Παιχνίδι Εμπιστοσύνης (Κεφάλαιο 14)


Μέρα του γάμου της Λαρίσα με τον Ντον:
«Σήμερα πήγαμε με τον Ντον στην εξοχή, ήταν υπέροχη μέρα. Πολύς ήλιος, που είναι περίεργο για το Ντάνβιλ, και υπέροχες μυρωδιές τριγύρω. Πόσο λατρεύω την άνοιξη. Όσο σκέφτομαι ότι αύριο πάλι θα βρέχει όμως θα ‘θελα τόσο πολύ να τον πάρω και να φύγουμε από δω. Αλλά δε μπορούμε, κανείς δε μπορεί στο τέλος. Εδώ έχουμε ασφάλεια, χρήματα, ό,τι χρειαστούμε…αλλά και να προσπαθούσαμε θα το καταλάβαιναν και θα μας βρίσκανε. Έτσι είναι η μοίρα μας. Δεν υπάρχει διέξοδος»
2 μήνες μετά:
«Είμαι τόσο ευτυχισμένη, έμαθα ότι είμαι έγκυος σήμερα, ο Ντον ακόμα δε το ξέρει. Οι γιατροί μας λέγανε ότι ο Ντον είχε 1/100 να κάνει παιδί. Τελικά ίσως θαύματα γίνονται. Ίσως και όχι όμως…Αχ Θεέ μου, ας μην είναι αυτό που φοβάμαι»
1 χρόνο μετά:
«Σήμερα ήρθε η Κρίσταλ και φάγαμε κοτόπουλο με πατάτες. Ήταν πολύ νόστιμο, απ’ ό,τι μου πε αυτή. Ούτε εγώ ούτε ο Ντον φάγαμε πολύ, δεν κατέβαινε μπουκιά. Μας έκανε μια ενδιαφέρουσα πρόταση σήμερα για να γιατρέψουμε σιγά-σιγά την πληγή μας. Αν γιατρεύεται ποτέ»
2 χρόνια μετά:
«Ο Ρικ έμαθε να περπατάει σήμερα! Είμασταν όλοι τόσο χαρούμενοι, πήγαμε όλοι στο πάρκο να γιορτάσουμε με πικ-νικ. Έφτιαξα και την αγαπημένη πατατοσαλάτα του Ρικ, με το φρέσκο κρεμμυδάκι μέσα. Πόσο τον αγαπώ τον Ρικ, κι ο Ντον το ίδιο. Νιώθω σαν οικογένεια πάλι»
3 χρόνια μετά:
«Δε ξέρω τι να γράψω. Είμαι καταβεβλημένη. Σιχαίνομαι τον εαυτό μου. Τα χάπια που παίρνω με κάνουν να χάνω τον έλεγχο. Η Μέρεντιθ δε μπορεί να σταματάει να κλαίει, μακάρι να μπορούσα να τη βοηθήσω, αλλά η αλήθεια πονάει όσος καιρός και να περάσει»
2  μήνες μετά:
«Δε μπορώ να πιστέψω τι έκανα!!! Πώς άφησα τη Μέρεντιθ να μ’ επηρεάσει! Αν μας πιάσουν θα πάμε φυλακή ισοβίως! Αν μάθουν ότι εμείς οι δυο κι η Πόλυ πειράξαμε το ελικόπτερο του Ματτ για να πέσει στη θάλασσα, θα πάω φυλακή και δε θα ξαναδώ τον Ρικ. Κι ο Ντον θα με μισήσει για πάντα. Θεέ μου, συγχώρεσέ με. Ό,τι έκανα το έκανα για τους δυο άντρες που αγάπησα, για να τους προστατεύσω»

Αυτό είναι το τελευταίο που έγραψε η Λαρίσα. Ο Ρικ ξενύχτησε να το διαβάσει όλο και έχει σοκαριστεί μ’ αυτά που διάβασε. Η γιαγιά του, η μητέρα του και η θεία του σκοτώσανε τον θείο Ματτ. Αποφασίζει να κρύψει το ημερολόγιο στο σπίτι του και να ασχοληθεί με την κηδεία του κολλητού του, Τομ.
Η εκκλησία γέμισε από κόσμο, φίλοι, γνωστοί, και η γιαγιά του Τομ, η μόνη οικογένεια που είχε. Η Περνέλλ και η Σιμόν δεν εμφανίστηκαν, αλλά επέστρεψαν σπίτι με το μωρό Ντάνι. Ο Ρικ αποφάσισε να δώσει έναν επικήδειο λόγο:
«Τομ, φίλε μου» βουρκώνει με το που αρχίζει και προσπαθεί να συγκρατηθεί «Ήσουν πάντοτε για μένα ο κολλητός μου. Όταν σε χρειαζόμουν, εσύ έτρεχες να μου συμπαρασταθείς. Ήσουν το παιδί της γειτονιάς στο οποίο όλοι ζητούσαν κάτι. Είτε τους είχε χαλάσει το αυτοκίνητο, είτε θέλανε να τους βάψεις τον φράχτη. Κι εσύ έτρεχες γιατί σ’ άρεσε να ευχαριστείς τον κόσμο» όταν βλέπει τη γιαγιά του Τομ να κλαίει, ξεφυσάει και παίρνει ανάσες. «Δε σου άξιζε τέτοιο τέλος, Τομ. Προσπάθησες μόνο να σώσεις αυτούς που αγαπάς, τη γυναίκα της ζωής σου και τον υπέροχο γιο σου, που ούτε πρόλαβες να κρατήσεις στην αγκαλιά σου και αυτό δε θα το συγχωρέσω ποτέ σ’ αυτόν που σ’ έμπλεξε» λέει με δάκρυα στα μάτια.
«Ό,τι κι αν γίνει, σου ορκίζομαι ότι θα προσέχω τον γιο σου σαν δικό μου. Δε θ’ αφήσω κανέναν να τον πειράξει! Αντίο, λοιπόν…ας αναπαυτεί η υπέροχη ψυχή σου» συμπληρώνει και τότε βλέπει τον Ντετέκτιβ Λαρς στο πίσω μέρος της εκκλησίας.
«Εσύ…» ψιθυρίζει, οργισμένος. «Φύγε από δω τώρα!!!» αρχίζει και φωνάζει κι όλοι τον κοιτούν, σαστισμένοι. «Δολοφόνε!!! Δολοφόνε!!!!» ουρλιάζει υστερικά, πλησιάζοντας τον Λαρς θυμωμένος και αγανακτισμένος. Ο Λαρς χαμογελάει και φεύγει, και τότε η Λίλι που καθόταν πιο πέρα, σηκώνεται και αγκαλιάζει τον Ρικ, προσπαθώντας να τον ηρεμήσει. Ύστερα κάθεται δίπλα της κι αυτή βγάζει δυο πράσινα χάπια απ’ τη τσάντα της και του τα προσφέρει.
Αυτός τα κοιτάει, με περιέργεια. «Θα σ’ ηρεμήσουν αυτά» του λέει, χαμογελώντας. Αυτός το σκέφτεται λίγο και τα παίρνει. Ύστερα, ακολουθούν προσευχές και η ταφή του Τομ. Ο Ρικ αφήνει ένα κουτάκι μπύρας και γαριδάκια πάνω το φέρετρο. «Σε περίπτωση που βαρεθείς» του ψιθυρίζει. «Καλό ταξίδι» ψιθυρίζει. Η Ζωή εμφανίζεται δίπλα του και τον κρατάει καθώς παρακολουθούν το φέρετρο να κατεβαίνει μέσα στη Γη.

Η Λαρίσα ξυπνάει το απογευματάκι, στο κρεβάτι της στην κλινική, γυρνάει και βλέπει τον Ρικ να κοιμάται στην καρέκλα ακουμπώντας το κεφάλι του στα πόδια της. Αυτή παρατηρεί τα δάκρυά του, και του χαϊδεύει τα μαλλιά, μ’ ένα χαμόγελο συμπόνιας. «Πρέπει να ‘σαι δυνατός, αγόρι μου» του ψιθυρίζει, και τότε κοιτάει το Φάντασμα στην πόρτα να την κοιτάει. «Πόσο ακόμα πια θα τον βασανίσετε; Τα καταφέρατε να με πονέσετε εξαιρετικά μέσα απ’ τον πόνο του παιδιού μου, αφήστε τον να ζήσει ήσυχο, σας ικετεύω!» ξεσπάει σε λιγμούς η Λαρίσα και το Φάντασμα φεύγει.

ΣταύροςkS