Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

11.9.18

Η αιώνια μάχη: Η πτώση (Κεφάλαιο 15) - "Η απαίτηση"

Ο Τιμεών καθόταν στον μαύρο του θρόνο και προσπαθούσε να ηρεμήσει με τα νέα που είχαν έρθει από τη Βαλντάρια και τη Σκοτεινή Περιοχή. Αναστέναξε και φώναξε τον άγγελο φρουρό του.
            «Στις διαταγές σας, Γηραιέ» ανταποκρίθηκε με μια μικρή υπόκλιση τού κεφαλιού του.
            «Φώναξέ μου, σε παρακαλώ, τη Ζωή» διέταξε και με ένα νεύμα του χεριού του, του έδωσε την άδεια να αποχωρήσει και να κάνει αυτό που του είχε ζητήσει.
            «Άρχοντα Γηραιέ μου, αυτό δεν μπορεί να γίνει άμεσα».
            «Και γιατί αυτό;» ρώτησε απότομα κοιτώντας τον στα μάτια.
            «Γιατί έχει σκοπιά στην Πύλη και κανένας δε θα θέλει να πάρει τη θέση της χωρίς να είναι η δικιά του ώρα για βάρδια. Φοβούνται».
            «Τι μπορεί να φοβούνται οι Φύλακες Άγγελοι; Να φρουρήσουν έναν άδειο πύργο;» ρώτησε με θυμωμένο ύφος.
            «Τον θρύλο της φοβερής προφητείας ότι μια τρομερή δύναμη θα βγει από εκεί μέσα και θα αλλάξει τον κόσμο».
            «Καλά, καλά» τον διέκοψε με ένα κούνημα του χεριού του. «Ενημέρωσε, σε παρακαλώ, τον επόμενο φύλακα άγγελο να της πει ότι θέλω να της μιλήσω».       
            «Μάλιστα, άρχοντα Γηραιέ» υποκλίθηκε και έφυγε για να κάνει αυτό που του ζήτησε ο Τιμεών.
             Η πύλη ήταν ένας κυκλικός τεράστιος πύργος με πέτρινη βάση, ύστερα με μια υπέροχη σκούρα ξύλινη επένδυση έως τη μέση του και μετά ήταν ντυμένος με λευκό μάρμαρο. Σκεπή δεν είχε και δέσποζε απροστάτευτος στα στοιχεία της φύσης. Ακόμα και χωρίς σκεπή στεκόταν επιβλητικός ανάμεσα στα χρυσά κτήρια της Ουράνιας Πόλης.
            Την Πύλη, όπως αποκαλούσαν τον πύργο, την κάλυπτε ένα πέπλο μυστηρίου που ακόμα και οι άγγελοι που είχαν αναγκαστεί να τη φυλάνε δεν ήξεραν τα μυστικά του, εκτός του ότι από την πύλη θα έβγαινε μια δύναμη που θα άλλαζε τον κόσμο, αλλά πρώτα θα έπρεπε να καταστρέψει αυτόν που υπήρχε ήδη.
            Η Ζωή δε φοβόταν καθόλου την Πύλη και εκεί μπορούσε να κάθεται με τις ώρες χωρίς να την ενοχλήσει κανένας.
            Από τότε που η Πύλη πέρασε στη φύλαξη των αγγέλων, ο έκτοτε φύλακας της Πύλης ήταν παράδοση να φοράει την καλύτερη και την πιο επιβλητική του πανοπλία και να έχει φανερωμένα τα φτερά του. Έτσι η Ζωή φορούσε την πανοπλία της νεκρής μητέρας της που είχε κληρονομήσει.
            Η πανοπλία της αποτελούταν από ένα ολόχρυσο αλυσιδωτό θώρακα που φορούσε πάνω από το πουκάμισό της. Την προστασία του πάνω μέρους του σώματος την τέλειωνε ένας ενιαίος λευκόχρυσος θώρακας στολισμένος με ανάγλυφους αγγέλους και δράκους. Τα χέρια της τα προστάτευαν ασημένια γάντια με χρυσά μακριά περικάρπια και στα μπράτσα της φορούσε δυο ασημένιες κορδέλες. Το κάτω μέρος του σώματος φορούσε ένα ολόχρυσο αλυσιδωτό πλέγμα πάνω από το μαύρο παντελόνι της. Οι μπότες της ήταν από φολίδες δράκου και πάνω από αυτές οι ασημόχρυσες επικαλαμίδες της. Στη μέση της φορούσε μια σμαλτένια ζώνη με το ξίφος της σε σχήμα κεραυνού και δίπλα της είχε ακουμπισμένη τη χρυσή της ασπίδα με το έμβλημα της επάνω. Τον κρίνο μαζί με τον κεραυνό. Το κράνος της ήταν το πιο εντυπωσιακό. Ήταν χρυσό χωρίς σχέδια, αλλά το στόλιζαν δυο υπέροχα φτερά κύκνου.           
Την ώρα εκείνη η Ζωή δεν ασχολούταν με τις υποχρεώσεις της ως φύλακας, αλλά είχε ανοίξει τις παραγναθίδες και διάβαζε καθισμένη δίπλα στην ασπίδα της το βιβλίο με τα συμβούλια των αγγέλων.
            Διαβάζοντας το βιβλίο διαπίστωσε ότι είχαν γίνει μόνο εννέα συμβούλια. Σχεδόν όλα είχαν σχέση με τη βοήθεια που έπρεπε να δώσουν στα υπόλοιπα γένη, αλλά κυρίως στους ανθρώπου εκτός από το πρώτο που έγινε για να αποφασίσουν, εάν θα έπρεπε να περάσει στη φύλαξη τους η Πύλη. Οι άγγελοι δεν ήθελαν, αλλά αναγκάστηκαν από μια ανώτερη δύναμη.
            Το επόμενο συμβούλιο που της κίνησε την περιέργεια, όχι ότι τα υπόλοιπα δεν είχαν ενδιαφέρον, ήταν το τελευταίο, πριν μισή χιλιετία. Την καταστροφή που είχε φέρει η τρέλα των ανθρώπων για δύναμη και εξουσία πάνω στα υπόλοιπα γένη. Η τρέλα εκείνη είχε φέρει όλα τα πλάσματα της Λέινορ στην κόψη της καταστροφής και οι άγγελοι δεν έκαναν τίποτα για να το αποτρέψουν αυτό. Είχαν αποφασίσει να μείνουν αμέτοχοι σε αυτόν πόλεμο.
            Ένας νεαρός Άγγελος που δεν μπορούσε να βλέπει τόσο πόνο στον κόσμο αποφάσισε να προσπαθήσει να αλλάξει τη γνώμη στους αγγέλους και να βοηθήσουν να αποκατασταθεί η ειρήνη στον κόσμο. Οι άγγελοι συμφωνήσαν να ακούσουν αυτά που ήθελε να πει, αλλά δεν άλλαξαν γνώμη επιμένοντας ότι οι άνθρωποι έφεραν αυτή την καταστροφή στην Λέινορ και ότι έπρεπε να βρουν τη λύση μόνοι τους. Ο Φάιορ νευρίασε και έφυγε από το συμβούλιο φωνάζοντας πως εκείνος θα έκανε τα πάντα για να μπορέσει να βοηθήσει τα γένη. Αυτό που την εξέπληξε ήταν ότι ανάμεσα στους γηραιούς που αναφέρονταν ότι βρισκόντουσαν τότε στο συμβούλιο ήταν και ο Τιμεών. Ήταν ο Τιμεών τόσο μεγάλος;.
            «Ζωή» ακούστηκε μια αντρική φωνή κι εκείνη έκλεισε το βιβλίο και σήκωσε το βλέμμα της για να κοιτάξει τον νεοφερμένο. Ήταν ένας νεαρός Άγγελος. Φορούσε μια ασημένια ολόσωμη πανοπλία με το χρυσό σπαθί του περασμένο στη ζώνη του. Στο αριστερό χέρι του κρατούσε την ασημένια του ασπίδα με το περιστέρι ως σύμβουλό του και στο δεξί του χέρι ένα μακρύ δόρυ.
            «Ναι» απάντησε εκείνη καθώς σηκωνόταν κρατώντας στο ένα χέρι το βιβλίο και στο άλλο την ασπίδα της και ετοιμάστηκε να δώσει τη θέση της και να δώσει αναφορά σχετικά με τη βάρδιά της.
            «Διαταράχτηκε η Δύναμη;» τη ρώτησε.
            «Η Δύναμη δεν διαταράχτηκε, αλλά…»
            «Ζωή» την διέκοψε. «Ας αφήσουμε τις τυπικότητες. Ξέρουμε και οι δυο ότι τίποτα δε συνέβη στην Πύλη, δεν χρειάζεται να εκτελέσουμε όλο το πρωτόκολλο της αλλαγής βάρδιας».
            Η Ζωή χαμογέλασε. Μπροστά της έβλεπε τον παιδικό της φίλο, Λύριο. Ήταν γιος του Τιμεών και είχανε μεγαλώσει μαζί μιας και ο Τιμεών την είχε υιοθετήσει, αφού οι γονείς της είχαν φύγει από τη ζωή.
            «Μη σε ακούσει ο πατέρας σου να μιλάς έτσι, Λύριε» είπε η Ζωή.
            «Δε θα με ακούσει εκτός κι αν του το πεις εσύ».
            «Ποτέ».
            «Ζωή, θέλει να σου μιλήσει ο πατέρας μου. Τώρα αμέσως» την ενημέρωσε, καθώς έπαιρνε τη θέση του για να ξεκινήσει τη βάρδιά του.
            «Μήπως ξέρεις τι με θέλει; Ξέρεις ότι δεν είναι ό,τι καλύτερο να πηγαίνεις ανενημέρωτος στον πατέρα σου» θέλησε να μάθει.
            «Όχι, αλλά πρέπει να είναι πολύ σημαντικό γιατί θέλησε να αφήσεις τη βάρδιά σου στην Πύλη».
            Η Ζωή το σκέφτηκε λίγο πριν τον ευχαριστήσει.
«Σε ευχαριστώ, Λύριε. Είθε η βάρδια σου να είναι ήρεμη». Και με αυτή την λιτή ευχή απομακρύνθηκε με γρήγορα βήματα για την αίθουσα του θρόνου.
            Περνούσε γρήγορα ανάμεσα από δρομάκια και αψίδες περπατώντας πάνω στους λιθόστρωτους δρόμους, στολισμένους σε τακτά διαστήματα με πλάκες που επάνω τους έφερναν το σύμβολο της ειρήνης. Δυο περιστέρια.
            Σύννεφα είχαν μαζευτεί πάνω από την Ουράνια Πόλη και ένας ψυχρός αέρας άρχισε να φυσάει, καθώς εκείνη προχωρούσε γρήγορα προς την αίθουσα του θρόνου βυθισμένη στις σκέψεις της.  
            «Ο Βάλντορ, όσο εμείς δεν κάνουμε τίποτα για να τον ρίξουμε από την εξουσία, αυτός θα δυναμώνει και η όρεξή του για να κάνει μια επίθεση στην Ουράνια Πόλη και να την κυριέψει. Μα αυτό εγώ δε θα το επιτρέψω».
            Η αίθουσα του θρόνου ήταν ένα απλό τετράγωνο κτήριο αρκετά ψηλό με κατακόκκινα κεραμίδια. Στις τέσσερις γωνιές των κεραμιδιών υπήρχαν αγάλματα αγγέλων. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με τοιχογραφίες αγγέλων που πολεμούσαν ή βοηθούσαν τα διάφορα γένη, κυρίως τους ανθρώπους.
            Το κτήριο είχε τέσσερις πόρτες σε κάθε πλευρά του που αντιστοιχούσαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Βορράς, νότος, ανατολή και δύση.
            Τη στιγμή που άνοιγε τη βόρεια πόρτα για να μπει μέσα στην αίθουσα ένας κεραυνός φώτισε τον ουρανό που είχε σκουρύνει και αμέσως μετά ακούστηκε και η βροντή του καθώς ο καιρός ετοιμαζόταν για καταιγίδα. Εκείνη τη στιγμή ένα χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπό της καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω της χωρίς να κάνει καθόλου θόρυβο.
            Η αίθουσα ήταν απλή και λιτή χωρίς καμιά διακόσμηση. Παράθυρα δεν υπήρχαν και η αίθουσα φωτιζόταν από δαυλούς που ήταν στερεωμένοι στον τοίχο. Μέσα στην αίθουσα υπήρχαν δεκάδες μαύρα καθίσματα που όλα έβλεπαν τον μεγάλο μαύρο θρόνο.
            Ο Μεγάλος Θρόνος όπου καθόταν ο Τιμεών ήταν  λαξεμένος από μαύρο μάρμαρο χωρίς διακοσμήσεις, κομμένος με απαράμιλλη ακρίβεια σε γωνιές όπου δεν επέτρεπε σε όποιον καθόταν σε εκείνον να είναι άνετος και να χαλαρώσει. Η Ζωή ήταν πολύ μικρή, όταν είχε μπει μαζί με τον Λύριο κρυφά μέσα σε αυτήν την αίθουσα και τους είχε πιάσει ο Τιμεών. Παρόλο που απαγορευόταν να βρίσκονται σε εκείνη την αίθουσα πριν ενηλικιωθούν, ο Τιμεών τους είχε ξεναγήσει και είχε απαντήσει στις ερωτήσεις τους.
            Την πρώτη φόρα που η Ζωή είχε αντικρύσει τον θρόνο, της είχε δώσει την εντύπωση πως ήταν κάτι παραπάνω από ένας απλός θρόνος. Της θύμιζε τον αρχαίο κόσμο και τη δύναμη που υπήρχε τότε. Η Ζωή είχε ρωτήσει γιατί ήταν τόσο άκομψα κομμένος ο θρόνος και εκείνος της είχε απαντήσει:
 «Ετούτος ο θρόνος» ξεκίνησε να λέει και ακούμπησε τα χέρια του πάνω στην γυαλιστερή επιφάνειά του «είναι, όπως το είπες εσύ, άκομψα κομμένος για τον απλούστατο λόγο. Ο κάθε θρόνος δεν προσδίδει εξουσία σε όποιον κάθεται σε αυτόν, ούτε τον κάνει ανώτερο από τους άλλους, αλλά είναι για να υπενθυμίζει σε όποιον κάθεται σε αυτόν τις υποχρεώσεις που έχει ως βασιλιάς ή άρχοντας. Ο πρώτος που θα καταφέρει να καθίσει άνετα πάνω σε αυτόν και σε οποιονδήποτε θρόνο θα έχει καταφέρει το ακατόρθωτο. Θα έχει φέρει την ειρήνη και ευημερία στον λαό του ή και στον κόσμο στην περίπτωσή μας».
            Η Ζωή, όπως και ο Λύριος, ήθελε να καθίσει στον μαύρο θρόνο και να δει εάν μπορούσε να αισθανθεί όλα αυτά που είχε αναφέρει ο Τιμεών, αλλά μόλις άκουσε την επιθυμία τους, η έκφρασή του άλλαξε αμέσως, το πρόσωπό του σκλήρυνε και τους έδιωξε απότομα από την αίθουσα, φωνάζοντάς τους ότι δεν είχαν καταλάβει τίποτα από όσα τους είχε αναφέρει.
            Μια ακόμη πιο δυνατή βροντή ακούστηκε από έξω, σημάδι ότι η καταιγίδα πλησίαζε επικίνδυνα, καθώς η Ζωή πλησίαζε τον Μαύρο Θρόνο και τον Τιμεών που εκείνη τη στιγμή διάβαζε μια κιτρινισμένη περγαμηνή.
            Ο Τιμεών φορούσε τον μακρύ λευκό μανδύα των Γηραιών και τη χρυσή ζώνη του σε σχήμα ήλιου στη μέση του, ενώ το λευκό ραβδί με το κόκκινο σαν αίμα διαμάντι σε σχήμα μισοφέγγαρου που του έδινε την εξουσία στην Ουράνια Πόλη αιωρούταν μερικά εκατοστά από το έδαφος στα δεξιά του Μαύρου Θρόνου.
            Έκανε μια μικρή υπόκλιση και χαιρέτισε τον Τιμεών με τον πρέπον τρόπο, που εφάρμοζε σε εκείνη την αίθουσα.
«Άρχοντά μου, Γηραιέ Τιμεών». Εκείνος έκλινε το κεφάλι του χωρίς να πάρει το βλέμμα του από την περγαμηνή. Το βλέμμα του σκοτείνιαζε καθώς συνέχιζε το διάβασμα. «Ήρθα αμέσως μόλις τελείωσα τη βάρδιά μου, όπως μου ζητήσατε».
            Εκείνος δεν απάντησε ώσπου τελείωσε την ανάγνωση της περγαμηνής. Σήκωσε το δεξί του χέρι και το ακούμπησε στο μέτωπο και με τα δάχτυλα του έτριψε τους κροτάφους του. Αναστέναξε και με το ελεύθερο χέρι του έτεινε την περγαμηνή στη Ζωή.
«Διάβασε, σε παρακαλώ, Ζωή την περγαμηνή και πες μου τι σκέπτεσαι».
            Η Ζωή πέρασε πρώτα την ασπίδα της στην πλάτη της και παίρνοντας την περγαμηνή από το χέρι του τον ρώτησε περί τίνος επρόκειτο.
            «Είναι μια αναφορά από το φυλάκιό μας στη Σκοτεινή Περιοχή» απάντησε κατεβάζοντας το χέρι του από το πρόσωπό του και κοιτάζοντάς την κατευθείαν στα μάτια. Το πρόσωπό του φαινόταν κουρασμένο και γεμάτο έγνοιες.
            Εκείνη αποτραβήχτηκε από το βλέμμα του και άρχισε να διαβάζει το περιεχόμενο της περγαμηνής. Στο επάνω μέρος της ήταν αναγραμμένη η τοποθεσία του φυλακίου και η ημερομηνία που είχε γραφτεί. Η αναφορά ξεκινούσε με καλούς οιωνούς και χωρίς να αναφέρεται καμιά διαταραχή στην περιοχή. Όμως η τελευταία παράγραφος της περγαμηνής είχε κακά μαντάτα. Το αίμα της ανέβηκε στο κεφάλι από τον θυμό μόλις διάβασε το όνομα που έκανε τις διαταραχές. Τσαλάκωσε απότομα την περγαμηνή μόλις την τελείωσε.
«Ο Ήρωνας» ψιθύρισε μέσα από τα δόντια της.
            «Αυτός πάλι».
            «Γηραιέ Τιμεών…»
            «Να με προσφωνείς μόνο με το όνομά μου» την έκοψε κι εκείνη συνέχισε με ένα γνέψιμο του κεφαλιού της.
            «Τιμεών, μήπως ξέρετε γιατί ο Βάλντορ έστειλε τον καλύτερο εκτελεστή του να κυνηγήσει την Τριάδα;»
            «Μόνο υποθέσεις μπορώ να κάνω» είπε αναστενάζοντας.   
            «Λοιπόν;» ρώτησε η Ζωή.
            «Η Τριάδα είχε αρχίσει να δραστηριοποιείται αρκετά. Προσπαθούσε να πάρει στον έλεγχό της τη Σκοτεινή Περιοχή και να μαζέψει στρατό».
            «Στρατό;» τον έκοψε η Ζωή. «Για ποιον λόγο;»
            «Υποθέτω ότι θα θελήσουν να επιτεθούν ταυτόχρονα σε εμάς και σε εκείνον».
            «Το να επιτεθεί σε εμάς τους αγγέλους το καταλαβαίνω, αλλά και στον Βάλντορ; Η Τριάδα δεν είναι στην ίδια πλευρά της Δύναμης με τον Βάλντορ;»
            «Η Τριάδα…» Σταμάτησε λίγο για να σκεφτεί και όταν συνέχισε η φωνή του είχε μια νότα πικρίας που η Ζωή δεν κατάλαβε πού οφειλόταν. «Λοιπόν η Τριάδα, από τότε που έκανε την εμφάνισή της, πριν κάτι χιλιετίες, της άρεσε πάντα να διαταράσσει τις καταστάσεις, εάν και δεν είχε πάντα επιτυχίες στις προσπάθειές της».
            «Ποιος ο λόγος που προκαλούν αυτές τις διαταράξεις, αφού σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας δεν έχουν αναλάβει ποτέ την εξουσία, παρόλο που έχουν αρκετή δύναμη για να ανέβουν».
            «Αυτό είναι τα παράξενο με την Τριάδα. Ποτέ δε θέλησε την εξουσία. Το θέμα με αυτήν είναι ότι διαθέτει μεγάλη δύναμη και δεν μπορεί να εξοντωθεί. Πολλοί το προσπάθησαν, αλλά απέτυχαν γιατί όλοι ήθελαν τη δύναμη που διαθέτει και μάλλον για αυτόν τον λόγο έστειλε τον Ήρωνα ο Βάλντορ, μήπως κατάφερνε το ακατόρθωτο και τη νικούσε».
            «Ο Ήρωνας» είπε με ειρωνικό ύφος η Ζωή.
            «Ζωή» φώναξε με αυστηρό τρόπο ο Τιμεών. «Στην τελευταία σας συνάντηση παραλίγο να σε νικήσει και…»
            «Παραλίγο, Τιμεών». Τον σταμάτησε φωνάζοντας και κουνώντας τα χέρια της νευριασμένα. «Μην ξεχνάτε ποια είμαι και τι είμαι. Δεν  μπορεί ένα πλάσμα της Σκοτεινής Πλευράς να νικήσει έναν Φύλακα Άγγελο. Τόσα χρόνια δε σας έχω απογοητεύσει ποτέ».
            Το πρόσωπο του Τιμεών συσπάστηκε από τον θυμό. Σε κανέναν, ούτε καν στον ίδιο του τον γιο δεν επέτρεπε να του μιλάει με αυτόν τον τρόπο και τόνο, αλλά συγκρατήθηκε.
            «Πράγματι δεν με έχεις απογοητεύσει ποτέ. Επειδή εκπαιδεύτηκες και ζεις ανάμεσα στους Φύλακες Αγγέλους δε σημαίνει ότι είσαι ένας από αυτούς. Για να μπορείς να αποκαλείσαι κι εσύ Φύλακας θα πρέπει να έχεις αναλάβει κάποιον θνητό και να είχες φέρει εις πέρας την αποστολή σου».
            «Πώς θα γινόταν αυτό αφού εσείς δε μου δώσατε ποτέ την ευκαιρία;» ρώτησε ήρεμα καθώς είχε ξανακερδίσει την αυτοκυριαρχία της.
            «Δε βρέθηκε ακόμα ο κατάλληλος για εσένα. Μην ξεχνάς την εκπαίδευσή σου» τη συμβούλευσε.
            Ο Τιμεών είχε δίκιο αλλά όχι ολοκληρωτικά οπότε αποφάσισε να αλλάξει θέμα.
«Γηραιέ Τιμεών, μπορείτε σας παρακαλώ να μου αποκαλύψετε τον λόγο που με καλέσατε;»
 Μιλώντας ξανά με τον πρέπον τρόπο δεν άφησε περιθώρια στον Τιμεών να την επιπλήξει παραπάνω για ό,τι είχε κάνει που δεν εφάρμοζε σε Φύλακας Άγγελο.
            Αναστενάζοντας της απάντησε.
«Θέλω να κυνηγήσεις τον Ήρωνα, να τον αιχμαλωτίσεις και να τον φέρεις στην Ουράνια Πόλη».
            Της κόπηκε η ανάσα και το πρόσωπό της πήρε ένα απορημένο και έκπληκτο ύφος. Αυτό καθυστερούσε την απαίτηση που ήθελε να δηλώσει στον Τιμεών. Έπρεπε να μάθει πληροφορίες για αυτό το θέμα και να τις μεταφέρει στον Κάσιο.
«Αυτή είναι μια πολύ δύσκολη αποστολή, Γηραιέ Τιμεών, και θα ήθελα να ξέρω περεταίρω πληροφορίες για αυτήν».
            «Ο λόγος που πρέπει να πιάσουμε τον Ήρωνα και να τον φέρουμε στην Ουράνια Πόλη είναι πως είναι σίγουρο ότι διαθέτει πολύτιμες πληροφορίες για τον Βάλντορ, τα σχέδια που ετοιμάζει και ότι θα αφαιρέσουμε έναν σημαντικό εχθρό από την χώρα. Ξεκινάς αύριο το πρωί» τελείωσε και της έκανε νόημα να φύγει.
            «Όχι, δε δέχομαι αυτήν την αποστολή» αρνήθηκε η Ζωή και ήταν η σειρά του Τιμεών να παγώσει από την έκπληξη. Κάνεις δεν μπορούσε να αρνηθεί τις διαταγές του Άρχοντα Γηραιού. Τρέμοντας από θυμό για τον μη σεβασμό προς το πρόσωπό του ψιθύρισε σχεδόν.
«Τι πράγμα;»
            «Δε δέχομαι την αποστολή». Επανέλαβε τα λόγια της και ο Τιμεών με το πρόσωπό του να κοκκινίζει από τον θυμό σηκώθηκε από τον μαύρο θρόνο του με τον λευκό μανδύα του να γλύφει το πάτωμα και πλησίασε τη Ζωή καρφώνοντάς τη με ένα τρομερό βλέμμα.
            «Αρνείσαι να υπακούσεις στις εντολές μου, Ζωή;» ρώτησε με σιγανή φωνή που αντήχησε χειρότερα από ότι εάν τη ρωτούσε φωνάζοντας.
            «Αρνούμαι γιατί δεν είναι τόσο σημαντική όσο αυτή που θα αναλάβω να φέρω εις πέρας».
            Ο Τιμεών ανασήκωσε το δεξί του φρύδι και χωρίς να πάρει το βλέμμα του από τη Ζωή ρώτησε στον ίδιο τόνο.
«Ποια αποστολή;»
            Η Ζωή φανέρωσε τα φτερά της, αιωρήθηκε ένα μέτρο από το έδαφος και άπλωσε το δεξί της χέρι αφήνοντας την περγαμηνή με την αναφορά από τη Σκοτεινή Περιοχή να πέσει στο έδαφος με έναν απαλό γδούπο και κάλεσε το Ραβδί του Ουρανού να έρθει στο χέρι της.
Μόλις τα δάχτυλά της τυλίχτηκαν γύρω από αυτό γνωστοποίησε στον Τιμεών την απαίτησή της με δυνατή φωνή.
«Εγώ η Ζωή, κόρη της Ωριάνας, Φύλακας Άγγελος και κυρίαρχος του Κεραυνού απαιτώ να συγκεντρωθεί το Αγγελικό Συμβούλιο με απεσταλμένους από όλα τα γένη». Στο τελείωμα της φράσης της έδωσε τη δύναμη του κεραυνού στο Ραβδί του Ουρανού κάνοντας το διαμαντένιο Μισοφέγγαρο να λάμψει λούζοντας με ακτίνες κόκκινου φωτός την αίθουσα του θρόνου.
Ο Τιμεών είχε μείνει σαν στήλη άλατος και το μόνο που κατάφερε να αρθρώσει ήταν:
«Τρελάθηκες Ζωή; Τι έκανες;»
Μένοντας στο ίδιο σημείο η Ζωή του απάντησε.
«Δεν τρελάθηκα, κάνω αυτό που έπρεπε να είχε γίνει εδώ και αρκετό καιρό. Πρέπει να μαζευτούμε και να βρούμε μια λύση για εξοντώσουμε τον Βάλντορ. Η δύναμη μας έδωσε τον άνθρωπο της προφητείας. Δέχεσαι να γίνει το Αγγελικό Συμβούλιο;».
«Ποιος είναι; Πες μου» απαίτησε με βροντερή φωνή. «Πρέπει να του στείλουμε τον καλύτερο Φύλακα Άγγελο.
«Δε χρειάζεται» του απάντησε μένοντας στην ίδια θέση. «Έχει ήδη Φύλακα Άγγελο» ανακοίνωσε.
«Μα ποιος; Ποιος;» ρώτησε με τρεμάμενη φωνή.
«Ποια».
«Ορίστε;»
«Εγώ ανακάλυψα τον άνθρωπο αυτόν και ήδη τον έχω βοηθήσει μια φόρα και έτσι σφράγισα τις ζωές μας».
«Για να βγει όμως αληθινή η προφητεία θα πρέπει να πιστεί και ο ίδιος ότι μπορεί  να τη φέρει εις πέρας» ανέφερε ο Τιμεών.
«Και εμείς ως άγγελοι, πλάσματα του φωτός πρέπει να βοηθήσουμε στο να  εκθρονίσουμε το σκοτάδι, που στην περίπτωσή μας είναι ο Βάλντορ».
«Συμφωνώ» κατεύνασε ο Τιμεών με ένα κουρασμένο ύφος. «Γιατί να έρθουν και τα υπόλοιπα είδη;» ρώτησε. «Αυτό δεν έχει ξαναγίνει. Μόνο άγγελοι έχουν θέση στο Αγγελικό Συμβούλιο» της θύμισε καθίζοντας πάλι στον Μαύρο Θρόνο σταυρώνοντας τα χέρια του στο στήθος του.
«Γιατί πάντα παίρνουμε αποφάσεις για τα άλλα γένη, αλλά ποτέ δεν τα ρωτήσαμε, εάν τις αποδέχονται, εμείς πιστεύουμε ότι είναι οι σωστές οι αποφάσεις μας, αλλά είναι για αυτούς;». Το πρόσωπο του Τιμεών συσπάστηκε από θυμό για άλλη μια φόρα, αλλά δεν μίλησε. Τα μάτια του ήταν δυο σκιές.
«Αλλά δεν είναι μόνο αυτός ο λόγος. Ένας ακόμα λόγος είναι πως ό,τι κι αν αποφασίσουμε σε αυτό το συμβούλιο έχει επιπτώσεις και σε εμάς. Το ξέρουμε ότι ο Βάλντορ θέλει να πάρει στον έλεγχό του την Ουράνια Πόλη για τα μυστικά της και τη Δύναμη που υπάρχει σε αυτήν».
Ο Τιμεών σηκώθηκε όρθιος και ενεργοποίησε τη δύναμή του. Μια δυνατή ριπή αέρος χτύπησε τη Ζωή καθώς ο Τιμεών κούναγε τα φτερά του για να υψωθεί και αυτός πιο ψηλά από τη Ζωή. Ο Τιμεών ήταν φοβερός και υπέροχος τη στιγμή εκείνη.
«Το συμβούλιο θα συγκροτηθεί». Σήκωσε τα χέρια του και το Ραβδί τού Ουρανού πέταξε στα χέρια του. Οι μαγικές επικλήσεις θα σταλούν στους Αρχαίους Νάνους του Ρόκιαν, στις Πανέμορφες και Μυστηριώδης Νεράιδες, στους Αδάμαστους Δράκους και στους Αδύναμους αλλά Πονηρούς Ανθρώπους». Σε κάθε είδος που αναφερόταν το Ραβδί του Ουρανού έβγαζε μια υπέροχη και δυνατή κόκκινη λάμψη. Στη συνέχεια έτεινε το ραβδί προς το μέρος της και της είπε με βροντερή φωνή. «Καθήκον σου είναι να προστατεύεις τον άνθρωπο εκείνο που έχει τη δύναμη, αλλά θέλω σαν χάρη να μου φέρεις και τον Ήρωνα. Το Συμβούλιο θα γίνει στη Γιορτή του Ήλιου. Ακριβώς στη μέση του καλοκαιριού. Σε περιμένω μαζί με τον προστατευόμενό σου, γιατί έχει λόγο στο συμβούλιο αλλά και με τον Ήρωνα». Τελείωσε τη φράση του και με ένα δυνατό λευκό φως εξαφανίστηκε από τα μάτια της.
            Η δυνατή βροχή πότιζε τα ρούχα της καθώς πετούσε πάνω από την Ουράνια Πόλη, αλλά δεν την ένοιαζε. Χαμογελούσε πλατιά, γιατί είχε επιτύχει τον σκοπό της. Το μόνο που την ανησυχούσε ήταν ότι έπρεπε να αρχίσει το κυνήγι για να αιχμαλωτίσει έναν από τους πιο δυνατούς και επικίνδυνους εχθρούς που θα μπορούσε να έχει οποιοδήποτε πλάσμα στη Λέινορ. Ένας κεραυνός χτύπησε μερικά μέτρα μακριά της. Άφησε στην άκρη τις σκέψεις της και άρχισε να χαλαρώνει βλέποντας του κεραυνούς.


Νίκος Καρδαμπίκης