Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

31.10.15

Κυνηγοί και Δαίμονες (Κεφάλαιο 2)


*Γκάμπριελ*

Η εικόνα που αντίκρισα μπροστά μου δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερη. Η Ράιλι αναίσθητη στο πάτωμα και στο βάθος της αίθουσας ο Κρίστοφερ με έναν μισοπεθαμένο δαίμονα πρώτης βαθμίδας. Πλησίασα γρήγορα με την Τζέσικα να τρέχει πίσω μου.

"Τι γίνεται-" έκοψα την ερώτησή μου. Τι στο καλό;
"Σωλήνας είναι αυτός;" Δεν είχα δει πιο πριν το αυτοσχέδιο όπλο του μαθητευόμενού μου. Κρατήθηκα να μην γελάσω με την κατάσταση. Το όλο σκηνικό ήταν κωμικοτραγικό.
Ο Κρίστοφερ με κοιτούσε λαχανιασμένος προσπαθώντας να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του.



"Τζέσικα πάρε τον στο αναρρωτήριο και μην τον πιέσεις πολύ για απαντήσεις", είπα μόλις συνειδητοποίησα σε πόσο άσχημη κατάσταση ήταν το αγόρι.
Η Τζέσικα υπάκουα οδήγησε τον Κρις έξω από το δωμάτιο εξάσκησης. Τώρα κάποιος έπρεπε να ασχοληθεί και με τον δαίμονα. Πλησίασα το αποκρουστικό τραυματισμένο του σώμα και το βλέμμα μου έπεσε και πάλι στον σωλήνα που ήταν καρφωμένος στην κοιλιά του. Παρά την φτωχή του φαντασία μπορούσα να πω με σιγουριά ότι ο Κρις αν μη τι άλλο αποδεικνύεται αποτελεσματικός σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Μα να χρησιμοποιήσει σωλήνα; Και μόνο στη σκέψη αυτής του της επιλογής σχηματίστηκε ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη μου.

Η Ραιλι και ο Κρίστοφερ ίσως να αποτελούσαν το επόμενο δυναμικό δίδυμο. Η ιδέα μου να παροτρύνω την μικρή να καλέσει τον δαίμονα έφερε αποτέλεσμα. Η Τζέσικα θα μου θύμωνε και σίγουρα θα είχα αρκετή μουρμούρα. Μα απέδειξα αυτό που ήθελα. Τα ταλέντο του κυνηγού ήταν οικογενειακό των Ντάρκ....

Ακούμπησα στον ώμο του δαίμονα ο οποίος είχε ήδη αρχίσει να εξασθενεί. Συγκέντρωσα τη δύναμη στα δάχτυλά μου και διοχέτευσα τη φωτιά στο σώμα του. Σε λίγα δευτερόλεπτα ο δαίμονας είχε μετατραπεί σε στάχτη.

 Ξεκίνησα να φύγω όταν κάτι φανταχτερό στην άλλη γωνία του δωματίου τράβηξε την προσοχή μου. Έκανα να το πλησιάσω αλλά ο πόνος στο πόδι μου με έκοψε μόλις στο δεύτερο βήμα. Η τσιριχτή φωνή της ήχησε στο κεφάλι μου σαν σειρήνα και βιάστηκα να φυλαχτώ από την επίθεσή της. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συναντούσα γυναίκα Δαίμονα, ήταν όμως η πρώτη φορά που συναντούσα μία παλιά Κυνηγό να έχει μετατραπεί σε κάτι τόσο απεχθές.

Η Αρπύια, όπως αλλιώς λέγεται ο θηλυκός δαίμονας, σήκωσε το κεφάλι της και έκραξε περιπαικτικά.

«Ώστε δεν με αναγνώρισες ακόμα, Αρχιστράτηγε των Δυνάμεων; Κι εγώ σε είχα για έξυπνο!»

«Άζραελ.» της απάντησα απρόθυμα.

Εκείνη εμφανίστηκε σε πλήρη μορφή αμέσως, πράγμα που σήμαινε οτι ήταν Ανώτερη Δαίμονας. Μέσα μου μαινόταν μια θύελλα συναισθημάτων. Από τη μια είχα σοκαριστεί που έβλεπα μετά από τόσο καιρό τη συνάδελφό και φίλη μου με αυτή τη μορφή, από την άλλη χαιρόμουν κάπως... Η Άζραελ ήταν από τις κοντινότερες φίλες μου στην Ακαδημία και ο χαμός της μου είχε στοιχίσει αρκετά. Αλλά το συναίσθημα που κυριαρχούσε κάπως περισσότερο πάνω από τα υπόλοιπα ήταν ο φόβος. Ναι, μπορούσα να το αναγνωρίσω και να το παραδεχτώ. Φοβόμουν την στιγμή που θα έπρεπε να έρθω αντιμέτωπος μαζί της και ενδεχομένως να την σκοτώσω. Γιατί ο θάνατός της ήταν σίγουρος από την στιγμή που θα ξεκινούσε να μάχεται μαζί μου. Γι’ αυτό εκπαιδευόμουν όλη μου τη ζωή και κανένας δαίμονας δεν ήταν αρκετά ικανός να ξεπεράσει τις ικανότητες χρόνων.

Εκείνη φάνηκε να το διαισθάνεται και προσπάθησε να παρατείνει την ώρα της αναμονής με άχρηστες κουβέντες.

«Πας να κάνεις ένα μεγάλο λάθος, Γαβριήλ. Αν με σκοτώσεις απόψε, όλα όσα ξέρεις θα καταστραφούν. Θυμήσου τη δεύτερη προφητεία, Γαβριήλ. Όλα ξεκινούν με το θάνατο μιας Κυνηγού παρμένη από το σκότος. Θες να έχεις αυτό το αμάρτημα στους ώμους σου?»
Το σκέφτηκα καθώς ετοίμαζα τα όπλα μου. Η δεύτερη προφητεία της θνητής Κασσάνδρας αντήχησε στο μυαλό μου όπως ακριβώς τη μέρα που την πρωτοάκουσα. 

Όταν θα ξεκινήσει ο πόλεμος του Αφανισμού, τρία θα είναι τα σημάδια:
Ο θάνατος της Κυνηγού που πάρθηκε απ'το Σκότος
Το σφραγισμένο άνοιγμα θα ανοίξει δίχως κρότο
Και ο Δαίμονας θα αρνηθεί την ίδια του τη μοίρα

Αυτός που πρώτος θα σκοτώσει, ελευθερία στην ψυχή ποτέ του δεν θα νιώσει και όλους όσους αγαπά κάποτε θα προδώσει.

«Μη με λες Γαβριηλ» μουγκρισα μεσα απο τα δοντια μου.

«Δεν εισαι πια η Άζη που ήξερα! Μην προσπαθείς να με φοβίσεις για να σε αφήσω να φύγεις. Δεν θα πετύχεις τίποτα, πέραν απ’ το να με εκνευρίσεις περισσότερο. Έκανες μεγάλο λάθος που ήρθες εδώ και το ξέρεις.»

Εκείνη με κοιτούσε με απάθεια. Μου φαινόταν τόσο παράξενο. Τα άλλοτε ολοζώντανα, γεμάτα αγάπη και ενθουσιασμό μάτια της, ήταν τώρα ολοσκότεινα και γεμάτα μοχθηρία. Το αθώο και ειλικρινές χαμόγελό της είχε αντικατασταθεί με ένα πονηρό, σαρδόνιο πλαγιαστό χαμόγελο που έστελνε ρίγη στην πλάτη μου. Πιο πολύ ήθελα να την σκοτώσω για να βάλω τέλος στο μαρτύριο που μου προκαλούσε το να την αντικρύζω και να της μιλάω. Μόνο που πρώτα έπρεπε να μάθω κάτι.

«Πες μου» είπα απαιτητικά. «Γιατί ήρθες εδώ; Ποιος σε έστειλε;»

Δεν μπορούσε να την είχε καλέσει κάποιος. Ήταν ανώτερη δαίμονας και 0ι δυο εκπαιδευόμενοι δεν είχαν τη γνώση να το κάνουν.

 «Δεν χρειάζεται να με στείλει κάποιος για να επισκεφθώ έναν παλιό φίλο... μου έλειψες Γαβριήλ» μου απάντησε ειρωνικά κάνοντας τη φωνή της ακόμα πιο τσιριχτή.
«Σου είπα και πριν! Μη με αποκαλείς έτσι!»

Διοχέτευσα όλον αυτόν τον θυμό που ένιωθα στα χέρια μου, για το σχηματισμό ενός πύρινου σπαθιού.

«Ωωωω, μα έλα τώρα... μόνο αυτό μπορείς να κάνεις; Φτιάξε μου κάτι...χμ... μεγαλύτερο» είπε και το μοχθηρό της γέλιο αντήχησε σε όλο το δωμάτιο. Μπορούσα να καταλάβω ότι προσπαθούσε να με εξοργίσει και να με προκαλέσει· ήταν προφανές. Αυτό που δεν καταλάβαινα είναι τι ακριβώς είχε η ίδια να κερδίσει από αυτό. Πίστευε άραγε τόσο πολύ στην προφητεία που ήταν διατεθειμένη να θυσιαστεί; Είχε επιστρέψει ίσως για με τιμωρήσει;

Από τη στιγμή που θα ξεκινούσε μάχη μαζί μου, υπέγραφε την θανατική της καταδίκη. Το ήξερε αυτό. Ή μήπως ήταν αναγκασμένη να βρίσκεται εδώ, ακολουθώντας εντολές από κάποιον άλλο; Όπως και να είχαν τα πράγματα όμως, αυτή η ιστορία έπρεπε να πάρει ένα τέλος. Πήρα επιθετική θέση, κρατώντας το σπαθί και με τα δυο μου χέρια.

Ξεκίνησα να βηματίζω σιγά σιγά προς το μέρος της και καθώς κινήθηκε κι εκείνη ήμασταν σαν δυο λιοντάρια έτοιμα να επιτεθούν το ένα στο άλλο. Τινάχτηκα λίγο προς το μέρος της προσποιούμενος οτι επιτίθεμαι για να την αιφνιδιάσω. Πισωπάτησε ασυναίσθητα. Κι εκεί βρήκα το άνοιγμα που χρειαζόμουν. Κινήθηκα μπροστά και κάρφωσα το σπαθί μου στην κοιλιά της. Εκείνη με κοίταξε σοκαρισμένη την ώρα που τα πόδια της λύγιζαν και έπεφτε στα γόνατα. Έπιασε με τα χέρια της το πύρινο σπαθί μου, και παρόλο που την έκαιγε, άρχισε να το τραβάει προς τα έξω. Την βοήθησα τραβώντας το. Εξάλλου είχαν τελειώσει όλα. Ξάπλωσε στο πάτωμα και πλησίασα κοντά της. Γύρισε κουρασμένα το κεφάλι της προς τα εμένα. Η φωτιά απλωνόταν στο σημείο, και ο συνδυασμός της με την στάχτη έδιναν ένα τρομακτικό μαυρο-κόκκινο χρώμα στο σώμα της. Κλείδωσαν οι ματιές μας και γονάτισα δίπλα της χωρίς να παίρνω το βλέμμα μου από το δικό της. Και τότε συνειδητοποίησα τι έβλεπα. Τα μάτια της δεν ήταν πια σκοτεινά. Και δίπλα τους κυλούσε ένα δάκρυ. Μου έπιασε αδύναμα το χέρι και ψιθύρισε «Σε ευχαριστώ Γαβριήλ. Και συγγνώμη» λίγο πριν ξεψυχήσει. Ένα χαμόγελο ανακούφισης σχηματίστηκε στο πρόσωπό της κι έμεινε κολλημένο εκεί, μαζί με εμένα που την κοιτούσα παγωμένος.

Την στιγμή που η ψυχή της έφευγε από το σώμα της. Έγινε κάτι το απρόσμενο. Το σώμα της, όπως όλων των δαιμόνων, άρχισε να διαλύεται σε έναν μαύρο καπνό που εξαφανιζόταν στην ατμόσφαιρα. Άρχισε να με τυλίγει σαν να προσπαθούσε να μου αποκόψει κάθε σημείο διαφυγής. Μόλις με τύλιξε ολόκληρο ο μαύρος καπνός όρμισε στο πρόσωπο μου. 

Εισβάλοντας με την βία στο στόμα και τη μύτη μου. Μην αφήνοντας μου καμιά δυνατότητα αναπνοής. Έκανα μανιωδώς προσπάθειες να σηκωθώ αλλά και να διώξω τον καπνό αλλά μάταια. Άρχισα να ζαλίζομαι, τα πάντα γύριζαν γύρω μου, ένιωθα σαν να είμαι στο κέντρο ενός ανεμοστρόβιλου. Η όρασή μου θόλωσε. Το πάτωμα άρχισε να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Ώσπου λιποθύμησα.

Και ξαφνικά, βρέθηκα να περπατάω μέσα στην ομίχλη… Δεν θυμόμουν πως είχα βρεθεί εκεί. Η τελευταία μου εικόνα ήταν στο δωμάτιο με την Άζραελ.

Κάτι φαινόταν μπροστά μου. Ήμουν ακόμα ζαλισμένος ή πράγματι μια μορφή εμφανιζόταν σιγά σιγά όσο προχωρούσα;  Κι αυτή η απόκοσμη φωνή;

Προχωώωραααα.... Που πήγαινα; Ξάφνου, το τοπίο άρχισε να καθαρίζει. Ένας μαύρος καπνός μπροστά μου, άρχισε να παίρνει μορφή. Για στάσου... ένας καπνός δεν με τύλιξε πριν συμ... Η μορφή ολοκληρώθηκε.
«Όχι» ψέλλισα έντρομος,
«Οχι, δεν είναι δυνατόν... Εσύ;»


*Kρίστοφερ*

Άνοιξα τα μάτια μου απότομα. Ήμουν ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι του αναρρωτήριου. Η γνωστή μυρωδιά του αποστειρωμένου χώρου γέμισε την μύτη μου. Η μνήμη μου άρχισε να επανέρχεται.

Η Ραιλυ είχε καλέσει έναν δαίμονα, για να εξακριβώσει, το πόσο καλός είμαι. Μου χρωστάει μια καλή εξήγηση για την συμπεριφορά της. Γιατί δεν νιώθω όμως θυμωμένος μαζί της; Παραλίγο, η ανόητη περιέργειά της να μας στοιχίσει την ζωή. Και τότε συνειδητοποίησα.. Η Ράιλι ίσως δεν τα είχε καταφέρει. Αναστατώθηκα και άρχισα να κοιτάζω γύρω μου κάτι που θα πρόδιδε την κατάσταση της σχετικά καινούριας μου φίλης. Τίποτα.

Επιχείρησα να σηκωθώ, αλλά ο πόνος που διαπέρασε το κορμί μου, μου υπενθύμισε ότι δεν είχα τη δύναμη να το κάνω. Έπρεπε να περιμένω.

Βυθίστηκα ξανά στις σκέψεις μου… Ήμουν κι εγώ το ίδιο περίεργος με τη Ράιλι για τις δυνατότητές μου. Ίσως μέσα μου ήθελα να αποδείξω στον εαυτό μου ότι μπορώ να τα καταφέρω όσο καλά και η αδερφή μου. Να δω αν μπορώ φτάσω να μάχομαι παραπάνω από έναν δαίμονα την φορά.

Τι μου ειχε πει, όμως, ο Γκάμπριελ; Η αυτοπεποίθηση βοηθάει, αλλά η περίσσια αυτοπεποίθηση μετατρέπεται σε αλαζονεία. Και ένας αλαζόνας κυνηγός, είναι νεκρός κυνηγός. Γιατί όμως, η αδελφή μου φαινόταν πάντα τόσο τρομερή και γεμάτη αυτοπεποίθηση. Το μόνο λάθος που έκανε ήταν να με προστατεύσει και τώρα είναι αιχμάλωτη, Πρέπει να γίνω ο καλύτερος για....

Ένας δυνατός θόρυβος από το απέναντι κρεβάτι με έκανε να πεταχτώ επάνω. Οι δυνατοί θόρυβοι τελευταία του θύμιζαν τις συναντήσεις μου με δαίμονες και αυτό δεν ήταν κάτι που επιθυμούσα.

Απέναντί μου, δεμένος με σχοινιά βρισκόταν ο Γκάμπριελ. Ο οποίος χτυπιόταν προσπαθώντας να απελευθερωθεί ενώ ταυτοχρόνως φώναζε..
«Οχι, δεν είναι δυνατόν... Εσύ;»

Τι στο καλο συνεβει…; Ποσο καιρο ειμαι λιποθυμος;

«Καλά ξυπνητούρια» είπε μια νοσοκόμα ερχόμενη προς το μέρος μου, κλείνοντας πίσω της την διαχωριστική κουρτίνα. Κρ..κρατούσε ένεση; Ω! Πρέπει να μου κάνεις πλάκα.
«Καιρός ήταν να ξυπνήσεις. Παραλίγο να χάσω το στοίχημα ξέρεις! Όλοι έλεγαν οτι θα πέσεις σε κώμα!» Είχε και όρεξη για χιούμορ. Κρατώντας αυτό το μαραφέτι στα χέρια της!!
Κάθε σκέψη εξαφανίστηκε από το μυαλό μου.

«Εε.. ευχαριστώ. Τι είναι αυτή η ένεση;» ρώτησα προσπαθώντας να διατηρήσω κάποιο από το χρώμα στο πρόσωπό μου, αλλά αποτυγχάνοντας παταγωδώς. Η νοσοκόμα κοίταξε μια εμένα και μία την σύριγγα στα χέρια της και γέλασε δυνατά.

«Για κοίτα να δεις. Τα βάζουμε με δαίμονες και φοβόμαστε μια τόση δα βελονίτσα;»
Τι τόση δά!! Για άλογο με περνάει; Στραβοκατάπια.

«Μην ανησυχείς, για τον ορό σου είναι.» είπε στο τέλος κι εγώ έπεσα ανακουφισμένος πάνω στο κρεβάτι ξανά.

Έκανε την ένεση στον ορό και αποσύρθηκε ήρεμα όπως είχε έρθει. Εγώ προσπάθησα να ακούσω τον Γκάμπριελ από δίπλα. Η νοσοκόμα φεύγοντας έκλεισε τις κουρτίνες και δεν είχα πια εικόνα.

Όμως και η επίδραση του φαρμάκου είχε ξεκινήσει και δίπλα δεν ακουγόταν το παραμικρό.. Στον ύπνο μου είδα την Ράιλι να προσπαθεί να μου εξηγήσει τις χθεσινές της πράξεις, και προσπάθησα να κρατήσω μια υπενθύμιση για να την ρωτήσω άμεσα. Ω, η Ράιλι. Έπρεπε να μάθω αν είναι καλά…

Καθώς άφηνα τον εαυτό μου να βυθιστεί όλο και πιο πολύ σε έναν βαρύ αλλά γλυκό ύπνο, άρχισε να σχηματίζεται μπροστά μου η μορφή ενός ανθρώπου. Ήταν αυτή.
«Ράιλι; Ράιλι, στάσου» της φώναξα καθώς έτρεχε μακριά μου προς ένα πυκνό δάσος μπροστά μας. Κοίταξα γύρω μου και συνειδητοποίησα πως το υποσυνείδητό μου με είχε μεταφέρει σε ένα ξέφωτο που κάναμε πικ νικ όταν ήμουν πολύ μικρός. Είχα πάρα πολλά χρόνια να έρθω εδώ, είχα σχεδόν ξεχάσει την ύπαρξη αυτού του μαγευτικού καταπράσινου σημείου, λίγο πριν από το δάσος της Λεύκας.

Την άνοιξη ήταν γεμάτο κατακόκκινες παπαρούνες, αλλά τώρα είχε μόνο πρασινάδα. Κοίταξα ξανά προς το δάσος και η Ράιλι είχε σταματήσει μπροστά του, λίγο πριν τα πρώτα δέντρα, με την πλάτη της στραμμένη προς τα εμένα. Έτρεξα προς το μέρος της όσο πιο γρήγορα μπορούσα, φωνάζοντας το όνομά της με την ελπίδα ότι θα γυρίσει για να δω το πρόσωπό της. Δεν ξέρω γιατί, αλλά με είχε κυριεύσει η αγωνία να μάθω αν είναι καλά, αν είναι ήρεμη και χαρούμενη.

«Ράιλι, σε πρόλαβα» είπα καθώς ακουμπούσα με το χέρι μου στον ώμο της. Γύρισε τελικά προς το μέρος μου και πραγματικά ένιωσα την καρδιά μου να σπάει σε χίλια κομμάτια αντικρίζοντας την όψη της. Στο άλλοτε ροδαλό και χαρωπό πρόσωπό της είχαν πλέον κυριαρχήσει η χλωμάδα και η κατήφεια.

Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα από τα σπασμένα αγγεία γύρω από την ίριδα και είχαν ουσιαστικά βουλιάξει μέσα στο πρόσωπό της. Μαύροι κύκλοι βρίσκονταν από κάτω τους για να κάνουν το βλέμμα της ακόμα πιο αποκρουστικό και απόκοσμο και στα μάγουλά της δεν υπήρχε ίχνος από την προηγούμενη ζωντάνια της.

«Ράιλι, γιατί; Τι σου συνέβη;»

«Εσύ μου το έκανες αυτό» μου απάντησε ήρεμα, σχεδόν αδιάφορα, κοιτάζοντας στο κενό.

«Όχι Ράιλι, δεν ήμουν εγώ αυτός που σε σκότωσε. Αλλά σου υπόσχομαι πως θα τον...»

«Εσύ μου το έκανες αυτό!» είπε και πάλι με λίγη περισσότερη ένταση στη φωνή της.


«Εσύ ήσουν , εσύ, εσύ, ΕΣΥ!» συνέχιζε να φωνάζει και σήκωσε το χέρι της για να μου υποδείξει κάποιον ή κάτι πίσω μου.


Συμμετείχαν:
Νίκος Καρδαμπίκης, Μάρθα Τσαλικίδου, Dorothy Giannadaki, Foni Fanmpire, Σοφία Κραββαρίτη, Σωτηρία Σαββοπούλου, Angelina S.