Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

23.10.18

Η κραυγή του αετού (Κεφάλαιο 1)

«Σηκωθείτε ζώα! Ώρα για πρωινή εργασία…»
           
Τι ώρα ήταν; Ποια μέρα;.. Πρέπει να είχα άσχημο βράδυ. Ήταν η τελευταία φορά που θα δεχόμουν να πιω από το δηλητήριο του Τακέο. Δυνατό ποτό, κατευθείαν από τη μαύρη αγορά, αλλά καθόλου του γούστου μου. Πρέπει να είχα λιποθυμήσει στο δεύτερο ποτήρι.  Ο πονοκέφαλος σίγουρα δεν ήταν το καλύτερο που μπορούσε να μου συμβεί εκείνη τη στιγμή, αλλά δε μπορούσα και να κάνω κάτι για αυτό. Οι φωνές και τα τρανταχτά γέλια του δεσμοφύλακα αντηχούσαν σε ολόκληρη την Ανατολική πτέρυγα και θαρρώ πως οι φύλακες της εσωτερικής  πύλης μπορούσαν να τον ακούσουν εξίσου καθαρά με όλους εμάς. Η ώρα πρέπει να ήταν οχτώ και κάτι λεπτά. Τρίτη πιστεύω και ο μήνας Οκτώβρης, αν δεν κάνω λάθος, και η παραμονή μου στη φυλακή δεν μου ’χει πειράξει το μυαλό και τη μνήμη μου… τόσο πολύ.

           
Μάλιστα, φυλακή. Κα δε θα μπορούσα να ζητήσω καλύτερο μέρος. Αιώνες τώρα, η νήσος Μόσιρ  στα Χοκάιντο είχε υιοθετήσει τον τίτλο της πατρίδας των φαντασμάτων του παρελθόντος κα αποτελούσε ένα σωστό παράδειγμα για οποιαδήποτε άλλη Νήσο που σκόπευε να της εναντιωθεί η κυβέρνηση. Χα! Κυβέρνηση και κουραφέξαλα. Φασίστες θα έλεγα καλύτερα, αλλά η θέση στην οποία βρίσκομαι δεν με παίρνει να λέω πάρα πολλά επί του θέματος·  αλλά ποιο θα ήταν το χειρότερο που μπορούν να μου κάνουν; Το καλό με τη φυλακή είναι πως μπορείς να λες το οτιδήποτε για τον οποιοδήποτε και κανείς δεν πρόκειται να σε πειράξει. Ήδη σε έχουν μπαγλαρωμένο, δεν υπάρχει άλλη «τιμωρία».
           
Το θέμα είναι πως, πάνω σε αυτό το τεραστίων διαστάσεων νεκροταφείο, αποφασίστηκε να κτιστεί ένα σωστό φρούριο – φυλακή το οποίο θα κρατούσε μακριά από τον πολιτισμό όλα τα αποβράσματα και τους δαίμονες που αποφάσισαν να το παίξουν κορώνα γράμματα και να διαγωνιστούν στο ποιος χώνει το μαχαίρι καλύτερα στο στομάχι κάποιου ανυποψίαστου περαστικού, ή ποιος είναι ‘άντρας’ αρκετά για να βάλει κάτω και να γκαστρώσει στο άψε σβήσε πέντε και παραπάνω μαθήτριες του γυμνασίου τη φορά. Παραδέχομαι, παρόλα τα μη αναπαυτικά κρεβάτια, ή καλύτερα στρώματα, και το άθλιο φαγητό, πως κανείς ποτέ δεν κατάφερε να φύγει από αυτή τη φυλακή και να φτάσει στο Τόκυο ζωντανός. Άμα δεν σε έπιαναν οι φρουροί, σίγουρα τα πνεύματα των αγωνιστών αυτού του τόπου θα σε παρέδιδαν στον Χάρο τη νύχτα καθώς θα κοιμόσουν με τη ζεστή σκέψη της ελευθερίας, η οποία σε περίμενε κάπου εκεί έξω. Πιστεύετε πως υπερβάλλω για τα φαντάσματα; Ίσως. Δεν τα έχω δει και ποτέ μου. Μεταφέρω απλά λόγια και ιστορίες των πιο παλιών εδώ μέσα.
           
Ενάμιση χρόνο πίσω από τα κάγκελα και έχω μάθει να κάνω φιλίες, περισσότερες τουλάχιστον από τους εχθρούς. Κάποτε, κάποιος θα θελήσει να σε βγάλει από τη μέση για τον δικό του απελπισμένο λόγο. Είτε επειδή είσαι εμπόδιο σε κάποιο στόχο του ή απλά είναι παρανοϊκός αρκετά και η αίσθηση του αίματος στα χέρια του είχε λείψει. Τρεις φορές μεταφέρθηκα στην απομόνωση λόγω αυτοάμυνας, κάτι το οποίο δε μου φάνηκε παράλογο αν διαπιστώσεις πως στην τελική αυτός ο λόγος με κλείδωσε εδώ. Τι εννοώ? Υπήρξε μία εποχή που ζούσα σε ένα παραδοσιακό Ιαπωνικό σπίτι, με μια παραδοσιακή Ιαπωνική οικογένεια. Αλλά ποιό το νόημα άμα δεν υπάρξει και λίγη τρέλα μέσα στην όλη ανιαρή, άδεια και συνηθισμένη πραγματικότητα, σωστά;
           
Οι γονείς μου δεν ήταν και το καλύτερο πρότυπο αλλά ούτε και το χειρότερο, και παρά την οικονομική δυσχέρεια η οποία μας βασάνιζε χρόνια το περιβάλλον ήταν αρκετά ειρηνικό και χωρίς πολλούς ή άσχημους καυγάδες. Και οι δύο πάλευαν για να με μεγαλώσουν και εγώ τους αντάμειβα με σωστή συμπεριφορά, σεβασμό και υπακοή. Ακόμα και οι δουλειές του σπιτιού είχαν μοιραστεί ισότιμα. Από τη στιγμή που οι γονείς μου δούλευαν μέρα και νύχτα αντίστοιχα και εγώ έπρεπε να παρακολουθώ μαθήματα γραφής, ανάγνωσης και ιστορίας τα πρωινά έως το μεσημέρι και τρεις ώρες το απόγευμα, έπρεπε να υπάρξει μία ισορροπία. Εγώ είχα το καθάρισμα των δαπέδων και των παραθύρων. Η μητέρα μαγείρεμα και πλύση ρούχων και ο πατέρας ψώνια, πλύσιμο πιάτων και κήπο. Αυτό που μας έσωσε μετά την απόλυση της μάνας μου ήταν το γεγονός πως το σπίτι ανήκε στην οικογένεια γενιές και δεν υπήρχε κάποιο νοίκι για το οποίο έπρεπε να πληρώσουμε αδρά. Όλοι ήμασταν χαρούμενοι. Όλοι, εκτός της μητέρας μου. Ποτέ απ’ όσο τη θυμάμαι δεν ήταν απόλυτα ικανοποιημένη, μα η υπόσχεση του πατέρα μου ότι στο τέλος όλα θα πάνε καλά και ένα τρυφερό φιλί στο μέτωπο την ηρεμούσε κάπως. Την έκανε να χαμογελά, ακόμα και αν ήταν ένα θλιμμένο χαμόγελο. Προσπαθούσε· όλοι προσπαθούσαμε κι ας μην είχαμε όλα τα πλούτη του κόσμου.
Τα καταφέρναμε, σιγά σιγά…
           
Μα ήρθε μια μέρα, τη θυμάμαι σαν να ήταν χθες, η οποία κατέστρεψε ολοσχερώς ό,τι θεωρούσα ιδανικό και απόλυτα τέλειο.  Τρία χρόνια πριν, η μάνα μου άρχισε να φωνάζει στον πατέρα μου. Τον έβριζε και πετούσε κάτω πιάτα και βάζα. Ανίκανο τον αποκαλούσε, ανίκανο να βγάλει τα απαραίτητα χρήματα για να ζω εγώ καλή ζωή και να μη μου λείπει τίποτα. Αχάριστο, που δεν μπορούσε να πει ούτε ένα ευχαριστώ για τα γεύματα που του ετοίμαζε κάθε μέρα και το μόνο που ήξερε να κάνει ήταν να παραπονιέται για το κόστος.
           
Εγώ βρισκόμουν στο δωμάτιό μου και διάβαζα ένα από τα βιβλία μου, τελειόφοιτη καθώς ήμουν και προετοιμαζόμουν για τις εξετάσεις που θα μου χάριζαν την είσοδο σε κάποιο από τα πανεπιστήμια της πόλης, όταν άκουσα τις φωνές τους. Δεν έδωσα σημασία. Είχα μάθει πια πως για μία ώρα θα κατηγορούσαν ο ένας τον άλλον για την κατάντια της οικογένειάς μας, θα αναπολούσαν τα παλιά… τα πολύ παλιά χρόνια των παππούδων μου, και πριν το καταλάβεις θα τους έβρισκες αγκαλιά στον κήπο να κοιτάνε τα άστρα και να ονειρεύονται ένα καλύτερο αύριο.
           
Μόνο που δεν έγινε έτσι.
           
Υπήρξε σιγή. Κάτι το ασυνήθιστο. Μου κίνησε την περιέργεια και δίχως να κάνω τον παραμικρό θόρυβο βημάτισα στις μύτες των ποδιών μου τα σκαλιά μόνο και μόνο για να παγώσω από τον τρόμο και να ουρλιάξω από την οδύνη του θεάματος που αντίκρισα. Η μητέρα μου… Η γλυκιά μου μητέρα κειτόταν στο ξύλινο πάτωμα, γυμνή. Τα μαύρα της μαλλιά ποτάμια που είχαν εξαπλωθεί σε όλο το δάπεδο και το κορμί της άψυχα ανοιχτό να έχει παραχωρηθεί δίχως θέληση στο έλεός του, ενώ ο πατέρας μου ανάμεσα από τα πόδια της να σηκώνεται και σιγά σιγά να σχηματίζεται μία πορφυρή λίμνη αίματος γύρω της. Έτρεμα. Όλο το σώμα μου έτρεμε και αδυνατούσα να σκεφτώ… να πράξω. Το μυαλό μου έλεγε να τρέξω μακριά αλλά τα πόδια δεν υπάκουαν… Δεν ήθελαν… ή απλά είχαν πεθάνει από τον φόβο.
             
«Το βούλωσε επιτέλους η σκύλα» - δε θα ξεχάσω ποτέ αυτή του τη φράση καθώς κούμπωνε το παντελόνι του και έγλειφε τα χείλη του. Τον κοίταξα στα μάτια. Μέγα λάθος. Ποτέ μην κοιτάς έναν δολοφόνο που έχει ενδώσει στην παράνοια του. Τον εξαγριώνεις και τον προκαλείς. Αλλά αυτός.. αυτό… δεν ήταν ο πατέρας μου. Δεν ήταν εκείνος ο κουρασμένος αλλά γεμάτος χαρά άνθρωπος που με μεγάλωσε.. Δεν ήταν εκείνος ο εργατικός νέος που έκλεψε την καρδιά της μητέρας μου πριν από τριάντα χρόνια και την κρατούσε σαν το πιο πολύτιμο απόκτημά του. Ήταν ένα τέρας, γεννημένο από την καταπίεση και την ατελείωτη κούραση.
           
«Ποτέ της δεν κατάλαβε… Ποτέ της δεν αναγνώρισε τον κόπο μου. Μόνο γκρίνια, γκρίνια… Γκρίνια!»
Δεν είχα καταλάβει σε ποιόν μιλούσε. Κοιτούσε το αιχμηρό και αιματοβαμμένο του μαχαίρι.  Έκανε κύκλους γύρω από το πτώμα της και στον τελευταίο βρυχηθμό του την έφτυσε. Η ανάσα μου κόπηκε, όταν το κεφάλι του γύρισε προς το μέρος μου. Ο εγκέφαλος μου είχε παγώσει και ούτε έπαιρνε ούτε έστελνε εντολές. Απλά παρακολουθούσα.  «Και εσύ..» ερχόταν προς το μέρος μου και η σκέψη πως ίσως πάθαινα το ίδιο ή χειρότερο ανάγκασε τα συστήματα του οργανισμού μου να επανέλθουν. Κατέβηκα τα σκαλιά γρήγορα, διότι ήξερα πως άμα ανέβαινα στον επάνω όροφο η μόνη σωτηρία θα ήταν θάνατος πηδώντας από το μπαλκόνι… Και δεν ήθελα να πεθάνω. Ήθελα να ζήσω! Ήθελα να ζήσω, διάολε!
           
«Π-πατέρα…»
Η ανάσα μου εξακολουθούσε να ήταν κομμένη.. Ήλπιζα να είχε απομείνει κάποιο κομμάτι της άμοιρης ψυχής του αλάβωτο από την τρέλα του.
           
«Θες να τη γλυτώσεις, έτσι δεν είναι;» είπε έχοντας το κεφάλι του μονίμως γερμένο στο πλάι, ενώ τα μάτια μου έπεσαν κατευθείαν στο αριστερό του χέρι και στο κουζινομάχαιρο που κρατούσε. Έτρεμα και έγνεψα αρνητικά το κεφάλι μου.  
«ΙΔΙΑ ΜΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΚΥΛΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΙ ΕΣΥ!» φώναξε και προσπάθησα να του ξεφύγω, μα ήταν ήδη αργά. Ήμουν τόσο κοντά στην πόρτα, αλλά είχε ήδη αρπάξει το χέρι μου και με έσπρωξε προς τα πίσω με όλη του τη δύναμη… Το σώμα μου εκτοξεύθηκε, η πλάτη μου χτύπησε τον τοίχο και μόνο μία βουβή, κοφτή κραυγή βγήκε από το στόμα μου. Ύστερα, απλά έπεσα κάτω ηττημένη. Τον άκουγα, όμως. Τον άκουγα να γελάει περήφανα που θα ξεπάστρευε τις δύο γυναίκες αυτού του σπιτιού και αμφιβάλλω εάν τον ενδιέφερε τι θα γινόταν αργότερα, που θα κατέληγε και πως. Απλά εκείνη τη χρονική στιγμή ήθελε να βάψει τα χέρια του με το δικό μας το αίμα..  Αλλά, όπως είπα, δεν ήθελα να πεθάνω και είμαι αρκετά πεισματάρα σαν άτομο.
           
Το τέλος ποτέ δεν είχε φανεί πιο κοντινό από τη στιγμή που με άρπαξε από τον γιακά του φορέματός μου και έφερε το πρόσωπό του χιλιοστά μακριά από το δικό μου. Απαιτούσε να κοιτάξω αυτά τα δαιμονισμένα μάτια και να υποκύψω στην τρελή του επιθυμία. Έκλεισα τα μάτια σφιχτά και τον έφτυσα τη στιγμή που αισθάνθηκα στον λαιμό μου την αηδιαστική και υγρή του γλώσσα να  χαϊδεύει άχαρα το δέρμα μου. Αυτός απλά εκνευρίστηκε περισσότερο και με έριξε στο πάτωμα. Χτύπησα το κεφάλι μου αυτή τη φορά και όλα άρχισαν να αποκτούν από ένα δίδυμο σύντροφο και μια πιο θολή χροιά.. Τα αυτιά μου βούιζαν και εκείνος απλά γελούσε πιο υστερικά… Ανατρίχιασα και συνέχισα να τρέμω, όμως αυτή τη φορά το μυαλό μου δεν τερμάτισε. Δεν είχα δύναμη, παρόλο το πείσμα μου, να σηκωθώ ή να αντισταθώ. Τα παράτησα. Τα μάτια μου έτσουζαν από τον ιδρώτα και τα δάκρυα και έγειρα το κεφάλι μου στο πλάι. Θα δεχόμουν ό,τι ήταν να έρθει, γιατί απ’ ότι φαινόταν αυτή ήταν η μοίρα μου.
«ΣΚΥΛΑ!  ΣΚΥΛΑ!» χασκογέλασε. Ακόμα δεν μπορούσα να καταλάβω εάν μιλούσε σε εμένα ή την συγχωρεμένη τη μάνα μου «ΠΕΘΑΝΕ! ΠΕΘΑΝΕ! ΠΕΕΕΘΑΝΕΕΕΕ!!!!!!!!! ΠΕ--» ένας γδούπος και το θέατρο του παραλόγου έφτασε στο τέλος του.
           
Από τον τσακωμό τους και τα σπασμένα βάζα, είχαν σκορπίσει παντού γυαλιά. Δίπλα μου ακριβώς βρισκόταν ένα. Κατάφερα να το πιάσω και την στιγμή που θα μου χάριζε το τελειωτικό χτύπημα, εκείνη ακριβώς του το επέστρεψα.  Αλλά το καλύτερο δεν ήταν αυτό. Τη στιγμή που τον κάρφωσα και πήρα τη ζωή από αυτό το καθίκι, η πόρτα άνοιξε και η αστυνομία μπούκαρε. Κάποιος γείτονας ίσως να είχε ακούσει τις κραυγές μου και να κάλεσε τις αρχές. Δεν μπορούσα όμως να κρατήσω άλλο τις αισθήσεις μου. Λιποθύμησα.
           
Ε, τα υπόλοιπα είναι και τα ευκόλως εννοούμενα. Με πήγαν μέσα για φόνο, ακόμα και άμα ήταν απλή άμυνα. Ακόμα και που σκότωσε τη μάνα μου, εν ψυχρώ, εγώ ήμουν ο κακός της υπόθεσης.  Δύο χρόνια έως ότου ενηλικιωθώ σε φυλακές εξαναγκαστικής εργασίας και με το που έκλεινα τα εικοσιένα, θα με έστελναν στην πιο υψηλή κοινωνία, αλλά όχι και απαραίτητα στην καλύτερη.
           
Και έτσι κατέληξα εδώ. Έσωσα το τομάρι μου από τον παρανοϊκό πατέρα μου και τώρα την πληρώνω, ενώ αυτός αναπαυόταν δικαιωμένος σε ένα από τα νεκροταφεία του Κιότο.  Ο δικηγόρος του εμφάνισε έγγραφο στο δικαστήριο πως ο άνθρωπος έπασχε από σχιζοφρένεια και ότι έκανε το έκανε σε μία έκρηξη τρέλας. Ο άλλος του εαυτός βγήκε στο προσκήνιο, προφανώς ύστερα από μεγάλη επαγγελματική πίεση και στράφηκε με βίαιο και κτηνώδη τρόπο έναντι της γυναίκας και της κόρης του. Αυτό που με είχε τρελάνει εκείνη τη μέρα δεν ήταν οι ασυναρτησίες του δικηγόρου αλλά το πώς οι δικαστές χειρίστηκαν το θέμα. Ο πατέρας μου δεν ήταν τρελός και ούτε έπασχε από διπλή προσωπικότητα. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα κάτι τέτοιο για εκείνον. Αλλά ήμουν η μόνη που δεν πίστεψε λέξη. Οι υπόλοιποι απλά υποστήριξαν πως δεν έπρεπε να αντιδράσω με τον τρόπο που αντέδρασα ακόμα και αν ήταν αυτοάμυνα. Ο φόνος, είπαν, δεν ήταν διέξοδος, και από τη στιγμή που έπραξα με τέτοιο σκεπτικό σε τέτοια νεαρή ηλικία ήταν επικίνδυνο να αφεθώ ελεύθερη στην κοινωνία. Αποτελούσα απειλή για την ηρεμία…
           
Ηρεμία… Πόσο θα ήθελα να θυμηθώ τι αίσθηση έχει…
           
«Έι! Ρόζα! Πιο αργά, κούκλα! Δεν θες να ντροπιάσεις τα τομάρια σε ένα απλό εκατοστάρι»
Αυτός είναι ο Τέτσου. Επώνυμο δεν έχει.. Τέτσου τον μάθαμε και έτσι τον φωνάζουμε.  Είναι ο υποτιθέμενος προπονητής τον οποίο ήμασταν αναγκασμένοι να ακούμε και να πράττουμε σύμφωνα με το κάθε του θέλημα. Διότι, για να είσαι χρήσιμος σε τούτο το μέρος, πρέπει να έχεις και την κατάλληλη φυσική κατάσταση, διαφορετικά ή θα σε πεθάνεις από κούραση ή από κάποιον παραφουσκωμένο...
           
«Ντροπιάζονται και χωρίς τη βοήθειά μου, Τέτσου» απάντησα καθώς δέχτηκα τη χιλιοχρησιμοποιημένη πετσέτα για να σκουπίσω τον ιδρώτα από το πρόσωπό μου, που με έλουζε ώρα τώρα. Ύστερα απλά την πέταξα στα μούτρα του Ριού.
           
«ΑΘΛΙΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ!» άκουσα τη φωνή του και είδα τον ίδιο να τρέχει καταπάνω μου. Ένα βήμα στο πλάι και ήρθε πρόσωπο με στήθος με τον Τέτσου, ο οποίος τελευταίως τον αγριοκοίταζε και έπαιζε με τις κλειδώσεις του χεριού του.
           
«Αφού ξέρεις τι πάει να πει, μάθε και να το χρησιμοποιείς σωστά στις προτάσεις σου…» αντιγύρισα, ενώ ο προπονητής μας γελούσε ενθουσιασμένος. Ο Ριού ήταν έτοιμος να μου δώσει το δεύτερο χτύπημα και εγώ έτοιμη να το αποκρούσω και να περάσω από την άμυνα στην επίθεση, όταν δύο φρουροί και ο διευθυντής εισήλθαν στον προαύλιο.
           
«Ρέιτο, ακολούθησε με» μου είπε κοφτά και εγώ κοίταξα κατευθείαν τον Τέτσου. Εκείνος απλά ανασήκωσε τους ώμους του μην έχοντας να μου πει το παραμικρό  και γύρισε προς τα καθάρματα, την συμμορία του Ριού, βρίζοντάς τους και κάνοντας ζέσταμα για να τους σπάσει τα κεφάλια, όπως υποστήριζε κάθε φορά. Εγώ, από την άλλη, δεν είχα ιδέα εάν το κεφάλι μου θα έσπαγε ή θα έβγαινε ζωντανό.
           
«Βρίσκεστε στις φυλακές μας αρκετό καιρό» έκανε ο διευθυντής, λες και δεν ήξερε το κάθαρμα πόσο και για ποιο λόγο. Τον θυμάμαι. Ήταν στη δίκη και επέμενε τόσο πολύ να κλειστώ μέσα στις φυλακές του, λες και θα είχε κάποιο προσωπικό όφελος από εκείνη την υπόθεση… κάτι για το οποίο δεν αμφιβάλλω καθόλου. Δεν έβλεπε τους ανθρώπους σαν άτομα, σαν όντα, αλλά περισσότερο σαν εμπόρευμα και μέσo για μεγάλο κέρδος. Σε κρατάω στο χέρι μου και μπορώ όποτε θελήσω και θεωρήσω ορθόν να σε πουλήσω ή να σε βγάλω από τη μέση. Πάντα με αυτή τη λογική λειτουργούσε και από ότι μου είχε πει ο Τέτσου, πολλοί κρατούμενοι είχαν ολοκληρώσει τη διαμονή τους σε λιγότερο διάστημα από το καθορισμένο… Κι οι περισσότεροι από αυτούς ήταν κυρίως μέλη μαφίας και εξειδικευμένοι δολοφόνοι. Αυτός ο άνθρωπος δεν είχε ούτε ιερό ούτε όσιο.  
           
Με είχαν καθισμένη σε μία δερμάτινη καρέκλα μπροστά από το μεγαλοπρεπέστατο γραφείο του, θέλοντας να με κάνουν να νιώσω βολικά και άνετα και όχι απειλούμενη, ενώ ακριβώς δίπλα του στεκόταν ένας μυώδης τύπος με γυαλιά πιλότου και ένα δερμάτινο σακάκι στο χρώμα της φουρτουνιασμένης θάλασσας. Ήταν τεράστιος. Με όλη τη σημασία της λέξης. Πρέπει να ξεπερνούσε τον μέσο όρο ύψους ενός Ιάπωνα και τα χαρακτηριστικά του ήταν εκνευριστικά απαλά. Λες και αυτό το άτομο δεν είχε ποτέ συναντήσει κάποιο εμπόδιο στη ζωή του. Λες και η μοίρα του τα είχε προσφέρει όλα απλόχερα χωρίς να απαιτήσει κάτι.
           
«Λοιπόν, τι λες, Ρέιτο;»
           
«Ε;»
Να πάρει. Με είχε ιντριγκάρει τόσο πολύ το παρουσιαστικό του που δεν έδινα σημασία στα λόγια του διευθυντού. Όχι πως έδινα ποτέ… απλά αυτή τη φορά φαινόταν να ήταν κάτι το πολύ σημαντικό. Αναστέναξα και διόρθωσα λίγο την κοτσίδα μου, με τα μάτια μου μονίμως καρφωμένα στον καινούργιο τυπά.
           
«Δεν έχεις και άλλη επιλογή. Ή θα μείνεις εδώ να σαπίσεις για το υπόλοιπο της τραγικής σου ζωής ή θα με υπακούσεις σαν καλό κορίτσι που ξέρω πως είσαι»
Οκ, το πήρα απόφαση. Ο τύπος με απωθούσε υπερβολικά πολύ και όταν με άγγιξε, απλά ξεπέρασε τα όριά μου. Χαστούκισα το μαυροφορεμένο του χέρι και σηκώθηκα.
           
«Κανείς δεν απλώνει χέρι πάνω μου. Και άμα σκοπεύετε να με μετατρέψετε σε κάποιο είδος παιχνιδιού ικανοποίησης των αρρωστημένων σας φαντασιώσεων…»
Πλησίασα πάρα πολύ κοντά και εκείνος φαινόταν να το διασκεδάζει. Χαμήλωσε τα γυαλιά του για να με κοιτάξει κατάματα με ένα απόλυτα εκνευριστικό χαμόγελο χαραγμένο στα λεπτά του χείλη.
«Προτιμώ να σαπίσω εδώ» γρύλισα και σηκώθηκα αποχωρώντας δίχως διάθεση να απολογηθώ. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και οι φρουροί με γύρισαν πίσω εκεί που ανήκα. Στο κελί μου. Τουλάχιστον θα αισθανόμουν περισσότερη ασφάλεια εκεί. Μετά το συμβάν με τον πατέρα μου, η ιδέα πως κάποιος με άγγιζε με απώτερο σκοπό με άφηνε ενοχλημένη και ευέξαπτη. 
           
«Με συγχωρείτε για αυτή την αντίδραση. Βλέπετε δεν είναι και πολύ ψύχραιμη όταν κάποιος την αγγίζει…» απολογήθηκε ο διευθυντής, σκύβοντας το κεφάλι και με τρεμάμενη φωνή, ελπίζοντας να βρει συγχώρεση, ενώ τα χοντρά του χέρια έτρεμαν καθώς το ένα είχε αγκαλιάσει το άλλο σφιχτά.
           
Ο άνδρας απλά χασκογέλασε και κατέβασε το ποτό του σε μόνο μία γουλιά. «Τέτοια ακριβώς είναι τα άτομα που χρειαζόμαστε» δήλωσε, πήρε μια βαθιά ανάσα και τέντωσε τα χέρια του πάνω από το κεφάλι του αφήνοντας ένα χασμουρητό. Με το ένα χέρι στην τσέπη του παντελονιού του και το άλλο στον σβέρκο του, κατευθύνθηκε προς την έξοδο, μα πριν βγει, σταμάτησε κι έστριψε το κεφάλι χαμογελώντας λαμπρά.
«Στείλε την αύριο μαζί με τους άλλους. Τα λέμε»  
           
Ο διευθυντής αναστέναξε βαριεστημένα, μα μ’ ένα ίχνος χαλάρωσης μαζί, όταν η πόρτα έκλεισε. Έπιασε το στήθος του μόνο και μόνο να το νιώσει να ταλαντεύεται από τους δυνατούς  παλμούς της καρδιάς.  «Αυτή η ιστορία θα με στείλει στον τάφο νωρίτερα από ότι το έχει σχεδιάσει ο Θεός…» μονολόγησε και στράφηκε προς το παράθυρο, που του χάριζε μία ανεπανάληπτη θέα. Το γραφείο του διευθυντή Ασάκουρα δεν ήταν απλά ένα δωμάτιο μέσα στον χώρο της φυλακής. Όχι, ήταν ένας πολύ περήφανος άνδρας και δεν άφηνε τον εαυτό του να μπλεχτεί με ατίθασα ζώα. Ο Διευθυντής είχε δώσει εντολή να κατασκευαστεί ένα αυτόνομο κτίριο μερικά μέτρα μακριά από τις κεντρικές φυλακές: μία ώρα διασχίζοντας την απέραντη ερημιά με τα πόδια και ένα τέταρτο άμα είχες την πολυτέλεια να κατέχεις κάποιο μέσο. Από εκείνο το παράθυρο μπορούσε και παρακολουθούσε τα πάντα που συνέβαιναν στις φυλακές του. Η εξωτερική αυλή, οι πτέρυγες και οι πύργοι παρακολούθησης περικύκλωναν ολόκληρο το κτίριο, ενωμένοι με ατσαλένιο τείχος που υψωνόταν στα πέντε μέτρα και ηλεκτρικό πλέγμα στην κορυφή εάν κάποιο από τα καμάρια του αποφάσιζε να φύγει πριν την ώρα του. Χασκογέλασε με χαμηλωμένο το βλέμμα.
           
«Ο Αετός κάνει την κίνηση του νωρίτερα από ό, τι υπολογίζατε…»
           
Μία πιο νεανική φωνή έκανε την εμφάνισή της και ο  διευθυντής Ασάκουρα απλά γύρισε το κεφάλι του στο πλάι.
«Η κίνησή του είναι ιδιαίτερα… προκλητική και είμαστε περίεργοι…»
«Δεν αποτελεί πρόβλημα…»


 «Δε φοβάστε άμα τα καταφέρει αυτή τη φορά;»
Γύρισε απότομα το σώμα του για να κοιτάξει τον εισβολέα, αλλά το μόνο που κατάφερε να δει ήταν τα σκόρπια χαρτιά που αιωρούνταν τυχαία στο δωμάτιο. Η ανάσα του κόπηκε. Πρέπει να βρισκόταν εκεί ακριβώς. Που ακριβώς;
Η απάντηση στο ερώτημά του ήρθε το ίδιο ταχύτατα όσο και ο άνδρας στον οποίο ανήκε η νεανική φωνή. Είχε τυλίξει το ένα του χέρι γύρω από τον λαιμό του Ασάκουρα Κέντζι ενώ ένα αιχμηρό αντικείμενο πίεζε το πιο τρωτό του σημείο: την καρωτίδα αρτηρία του. Ένα βαθύ κόψιμο και θα σήμαινε το τέλος της ζωής του.
           
«Από ο τι φαίνεται, κάποιος έχει χάσει την πίστη του σε εμάς…»
           
Ο διευθυντής έτρεμε σαν ψάρι έξω από το νερό και ο τρόμος που τον κατέβαλλε δεν τον άφηνε να μιλήσει. Ο ξένος απλά μόρφασε απογοητευμένος και τον έσπρωξε.
«Θα τους δώσουμε την εντύπωση πως δε γνωρίζουμε τίποτα, μέχρι τη στιγμή που θα είναι αδύναμος αρκετά»
Κοντοστάθηκε στο παράθυρο και οι πορτοκαλί ακτίνες του δύοντα ήλιου έφεραν στην επιφάνεια την μορφή του. Ψηλό ανάστημα, καμουφλαρισμένο με τη φορεσιά από τους προσωπικούς φρουρούς του Ασάκουρα. Πόσοι πρέπει να πέθαναν από το χέρι του, σκέφτηκε καθώς απομάκρυνε το βλέμμα του από εκείνον.
           
«Όπω..» σήκωσε το κεφάλι του μα δεν υπήρχε πλέον κανείς εκεί. Έπεσε στα γόνατα. Είχε μπλέξει… Άμα δείλιαζε τώρα, θα έβρισκε σίγουρο θάνατο και από τις δύο μεριές… Ήταν συνετό, λοιπόν, να συνεχίσει τον δρόμο που του είχαν χαράξει παρά τη θέλησή του.


Χριστίνα Ξενάκη