι της Έλενας προσγειώθηκε δυνατά στο πρόσωπό του προτού προλάβει να το σκεφτεί.
«Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μου μιλάς έτσι!» του φώναζε στο πρόσωπό του.
«Αλήθεια? Νομίζω ότι έχω κάθε δικαίωμα. Εγώ έμεινα όταν εκείνος έτρεχε πίσω από τον Κλάους. Έκανα ότι μου ζήτησες. Έγινα ότι ήθελες και με χρησιμοποίησες όπως σου άρεσε. Προσπάθησα να γίνω ότι είχες ανάγκη. Έχασα τον εαυτό μου κάπου στην πορεία. Αλλά εσένα δεν σου αρκούσε έτσι? Πάντα θα είναι ο Στέφαν και ότι και να κάνει παίρνει συγχωροχάρτι. Εγώ όμως πρέπει να προσπαθώ κάθε φορά για να πάρω την συγχώρεσή σου.» Η φωνή του τώρα είχε γίνει κουρασμένη, θλιμμένη. «Κουράστηκα Έλενα. Κουράστηκα ο Στέφαν να παίρνει το κορίτσι χωρίς καν να προσπαθεί. Λυπάμαι, αλλά διάλεξες.»
Η Έλενα δεν είχε κουράγιο να του απαντήσει. Κάθισε πίσω στο κρεβάτι και έφερε τα χέρια στο πρόσωπό της.
«Σε πλήγωσα τόσο πολύ?» τον ρώτησε με μάτια που γυάλιζαν από δάκρυα.
<Δεν πειράζει. Είμαι συνηθισμένος.> Στεκόταν απέναντί της βλέποντάς την να κλαίει και δεν είχε το κουράγιο να κάνει ένα βήμα.
«Συγνώμη.» του ψιθύρισε ανάμεσα στα δάκρυά της αλλά την άκουσε. Ο Ντέιμον όταν είχε κλείσει για μια ακόμα φορά τον "διακόπτη" είχε ορκιστεί να μην αφήσει τίποτα να τον βγάλει από αυτή την κατάσταση. Και να τώρα που τα δάκρυα της γυναίκας που αγαπούσε περισσότερο από κάθε τι σε αυτόν τον κόσμο είχαν αρχίσει να λυγίζουν της άμυνες που με τόσο κόπο είχε χτίσει.
«Έλενα...» της είπε σιγανά γονατίζοντας μπροστά της και φέρνοντας τα χέρια του στο πρόσωπό της. «Δεν πειράζει. Αλήθεια.»
«Γιατί έφυγες?» τον ρώτησε κοιτώντας τον στα μάτια και κάπως έτσι όλη η ανθρωπιά του Ντέιμον ξαναβγήκε στην επιφάνεια.
«Δεν άντεχα να σας βλέπω μαζί.» Της χάρισε ένα θλιμμένο χαμόγελο και εκείνη του το επέστρεψε.
«Εγώ φταίω. Αλλά ίσως να μην χρειαζόταν. Αν δεν έφευγες... Ντέιμον, νόμιζα ότι θα είμαι ευτυχισμένη μαζί του. Αλλά δεν είμαι. Και δεν φταίει ο Στέφαν. Εγώ φταίω. Μου λείπεις και σε σκέφτομαι συνέχεια. Ξέρω ότι πλέον είναι αργά αλλά... Κάποτε με είχες ρωτήσει αν έχω αισθήματα για σένα. Τότε ήμουν μπερδεμένη και δεν ήθελα να το παραδεχτώ... Αλλά ναι Ντέιμον, έχω αισθήματα για σένα.»  Το πιο όμορφο χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του και η Έλενα σηκώθηκε και άρχισε να βηματίζει πάνω-κάτω. «Αλλά δεν μπορώ να το κάνω αυτό σε κανέναν σας. Αν διαλέξω τον έναν, θα χάσω τον άλλον.» Ένα ειρωνικό γέλιο ξέφυγε από τα χείλη της πριν συνεχίσει. «Τώρα καταλαβαίνω την Κάθριν. Ντέιμον, δεν θα σας το κάνω αυτό.» Ο Ντέιμον που τόση ώρα την παρακολουθούσε καθισμένος στο κρεβάτι έσκυψε το κεφάλι του καρφώνοντας το βλέμμα του στο πάτωμα.
«Και θα μείνεις με τον Στέφαν.» Δεν ήταν ερώτηση. Ήξερε από πολύ μικρός ότι όταν κάποιος έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα σε εκείνον και τον Στέφαν, ο αδερφός του ήταν πάντα η πρώτη επιλογή.
«Δεν ξέρω. Ίσως. Μέχρι να σταματήσει να κατηγορεί τον εαυτό του.» του απάντησε μπερδεμένη κουνώντας τα χέρια της υστερικά.
«Αυτό είναι που θες?»
«Δεν μπορούμε να έχουμε πάντα αυτό που θέλουμε.» του απάντησε πικραμένα.
«Και τι θες Έλενα?> την ρώτησε όρθιος τώρα κοιτώντας την στα μάτια.
«Να μην πληγώσω κανέναν σας. Και ήδη έχω αποτύχει.» του είπε γελώντας πικραμένα κάνοντας μεταβολή. Όμως ο Ντέιμον την πρόλαβε.
«Έλενα...» της ψιθύρισε βάζοντας τα χέρια του στις πλευρές του προσώπου της και αναγκάζοντάς την να τον κοιτάξει. «Κοίταξε με.» Η Έλενα σήκωσε απρόθυμα το βλέμμα της στο δικό του. Το καφέ βυθίστηκε στο γαλάζιο. Ήξερε τι θα της πει και δεν ήταν σίγουρη αν μπορούσε να το ακούσει. Όχι τώρα. Ούτε ποτέ. «Σ' αγαπάω.» της είπε απαλά. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα και η όρασή της θόλωσε. Όμως πρόλαβε να φέρει τα χέρια της στο πρόσωπό του και να ενώσει τα χείλη της με τα δικά του πριν κλείσει τα μάτια της και τα δάκρυά της ελευθερωθούν. Το φιλί της είχε μια αλμυρή γεύση αλλά τον Ντέιμον δεν τον ένοιαζε. Η γεύση αυτή ήταν μοναδική. Τα δάκρυά της ήταν για εκείνον. Το φιλί της ήταν για εκείνον και δεν θα μπορούσε να αισθανθεί πιο ευτυχισμένος εκείνη την στιγμή. Ήξερε ότι δεν θα του το έλεγε πίσω και έπρεπε να αρκεστεί σε ότι είχε να του προσφέρει εκείνη την στιγμή. Τα χέρια της κατέβηκαν στον λαιμό του, φέρνοντάς τον πιο κοντά της κολλώντας ταυτόχρονα το σώμα της πάνω στο δικό του. Δεν μπορούσε να του το πει. Ότι και εκείνη τον αγαπούσε. Δεν μπορούσε να το κάνει αυτό στον Στέφαν. Μόνο αυτό μπορούσε να του προσφέρει. Αυτή την νύχτα. Και ας την κατέτρωγαν οι τύψεις για την υπόλοιπη ζωή της. Γιατί δεν μπορούσε να αρνηθεί πλέον ότι τον ήθελε. Τον ποθούσε και προσπάθησε να του περάσει το μήνυμα μέσα από το φιλί της. Ο Ντέιμον αναστέναξε και πιάνοντάς την από τους γοφούς της, την σήκωσε και την ξάπλωσε απαλά πάνω στο κρεβάτι του. Απομακρύνθηκε από κοντά της, τόσο ώστε να μπορεί να την κοιτάξει. Χάιδεψε απαλά το μάγουλό της και εκείνη έκλεισε τα μάτια της παραδομένη στην αίσθηση.
«Μόνο αυτό μπορώ να σου δώσω.> του είπε σιγανά. «Αυτή την νύχτα.» Άνοιξε τα μάτια της να τον κοιτάξει και είδε την εσωτερική μάχη που έδινε με τους δαίμονές του να καθρεφτίζεται σε αυτά τα υπέροχα γαλανά μάτια. Αυτά τα μάτια που στοίχειωναν τις νύχτες της.
«Τότε με χαρά θα πάρω ότι έχεις να μου δώσεις Έλενα.» Μπορούσε να το παλεύει. Μπορούσε όλο το βράδυ να αφήσει την καρδιά και το μυαλό του να δίνουν σκληρή μάχη με κανέναν να μην θέλει να υποχωρήσει. Και με ισχυρούς συμμάχους ο καθένας. Την αγάπη του για αυτή την γυναίκα και τον εγωισμό του. Αλλά την ήθελε. Περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Οι μήνες που είχε περάσει μακριά της απλά είχαν μεγαλώσει τα συναισθήματά του και τον πόθο του για εκείνη. Έτσι αποφάσισε να της χαμογελάσει και να ενδώσει στον πειρασμό. Γιατί αυτό ήταν. Ο μικρός, υπέροχος, προσωπικός του πειρασμός. Έσκυψε πάλι πάνω της, φιλώντας την γλυκά, αφήνοντας τα χέρια του να χαϊδέψουν κάθε σπιθαμή του απαγορευμένου, μέχρι εκείνη την στιγμή, κορμιού της, απολαμβάνοντας την αίσθηση του απαλού δέρματός της κάτω από τα δάχτυλά του. Τα χείλη του μετακινήθηκαν προς τα κάτω στην βάση του λαιμού της και όταν άφησε ένα απαλό φιλί εκεί επιβραβεύτηκε με έναν απαλό αναστεναγμό. Απόψε, κάθε αναστεναγμός, κάθε βογκητό θα το είχε προκαλέσει εκείνος. Απόψε, κάθε φιλί και κάθε χάδι της θα ήταν για εκείνον. Απόψε, το δικό του όνομα θα φώναζε όταν θα την έκανε δική του. Κατέβασε την μια μεταξένια τιράντα του νυχτικού της, φιλώντας τον ώμος της ταυτόχρονα και μετά την άλλη. Ένιωσε το χέρι της στο μάγουλό του και σηκώθηκε να την κοιτάξει. Του χαμογέλασε γλυκά και πιάνοντας τις δυο άκρες του νυχτικού της το τράβηξε απαλά πάνω από το κεφάλι της. Μόνο με το εσώρουχό της τώρα και κάτω από το αχόρταγο βλέμμα του, η Έλενα ένιωσε σαν θεά. Η δική του θεά.  Το δέρμα της φάνταζε διάφανο κάτω από το φως του φεγγαριού και κάθε σκιά που της χάριζε η σελήνη απλά πρόσθεταν στην ομορφιά της. Το σκοτάδι της πήγαινε. Θα γινόταν μια υπέροχη πριγκίπισσα του σκότους αν το αποφάσιζε. Η δική του πριγκίπισσα. Άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει σε κάθε σπιθαμή του νεοαποκαλυφθέντες κορμιού της και έσυρε τα χέρια του στα γυμνά της πλευρά κάνοντάς την να ανατριχιάσει.
«Είσαι τόσο όμορφη Έλενα.» της είπε βραχνά και είδε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν ενώ του χάριζε ένα αχνό χαμόγελο. Σηκώθηκε ελαφρά και πίεσε τα χείλη της στα δικά του. Έμπλεξε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του και όταν άνοιξε το στόμα της δίνοντάς του την πρόσβαση που επιθυμούσε και η γλώσσα του εισέβαλλε μέσα στο στόμα της άφησε ένα μακρύ βογκητό κάνοντας τον Ντέιμον να χαμογελάσει στα χείλη της. Τα χέρια του τώρα, το ένα ακουμπισμένο απαλά στην βάση του λαιμού της με τον δείκτη του να χαϊδεύει το σαγόνι της και το άλλο να ακολουθεί μια αργή διαδρομή από τα μαλλιά της, στο πρόσωπό της, στην καμπύλη του στήθους της για να καταλήξει χαμηλά στην κοιλιά της. Η Έλενα έτρεμε ολόκληρη. Και όχι από φόβο. Από ανυπομονησία. Το ήθελε αυτό τόσο πολύ και για τόσο καιρό που όταν το δάχτυλό του έτριψε πάνω από το εσώρουχό της το υγρό της κέντρο δεν μπόρεσε να ελέγξει την κραυγή ευχαρίστησης που της ξέφυγε. Είδε το αυτάρεσκο χαμόγελο που είχε σχηματιστεί στα χείλη του αλλά δεν μπορούσε να την νοιάξει. Όχι όταν το δάχτυλό του διέγραφε κύκλους πάνω από το δαντελένιο εσώρουχό της. Άφησε τον εαυτό της τελείως, παραδομένη πλήρως στο συναίσθημα που της δημιουργούσε ο Ντέιμον.
«Ντέιμον..» του είπε με την φωνή της βραχνή. «Σε παρακαλώ.» Εκείνος κούνησε το κεφάλι του και σκύβοντας να την φιλήσει βύθισε ένα δάχτυλο μέσα της. Η Έλενα αναστέναξε στο φιλί και έφερε τα χέρια της στους ώμους του γδέρνοντας με τα νύχια της την πλάτη του. Ο Ντέιμον πρόσθεσε άλλο ένα δάχτυλο και χαμογέλασε όταν την ένιωσε να γουργουρίζει από ευχαρίστηση.
Το σώμα του πονούσε από την επιθυμία να βρεθεί μέσα της και συγκεκριμένο μέρος της ανατομίας του ζήλευε τα δάχτυλά του. Αλλά είχε μάθει να περιμένει. Τόσες δεκαετίες εξάσκησης και όλα οδηγούσαν σε αυτή την στιγμή. Στην στιγμή που θα την έκανε δική του. Που θα της χάριζε την απόλαυση.
«Ντέιμον…» του είπε πιο δυνατά τώρα καθώς η ανάσα της γινόταν πιο γρήγορα και οι μύες της σφίγγονταν γύρω από τα δάχτυλά του. Ο Ντέιμον χαμογέλασε σαρδόνια καταλαβαίνοντας τι επακολουθούσε. Την ένιωσε να μπήγει τα νύχια της πιο βαθιά στον ώμο του καθώς ένα δυνατό κύμα ευχαρίστησης την χτυπούσε δυνατά. Η Έλενα ένιωσε τα μάτια της να χάνουν την όρασή τους καθώς παραδινόταν πλήρως τώρα. Σε συνδυασμό με το έντονο βλέμμα του Ντέιμον που ένιωθε να τρυπάει τη σάρκα της το πιο δυνατό κύμα οργασμού την χτύπησε ανελέητα. Και δεν το μετάνιωνε καθόλου. Κατεβαίνοντας από το σύννεφο της απόλαυσης ένιωσε τον Ντέιμον να μετακινεί το βάρος του στα χέρια του καθώς ερχόταν από πάνω της.
«Είσαι σίγουρη Έλενα? Δεν υπάρχει επιστροφή μετά από αυτό.» της είπε αβέβαιος εκείνος. Η Έλενα όμως απλά του χαμογέλασε και τον τράβηξε πάνω της δαγκώνοντας το κάτω χείλος του. Δεν χρειαζόταν και άλλη παρότρυνση ο Ντέιμον. Μπήκε μέσα της αργά απολαμβάνοντας κάθε λεπτό ώσπου βρισκόταν ολοκληρωτικά μέσα της. Άρχισε να κινείται αργά μέσα και έξω χαράζοντας στην μνήμη του όλους αυτούς τους μικρούς θορύβους που έκανε.
«Πιο γρήγορα Ντέιμον..» κατάφερε να προφέρει ξέπνοη ενώ τεντωνόταν από κάτω του σέρνοντας τα νύχια της στα μπράτσα του. Και ο Ντέιμον την άκουσε. Επιτάχυνε τον ρυθμό φέρνοντας και τους δυο πιο κοντά στο χείλος του γκρεμού καθώς την έραινε με υγρά φιλιά κατά μήκος το λαιμού και του στήθος της . Κανείς από τους δυο δεν ήθελε να τελειώσει αυτή η νύχτα. Όμως καθώς ο ρυθμός τους γινόταν όλο και πιο γρήγορος και τα σώματά τους ήταν σε πλήρη αρμονία ο κόσμος χάθηκε γύρω τους. Η κορύφωση τους βρήκε ταυτόχρονα, μαζί σαν ένα να χάνονται σε έναν κόσμο με χιλιάδες χρώματα. Ο Ντέιμον μετακίνησε το βάρος του στο κρατώντας όμως κεφάλι του ακουμπισμένο στο στήθος της να ακούει τον ρυθμικό ήχο της καρδιάς της. Η Έλενα πέρασε τα δάχτυλά της από τα ανακατεμένα του μαλλιά χαμογελώντας αχνά και προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της ότι δεν ονειρευόταν και να επανακτήσει τον έλεγχο που τόσο εύκολα είχε χάσει.
«Θα μείνεις μαζί μου, έτσι?» του ψιθύρισε συνεχίζοντας να τον χαϊδεύει ξέροντας ότι μπορούσε να την ακούσει.
«Ως το ξημέρωμα.» της είπε απαλά και σήκωσε το κεφάλι του για να της δώσει ένα γλυκό φιλί στα χείλη. Η Έλενα χαμογέλασε αργά και έκλεισε τα βλέφαρά της αφήνοντας τον εαυτό της να χαθεί στον κόσμο των ονείρων…

- - - - - - -- - - - - - -- - - - - - -- - - - - - -- - - - - - -- - - - - - -- - - - - - -- - - - - - -

Το φως που έμπαινε από τις τραβηγμένες κουρτίνες ξύπνησε αργά-αργά την Έλενα. Ανοίγοντας τα μάτια της και κοιτάζοντας γύρω της τα γεγονότα της χθεσινής νύχτας την χτύπησαν σαν παλιρροϊκό κύμα. Είχε όντως γυρίσει ο Ντέιμον. Δεν το ονειρεύτηκε. Που ήταν όμως τώρα? Φοβισμένη μήπως ο Στέφαν ήταν σπίτι δεν φώναξε. Ο Στέφαν! της φώναξε ένα κομμάτι του εαυτού της. Θα έπρεπε να του εξηγήσει. Και να του πει τι όμως? Έτριψε το πρόσωπό της με τα χέρια της και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Την προσοχή της τράβηξε όμως ένα κομμάτι χαρτί στο μαξιλάρι δίπλα της. Παραξενεμένη το άνοιξε:

Αγαπημένη μου Έλενα,
Η χθεσινή νύχτα ήταν η ωραιότερη της ζωής μου. Όμως ο ήλιος ανέτειλε ξανά και πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες. Ξέρω ότι σήμερα θα έχεις μετανιώσει οικτρά αυτό που κάναμε. Το ξέρω ότι αγαπάς τον Στέφαν και ότι προσπαθείς για το καλύτερο της σχέσης σας. Γι' αυτό και επιστρέφω πίσω. Φεύγω με την ωραιότερη ανάμνηση που θα με συντροφεύει στην υπόλοιπη αιώνια ζωή μου. Είσαι ελεύθερη να ζήσεις τον έρωτά σου με τον αδερφό μου. Ξέρω ότι θα κάνετε ο ένας τον άλλον ευτυχισμένο
Δικός σου,
     Ντέιμον.

Υ.Γ Μην ανησυχείς γλυκιά μου Έλενα. Δεν είπα ούτε θα πω τίποτα στον Στέφαν. Δεν γύρισε ώσπου έφυγα. Το εννοώ όταν λέω ότι θέλω να είσαι ευτυχισμένη.

Η Έλενα δεν μπορούσε να ελέγξει τα δάκρυά της. Ο Ντέιμον είχε φύγει ξανά. Δεν είχε προλάβει να του πει... τι? Κούνησε το κεφάλι της μην μπορώντας να το πιστέψει. Άκουσε την κάτω πόρτα να ανοίγει και τον Στέφαν να φωνάζει το όνομά της. Σηκώθηκε και έτρεξε σε εκείνον για να τον συναντήσει στα μισά της σκάλας. Τον έσφιξε πάνω της με όλη της την δύναμη και άφησε περισσότερα δάκρυα να τρέξουν.
«Έλενα, αγάπη μου τι συνέβη? Είσαι καλά?» την ρώτησε ο Στέφαν ανήσυχος κρατώντας την στην αγκαλιά του και χαϊδεύοντας της τα μαλλιά.
«Απλά κράτα με Στέφαν.» του είπε ανάμεσα στα αναφιλητά της σφίγγοντας στην παλάμη της το γράμμα του Ντέιμον...

Nadia