Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

17.4.16

Ο Ισορροπιστής (Κεφάλαιο 2) - Η Μάστιγα της Ανυπακοής

Ιαπωνία, δύο ναυτικά μίλια έξω από την Οσάκα, ώρα 06:23

     Ήδη είχε αρχίσει να χαράζει στην ανατολή, όμως η ομίχλη πάνω στη θάλασσα δεν άφηνε το φως να περάσει. Το γκρίζο γύρω-γύρω κάλυπτε ένα σάπιο μικρό αλιευτικό που περνούσε εκείνη την ώρα. Επάνω ο πατέρας, ένας μεγάλος σε ηλικία άνθρωπος με άσπρα μαλλιά, σπασμένο πρόσωπο και χοντρά από τη δουλειά δάχτυλα, μαζί με τον άπειρο γιο του. Ο μικρός προσπαθούσε και πάλευε με το δίχτυ για να το ξεμπερδέψει προκαλώντας το χαμόγελο του γέρου πατέρα του.
Εκείνος τον πλησιάζει πιάνει το δίχτυ και με μία κίνηση στρώνεται ωραία και το πετάει στη θάλασσα. Ο μικρός χαμογελά με τη κούραση του και οι δυο τους κάθονται και απλά περιμένουν τη ψαριά της ημέρας.
     Όμως η στιγμή τους και ηρεμία τους θα χαλάσουν απότομα. Μικροί γδούποι αρχίζουν να ακούγονται από κάτω από τη βάρκα. Σηκώνονται για να δουν τι συμβαίνει. Έκπληκτοι βλέπουν μικρές ορδές από ψάρια να κολυμπάνε γρήγορα από την αντίθετη πλευρά που είναι η Οσάκα. Κάποια χτυπούν στο ξύλο της βάρκας και πέφτουν νεκρά. Κάτι τα έχει τρομάξει.
     Ο πατέρας λέει στο γιό να τραβήξουν το δίχτυ γρήγορα. Αμέσως πιάνουν τα σκοινιά και το τραβάνε. Το δίχτυ όμως έχει γίνει πολύ βαρύ σαν έχει πιάσει κάτι. Ο γιός σκέφτεται ότι μάλλον απέδωσε το ψάρεμα τους. Όμως όχι. Αν και οι παλάμες του πονάνε από το τράβηγμα και το κάψιμο, καταφέρνουν να το ανεβάσουν στη βάρκα. Μόλις ξεδιαλύνεται το δίκτυ αποκαλύπτεται μια πέτρα στο σχήμα κεφαλιού. Είναι μαύρη, γυαλιστερή σαν οψιδιανός και με πολλές τρύπες. Ο γιός πάει αν την ακουμπήσει αλλά ο προκατειλημμένος πατέρας του πιάνει το χέρι. Του λέει να βάλει μπρος τη μηχανή για να γυρίσουν γρήγορα στο λιμάνι. Δεν το θέλει αυτό το πράγμα κοντά του. Οι μηχανή παίρνει μπροστά και το σκάφος γυρίζει προς το λιμάνι. Ο πατέρας φεύγει και πηγαίνει στη πρύμνη του σκάφους για να δει τις ορδές των ψαριών. Έχουν σχηματίσει μικρές ομάδες που χοροπηδάνε γρήγορα στο νερό, πασχίζοντας να ξεφύγουν. Ο πατέρας πιστεύει ότι ξέρει γιατί. Η απάντηση είναι στη βάρκα του. Η μαύρη πέτρα που εκείνη τη στιγμή αχνοφαίνεται ένα μικρό κόκκινο φως από μια τρύπα της.
     Ταυτόχρονα στο σπίτι του Τρόι, η Ρουθ καθόταν στο καναπέ κάνοντας ζάπινγκ στη τηλεόραση. Μουσικά βίντεο, ταινίες δράσης, stand-up σκετσάκια δεν στάθηκαν ικανά για να της φτιάξουν τη κατεστραμμένη της διάθεση. Πέντε μέρες μετά από κείνη την αποφράδα μέρα κλείστηκε στον εαυτό της και κατ’επέκταση στο σπίτι του Τρόι. Έτρωγε πολύ λίγο, το πιοτό πήγαινε σύννεφο και η ομορφιά που είχε δει ο Τρόι όταν την πρωτοαντίκρισε, ξεθύμαινε. Λαδωμένα μαλλιά, μαύροι κύκλοι στα μάτια και μια ύποπτη μυρωδιά αναδυόταν από το σώμα της,     
     Ο Τρόι από την άλλη προσπαθούσε, στα ενδιάμεσα που δεν είχε αποστολές, να της ανατάμει το ηθικό. Προσπαθούσε να την πείσει να χαλαρώσει. Τη μάλωνε, καυγαδίζανε, μέχρι που έφτασαν να πιαστούν στα χέρια. Τίποτα όμως δεν της άλλαζε τη διάθεση. 
     Σήμερα ετοιμαζόταν για μια ακόμα αποστολή. Καθώς έβαζε το μπουφάν του είδε την Ρουθ αγκαλιασμένη με το μπουκάλι του ουίσκι. Της λέει τότε ειρωνικά:
«Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου. Σκοπεύεις να προχωρήσεις καθόλου στη ζωή σου;»
«Χέσε με ρε μαλάκα, με τα εύκολα λόγια σου. Εσύ είσαι Ισορροπιστής. Τι ανάγκη έχεις; Αλί σε μένα που έπρεπε να μάθω και να δω όλα αυτά τα….τα…κατάλαβες».
«Μάλιστα. Και τώρα; Θα μείνεις καθηλωμένη στο καναπέ μέχρι να έρθει ο βαρκάρης να σε παραλάβει;»
«Είναι μια ιδέα κι αυτό. Εξάλλου είπες ότι δεν έχεις πρόβλημα».
«Όντως δεν έχω. Θα σε προστατέψω από οτιδήποτε υπερφυσικό. Δε μπορώ όμως να σε προστατέψω και από τη κατάθλιψη».
«Δε στο ζήτησα».
     Η εκνευριστική της απάντηση θα έμενε λογικά αναπάντητη από τον Τρόι. Ξεκίνησε να αποϋλοποιείται αλλά σταμάτησε απότομα. Τη κοιτάζει, εμφανώς ενοχλημένος, και της λέει: 
«Ξέρεις παλεύω κάθε μέρα εναντίον τεράτων και παίζω τη ζωή μου κορώνα-γράμματα. Σταματάω ανθρώπους από το να φθάσουν σε γνώσεις που δεν είναι ακόμα έτοιμοι να δεχθούν. Τα τελευταία έντεκα χρόνια η ζωή μου είναι μια διαρκής σκατότρυπα, κι όμως αντέχω. Ξέρεις γιατί; Γιατί συνήθισα στο σκοτάδι».
«Υπάρχει κάποια κατάληξη σ’ αυτό το λογύδριο;»
«Υπάρχει. Σήκω πάνω».
     Και τη πιάνει από το χέρι και τη σηκώνει. Εκείνη προσπαθεί να αντισταθεί αλλά ο Τρόι τη τραβάει βιαίως στο υπνοδωμάτιο του. Μόλις φθάνουν τη πετάει πάνω στη καρέκλα του γραφείου του και ανοίγει τον υπολογιστή του. Εκείνη τον ρωτάει οργισμένα:
«Τι σ’ έπιασε ρε μαλάκα;»
«Ποιος είναι ο μεγαλύτερος σου φόβος;»
«Ορίστε;»
«Ο μεγαλύτερος σου φόβος, Ρουθ. Τι φοβάσαι;»
«Το κόψιμο από χαρτί».
«Ενταξ…το κόψιμο από χαρτί; Σοβαρά τώρα».
«Άλλη μια κουβέντα γι’αυτό και θα φας κλωτσιά στ’αρχίδια».
«Εντάξει το περνάω. Πως το αντιμετώπισες;»
«Το αποδέχτηκα ότι μπορεί να γίνει και σταμάτησα να το σκέφτομαι. Που…που θες να καταλήξεις;»
     Ο Τρόι αντί να απαντήσει ανοίγει ένα φάκελο και στην οθόνη εμφανίζεται ένα κατεβατό ακουστικών αρχείων. Η Ρουθ εξακολουθεί να μην καταλαβαίνει και να τον κοιτάζει απορημένη. Εκείνος τότε της λέει:
«Ένας από τους κανόνες των Ισορροπιστών είναι ότι πρέπει να κρατούν αρχείο των αποστολών τους με οποιοδήποτε τρόπο. Μ’αυτό το τρόπο ο επόμενος Ισορροπιστής θα ξέρει σε τι κόσμο μπαίνει».
«Ωραία. Και;»
«Αυτά είναι αρχεία έντεκα χρόνων. Τα ηχογράφησα μετά από κάθε αποστολή. Θέλω να τ’ακούσεις».
«Και για πιο πούστη λόγο να μπω σ’ αυτό το μαρτύριο».
«Για να εγκλιματιστείς. Είσαι μέρος του αληθινού κόσμου πλέον. Του κόσμου πίσω από κάθε τοίχο και κάτω από κάθε γρασίδι. Είσαι μέρος της αληθινής γνώσης. Της γνώσης που έκανε και μένα Ισορροπιστή».
«Τα χρυσά σου χέρια σε κάναν Ισορροπιστή».
«Όχι κούκλα. Αυτά τα χέρια είναι απλά εργαλεία. Το να κοιτάξεις το διαφορετικό κατάματα και να μην υποχωρήσεις· αυτό σε κάνει πραγματικό Ισορροπιστή.
«Τρόι, δε μπορείς να μ’αναγκάσεις να το κάνω αυτό. Δε μπορείς».
«Δε σ’ αναγκάζω, σου δίνω μια επιλογή. Όπως λέω συνήθως υπάρχει ο εύκολος τρόπος, δηλαδή να γυρίσεις στη ασφαλή κραιπάλη του καναπέ και να μείνεις εκεί μέχρι να πεθάνεις από σηψαιμία. Υπάρχει κι ο διασκεδαστικός τρόπος, να ακούσεις πως βρυχάται το υπερφυσικό όταν είναι στα ντουζένια του. Η επιλογή δική σου κούκλα».     
     Τότε αποϋλοποιείται. Η Ρουθ μένει μόνη της απέναντι στον υπολογιστή. Το ανθρώπινο της ένστικτο την ωθεί ώστε να εκπληρώσει τη περιέργεια της. Αλλά ο φόβος της είναι μεγάλος. Τι τερατουργήματα θα μπορούσε να μάθει; Τι δυνάμεις μας απειλούν; Η Ρουθ σ’ όλη της τη ζωή τα έβαλε με ανθρώπους πιο δυνατούς από αυτήν και επιβίωσε. Θυμάται όλες τις φορές που ήρθε αντιμέτωπη με τον φόβο και τον ξεπέρασε. Όλο αυτό το συναίσθημα την ξανακατακλύζει. Πιάνει τα ακουστικά, τα φοράει και σέρνει το ποντίκι τυχαία σένα αρχείο. Ακούει τη φωνή του Τρόι σαν αφηγητή να διηγείται:
«18 Οκτωβρίου 2006, Πουέμπλα, Μεξικό. Η αποστολή ήταν εύρεση και διάσωση. Ένας άγγελος από το τάγμα των Ψυχοποιών είχε πέσει στη Γη. Οι ελίτ δυνάμεις της κολάσεως κινητοποιήθηκαν προκειμένου να τον πιάσουν και να μάθουν όλα τα μυστικά για τη δημιουργία της ψυχής. Δε θέλω να φανταστώ τι βασανιστήρια θα περνούσε αν τον έπιαναν. Εξοπλίστηκα με ένα αυτόματο G36, ένα πιστόλι Zigana κι ένα μαχαίρι Ka-Bar των πεζοναυτών. Όλα κοινά όπλα αλλά με σφαίρες και μέταλλο φτιαγμένο από αγγελικό όπλο λιωμένο στη φωτιά της κόλασης. Τηλεμεταφέρθηκα και τον βρήκα εύκολα, σ’ ένα σώμα εικοσάχρονου, σ’ ένα εγκαταλειμμένο νοσοκομείο. Έπρεπε να τον πάω στο ποταμό Ατόγιακ όπου θα τον παραλάμβαναν οι δικοί του. Για πέντε ώρες η Πουέμπλα έγινε πεδίο μάχης. Πάλεψα σκληρά και έστειλα πολλούς κυριολεκτικά στο διάολο. Δεν τους ένοιαζε που τα έβαζαν μ’έναν Ισορροπιστή, απλά ορμούσαν σε αποστολή αυτοκτονίας. Κάποια στιγμή τα όπλα μου με πρόδωσαν και μπλόκαραν. Το μαχαίρι έκανε όλη την υπόλοιπη δουλειά. Έσπειρε κραυγές και αίμα ανθρώπων. Τελικά κατάφερα να τον ρίξω στο ποταμό όταν ένα ουράνιο φως τον απορρόφησε πίσω στο παράδεισο. Τελικός απολογισμός: 26 νεκροί άνθρωποι. Όσον αφορά τους δαίμονες, έχασα το λογαριασμό πόσους σκότωσα».
«21 Ιουλίου 2009, Ούστερ, Ελβετία. Κάθε Ισορροπιστής έχει αντιμετωπίσει τη συγκεκριμένη απειλή. Τα Ζλας είχαν ξαναμπεί στο κόσμο μας μέσω του αποχετευτικού συστήματος της πόλης και είχαν αρχίσει να μολύνουν τους κατοίκους. Οι Ρυθμιστές μου έδωσαν εντολή θνητοποίησης. Με μεγάλη ευχαρίστηση απάντησα. Ήξερα ότι αυτά τα μικρά μπλε χνουδωτά ποντίκια είχαν αλλεργία σ’ ένα πράγμα. Το μέλι. Πήρε μερικά βαζάκια σ’ ένα πάκο και ξεκίνησα τον εντοπισμό. Έπρεπε να κάνω γρήγορα, καθώς η επώαση του ιού Ζλα χρειάζεται περίπου πέντε ώρες. Μετά από αυτό οι άνθρωποι θα άρχιζαν να δαγκώνουν ο ένας τον άλλον μεταφέροντας τον ιό. Ευτυχώς τα συγκεκριμένα πλάσματα είναι ηλίθια και δεν ξέρουν να κρύβονται. Εντόπισα μερικούς φορείς τους κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό. Τους ανάγκασα να καταπιούν το μέλι και να τους κάνω υποχείρια μου. Τρεις φορείς ήταν αρκετοί για να οδηγήσουν το υπόλοιπο κοπάδι εκεί που τους διέταξα. Σε μια εγκαταλειμμένη φάρμα. Χρησιμοποίησα έναν ζητιάνο ως βασικό φορέα και τους προέτρεψα να μπουν εδώ αν δεν θέλουν να τους πειράξω. Φυσικά το έχαψαν και από 54 ανθρώπους εισχώρησαν όλα στο ζητιάνο. Μια καλή μπουνιά θνητοποίησης ήταν το κερασάκι στη τούρτα. Ο τύπος που βγήκε συνελήφθη και βρίσκεται πλέον σε ψυχιατρική κλινική. Ευτυχώς δεν υπήρξαν θύματα».       
     Η Ρουθ συνέχισε να ακούει τις ιστορίες του με θαυμασμό. Βρισκόταν κοντά σ’ έναν αληθινό ήρωα, απ’αυτούς που διαβάζουμε στα παραμύθια και έπρεπε να περάσουν πέντε μέρες για να το καταλάβει. Το 2005 σταμάτησε έναν εμφύλιο μεταξύ δύο διαφορετικών καστών λυκανθρώπων, αναγκάζοντας τους σε ανακωχή. Το 2013 εισέβαλλε στη κατασκήνωση μιας αρχαιολογικής ομάδας στη Πολωνία και πήρε έναν αρχαίο πάπυρο προκειμένου να μη μαθευτεί η ύπαρξη του. Μπροστά της ανοίχτηκε ένας κόσμος, όχι τόσο διαφορετικός από τον δικό μας, όπου το κακό και το καλό είναι συγγενείς έννοιες. Η γνώση αυτή ήταν πολύ μεγάλη στους φακέλους και η Ρουθ προσπαθούσε να την απορροφήσει ολόκληρη.
     Μετά από αρκετές ώρες ακούσματος κουράστηκε και πρόσεξε ότι η ώρα ήταν προχωρημένη. Έβγαλε τα ακουστικά όταν άκουσε τον χαρακτηριστικό ήχο της τηλεμεταφοράς του Τρόι. Αμέσως, γυρίζοντας, του λέει:
«Φίλε, αυτά τα αρχεία είναι….Χριστός και Παναγία! Τι έπαθες;»
     Ο Τρόι ήταν καλυμμένος κατά το ήμισυ με αίμα αλλά φαινόταν μια χαρά στο πρόσωπο. Της λέει πολύ ήρεμα:
«Αυτό συμβαίνει όταν πας να επαναφέρεις ένα Ρόκελον πίσω στις φυλακές του Καθαρτηρίου. Αυτόανατινάσσονται προκειμένου να ξεφύγουν».
«Είσαι καλά; Χρειάζεσαι μήπως γιατρό;»
«Ααα κούλαρε Ρουθ. Δεν είναι ο πρώτος φυγάς που πάω να πιάσω. Στα δικά μας όμως. Άκουσες τις ιστορίες;»
«Ν…ναι κάποιες. Όχι όλες».
«Και;»
«Εντάξει Τρόι. Κέρδισες. Ήταν μια καλή μπινιά αυτή με τα αρχεία. Νοιώθω κάπως καλύτερα και δε τρέμω τη σκιά μου».
«Κυρίες και κύριοι, η Ρουθ Τζέιμσον είδε το φως το αληθινόν. Ζήτω!»    
«Πολύ αστείο! Αυτό δεν αλλάζει όμως το γεγονός ότι ακόμα δεν έχει ρυθμιστεί ο εγκέφαλος μου ώστε να σε ξεχάσω. Επιπλέον δεν αλλάζει το γεγονός ότι ίσως ακόμα να κινδυνεύω, από κάποιο άλλο δαιμονικό κορίτσι».
«Γι’αυτό είμαι εδώ. Ντύσου».
«Συγνώμη;»
«Θα πάμε να βρούμε μερικές απαντήσεις. Σιγά μη περιμένω από τους Ρυθμιστές να λύσουν τέτοιο πρόβλημα».
«Που θα πάμε;»
«Στα καταγώγια του υπερφυσικού κόσμου. Ώρα για λίγο Νόμος και Τάξη σε supernatural edition. Αφού πρώτα κάνω ένα μπανάκι».
«Όντως το χρειάζεσαι. Βρωμάς».
     Χαμογέλασαν και οι δύο καθώς πλέον η σχέση τους έμπαινε σ’ ένα πιο υγιές στάδιο.
     Την ίδια στιγμή στην Οσάκα ένα μίνι βαν της χημικής υπηρεσίας του κράτους ήταν στο λιμάνι. Δύο τύποι με τις χαρακτηριστικές λευκές στολές προστασίας, βάζουν την πέτρα σ’ ένα ειδικά διαμορφωμένο ατσάλινο κουτί. Ο πατέρας και ο γιός δίνουν κατάθεση σ’ έναν άλλο επιστήμονα ενώ την όλη διαδικασία παρακολουθεί μια νεαρή κοπέλα. Φοράει ιατρική ρόμπα, όπου πάνω της ανεμίζουν τα μακριά μαύρα της μαλλιά και είναι πανέμορφη. Το εταιρικό της καρτελάκι γράφει Μαντόκα Τσουκίνο.  
     Το κουτί μπαίνει στο βαν και η Μαντόκα επιβιβάζεται μαζί με τους συναδέλφους της. Κανείς τους όμως δεν έχει πάρει χαμπάρι ότι παρακολουθούνται. Πίσω από δίχτυα και σε καλή απόσταση μια άλλη κοπέλα τους παρακολουθεί. Μόλις το βαν φεύγει σηκώνει το κινητό της και λέει στην άλλη γραμμή:
«Ήρθε. Μάζεψε τις υπόλοιπες και συναντήστε με το βράδυ στο είσοδο των χημείων».
     Παράλληλα ο Κλαρκ πήγαινε να συναντήσει έναν παλιό του φίλο-κατάδικο σε κατ’οίκον περιορισμό στα προάστια της Ουάσινγκτον. Τον 16χρονο Ντέρεκ που από μικρή ηλικία χάκαρε τα συστήματα πέντε τραπεζών και εξαφάνισε γύρω στα 55 εκατομμύρια. Ο Κλαρκ όμως τον βρήκε και τον συνέλαβε. Επειδή ήταν μικρός καταδικάστηκε σε κατ’οίκον περιορισμό και απαγόρευση χρησιμοποίησης κάθε είδους ηλεκτρονικής συσκευής. Ο Κλαρκ το ήξερε αυτό, γι’αυτό κουβαλούσε μαζί του το δικό του λάπτοπ.
     Χτύπησε τη πόρτα και του άνοιξε ο μικρός αφροαμερικανός κατσουφιασμένος. Ο Κλαρκ κατευθείαν μπαίνει και τον ρωτά:
«Πως είσαι μικρέ;
«Δεν έχω υπολογιστή, δεν έχω ίντερνετ, δε μπορώ να παίξω minecraft οπότε….όλα καταπληκτικά. Τι θες ντετέκτιβ;»
«Το ταλέντο σου».
«Σοβαρά;»
«Πρόσεξε Ντέρεκ, παίζω τη καριέρα μου ερχόμενος εδώ. Πριν προχωρήσουμε, θέλω να με κοιτάξεις στα μάτια και να μου πεις ότι μπορώ να σε εμπιστευτώ».     
     Ο Ντέρεκ θρασύς καθώς ήταν τον κοίταξε. Η αλήθεια ήταν ότι εκείνα τα εκατομμύρια ποτέ δεν εντοπίστηκαν. Ο Κλαρκ από τα στοιχεία που είχε, είχε την υπόνοια ότι τα έδωσε σε φιλανθρωπικό σκοπό. Ο Ντέρεκ λοιπόν του απάντησε:
«Λέγε».
«Θέλω να χακάρεις στο παγκόσμιο σύστημα αστυνομίας και να βρεις αυτές τις παραμέτρους».
     Ο Ντέρεκ κοιτάζει το χαρτάκι του Κλαρκ. Αμέσως τον ρωτά:
«Λιωμένα γυαλιά; Αφανείς ήρωες; Τι είναι όλα αυτά;»
«Μη ρωτάς πολλά. Θέλω να βρεις υποθέσεις με βάση αυτές τις παραμέτρους. Μπορείς να το κάνεις;»
«Άνετα».
«Πρόσεξε. Θα κάνεις μόνο αυτή τη δουλειά. Τίποτε άλλο».
«Καλά, εντάξει».
     Μ’αυτή την σημείωση ο Κλαρκ φεύγει και ο Ντέρεκ ξεκινάει τα μαγικά του.
     Πίσω στη Νέα Υόρκη, ο Τρόι και η Ρουθ περπατούσαν στα Κουίνς. Η Ρουθ βομβάρδιζε με ερωτήσεις τον Τρόι και εκείνος έμοιαζε αρκετά χαρούμενος που επιτέλους μπορούσε να συνομιλήσει γι’αυτά που έπρεπε να κρύβει.
«Πόσο χρόνο χρειάζεται ένα πλάσμα για να καταλάβει έναν άνθρωπο;»
«Πρέπει να δέσουν την ενέργεια τους με τη ψυχή μας. Μπορεί να πάρει από μερικά δευτερόλεπτα μέχρι και δεκαετίες».
«Εσύ πως καταλαβαίνεις ποιος είναι υπερφυσικό ον».
«Βλέπω τη πραγματική τους μορφή κι αυτοί ξέρουν ποιος είμαι».
«Πρέπει να είναι τρομακτικό».
«Περισσότερο γι’αυτούς». 
     Φθάνουν έξω από μια σαπισμένη αλουμινένια πόρτα. Η Ρουθ κοιτάζει τριγύρω και κουνάει το κεφάλι της. Λέει:
«Ααααχ η μυρωδιά του υποκόσμου. Τη ξέρω καλά».
«Σωστά. Επίσης εδώ βρίσκονται μερικοί από τους ρουφιάνους μου».
«Έχεις ρουφιάνους;»
«Φυσικά. Πως νομίζεις ότι προλαβαίνω όλα τα εγκλήματα; Λοιπόν, πριν μπούμε, άκου. Μέσα είναι γεμάτο από Γιόμπορας, το πιο κοινό είδος στους γαλαξίες και οι καλύτεροι ρουφιάνοι. Χώνουν τη μύτη τους παντού».
«Οκ».
«Μόλις θα μπούμε μέσα, θα κρατήσεις τη ψυχραιμία σου σε ότι κι αν δεις. Είναι κτήνη, αλλά απαραίτητα κτήνη».
«Θα προσπαθήσω».
     Η απάντηση της δεν τον καθησύχασε αλλά παρόλα αυτά άνοιξε τη πόρτα και μπήκαν μέσα. Ένας μισοφώτεινος χώρος γεμάτος φρίκη αποκαλύφθηκε μπροστά τους. Ασχημομούρικα ανθρώπινα δοχεία να τρώνε όλα μαζί, να παλεύουν, να κατεβάζουν ποσότητες από οτιδήποτε ρευστό. Σε κάποιες γωνιές συνουσιάζονταν ή ουρούσαν. Η υγιεινή του χώρου φυσικά ανύπαρκτή. Η Ρουθ είχε ξαναδεί στο παρελθόν τέτοια καταγώγια, αλλά τίποτα σαν αυτό. Συγκλονισμένη λέει:
«Δε θα κρυβόμουν εδώ, ακόμα κι αν με κυνηγούσε όλη η κόλαση».
«Μεγάλα λόγια, Ρουθ».
     Είπε με χαμόγελο ο Τρόι και προχώρησε. Φυσικά όλα τα Γιόμπορας άνοιγαν δρόμο και δεν τολμούσαν ούτε καν να τον κοιτάξουν. Μερικά απ’αυτά κιόλας σχεδόν τον προσκυνούσαν. Έφθασαν έξω από μια ξύλινη πόρτα. Ο Τρόι γυρίζει και της λέει:
«Περίμενε εδώ. Ο τύπος μέσα θα δυσκολευτεί να μιλήσει αν έχει απέναντι του άτομο που δε ξέρει».
«Καταλαβαίνω».
     Πήρε ένα σκαμπό και κάθισε σε μια γωνία δίπλα στη πόρτα. Ο Τρόι ανοίγει τη πόρτα και μπαίνει μέσα. Το γραφείο του τύπου βρωμάει τσιγάρο. Στη κεφαλή είναι ένας κοντόχοντρος φαλακρός τύπος που μετράει κάτι λεφτά και γύρω του οι μπράβοι του. Ο Ολ μόλις βλέπει τον Τρόι σηκώνεται και λέει:
«Ο μεγάλος Ισορροπιστής στο φτωχικό μου. Τιμή μου».
«Κόφτο γλείψιμο Ολ. Ήρθα εδώ για πληροφορίες».
«Βεβαίως τι μπορώ να κάνω;»
«Χρειάζομαι ονόματα».
«Τι ονόματα;»
«Λαθραίων ονόματα. Όποιος πέρασε παράνομα τον τελευταίο μήνα».
     Ο Ολ χάνει το αρχικό του χαμόγελο και κάθεται στη καρέκλα του. Αναπνέοντας βαριά λέει:
«Τρόι, αυτό που ζητάς είναι κακό για τις δουλειές μου. Αν οι πελάτες μάθουν ότι τους ρουφιανέυω θα….».
     Ο Τρόι τηλεμεταφέρεται μπροστά στο γραφείο του και τρομάζουν όλοι. Εκείνος σκύβει και απλώνει τα χέρια του στο γραφείο. Τότε, με βλέμμα απειλητικό, λέει:
«Κάνεις δουλειές επειδή στο επιτρέπω εγώ και επειδή μου παρέχεις πληροφορίες. Αν θες να συνεχίσεις να έχεις αυτή τη πολυτέλεια, καλύτερα να σηκώσεις το τηλέφωνο και να αρχίσεις να ψάχνεις».
     Ο Ολ δε γύρισε άλλη κουβέντα. Τρομαγμένος βγάζει μια ατζέντα και αρχίζει να ψάχνει ονόματα. Ο Τρόι τον κοιτάζει με το βλέμμα του μπάτσου που μόλις επιβλήθηκε.
     Στο μεταξύ η Ρουθ καθόταν ήσυχα και παρακολουθούσε το πανδαιμόνιο μες στο μπαρ. Υπό άλλες συνθήκες θα ένοιωθε οικεία αλλά το μέρος δεν την ευχαριστούσε. Κάποια στιγμή τη πλησιάζει μια, ο Θεός να τη κάνει, γυναίκα. Άσχημη, με λαδωμένα μαλλιά και ξεσκισμένα ρούχα. Κρατάει ένα ποτήρι με κάτι που φαίνεται σα κρασί στο πάτο. Το προσφέρει στη Ρουθ και λέει:
«Έλα, πιες».
«Όχι, ευχαριστώ».
«Μη μασάς ρε, πιες. Είναι καλό κρασί 20 χρόνων. Δοκίμασε».
     Η Ρουθ καταλαβαίνει ότι δε θα ξεκολλήσει από πάνω της αν δε δοκιμάσει. Πιάνει το ποτήρι και το κοιτάζει καλά-καλά. Η κοπέλα της κουνάει σα χαζό το κεφάλι για να πιεί. Η Ρουθ τότε το κατεβάζει. Με το που ακουμπάει όμως το υγρό τον ουρανίσκο της κατευθείαν το φτύνει. Όλα τα Γιόμπορας αμέσως την επευφημούν φωνάζοντας. Εκείνη αγανακτισμένη λέει στη γυναίκα:
«Αυτό είναι αίμα».
«Ωραίο έτσι».
     Γυρίζει και τη κοιτάζει με μίσος. Αφήνει το ποτήρι να πέσει και να σπάσει στο πάτωμα και σηκώνεται. Αμέσως της λέει:
«Γαμημένα τέρατα!»
     Από το γραφείο ακούν καυγάδες. Μόνο που διαφέρουν καθώς ακούγεται η φωνή της Ρουθ να βρίζει και να χτυπάει. Ο Τρόι μαζί με τον Ολ τρέχουν έξω. Το θέαμα περιλαμβάνει τη Ρουθ να ξυλοφορτώνει όποιο Γιόμπορας της επιτίθεται.  Τουλάχιστον έξι είναι κάτω και σφαδάζουν από το πόνο. Ο Τρόι τρέχει και την πιάνει κάτω από τις μασχάλες, ακινητοποιώντας την. Ο Ολ κοιτώντας το χαμό γυρνάει και του λέει:
«ΕΞΩ. ΕΞΩ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ. Θα διαμαρτυρηθώ στους Ρυθμιστές». 
     Ο Τρόι καταλαβαίνει το δίκιο του Ολ και σέρνει έξω την αφηνιασμένη Ρουθ. Μόλις βγαίνουν έξω τη σπρώχνει σ’ ένα αμάξι. Εκείνη έχει ακόμα το βλέμμα της οργής. Ο Τρόι τη κοιτάζει και τη ρωτάει:
«Μία ερώτηση μόνο: ΤΙ ΣΤΟ ΠΟΥΤΣΟ;»
«Μου έδωσαν να πιω ανθρώπινο αίμα. Ανθρώπινο ρε μαλάκα, το καταλαβαίνεις;»
«Και;»
«Και; Αυτό έχεις να πεις μόνο; Τι και; Επιτέθηκα όπως θα έκανε ό κάθε φυσιολογικός άνθρωπος».
«Και η φυσιολογική σου κίνηση μόλις μας κόστισε πληροφορίες και μια καταγγελία. Μπράβο Ρουθ!»
«Χέστηκα! Γιατί τους αφήνεις; Υποτίθεται είσαι ο Ισορροπιστής».
«Κανόνας: αν ένα υπερφυσικό ον μπορεί να παράσχει σημαντικές πληροφορίες, τότε ο Ισορροπιστής αποφασίζει για τη προσωρινή παραμονή του στη Γη».
«Μπράβο Τρόι. Κρύψου πίσω από τους ηλίθιους κανόνες σου. Ακούγοντας τις ιστορίες σου πίστευα ότι ήσουν ήρωας. Τελικά δεν είσαι τίποτε άλλο, παρά ένα γαμημένος γραφειοκράτης».
«Γρα….γραφειοκράτης; Αυτό ήτανε μωρή».
     Αμέσως πέφτει πάνω της και τηλεμεταφέρονται στο μαγαζί της Ίρμα. Της κάνει με το χέρι να την ακολουθήσει και μπαίνουν στο υπόγειο του μαγαζιού. Η Ίρμα τους ακολουθεί έκπληκτη με το απότομο της σκηνής. Μόλις φθάνουν στο υπόγειο ο Τρόι της δείχνει μια καρέκλα, όπου είναι καθισμένο ένα παιδάκι καλυμμένο με κουβέρτα. Φαίνονται μόνο τα πόδια του. Ο Τρόι της λέει:
«Πήγαινε, τράβα τη κουβέρτα».
     Εκείνη υπακούει και πάει με αυτοπεποίθηση να τραβήξει. Μόλις όμως το κάνει αποκαλύπτεται μπροστά της κάτι πραγματικά τρομακτικό. Μόνο τα πόδια ήταν ανθρώπινα, καθώς το υπόλοιπο σώμα ήταν ξύλινο. Το μικρό κοριτσάκι είχε το σουλούπι μιας παλιάς κούκλας πριν βαφτεί και βγει στη βιτρίνα. Η Ρουθ κάνει πίσω για λίγο τρομαγμένη από το θέαμα. Από τη μία φοβάται και από την άλλη νοιώθει θλίψη για το πλασματάκι αυτό. Στο τέλος όμως μόνο ένα συναίσθημα θα υπερισχύσει. Το κοριτσάκι ανοίγει τα μάτια του και οι ήχοι από το τρίξιμο του ξύλου ανατριχιάζουν τους πάντες μέσα. Κοιτάζει τη Ρουθ και λέει:
«Βοή…θεια».    
     Η Ρουθ συγκλονίζεται και τη πλησιάζει. Το ένστικτο της μάνας που πονάει για το παιδί της ξυπνάει μέσα της και αγκαλιάζει το κοριτσάκι. Σπαράζει σε λυγμούς καθώς τη κρατάει στα ζεστά της χέρια. Ο Τρόι όμως θα σταματήσει αυτή τη σκηνή τραβώντας μακριά τη Ρουθ και ξαναβάζοντας τη κουβέρτα πάνω της. Η Ρουθ δακρυσμένη δείχνει τη μικρή, κοιτάζει τον Τρόι και τον ρωτάει:
«Γιατί;»
«Έξι μέρες πριν ένας Δρυΐδης από το Φαρμακερό Δάσος πέρασε παράνομα στη Γη. Απήγαγε έξι παιδιά από τα κρεβάτια τους και σκόπευε να τα κάνει όλα δέντρινα και να τα φάει για να καρδαμώσει. Ξέρεις πως τον βρήκα;»
«Πως;»
«Με πληροφορίες, κούκλα μου. Το να είσαι Ισορροπιστής σημαίνει πολλά πράγματα. Ένα από αυτά είναι να παίρνεις δύσκολες αποφάσεις του στυλ, σκότωσε εκατομμύρια για να σώσεις δισεκατομμύρια. Αν κάθε υπερφυσικό ον πάνω στη Γη το σκότωνα η το θνητοποιούσα δε θα είχα πόρους για να σταματήσω μεγαλύτερα εγκλήματα».
«Που θες να καταλήξεις;»
«Άφησα ένα όν να πουλήσει απόρρητες πληροφορίες σε Βορειοκορεάτες προκειμένου να μου δώσει πληροφορίες για τον Δρυΐδη και ίσως να μου δώσει και στο μέλλον. Αυτή τη στιγμή η χώρα μας είναι εκτεθειμένη. Έπρεπε όμως να το κάνω για να σώσω τα παιδιά και να φέρω αυτή τη μικρή στην Ίρμα, προκειμένου να τη κάνει κανονική ξανά. Όποτε ρε συ Ρουθ για πες μου τώρα, πόσο γραφειοκράτης είμαι;»      
     Έπεσε ησυχία για λίγο στο υπόγειο. Η Ρουθ κατάλαβε ακριβώς πλέον τη σήμαινε να είσαι Ισορροπιστής. Κι όσον αφορά τις δύσκολες αποφάσεις, ήξερε πολύ καλά απ’αυτές. Η δουλειά της την έφερε πολλές φορές αντιμέτωπη με τέτοιες.
     Απάντηση όμως στο ερώτημα του δεν είχε πάρει ακόμα. Όποτε μια νέα αντρική φωνή μπήκε στο υπόγειο και είπε:
«Μακάρι να ήσουν γραφειοκράτης. Θα ήταν πιο εύκολη η δουλειά μου».
     Ίρμα και Ρουθ γυρίζουν για να δουν, ενώ ο Τρόι όχι. Βλέπουν στην είσοδο του υπογείου έναν καλοντυμένο άντρα γύρω στα 35 με τέλεια στρωμένο μαύρο μαλλί, πράσινα μάτια και κυκλικό γένι-μουστάκι. Ο Τρόι γυρίζει και τον κοιτάζει απογοητευμένος. Ο άντρας του κάνει νόημα με τα δάχτυλα να τον ακολουθήσει. Τότε ο Τρόι γυρίζει στη Ρουθ και τη ρωτάει:
«Είσαι ευχαριστημένη τώρα;»
     Πίσω στη Οσάκα. Έξω είναι νύχτα και το κτίριο των κρατικών χημείων είναι κλειστό. Η μόνη που εργάζεται ακόμα είναι Μαντόκα που κάθεται μόνη στο εργαστήριο και προσπαθεί να πάρει δείγμα από τη πέτρα. Μάταια όμως, καθώς είναι πολύ σκληρή. Στην είσοδο του κτιρίου εμφανίζεται η κοπέλα από το λιμάνι. Ο φύλακας στην είσοδο τη βλέπει θρασύτατα να παραβιάζει τη κλειδαριά και να μπαίνει μέσα. Αμέσως τρέχει να τη συλλάβει. Εκείνη όμως βγάζει μια κραυγή και το δέρμα του τύπου νεκρώνεται σε δευτερόλεπτα, γίνεται γκρίζο, και πέφτει νεκρός. Προχωράει μπροστά ενώ παράλληλα μια ντουζίνα ακόμα κοπέλες μπαίνουν μαζί της.  
     Οι γυναίκες αυτές κραυγάζουν σε όποιον βρουν στο διάβα τους. Το κτίριο αρχίζει να μυρίζει σήψη. Η Μαντόκα απορροφημένη από τη δουλειά της δεν έχει πάρει χαμπάρι του τι συμβαίνει, ούτε έχει ακούσει κάτι. Έξαφνα λοιπόν μια ομάδα γυναικών εισβάλουν στο γραφείο της. Εκείνη πιάνεται εξαπίνης και δε προλαβαίνει να αντιδράσει όταν την πιάνουν και την ακινητοποιούν. Οι γυναίκες αυτές πετάνε στο πάτωμα ότι γυαλικό υπάρχει στο τραπέζι. Μόλις αδειάσει τη βάζουν δια της βίας επάνω και τη κρατάνε ακίνητη. Η καρδιά της πάει να σπάσει από το φόβο. Η ηγετική κοπέλα μπαίνει και αφού σκάσει ένα χαμόγελο στη Μαντόκα, πιάνει τη πέτρα και με τα δύο της χέρια. Βγάζει μια κραυγή. Αμέσως η πέτρα αρχίζει να κοκκινίζει απ’όλες τις τρύπες. Μέσα από το κόκκινο βγαίνουν μάυρα φίδια που αμέσως πηγαίνουν προς τη Μαντόκα. Εκείνη νοιώθει το κρύο φιδίσιο δέρμα και κλαίει γοερά και χτυπιέται για να ξεφύγει. Μάταια όμως. Τα φίδια έχουν φτάσει στο πρόσωπο της. Ένα τη κοιτάζει και βγάζει τη διχαλωτή του γλώσσα. Αμέσως μπαίνει μέσα στο στόμα της και το ακολουθούν και τα υπόλοιπα. Οι γυναίκες την αφήνουν καθώς η μετάβαση έχει ξεκινήσει. Όλες χαμογελούν καθώς περισσότερα φίδια βγαίνουν από τη τρύπα. Η Μαντόκα αργά και σταθερά χάνει την ανθρώπινη υπόσταση της.  
     Στο μεταξύ, Ίρμα και Ρουθ κάθονται πίσω από το πάγκο του μαγαζιού και κοιτούν τους δύο άντρες που λογομαχούν. Φυσικά, η Ρουθ ρωτάει:
«Ποιος είναι αυτός;»
«Ο Δίραξ, αρχηγός της Ρυθμιστικής Φρουράς. Όταν τελειώνει μια αποστολή του Ισορροπιστή, αυτός και η ομάδα του σπεύδουν για να αλλάξουν τη πραγματικότητα και να κρατήσουν τη κατάρα.
«Χειροκίνητη κατάρα. Μάλιστα, καινούργιο αυτό. Και γιατί μαλώνουν τώρα;»
«Προφανώς ο Τρόι παραβίασε κάποιους κανόνες. Δε μου φαίνεται περίεργο. Δεν έχει τυχαία το προσωνύμιο Κυνικός».
«Ορίστε;»
«Α, δε στο πε; Κάθε Ισορροπιστής αποκτάει ένα προσωνύμιο. Δεν είναι στους κανόνες απλά έμεινε σα παράδοση. Ο Ρωμαίος Ισορροπιστή, ο Καουμπόι, ο Ούνος, η Αμαζόνα».  
     Κι ενώ η Ρουθ προσπαθεί να καταλάβει γιατί πήρε αυτό το προσωνύμιο, έξω ο Τρόι έχει ανάψει για τα καλά με τον Δίραξ και του λέει:
«Γαμημένο, φανατικό, ηλίθιο κατασκέυασμα. Εκεί κολλημένος με τους κανόνες, μη τυχόν και αποκλίνεις λίγο».
«Αυτή είναι η δουλειά μου και είμαι περήφανος για αυτή. Εσύ από την άλλη εδώ και έντεκα χρόνια κάνεις ότι μπορείς για να ευτελίζεις το τίτλο σου. Έχεις ιδέα τι βαριά τιμή έχει ένας Ισορροπιστής».
«Η τιμή δε θα σώσει τον κόσμο απ’αυτό που έρχεται».
«Τι έρχεται ρε Τρόι; Για πες».
«Δε ξέρω. Κάτι όμως δε πάει καλά. Το νοιώθω, το αισθάνομαι. Όλη μου η ύπαρξη δονείται».
«Ανοησίες».
«Σοβαρά. Τελευταία φορά που είχαμε αυτή τη κουβέντα ήταν, κάτσε πότε να δεις; Α ναι! Στη Μαρσέιγ. Αν μ’ακούγατε εκείνη τη μέρα δε θα χάναμε 202 ανθρώπους».      
     Η συζήτηση σταματάει απότομα καθώς ο Δίραξ φέρνει στη μνήμη του εκείνη τη μαύρη μέρα. Οι Μάγισσες του Γανυμήδη απήγαγαν 202 ανθρώπους. Μπήκαν στη Γη με την έγκριση των Ρυθμιστών, παρά τις φωνές του Τρόι. Το έγκλημα τους δε μπορούσε να ξεγίνει καθώς σχεδόν είχαν νομιμοποιηθεί και οι Ρυθμιστές έπρεπε να ακολουθήσουν τους κανόνες. Ο Δίραξ όμως τα αποβάλει όλα αυτά από τη μνήμη του και λέει στο Τρόι:
«Σταμάτα ότι κάνεις. Τελευταία επίπληξη».      
     Εξαφανίζεται μπροστά του ενώ ο Τρόι σφίγγει τα χείλια του από τα νεύρα του. Μπαίνει ξανά στο κατάστημα και βγάζει από τη τσέπη του τα κλειδιά του σπιτιού του. Τα αφήνει στο πάγκο και λέει στη Ρουθ:
«Πήγαινε σπίτι και μη το κουνήσεις από κει μέχρι να γυρίσω».
«Τρόι…»
«Δε θέλω κουβέντες. Απλά κάντο».
     Εξαφανίζεται και η Ρουθ παίρνει τα κλειδιά και περπατάει προς τη πόρτα με κατεβασμένο το κεφάλι. Η Ίρμα τη κοιτάζει και ξέρει ότι δε μπορεί να κάνει κάτι για να της απαλύνει τη καρδιά. Λέει όμως:
«Το κοριτσάκι θα γίνει καλά».
     Ένα χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπο της Ρουθ. Δεν το δείχνει και απλά ανοίγει τη πόρτα και φεύγει.
     Την ίδια στιγμή, στο αστυνομικό τμήμα, ο Κλαρκ καθόταν στο γραφείο του και μελετούσε κάτι αναφορές. Στη πραγματικότητα απλά περνούσε στο ντούκου όλα τα χαρτιά, καθώς είχε το μυαλό του στην αποστολή που ανέθεσε στον Ντέρεκ. Και ω του θαύματος, το κινητό του χτύπησε και είδε ότι ήταν ο Ντέρεκ. Το σηκώνει και λέει:
«Παρακαλώ;»
«Αστυνόμε, έλα αμέσως στο σπίτι μου. Τώρα».
«Τι έγινε ρε;»
«Κάνε αυτό που σου λέω. Είναι επείγον».
     Ο Ντέρεκ κλείνει το τηλέφωνο απότομα αφήνοντας τον Κλαρκ αναρωτώμενο. Εκείνος σηκώνεται, παίρνει το σακάκι του και ετοιμάζεται να φύγει. Νοιώθει όμως επάνω του τα μάτια του αρχηγού του. Δε γυρίζει να τον κοιτάξει και παίζει ότι και καλά ετοιμάζεται για δουλειά. Χωρίς να δώσει αναφορά ή λόγο σηκώνεται και φεύγει. Ο αρχηγός συνεχίζει να το κοιτάζει ύποπτα.
     Ο Τρόι τηλεμεταφέρθηκε στη πόλη που δε κοιμάται ποτέ, το Λας Βέγκας. Περνώντας ανάμεσα από χλιδάτα αυτοκίνητα και υπέροχες γυναικείες υπάρξεις, μπήκε σ’ ένα από τα καζίνο. Ψάχνοντας μετά από πέντε λεπτά βρίσκει τον άνθρωπο που έψαχνε. Ένας γέρος άνθρωπος , μαύρος με ντύσιμο σαν του Σινάτρα συνοδεύεται από δύο αιθέριες υπάρξεις. Ο Τρόι χαμογελά σατανικά και το πλησιάζει. Μόλις πάει μπροστά του λέει;
«Θείε, τι κάνεις; Δε πρέπει να είσαι δίπλα σε άλλους ανθρώπους. Έχεις ψείρες!»  
     Τα κορίτσια αμέσως τραβάνε τα χέρια τους κάνοντας ίου και φεύγουν βρίζοντας. Ο γέρος δε προλαβαίνει να αντιδράσει και να πει μια κουβέντα. Γυρίζει προς τον Τρόι, που είναι έτοιμος να σκάσει από τα γέλια, και του λέει:
«Θα μου το πληρώσεις αυτό, τσογλάνι».
«Όσο μεγαλώνεις χάνεις το χιούμορ σου, γέρο».
     Κοιτάζονται για λίγο και τελικά πέφτουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Πρόκειται για το προκάτοχο και μέντορα του Τρόι, τον Ισμαήλ Σουγκουλέ, τον Σομαλό Ισορροπιστή. Αφού τελειώνει η αγκαλιά, ο Σουγκουλέ τον ρωτάει:
«Πως είσαι μικρέ;»
«Έτσι κι έτσι. Πρέπει να μιλήσουμε».
     Μ’ένα νεύμα του ο Σουγκουλέ του λέει να τον ακολουθήσει. Οι δύο τους κάθονται σ’ ένα σταντ απομονωμένοι και πίνουν μια γερή γουλιά μπύρα. Ο Σουγκουλέ τότε ανάβει ένα τσιγαράκι κι ο Τρόι τον ρωτάει:
«Δε ξεχνιούνται οι παλιές συνήθειες ε;»
«Με τίποτα. Καλύτερα να πεθάνω από καρκίνο, παρά από κανένα δαίμονα που θέλει το κεφάλι μου για κούπα. Λοιπόν, για πες».
«Ποιο ήταν το τελευταίο μάθημα που μου έδωσες πριν πάρω το χρίσμα;»
«Πάντα να εμπιστεύεσαι το ένστικτο σου».
«Ακριβώς. Το ένστικτό μου, μου λέει ότι κάτι έρχεται. Κάτι δε πάει καλά στην Ισορροπία και δε μπορώ να κάνω τίποτα γι’αυτό».
«Γιατί;»
«Για μάντεψε;»
«Οι Ρυθμιστές. Αυτοί οι άχρηστοι μαλάκες. Ακόμα πιστεύουν ότι μπορούν να ελέγχουν την Ισορροπία. Το ξέρεις ότι αυτοί ευθύνονται για τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο; Αν είχαν στείλει….».
«Σουγκουλέ, ξέρω την ιστορία. Έχω τα αρχεία, μη το ξεχνάς».
«Έχεις δίκιο. Για πες μου τι στοιχεία έχεις για τους ισχυρισμούς σου».
«Έξι μέρες πριν Τρολς πέρασαν με τη φυσική τους μορφή στο κόσμο μας».
«Με τη φυσική τους μορφή; Αυτό έχει να γίνει από το 1912 με τον Τιτανικό».
«Σωστά. Επίσης η τρύπα από την όποια ήρθαν δεν έχει στοιχεία μαγείας ή κάτι άλλο. Φαίνεται σαν να άνοιξε φυσιολογικά μόνη της».
«Η κάποιος σας κάνει να το πιστεύετε αυτό. Δεν ανοίγουν έτσι οι πύλες, Τρόι. Φαντάζομαι το έχουν αναλάβει οι Ρυθμιστές».
«Ναι, εσωτερικά. Αλλά άκου το καλύτερο».
     Ο Τρόι του περιγράφει όλη την ιστορία με τη Ρουθ. Αρχικά ο Σουγκουλέ γελάει όταν ακούει για την απόπειρα δολοφονίας, μιας και κανένας άνθρωπος δε μπορεί να σκοτώσει έναν Ισορροπιστή. Όταν όμως φθάνει στο σημείο όπου η Ρουθ εντοπίζεται με τη δύναμη της Θνητοποίησης και δεν είναι στους τέσσερις υποψήφιους, ο Σουγκουλέ στραβοκαταπίνει. Ο Τρόι τον χτυπάει λίγο στη πλάτη κι όταν επανέρχεται ρωτάει:
«Έχεις ιδέα τι βόμβα πέταξες; Αυτό είναι σοβαρό. Μ’αυτό έπρεπε να ξεκινήσεις».
«Το έχεις ξανακούσει;»
«Όχι, αλλά είναι ανησυχητικό. Όντως κάτι δε πάει καλά».
«Προσπάθησα να κάνω έρευνα αλλά το πιστό τους σκυλί, ο Δίραξ, με σταμάτησε. Το έχουν πάρει πολύ σοβαρά οι Ρυθμιστές, αλλά αμφιβάλω για το τι θα καταφέρουν ή τι θα αποφασίσουν».
«Γάμησε τους, θα αλλάξουμε τη στρατηγική μας».
«Μας; Γιατί πληθυντικός;»
«Γιατί δεν έχεις άλλη επιλογή. Αν θες να κινηθείς στα κρυφά, πρέπει να το κάνεις μέσω άλλου. Ήμουν 29 χρόνια Ισορροπιστής μικρέ και ξέρω να φυλάγομαι».
     Ο Τρόι ήρθε στο Σουγκουλέ για βοήθεια και αντ’αυτού αυτοπροτάθηκε για αποστολή. Επιπλέον είχε δίκιο σ’ αυτά που έλεγε. Ο Τρόι θα τίθετο σε παρακολούθηση από τη Φρουρά και δε θα μπορούσε να κάνει και πολλά. Αντιλαμβανόμενος το πιεστικό της κατάστασης ρωτάει:
«Ωραία, γέρο. Σ’ ακούω. Τι έχεις;»
«Κατά τη διάρκεια της θητείας μου έπεσα τυχαία πάνω σε κάτι αρχαίους πάπυρους».
«Πόσο αρχαίους;»
«Από το πρώτο πολιτισμό. Τότε που ο Πρώτος Ισορροπιστής οδηγούσε έναν ολόκληρο πλανήτη σε πόλεμο με τις φυλές».
«Μια στιγμή γιατί σ’ έχασα. Η κατάρα που έριξαν οι φυλές…».
«Έπεσε στα μυαλά των ανθρώπων. Τα γραπτά όμως έμειναν. Βρήκα τυχαία ένα από αυτά στη Πορτογαλία».
«Πάλι πληθυντικός. Πόσα είναι;»
«Ακριβές νούμερο δε ξέρω. Όμως από τότε που έμαθα γι’αυτά ψάχνω συνέχεια. Βρήκα διάσπαρτα παντού στο κόσμο. Φυσικά δε το είπα ποτέ στους Ρυθμιστές».
«Είσαι μεγάλος καριόλης τελικά. Ποτέ δε σταματάς να με εκπλήσσεις, γέρο. Οπότε αυτοί οι πάπυροι πως μπορούν να μας βοηθήσουν;»
«Είναι τα πρώτα αρχεία από τον Πρώτο Ισορροπιστή. Ευτυχώς για μας ήτο πολυγραφότατος. Σ’ ένα απ’αυτά αναφέρει ένα πολύ ιδιαίτερο ξόρκι. Πρέπει να το διαβάσω για να το θυμηθώ».
«Ωραία, πες μου που είναι να στα φέρω».
«Όχι, θα με στείλεις στη Σομαλία. Εκεί που έμενα. Και πριν πεις οτιδήποτε θυμήσου τι διακινδυνεύεται. Αυτοί οι πάπυροι δε πρέπει να πέσουν στα χέρια των Ρυθμιστών ή των φυλών.  
     Για ακόμα μία φορά ο μέντορας του έχει δίκιο κι αυτό εκνευρίζει τον Τρόι. Όμως δε σκοπεύει απλά να ενδώσει στην επιθυμία του Σουγκουλέ για δράση. Απότομα απλώνει το χέρι του, στο στήθος του Σουγκουλέ και τον μαρκάρει. Το μαρκάρισμα σημαίνει ότι ο Σουγκουλέ τίθεται υπό τη προστασία του Ισορροπιστή και επομένως θα ξέρει σχεδόν κάθε του κίνηση. Ο Σουγκουλέ πάει να μιλήσει αλλά ο Τρόι του λέει:
«Κουβέντα γέρο. Θα πας σε εμπόλεμη ζώνη. Θέλω να σε προλάβω πριν σε φάει καμιά αδέσποτη σφαίρα. Τώρα, ακολούθησε με».
     Και οι δυο τους σηκώνονται και κατευθύνονται προς τις γυναικείες τουαλέτες. Ο Τρόι ακόμα και κάτω από την απειλή της καθαίρεσης συνεχίζει να ψάχνει για απαντήσεις. Τόσο σοβαρά έχει πάρει το ρόλο του.
     Εντωμεταξύ ο Κλαρκ φτάνει στο σπίτι του Ντέρεκ. Εκείνος τον περιμένει στη πόρτα και του κάνει νόημα να βιαστεί. Μόλις μπαίνει στο σπίτι ο Κλαρκ τον ρωτάει:
«Τι έγινε ρε συ; Τι έπαθες;»
«Κλαρκ, δε ξέρω σε τι σκάτα έχεις πέσει, αλλά δε θέλω άλλη ανάμειξη».
«Πες μου απλά τι βρήκες».
«Θα σου πω, αλλά μετά απ’αυτό ξέχνα το τηλέφωνο μου. Δε θέλω άλλες παρτίδες μαζί σου».
«Εντάξει. Λέγε τώρα».
     Τον προτρέπει να κοιτάξει το λάπτοπ. Είναι ανοιχτός ο παγκόσμιος χάρτης σε κίτρινο χρώμα που σιγά-σιγά σκουραίνει. Ο Κλαρκ δε καταλαβαίνει τι βλέπει και ρωτάει:
«Τι είναι αυτό;»
«Έφτιαξα ένα λογισμικό σύμφωνα με τις παραμέτρους που μου έδωσες. Τα πρώτα αποτελέσματα ήταν μόνο από την Αμερική με αφετηρία έξι μέρες πριν. Το έψαξα λίγο καλύτερα και επέκτεινα την έρευνα. Όποτε έβαλα έναν ιό στο παγκόσμιο σύστημα για να βρει κι άλλες τέτοιες υποθέσεις».
«Και;»
«Αυτό που βλέπεις είναι υποθέσεις απ’ολο τον κόσμο. Κι αυτό δεν είναι καν το τρομακτικό. Έβαλα στο λογισμικό το παράγοντα χρονολογία. Κοίτα λίγο στα δεξιά του χάρτη».
     Ο Κλαρκ φέρνει το πρόσωπο του πιο κοντά στο λάπτοπ. Η χρονολογία γράφει το 1700 και κατεβαίνει με ραγδαίους ρυθμούς. Ο Κλαρκ κουνάει το κεφάλι, αρνούμενος να πιστέψει, αυτό που βλέπει. Ο Ντέρεκ τον προλαβαίνει λέγοντας:
«Κλαρκ, οι αναφορές πάνε πίσω στο χρόνο. Κάθε μέρα, κάθε ώρα. Ο χάρτης θα σκουρύνει ακόμα περισσότερο».
«Αποκλείεται».
«Ναι ε; Το διέγραψα και το ξανάφτιαξα τρεις φορές. Βγαίνουν τα ίδια αποτελέσματα».
«Τι μου λες ρε συ; Ότι κάποια αόρατη δύναμη κάνει εγκλήματα μέσα στο χρόνο;»
«Ναι. Το λογισμικό μου δε κάνει λάθος και είμαι σίγουρος γι’αυτό. Βρήκα αναφορές σε διάφορες γλώσσες ακόμα και ξεχασμένες. Έγιναν τέτοιοι παράμετροι σε κράτη που σήμερα δεν υπάρχουν. Κλαρκ πάρτο και φύγε. Απλά φύγε και μη πεις σε κανένα γι’αυτό που είδες».
     Ο Κλαρκ συνεχίζει να κοιτάζει το χάρτη που όντως σκουραίνει. Η χρονολογία κοντεύει να φτάσει στα 1600. Ήλπιζε ότι θα έβρισκε μερικές αναφορές που θα τον οδηγούσαν σε κάποιο απτό και λογικό συμπέρασμα. Τώρα όμως τα έχει τελείως χαμένα. Δε ξέρει τι να πιστέψει.
     Το απόγευμα και καθώς σουρουπώνει ο Τρόι εμφανίζεται στο σπίτι του. Βρίσκει τη Ρουθ στο καναπέ να παρακολουθεί τηλεόραση. Η ίδια νοιώθει αρκετά ένοχη και ψάχνει λέξεις για να απολογηθεί για το ξέσπασμα της. Ο Τρόι κάθεται απέναντι της και της λέει:
«Αυτά τα Γιόμπορας κλέβουν αίμα από τη διπλανή κλινική. Δεν θα τα άφηνα ποτέ να πειράξουν έναν άνθρωπο για πληροφορίες. Ούτε αυτά, ούτε κανένα άλλο ον».
«Σου ζητώ συγνώμη. Αλλά όταν διάβασα τις ιστορίες σου, είδα ότι γίνεται ένας πόλεμος πίσω από τις σκιές και τρελάθηκα. Όταν ήπια το αίμα ξύπνησε μέσα μου το ανθρώπινο κτήνος. Εδώ και μέρες είμαι σ’ ένα κόσμο όχι τόσο διαφορετικό από το δικό μας, αλλά πολύ πιο εφιαλτικό. Συγνώμη λοιπόν που ξύπνησε μέσα μου το αίσθημα της δικαιοσύνης».
«Δε σε καταλαβαίνω ρε συ Ρουθ. Έχεις συνεργαστεί με τύπους σαν τον Ολ. Έχεις σκοτώσει ανθρώπους σαν την Ίρμα για λεφτά. Είσαι φόνισσα. Από πού στο διάολο ξεπήδησε αυτό το αίσθημα δικαιοσύνης; Που ήταν όταν καθάριζες κόσμο;»
     Τα λόγια αυτά θα έστελναν έναν οποιοδήποτε άλλο άνθρωπο σ’ ένα απόμερο σημείο να κλαίει σε εμβρυική στάση. Η Ρουθ όμως, εκπαιδευμένη στο ανθρώπινο κακό, αντιδράει αλλιώς. Κλείνει τη τηλεόραση, σηκώνεται. Στέκεται μπροστά του και αφού τον κοιτάξει για μερικά δευτερόλεπτα του σκάει μια γερή μπάτσα. Ο Τρόι σηκώνεται απορημένος. Εκείνη με ύφος που κρύβει μίσος του λέει:
«Τώρα κατάλαβα γιατί σε λένε Κυνικό. Ναι ρε μαλάκα, σκότωσα ανθρώπους. Στέρησα πατεράδες από κοριτσάκια σαν εκείνο στο υπόγειο. Κοίταζα πάντα να επιβιώνω. Αυτή στιγμή όμως είμαι περισσότερο ανθρωπος απ’ότι θα είσαι ποτέ. Ένας πραγματικός άνθρωπος δεν θα χτυπούσε ποτέ….τόσο…άθλια. Άντε γαμήσου. Ισορροπιστή!»
     Δεν θα τον αφήσει να δει τα δάκρυα της. Απλά θα φύγει και θα κλειδωθεί στο ξενώνα που κοιμάται. Ο Τρόι πίστευε ότι έχει ένα άψυχο όν απέναντι του και τώρα νοιώθει ένοχες για τις κουβέντες του. Κάνει μια κίνηση για να πάει προς το δωμάτιο, όταν ακούγεται το κινητό του. Το κοιτάζει και βλέπει ότι είναι ο Σουγκουλέ. Αποφάσισαν να μιλούν παραδοσιακά καθώς δε θέλαν να κινούν οποιαδήποτε άλλη υποψία. Το σηκώνει και λέει:
«Έλα».
«Τα βρήκα. Σ’ ένα από τα αρχεία λέει πώς να επικοινωνήσουμε με τους προκατόχους μας. Τους νεκρούς Ισορροπιστές».
«Αυτοί είναι στην Ατσαλένια Πόλη. Κανείς δε μπορεί να πάει εκεί. Ούτε καν εγώ».
«Όχι μικρέ, μπορείς. Πρέπει να βρεθούν τρία συγκεκριμένα αντικείμενα και να ενωθούν».
«Ωραία, ας πούμε ότι τα βρίσκω και τα καταφέρνω να μπω. Πως θα με βοηθήσουν;»
«Εδώ γράφει ότι οι προκάτοχοι μας παρακολουθούν τη Γη και μετά θάνατον. Θα σε βοηθήσουν μικρέ».
«Σουγκουλέ, αυτό δε θα περάσει απαρατήρητο. Αν με πιάσουν θα καθαιρεθώ».
«Πρώτος κανόνας των Ισορροπιστών, Τρόι. Προστάτεψε την Ισορροπία με κάθε κόστος. Είσαι έτοιμος να μπεις στο πάνθεον αγόρι;»
     Δεν απαντάει κατευθείαν. Έντεκα χρόνια κάνει ότι του πουν αλλά και του κεφαλιού του. Διάβαζε αρχεία για ηρωικές μάχες που έδωσαν οι προηγούμενοι και περίμενε μια τέτοια μέρα. Να δώσει τη δική του μεγάλη μάχη για το ανθρώπινο είδος. Κοίταξε λίγο προς το ξενώνα. Αμέσως ρωτάει τον Σουγκουλέ:
«Τι πρέπει να κάνω;»
     Πίσω στην Οσάκα, η μεταφορά έχει ολοκληρωθεί. Η πέτρα διαλύεται σε σκόνη και εξαφανίζεται στο πάτωμα. Οι γυναίκες τριγύρω περιμένουν. Η Μαντόκα ανοίγει τα μάτια. Πλέον έχουν το χρώμα του φιδιού. Μια σχισμή στο μάτι. Σηκώνεται απότομα και κοιτάζει έξω από το παράθυρο την ανατολή του ηλίου. Είναι τόσο όμορφο που χαμογελάει και παίρνει μια βαθιά αναπνοή τεντώνοντας τα χέρια της. Στην εκπνοή τα μαλλιά της δένοντας όλα μαζί και μετατρέπονται σε μεγάλα φίδια. Οι γυναίκες μόλις το βλέπουν αυτό, γονατίζουν σε ένδειξη σεβασμού. Εκείνη λέει:
«Αααχ οξυγόνο. Είχα ξεχάσει τη γεύση του».    
     Η ηγέτης της ομάδας χωρίς να σηκώσει το κεφάλι λέει χαμηλόφωνα:
«Αδερφή Μέδουσα, καλωσόρισες».
     Η Μέδουσα επαναφέρει τα μαλλιά της στο αρχικό στάδιο και γυρίζει να κοιτάξει τις γυναίκες. Χαμογελαστή τους λέει:
«Αδελφές μου Γοργόνες σας παρακαλώ. Σηκωθείτε όρθιες. Οι μέρες που γονατίζατε και ανεχόσασταν τους ανθρώπους φτάνουν στο τέλος τους».
     Οι Γοργόνες σηκώνονται όρθιες και τη κοιτάζουν στα μάτια ανυπόμονες να εκτελέσουν όποια εντολή τους δώσει. Η αρχηγός πηγαίνει μπροστά της και ρωτάει:
«Ποιο είναι το σχέδιο;»
«Προς το παρόν υπομονή, Λυσάνδρα. Οι ηγέτες μας ετοιμάζονται. Τους επόμενους μήνες οι άνθρωποι θα βιώσουν κοσμοϊστορικά γεγονότα. Για την ακρίβεια τα τελευταία κοσμοϊστορικά γεγονότα που θα βιώσουν ως είδος».
«Επιτέλους».
«Ναι αδερφή μου. Θα τοποθετήσουμε τους ανθρώπους εκεί που πραγματικά πρέπει να είναι. Στα στομάχια μας!»
     Με μια φωνή όλες βγάζουν μια εφιαλτική κραυγή χαράς. Η Μέδουσα σα γνήσια αρχηγός, με τα χέρια της, τους κάνει να ηρεμήσουν. Μετά τους λέει:
«Θα παλέψουμε. Θα κινηθούμε στις σκιές για λίγο ακόμα και θα πεθάνουμε γι’αυτή την επανάσταση. Το χρωστάμε στα παιδιά μας και στις μελλοντικές γενιές».
«Τι πρέπει να κάνουμε τώρα αδελφή;»
«Προς το παρόν πρέπει να ανακτήσω τη παλιά μου δύναμη. Όποτε χρειάζομαι τροφή για να το κάνω αυτό.
     Και για λίγο πιάνει την ουλή που έχει σχηματιστεί στο λαιμό της. Ένα παλιό τραύμα που τη πονάει ακόμα. Σφίγγει τα μάτια της καθώς το αγγίζει. Οι Γοργόνες το βλέπουν και σκύβουν το κεφάλι. Η Λυσάνδρα λέει:
«Είχα ακούσει γι’αυτή την ουλή. Η ηρωική σου μάχη παραμένει θρυλική ανάμεσα στις φυλές».
«Αλλά δεν έχει εξαγνίσει ακόμα το έγκλημα μου και το πόσο χαζή ήμουν έντεκα χρόνια πριν».
«Αν θυμάμαι καλά ήταν στη Σουηδία».
«Ναι. Κι αυτή η ουλή είναι ο πρωταρχικός λόγος που προσφέρθηκα γι’αυτή την αποστολή».
     Τα μάτια της ξαναγυρίζουν προς τον ήλιο που φωτίζει το πρόσωπο της. Τα αισθήματα κάνουν το δέρμα της περιοδικά σα φολιδωτό. Ενώ τα φίδια-μαλλιά της τσιρίζουν σαν να πεινάνε. Τότε, με το χέρι ακόμα να χαϊδεύει την ουλή, τελειώνει τη φράση της λέγοντας:

«Έχω ανοιχτούς λογαριασμούς μ’αυτό το αρχίδι, τον Τρόι Σίλβερ». 

Γιώργος Πουρλιάκας