Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

27.9.18

Κακές λέξεις στη λογοτεχνία



Τι είναι οι κακές λέξεις; Είναι οι λέξεις που οι γονείς μας προσπάθησαν να κρατήσουν μακριά από τα αθώα παιδικά αυτιά μας, πιστεύοντας μάλλον πως έτσι θα μας μεταμόρφωναν σε ευγενείς ενήλικες (δεν ξέρω… υποθέτω πως αυτός ήταν ο στόχος). Μια αποστολή καταδικασμένη να αποτύχει και μέσα τους το γνώριζαν και οι ίδιοι. Οι κακές λέξεις βρίσκονταν και βρίσκονται παντού γύρω μας, είναι κομμάτι της ζωής μας, της γλώσσας μας, και άρα αναπόφευκτα τις απαντάμε στις τέχνες που χειρίζονται τον λόγο. Έχουν όμως θέση οι κακές λέξεις στη λογοτεχνία;

Καλό και κακό εργαλείο

Κάθε μάστορας που σέβεται τον εαυτό του και τη δουλειά του έχει μια πλούσια εργαλειοθήκη με όλα τα σύνεργα που χρειάζεται. Η γλώσσα είναι η εργαλειοθήκη του συγγραφέα. Οι λέξεις, τα σχήματα λόγου, τα σημεία στίξης, καθετί που εμπεριέχεται στην έννοια γλώσσα αποτελεί εργαλείο του συγγραφέα. Στους περισσότερους –φαντάζομαι– αρέσουν τα κομψά και λαμπερά εργαλεία. Όμως ένα εργαλείο δεν κρίνεται από το πόσο σικάτο είναι, κρίνεται από το αν δουλεύει.
Ένα κατσαβίδι είναι χρήσιμο απέναντι στις βίδες, αλλά αν θα χρησιμοποιήσεις πρόκες για να κρεμάσεις εκείνον τον φελοπίνακα που αγόρασες για να καρφώνεις τα χαρτάκια με τις σημειώσεις σου (true story), ψάξε για κανένα σφυρί. Αυτό δεν καθιστά το κατσαβίδι κακό εργαλείο, κανείς δε θα σου πει να το πετάξεις από την εργαλειοθήκη σου. Κάποια στιγμή θα μπλέξεις με βίδες.
Το ίδιο συμβαίνει και στη λογοτεχνία. Δεν υπάρχουν καλές και κακές λέξεις. Υπάρχουν οι λέξεις που κάνουν για τη συγκεκριμένη δουλειά και εκείνες που δεν κάνουν. Αν δοκιμάσεις να χτυπήσεις την πρόκα με το κατσαβίδι, ίσως καταφέρεις να τη βάλεις στη θέση της, αλλά το σίγουρο είναι ότι θα σπάσεις πολλές πρόκες και ίσως αφήσεις άσχημα σημάδια στον τοίχο. Μια λάθος λέξη μπορεί να μπει στο κείμενο και να κάνει τη δουλειά, μα καταστρέφει την εικόνα, την αίσθηση που πάμε να δημιουργήσουμε, θα τη νιώσουμε να κλωτσάει κάθε φορά που θα διαβάζουμε το γραπτό μας.
Ποιος κρίνει λοιπόν το αν μια λέξη κάνει για τη δουλειά; Ο συγγραφέας, γιατί εκείνος καθορίζει το ποια είναι η δουλειά. Ο συγγραφέας στήνει την ιστορία, επιλέγει τον αφηγητή, δημιουργεί τους χαρακτήρες και έπειτα δίνει σε όλα αυτά πνοή, χρώμα, τόνο μέσα από τις λέξεις. Σε δεύτερη φάση, θα έρθει ο επιμελητής να δώσει μια επιπλέον γνώμη, μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Χαρακτήρες και αφηγητής

Ένας αριστοκράτης και ένας άνθρωπος της πιάτσας δε χρησιμοποιούν το ίδιο λεξιλόγιο. Αν δεν είμαστε έτοιμοι να χρησιμοποιήσουμε κακές λέξεις, να σκοτώσουμε την αυταπάτη της ευγενούς κουλτούρας μέσα μας και να πατήσουμε στο λεξιλόγιο που θα έπρεπε να κατέχει ο κάθε χαρακτήρας μας, τότε καλύτερα να αφήσουμε τη συγγραφή. Ή να μη γράφουμε χαρακτήρες που δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε γλωσσικά. Αυτό μπορεί να αφορά ανθρώπους του λιμανιού, αλλά και του σαλονιού. Δε θα επεκταθώ όμως, γιατί σήμερα μιλάμε για τις κακές λέξεις.
Λένε πως όταν βάζουμε βρισιές σε έναν διάλογο βρίζει ο χαρακτήρας. Αν όμως ο αφηγητής βρίζει είναι σαν να βρίζει ο συγγραφέας. Αυτό προκύπτει από την αυταπάτη των αναγνωστών ότι ο αφηγητής είναι ο συγγραφέας, ειδικά όταν υπάρχει τριτοπρόσωπη αφήγηση και παρότι στα μαθητικά μας χρόνια οι καθηγητές της λογοτεχνίας μάς εξήγησαν πολλές φορές ότι ο συγγραφέας και ο αφηγητής δεν είναι το ίδιο πρόσωπο –εκτός αν πρόκειται για αυτοβιογραφία ή απομνημονεύματα.



Ο αφηγητής είναι ένας ακόμη ρόλος μέσα στην ιστορία, με δικά του γνωρίσματα, δική του φωνή, δικό του τόνο, δική του άποψη και οπτική. Άρα, και με δικό του λεξιλόγιο. Αν ο συγγραφέας επιλέξει να δημιουργήσει έναν αφηγητή που θα μιλά όπως ο ίδιος, είναι δικαίωμά του. Είναι σαν να εμπνεύστηκα μια πρωταγωνίστρια από τον εαυτό μου. Είναι κάτι οικείο, κάτι που μπορώ εύκολα να διαχειριστώ. Αυτό δε σημαίνει πως είμαι η πρωταγωνίστρια. Η καθεμία έχει τις δικές της εμπειρίες και παίρνει τις δικές της αποφάσεις. Εγώ στο πλαίσιο της ζωής μου και εκείνη στον βωμό του να στήσω μια ενδιαφέρουσα πλοκή.
Ο συγγραφέας θα στήσει τον αφηγητή, όπως θα στήσει όλους τους άλλους ρόλους, θα μπει στα παπούτσια του και θα χορέψει. Το τι λέξεις θα χρησιμοποιεί ο αφηγητής, θα εξαρτηθεί από το προφίλ που θα του προσδώσει ο δημιουργός. Αν αποφασίσει να έχει έναν αθυρόστομο αφηγητή, δεν ενοχλεί κανέναν, αν είναι έτσι εξαρχής. Ο αναγνώστης θα τον πάρει χαμπάρι και θα επιλέξει αν θέλει να συνεχίσει την ανάγνωση και να γνωρίσει αυτό τον αφηγητή, όπως θα έκανε και για τον οποιοδήποτε χαρακτήρα. Ένας αφηγητής όμως που έρχεται με το κάλυμμα της ευγένειας και της κουλτούρας, αλλά ξαφνικά πετά χονδροειδείς λέξεις και εκφράσεις, ωμά, χωρίς καμία κορδελίτσα, κλωτσάει, γιατί το λεξιλόγιο δεν ανταποκρίνεται στο προφίλ του.

Ο άνθρωπος πίσω από τις λέξεις

Κάθε άνθρωπος έχει το δικό του αισθητικό και ιδεολογικό κριτήριο. Τόσο οι συγγραφείς όσο και οι αναγνώστες έχουν λέξεις που μισούν να βλέπουν στα βιβλία. Ίσως δεν πρόκειται μόνο για κακές λέξεις, αλλά και για λέξεις γελοίες, κακόηχες, βρομερές, λέξεις που φέρνουν άσχημες, πονηρές ή προσβλητικές εικόνες στον νου μας.
Στην καθημερινότητά μας ερχόμαστε συχνά αντιμέτωποι με τέτοιου είδους λέξεις και το πώς θα τις διαχειριστούμε: αν θα τις προσθέσουμε στον λόγο μας, αν θα επιχειρήσουμε να τις στολίσουμε ή θα τις προσπεράσουμε, είναι μια επιλογή που δείχνει το προσωπικό μας κριτήριο. Οι ίδιες επιλογές γίνονται και στο χαρτί ή στο word και φανερώνουν κάτι για τον άνθρωπο που τις πήρε.
Η Σοφία Νικολαΐδου στο βιβλίο της «Πώς έρχονται οι λέξεις» γράφει για τον συγγραφέα που αποφεύγει συγκεκριμένες λέξεις: «Ίσως πιστεύει πως υπάρχουν “βρόμικες”, “δύσοσμες” λέξεις που λερώνουν την ιστορία του. Ίσως δεν θέλει να σοκάρει τον αναγνώστη του […] Ή, ίσως, απλούστατα πιστεύει πως η διείσδυση, στο χαρτί αλλά και στην κανονική ζωή, γίνεται με πέος και όχι με την άλλη λέξη που αρχίζει από π…» 
Οι πολυσυζητημένες «Πενήντα αποχρώσεις του γκρι» μάς θύμισαν πως και το σεξ έχει χώρο στη λογοτεχνία και οι ερωτικές-αισθησιακές σκηνές εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια και σε αισθηματικές ιστορίες που δεν ανήκουν στην κατηγορία της ερωτικής λογοτεχνίας. Το πώς θα αποδοθεί μια ερωτική σκηνή, πόσο λεπτομερής θα είναι και το ποιες λέξεις θα χρησιμοποιηθούν για να περιγραφούν τα μέρη του σώματος και η διαδικασία είναι μια προσωπική επιλογή του συγγραφέα. Θα κριθεί από τα παραπάνω κριτήρια, αλλά και από το τι πορεία και τόνο θέλει να δώσει ο ίδιος στην ιστορία του.
Γιατί, στην τελική, κάθε βιβλίο είναι δημιούργημα του συγγραφέα του. Κάθε λέξη που μπαίνει ή βγαίνει από την ιστορία κρύβει από πίσω μια επιλογή, έναν άνθρωπο που ψάχνει τρόπους να εκφραστεί, να επικοινωνήσει κάτι από τον εαυτό του. Αν κάποιος άλλος κάνει αυτήν τη δουλειά για εκείνον, τότε θα μιλάμε για ένα πολύ διαφορετικό βιβλίο και μια πολύ διαφορετική ιστορία.



Κλείνοντας…

Οι συγγραφείς έχουμε μια σχέση πάθους με τις λέξεις. Τις λατρεύουμε, τις υμνούμε, τις θαυμάζουμε και ταυτόχρονα τις μισούμε με όλο μας το είναι. Αποτελούν το προσωπικό μας βασανιστήριο, ειδικά όταν η έμπνευση στερεύει και το μυαλό κολλάει.
Μια λέξη από μόνη της είναι απλώς μια λέξη. Όταν όμως ενώνονται οι λέξεις γίνονται λόγος, αποκτούν δύναμη: δημιουργούν κόσμους, πλάθουν όνειρα, εγείρουν συναισθήματα, διαμορφώνουν σκέψεις. Όπως κάθε μεγάλη δύναμη, οφείλουμε να τη σεβαστούμε και να την τιθασεύσουμε, να βρούμε τα όρια και τους κανόνες της, να την κατανοήσουμε, για να μπορέσουμε να την ελέγξουμε και να εκφραστούμε μέσα από αυτήν, ο καθένας με τον δικό του προσωπικό τρόπο.
Μην ντρέπεστε για τις λέξεις σας. Αφουγκραστείτε τις, νιώστε τις μέσα στο κείμενο και αφήστε την ίδια την ιστορία να σας δείξει ποιες είναι οι κακές λέξεις.



Πηγή:

Σοφία Νικολαΐδου, Πώς έρχονται οι λέξεις: τέχνη και τεχνική της δημιουργικής γραφής, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2014


Μαρία Μουστοπούλου