Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

30.9.18

Η άργυρος χορδή (Πρόλογος)

Το ότι το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει ήταν μια κοινότυπη έκφραση και ταυτόχρονα καθόλου επαρκής, για να περιγράψει τον χαμό που γινόταν στο εσωτερικό του. Τα πάντα γύρω μου στροβιλίζονταν και το κάψιμο που ένιωθα ανάμεσα στα μάτια μου και στην κοιλιά μου δε θύμιζαν κανέναν άλλον πόνο που να είχα νιώσει ποτέ. Αμυδρές εικόνες περνούσαν γύρω μου, αχνές και ξεθωριασμένες, και δεν μπορούσα με τίποτα να προσδιορίσω ούτε τι απεικόνιζαν αλλά ούτε και πού βρισκόμουν.
Έφερα τα χέρια μου στο πρόσωπό μου και έτριψα τα μάτια μου με δύναμη, προσπαθώντας να κάνω τον πόνο να υποχωρήσει. Λίγα λεπτά αργότερα έπεσα στο πάτωμα –αυτό που θεωρούσα ως πάτωμα τουλάχιστον– παραιτημένη.
Πού βρίσκομαι; αναρωτήθηκα, μην μπορώντας να θυμηθώ ποια ήταν η τελευταία πράξη που έκανα πριν βρεθώ σε αυτήν την κατάσταση. Συγκεντρώθηκα όσο μου επέτρεπε ο πόνος που κατέκλυζε κάθε κύτταρο του κορμιού μου λεπτό με το λεπτό και προσπάθησα να επαναφέρω κάτι από τη μνήμη μου. Τίποτα. Κενό, το απόλυτο κενό.
Και ξαφνικά το στροβίλισμα σταμάτησε και αντικαταστάθηκε από ένα πυκνό σκοτάδι, τόσο παχύ που νόμιζες ότι αν απλώσεις το χέρι σου θα μπορέσεις να το πιάσεις.
Μισόκλεισα τα μάτια μου, προσπαθώντας να διακρίνω κάποια σκιά αλλά το μόνο που αντίκριζα ήταν το χάος. Κάπως έτσι φανταζόμουν την άβυσσο. Σκοτεινή, απόμακρη και κρύα. Κρύα… Δεν είχα αντιληφθεί ότι το κάψιμο στο σώμα μου είχε αντικατασταθεί από ένα τεράστιο ρίγος το οποίο έκανε τους μύες μου να συσπώνται στην κοιλιά μου. Τύλιξα το σώμα με τα χέρια μου και κουλουριάστηκα, για να επαναφέρω κάπως τη θερμοκρασία μου, η οποία φαινόταν να πέφτει με τρελούς ρυθμούς. Δεν ήξερα τι μου συνέβαινε και πονούσα πολύ για να φοβηθώ. Τα μάτια μου ήταν ορθάνοιχτα στην προσπάθειά τους να αντικρίσουν κάτι και ένιωθα τις κόρες τους να έχουν διασταλεί στο έπακρο. Τα έκλεισα, όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσα να κρατήσω τα δάκρυα που απειλούσαν εδώ και ώρα να βγουν, για να διαπιστώσω ότι δεν είχε καμία διαφορά είτε τα είχα ανοιχτά είτε κλειστά. Έτρεξαν καυτά στα μάγουλά μου και έπεσαν στα πόδια μου. Δεν έκλαιγα τόσο από φόβο όσο από απελπισία. Δεν ήξερα τι γινόταν ούτε εκείνη τη στιγμή αλλά ούτε και τι θα γίνει στη συνέχεια. Μήπως ήταν όλα ένα κακό όνειρο; Ένα όνειρο από το οποίο θα ξυπνούσα ανακουφισμένη στο μαλακό και ζεστό μου κρεβάτι, στην ασφάλεια του σπιτιού μου; Ή μήπως όχι; Τι παιχνίδια έπαιζε το μυαλό μου άραγε;
Και τότε θυμήθηκα· θυμήθηκα ποια ήταν η τελευταία μου πράξη, κατά πάσα πιθανότητα εξαιτίας της οποίας βρέθηκα σε αυτή την κατάσταση. Οι ευθύνες με κυρίευσαν. Εγώ έφταιγα… Και ξαφνικά το κεφάλι μου γέμισε με όλους τους φόβους που υπέβοσκαν όλον αυτό τον καιρό. Η ανάσα μου σχεδόν σταμάτησε, ο πόνος στο κορμί μου με κατέκλυσε και κατέρρευσα…
Ένα ρίγος ήταν αυτό που με επανέφερε στην πραγματικότητα αρκετή –μάλλον– ώρα μετά. Όταν άνοιξα τα μάτια μου, το τοπίο δεν είχε αλλάξει: δεν έβλεπα τίποτα. Όμως… ένιωθα πως δεν ήμουν μόνη. Την ησυχία έσπαγε ένας ανεπαίσθητος θόρυβος, σαν κάποιος να προσπαθεί να περπατήσει αθόρυβα πολύ κοντά σου. Ή καλύτερα να συρθεί.
Κάποιος είναι δίπλα μου, σκέφτηκα και αμέσως το ανατρίχιασμα εξαπλώθηκε σε κάθε σημείο του κορμιού μου. Οι τρίχες στον σβέρκο μου ανασηκώθηκαν και τα άκρα μου μούδιασαν από τον φόβο. Το μυαλό μου μου επίτασσε να τρέξω, όμως τα πόδια μου δε με ακολουθούσαν. Γύρισα αργά, προσπαθώντας να διακρίνω κάποιον όγκο ανάμεσα σε όλο αυτό το σκοτάδι, όμως τα μάτια μου δε βοηθούσαν ιδιαίτερα. Τότε το ένιωσα…
Το παγωμένο χνώτο πάνω στον λαιμό μου και τη στριγκή φωνή να μου ψιθυρίζει: «Έλα μαζί μου…» Προσπάθησα να φύγω, όμως αυτή τη φορά, παρότι τα πόδια μου υπάκουσαν την εντολή, ένα κάψιμο στο πλάι των χεριών μου και στην κοιλιά μου με απέτρεψε… Ο σκοτεινός εχθρός μου με είχε καθηλώσει, παρότι δε με ακουμπούσε καν. Μέσα μου ένιωσα πως ήρθε το τέλος. Ήταν η ώρα να πληρώσω για τα λάθη μου, για τις απερισκεψίες και τα πάθη στα οποία δεν πήγα ποτέ κόντρα. Δε φοβόμουν να πεθάνω. Σκεφτόμουν όμως τη μητέρα μου και το αίσθημα ευθύνης που ένιωθα απέναντί της. Με το να πεθάνω, της στερούσα την οικογένειά της, τον μοναδικό άνθρωπο που της είχε απομείνει. Και αυτό δεν ήταν σωστό.
Πώς έμπλεξες έτσι, Ναντίν; με επέπληξε το υποσυνείδητό μου, όμως δεν του έδωσα σημασία. Γύρισα το κεφάλι μου προς την απειλή πίσω μου και απάντησα με όσο πιο απαθή φωνή μπορούσα:
«Καλύτερα να με σκοτώσεις παρά να έρθω μαζί σου».
Δεν ήξερα σε τι ακριβώς απευθυνόμουν, όμως κάθε εκατοστό του κορμιού μου αναγνώριζε πως βρισκόταν απέναντι σε μία απειλή. Ένιωθα το κακό να πλανάται στον αέρα ανάμεσά μας. Το πράγμα που με κρατούσε δεν ήταν κάτι καλό και δε θα του έδινα την ικανοποίηση να του δείξω πως φοβάμαι. Βέβαια, φυσικά και φοβόμουν… Έτρεμα σχεδόν.
Έκλεισα τα μάτια μου χωρίς να καταλάβω κάποια ουσιαστική διαφορά από όταν τα είχα ανοιχτά και προετοιμάστηκα για το χτύπημα που θα ερχόταν. Πώς θα με σκότωνε, άραγε; Θα με έτρωγε; Όχι, δεν ήθελα να το βιώσω αυτό. Ήθελα κάτι απλό και γρήγορο, να μην καταλάβω πολλά. Ίσως στόχος του ήταν ο λαιμός μου, γι’ αυτό ήταν και τόσο κοντά σε αυτόν. Αηδίαζα στη σκέψη να με ακουμπήσει με τα χείλη του, καθώς τα φανταζόμουν σιχαμερά και γλιτσιασμένα.
Τα μάτια μου έτσουζαν εδώ και ώρα, όμως ξαφνικά τα ένιωσα να καίγονται από το απότομο φως που γέμισε τον χώρο.
Αυτό είναι, σκέφτηκα και προετοίμασα τον εαυτό μου για το τελειωτικό χτύπημα. Ο πόνος στην κοιλιά μου αυξανόταν και εξαπλώθηκε παντού, όταν μια δύναμη με πέταξε στο πάτωμα. Άνοιξα τα μάτια μου από το σοκ της πτώσης, όμως τα ξαναέκλεισα αμέσως. Το σκοτάδι είχε αντικατασταθεί από άπλετο φως, το οποίο δε μου επέτρεπε να τα κρατήσω ανοιχτά. Και τότε συνειδητοποίησα πως άκουγα φωνές… Στριγκλιές και βόμβο από χτυπήματα. Σαν κάποιος να πάλευε μπροστά μου. Ήθελα πολύ να δω τι γινόταν, όμως δεν υπήρχε περίπτωση να ξανανιώσω το κάψιμο, γι’ αυτό περιορίστηκα στην ακοή μου και σε όσα μπορούσα να αποκωδικοποιήσω από αυτήν. Αναμφίβολα κάποιος μαχόταν με το τέρας… Μπορούσα να ξεχωρίσω πότε ο σωτήρας μου κέρδιζε ένα χτύπημα από τη στριγκή κραυγή του τέρατος. Το είχα φανταστεί ογκώδες, τρομακτικό στην όψη, με κίτρινα μάτια και σάλια που τρέχουν από τους τεράστιους κυνόδοντές του. Α και τα νύχια… Σίγουρα είχε γαμψά και μεγάλα νύχια.
Όταν το τέρας κέρδιζε ένα χτύπημα, ο ήχος που έβγαινε από τον αντίπαλό του πρόδιδε πως ήταν κάποιος άντρας. Ήμουν σίγουρη πως σε κάποια φάση τον άκουσα να βρίζει πνιχτά, πριν ανταποδώσει με ένα γερό χτύπημα.
Μπόρεσα να καταλάβω πότε ακριβώς τελείωσε η μάχη. Το φως ξεχύθηκε ακόμα περισσότερο και ένιωσα την ενέργειά του να διαπερνά όλο τον χώρο, σαν να έπιασε ένας απότομος αέρας ή σαν να έγινε μια έκρηξη. Τα αυτιά μου πράγματι βούιζαν για λίγο και η αίσθηση στο δέρμα του προσώπου μου ήταν μεταξύ της αίσθησης που σου αφήνει το νερό, όταν το βουτάς σε αυτό, ή αυτής που αισθάνεσαι όταν σε φυσάει ένα έντονο αεράκι.
Το φως ελαττώθηκε και μετά από λίγο μπόρεσα να ανοίξω τα μάτια μου. Δεν ξέρω τι ακριβώς περίμενα να αντικρύσω. Ίσως έναν άντρα δίπλα σε ένα πεσμένο τεράστιο τέρας; Ίσως ένα δεύτερο τέρας δίπλα στον πρώτο εχθρό μου; Το ένστικτό μου μου έλεγε πως ο σωτήρας μου δε θα μου έκανε κακό. Είχε έρθει μαζί με το φως, σωστά;
Σαν άγγελος, λουσμένος από τον φωτεινό κύκλο που τον περιέβαλε ήταν όταν τον είδα να στέκεται από πάνω μου. Δεν ήταν λερωμένος με αίματα, τα ρούχα του ήταν σκούρα και ήταν –πραγματικά– πανέμορφος. Τα σκούρα μαλλιά του είχαν ανακατωθεί από τη μάχη και έρχονταν σε αντίθεση με το ανοιχτόχρωμο δέρμα του, τα έντονα μάτια του με κοιτούσαν εξεταστικά. Όταν μίλησε, η φωνή του ακούστηκε όπως ακριβώς την περίμενα, στιβαρή και βαθιά:
«Ακόμα δεν ήρθες και έμπλεξες σε μπελάδες». Ένα μισό χαμόγελο έσπασε τα χείλη του και εγώ ανοιγόκλεισα τα μάτια μου στο άκουσμα της πρότασης, μην μπορώντας να συνειδητοποιήσω πλήρως το νόημά της.
«Ορίστε;» είπα με προσποιητή άνεση, ξαφνιασμένη από τον ήχο της φωνής μου, τον οποίο είχα να ακούσω δεν ξέρω κι εγώ πόσες ώρες.
«Για λίγο πίστεψα ότι δε θα σε έβρισκα ποτέ». Ο τόνος του ήταν αυστηρός, παγωμένος. Δε χωρούσε αμφισβητήσεις.
«Μ-με έψαχνες;»
«Φυσικά, νεοφερμένη. Λες να σε αφήναμε έτσι; Μου πήρε ώρα να σε βρω, όμως δε θα έφευγα χωρίς εσένα».
Οι απορίες μου γίνονταν όλο και περισσότερες όσο μιλούσα μαζί του.
«Ποιος είσαι; Π-πού είμαι;» ρώτησα, χωρίς να είμαι σίγουρη αν ήθελα να πάρω την απάντηση.
«Θα σ’ τα εξηγήσουν όλα στην Ακαδημία. Προς το παρόν ακολούθησέ με» είπε γυρίζοντας την πλάτη του και άρχισε να απομακρύνεται. Δεν μπήκε στον κόπο να με βοηθήσει να σηκωθώ από το πάτωμα, μόνο άρχισε να απομακρύνεται παίρνοντας μαζί του και το αμυδρό φως που τον περιέκλυε. Σηκώθηκα γρήγορα, όμως κοντοστάθηκα. Όταν κατάλαβε ότι δεν τον ακολουθούσα, σταμάτησε χωρίς να με κοιτάξει και αναστέναξε. Ζύγισα τις επιλογές μου. Ή θα έμενα εκεί, ξεχασμένη στην ανυπαρξία μέχρι να χάσω και το τελευταίο ψήγμα της νοημοσύνης μου, κινδυνεύοντας να με «φάει» το επόμενο στη σειρά τέρας ή θα τον ακολουθούσα. Εξάλλου τι χειρότερο μπορούσε να συμβεί;
Έφερα το ένα πόδι μου μπροστά από το άλλο και το διέταξα να κουνηθεί έστω και απρόθυμα. Εκείνος, μόλις αντιλήφθηκε την κίνηση, ξεκίνησε ξανά να περπατάει με εμένα να τον ακολουθώ δειλά από πίσω, προσπαθώντας να μένω μέσα στον κύκλο φωτός που δημιουργούσε… το σώμα του; Δεν ήμουν σίγουρη, όμως φαινόταν πως το φως πήγαζε από εκείνον. Σαν αύρα, την οποία επέκτεινε λιγάκι ώστε να φωτίσει τον χώρο γύρω του σε κοντινή απόσταση.
Στην πορεία μας δεν μπορούσα παρά να κάνω τις χειρότερες σκέψεις γι’ αυτό που μου είχε συμβεί και να αναρωτιέμαι αν θα τελείωνε ποτέ. Πολλές στιγμές και βήματα αργότερα, αποφάσισα να συγκεντρώσω όσο περισσότερο κουράγιο είχα και να κάνω την ερώτηση που τριβέλιζε από την πρώτη στιγμή το μυαλό μου. Άνοιξα το στόμα μου, πήρα μια μεγάλη ανάσα και, πριν αρχίσω να σχηματίζω τις λέξεις που είχα στο κεφάλι μου, με διέκοψε:
«Ό,τι ερωτήσεις έχεις θα τις κάνεις στον Διευθυντή. Δεν είμαι αρμόδιος να σου τις απαντήσω». Έκλεισα το στόμα μου θιγμένη και αναρωτιόμουν πώς κατάλαβε ότι πήγαινα να πω κάτι. Συνεχίσαμε να περπατάμε για πολλή ώρα μέχρις ότου ο εκνευρισμός μου ξεπέρασε σε ποσοστά τον φόβο μου. Δε θα πείραζε κανέναν αν μου απαντούσε σε μια και μόνο ερώτηση. Απλώς είχε αποφασίσει να είναι σπαστικός και απόμακρος και εκνευριστικός και… Δεν άντεξα. Σήκωσα το χέρι μου και το έτεινα προς το μέρος του σε μια προσπάθεια να τον τραβήξω προς τα πίσω και να σταματήσω το ταχύ βήμα του.
«Μια στιγμή! Δε θα πάθεις κάτι αν…» η φράση μου κόπηκε στη μέση όταν το χέρι μου, το οποίο προοριζόταν να πιάσει το χέρι του και να τον σταματήσει, πέρασε ανάμεσα του και βρέθηκε ξανά πίσω σε μένα άπραγο. Ήταν λες και το είχα κουνήσει απλώς στον αέρα, δεν είχα αισθανθεί τίποτα. Τα μάτια μου γούρλωσαν και το στόμα μου άνοιξε προσπαθώντας να χορηγήσει μια ανάσα οξυγόνου στα πνευμόνια μου που έδειχναν να έχουν στερέψει. Τον κοίταξα τρομαγμένη κι εκείνος έδειχνε σαστισμένος από την κίνηση «οικειότητας» που μόλις είχα κάνει. Γύρισε το βλέμμα του προς το σημείο που είχε περάσει το χέρι μου μέσα από το δικό του και, αφού το επεξεργάστηκε λίγο κουνώντας παράλληλα και τα δάχτυλά του σαν να είχε μουδιάσει, γύρισε το βλέμμα του προς εμένα. Ήταν παγερό και ένιωσα τον θυμό του να αυξάνεται.
«Δεν μπορείς να περιμένεις λίγα καταραμένα λεπτά ακόμα; Γιατί έπρεπε να το κάνεις αυτό;»
Προσπάθησα να βρω έναν τρόπο να βάλω τις λέξεις στη σειρά και να του απαντήσω, όμως το μόνο που μπόρεσα να αρθρώσω ήταν μία και μόνο λέξη:
«Π-πέθανα;»
Εκείνος στριφογύρισε τα μάτια του και αναστέναξε προσπαθώντας να διώξει τον θυμό του. Μετά από λίγα βασανιστικά δευτερόλεπτα, που φάνηκαν σαν κάτι πάνω από αιώνας, μου απάντησε.
«Όχι. Απλώς είσαι ακόμα άυλη».

Αγγελίνα Παπαδημητρίου