Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

7.10.18

Η άργυρος χορδή (Κεφάλαιο 1)

 Η παλιά μεσαιωνική πόλη του Εδιμβούργου δε θα έλεγες πως φημίζεται για την ησυχία της, όμως σήμερα η κατάσταση δεν ήταν εύκολα διαχειρίσιμη. Το κατάστημα με τα είδη ευκαιρίας που βρισκόταν ακριβώς στην είσοδο της πολυκατοικίας μου είχε βάλει τρανταχτές εκπτώσεις, με αποτέλεσμα ο κόσμος να φτάνει κατά συρροή από παντού για να ψωνίσει ρολόγια, παιχνίδια, «φανταχτερά καλούδια» και ηλεκτρικά είδη, όπως αναγραφόταν στην τεράστια πινακίδα που κάλυπτε το κτίριο οριζόντια από τη μία άκρη στην άλλη. Και μπορεί εγώ να είχα τα νεύρα μου εκείνο το πρωινό, όμως η δυσανασχέτηση κάθε οδηγού που κινδύνευε να πατήσει τους απερίσκεπτους καταναλωτές που περνούσαν τον δρόμο σε ανύποπτα χρονικά διαστήματα, φαινόταν να μου δίνει δίκιο.
Ο σχηματισμός της ουράς έξω από το κατάστημα, σε συνδυασμό με τον κόσμο που μπαινόβγαινε, ενοχλούσαν τη διέλευσή μου με το ποδήλατο. Μετά από πολλά «με συγχωρείτε» και «μπορώ να περάσω» κατάφερα να ακουμπήσω τη ρόδα του στην άσφαλτο. Έσφιξα το λουράκι από το κράνος, ανέβηκα γρήγορα πάνω του και με μια θυμωμένη πεταλιά έφυγα από τον πανζουρλισμό που απειλούσε να χαλάσει την εύθραυστη διάθεσή μου.
Κατευθύνθηκα βόρεια επί της οδού Σεντ Πάτρικ, έστριψα αριστερά, μετά δεξιά στην οδό Τσάπελ και σε λιγότερο από δέκα λεπτά έφτασα στην είσοδο του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, οριακά μη αργοπορημένη για το μάθημά μου. Άφησα το ποδήλατό μου στην ειδική θέση που βρισκόταν λίγο πριν από την κύρια είσοδο του καλοδιατηρημένου κτιρίου και συνέχισα με τα πόδια, ρίχνοντας κλεφτές ματιές από τα παράθυρα στους σπουδαστές που μελετούσαν στη βιβλιοθήκη.
Κατευθυνόμουν προς την αίθουσα που διεξαγόταν το μάθημά μου, όταν με σταμάτησε η φωνή του καθηγητή Κόλιν Μπάρκλει.
«Δεσποινίς Βιλνέβ;»
Αποκρίθηκα επίσημα αποκαλώντας τον με το ονοματεπώνυμό του.
«Διάβασα τη δημοσιευμένη μελέτη σας σχετικά με την εργασιακή ψυχολογία και ομολογώ πως με εξέπληξε ιδιαίτερα» είπε και η ειλικρίνεια φαινόταν εύκολα στο βλέμμα του.
Ένιωσα τρομερή ικανοποίηση, όμως αυτό δεν εμπόδισε τα μάγουλά μου από το να βαφτούν κόκκινα, οπότε συνέφερα τον εαυτό μου με ένα καθάρισμα του λαιμού και απάντησα:
«Χαίρομαι δεόντως, κύριε Μπάρκλει, όμως για να είμαστε σωστοί, είχα πολλή βοήθεια από τον κύριο Άνγκους». Δε μου άρεσε να παίρνω τα εύσημα για τη δουλειά άλλων, όσο περήφανη και αν ήμουν εγώ για τον δικό μου κόπο.
Ο πενηντάχρονος καθηγητής μου χαμογέλασε. Είχα παρακολουθήσει πολλά μαθήματά του στο πρώτο έτος των σπουδών μου και πάντα τρέφαμε μία αμοιβαία συμπάθεια ο ένας για τον άλλον. Και εκείνος μου είχε προσφέρει πολλές φορές τη βοήθεια και τις γνώσεις του. Η αλήθεια είναι πως πάντα με τους καθηγητές μου είχα καλές σχέσεις, κυρίως λόγω της δίψας μου για μάθηση. Είχα μπει με μεγάλη δυσκολία σε αυτό εδώ το πανεπιστήμιο και ήταν μείζουσας σημασίας να διατηρώ τους βαθμούς μου ψηλά για να μπορώ να λαμβάνω τις υποτροφίες από το κράτος. Διαφορετικά, ο μικρός μισθός της μητέρας μου δεν ήταν ούτε στο ελάχιστο αρκετός για να καλύψει τα δίδακτρα, όχι μόνο σε αυτό, αλλά σε όλα τα πανεπιστήμια της χώρας, παρότι τα προνόμια για τους μόνιμους κατοίκους πρόσφεραν μειωμένα δίδακτρα. Όσο περνούσε λοιπόν από το χέρι μου, θα έκανα τα αδύνατα δυνατά για να αποφοιτήσω με άριστα.
«Όπως και να έχει, Ναντίν» συμπλήρωσε, χρησιμοποιώντας το μικρό μου όνομα, «είμαι σίγουρος πως σε περιμένει μια λαμπρή καριέρα».
Αποχαιρετιστήκαμε και με έστειλε στο μάθημά μου.
Το ιστορικό κτίριο του πανεπιστημίου που βρισκόταν πάνω στην Τζώρτζ Σκουέαρ ήταν πλήρως εκσυγχρονισμένο και λειτουργικό. Η διάλεξη που έπρεπε να παρακολουθήσω λάμβανε χώρα σε ένα από τα αμφιθέατρα του δευτέρου ορόφου και ευτυχώς η Κρις μού είχε κρατήσει θέση δίπλα της.
«Πώς γίνεται, ένας τόσο ψυχαναγκαστικός άνθρωπος όπως εσύ να φτάνει πάντα καθυστερημένος;» γκρίνιαξε εύθυμα ενώ φιλιόμασταν σταυρωτά έναντι χαιρετισμού.
Ανασήκωσα τους ώμους μου προς απάντηση και έβγαλα το σημειωματάριο και το στιλό μου από την τσάντα. Δεν προλάβαμε να πούμε πολλά, καθώς ο κομψός καθηγητής Άνγκους ξεκίνησε να μιλά, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει στην ψηφιακή του παρουσίαση. Τρεις ώρες και πολλές σημειωμένες σελίδες αργότερα βγαίναμε ζαλισμένες από το αμφιθέατρο. Λάτρευα την επιστήμη μου, την ψυχολογία, αλλά κάποιες φορές τα μαθήματα ήταν τόσο απαιτητικά που ένιωθα πως χρειάζομαι δέκα ώρες ύπνου για να επανέλθω στο φυσιολογικό.
Από ό,τι με ενημέρωσε η φίλη μου, η παρέα μας –η οποία αποτελούνταν από τρία άτομα, τον Ντάνιελ, το αγόρι της, τον Τόμας, τη δική μου κατά δύο χρόνια σχέση και την Αϊλίν, αδερφή του πρώτου– θα μαζευόταν σε ένα από τα στέκια μας, το μικρό καφέ που βρισκόταν δύο δρόμους μακρύτερα από το κτίριο που είχαμε μάθημα. Αφού τη διαβεβαίωσα πως θα τους συναντούσα αργότερα, τη χαιρέτησα και κατευθύνθηκα προς τη βιβλιοθήκη. Έπρεπε να αφήσω κάποια βιβλία και να αναζητήσω κάποια άλλα που ήταν απαραίτητα για την ολοκλήρωση της εργασίας του εξαμήνου.
Τους βρήκα να κάθονται στο γωνιακό τραπέζι δίπλα στην τζαμαρία του μαγαζιού. Δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο, όμως σέρβιρε ωραίο καφέ και τα πιο λαχταριστά μπισκότα της πόλης. Στα πλεονεκτήματά του προστίθονταν ο ελάχιστος αριθμός των τραπεζιών, έξι στο σύνολο, πράγμα που σήμαινε πως συνήθως ήταν άδειο, καθώς όλοι αγόραζαν κάτι για έξω. Ο Τόμας και ο Ντάνιελ τσακώνονταν για την τελευταία ταινία με υπερήρωες, φέρνοντας επιχειρήματα που θα μπορούσαν να πείσουν και τον πιο σχετικό πως ο καθένας τους είχε δίκιο και η Κρις με την Αϊλίν ήταν σκυμμένες πάνω από το κινητό της πρώτης και γελούσαν, πιθανότατα με γάτες στο ίντερνετ.
Όταν αντιλήφθηκαν την παρουσία μου, σταμάτησαν ό,τι έκαναν και έστρεψαν την προσοχή τους πάνω μου. Ο Τόμας σηκώθηκε από τη θέση του και, αφού με φίλησε πεταχτά, με μάλωσε πως άργησα, έχοντας το χέρι του περασμένο γύρω από τη μέση μου. Η μικρή μας διαφορά ύψους της τάξεως των δεκαπέντε πόντων, με το δικό του ένα και ογδόντα τρία να υπερέχει του δικού μου, του επέτρεπε να το κάνει και είχε αποδειχθεί πως ανήκε στη ρουτίνα μας.
«Ξεχάστηκα στη βιβλιοθήκη» δικαιολογήθηκα, για να πάρω ως απάντηση το στριφογύρισμα των ματιών της Κρις. Με ήξερε τόσο καλά που πλέον καταλάβαινε τι θα κάνω, πριν καν αποφασίσω να το κάνω εγώ η ίδια. Και από πλευράς μου το ίδιο ίσχυε. Τα τόσα χρόνια φιλίας μας –κοντεύαμε την εικοσαετία– είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός δεσίματος που ήμουν σίγουρη πως δεν μπορούσε να σπάσει με τίποτα. Ήταν η αδερφή που δεν είχα, και κάτι παραπάνω από αυτό, καθώς την οικογένεια δεν την επιλέγεις όπως τους φίλους. Κι εμείς επιλέξαμε η μία την άλλη πολύ νωρίς, στα πρώτα μας βήματα στο σχολείο.
Παρήγγειλα ένα μάφιν με σοκολάτα και έναν ζεστό καφέ φίλτρου και κάθισα στο τραπέζι με τους υπόλοιπους. Η συζήτηση μαζί τους κυλούσε με γρήγορους ρυθμούς, όπως πάντα, παρότι δεν είχα πολλή όρεξη. Η μόνη που κατάλαβε την αλλαγή στη διάθεσή μου ήταν η Κρις, η οποία με ξεμονάχιασε μία στιγμή που πήγα στην τουαλέτα και με ανέκρινε με το κλασικό αυστηρό της ύφος, στο οποίο κανείς δεν μπορούσε να πάει κόντρα.
«Είμαι απλώς λίγο κακόκεφη» είπα όσο πιο φυσικά μπορούσα.
«Ναντίν, μη μου λες ψέματα εμένα. Τι συμβαίνει; Δεν πιστεύω να άρχισες πάλι να…»
«Όχι!» τη διέκοψα. «Δεν έχει καμία σχέση με αυτό. Ίσως οι ορμόνες μου δεν είναι τόσο καλά τελευταία. Νιώθω μια έντονη κυκλοθυμία, αυτό είναι όλο. Πιέζομαι και από τη σχολή».
Είναι γνωστό πως, όταν κάποιος χρησιμοποιεί πολλές δικαιολογίες μαζεμένες για μία κατάσταση, μάλλον θέλει να κρύψει κάτι. Ήξερα πως δεν υπήρχε περίπτωση να πειστεί η φίλη μου από τα επιχειρήματά μου, όμως ήλπιζα να καταλάβει πως δεν ήθελα να μιλήσω περισσότερο για το θέμα τη δεδομένη στιγμή.
Ξεφύσηξε ηττημένη και εγώ από ανακούφιση. Καθίσαμε ξανά στο τραπέζι και με μια ματιά συμφωνήσαμε πως δε θα αφήναμε κανέναν να καταλάβει τίποτα, οπότε συνεχίσαμε να συμπεριφερόμαστε φυσιολογικά για την υπόλοιπη ώρα.
Η Κρις ήταν το μοναδικό άτομο που γνώριζε για την κατάστασή μου, για τα συμβάντα με τα περίεργα όνειρα και για όσα περνούσα τα βράδια όταν κοιμόμουν. Ανησυχούσε πολύ, όμως είχε αποδεχτεί πως δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε σε κανέναν άλλον για αυτό, καθώς θα με περνούσαν για τρελή και στην καλύτερη θα μου χορηγούσαν ένα σωρό θεραπείες, οι οποίες θα στόχευαν στην εξάλειψη του προβλήματος αλλά και του ίδιου μου του μυαλού. Μου είχε υποσχεθεί πως θα έπαιρνε το μυστικό μου στον τάφο της, και εγώ από πλευράς μου πως δε θα της έκρυβα ποτέ τίποτα που να είχε σχέση με αυτό.
Και τώρα δεν της είχα πει ψέματα. Δεν είχαν καμία σχέση τα όνειρά μου με την αλλαγή στη διάθεσή μου. Δεν είχα ταξιδέψει εδώ και πάρα πολύ καιρό, είχα αποκοπεί από τη συνήθειά μου αυτή με μεγάλο κόπο, όμως τις τελευταίες ημέρες σκεφτόμουν όλο και περισσότερο το να το ξανακάνω. Ποτέ άλλοτε δεν είχα νιώσει την επιθυμία τόσο έντονα. Με τρόμαζε, καθώς ένιωθα να εξαρτώμαι από αυτό και σίγουρα επηρέαζε τη διάθεσή μου η έλλειψή του. Σκεφτόμουν πως είχα καταντήσει ένα είδος ναρκομανή, και αυτός ήταν ο λόγος που είχα αποφασίσει να σταματήσω τελείως να το κάνω.
Είχα περάσει πολλά στάδια μέχρι να αποδεχτώ την κατάστασή μου από τότε που συνειδητοποίησα πως δεν ήταν φυσιολογικά όλα όσα μου συνέβαιναν. Ένας λόγος που ξεκίνησα να ασχολούμαι με την ανθρώπινη ψυχολογία ήταν γιατί ήθελα να καταλάβω περισσότερο τον εαυτό μου και τις δυνατότητές του. Να διαπιστώσω από πρώτο χέρι πως δεν ήμουν τρελή. Στην αρχή πίστευα πως όλα ήταν αποκυήματα της φαντασίας μου, παλαβά όνειρα που δημιουργούσε το υποσυνείδητό μου. Όμως γρήγορα ανακάλυψα πως όσα γίνονταν τα βράδια ήταν πέρα για πέρα αληθινά. Δεν ήμουν άλλωστε άνθρωπος με αστείρευτη φαντασία και δεν υπήρχε περίπτωση να τα δημιουργήσω όλα αυτά από μόνη μου, ούτε καν στα όνειρά μου. Οι φίλοι μου πάντα με κορόιδευαν για το πόσο κολλημένη με την πραγματικότητα ήμουν. Το μόνο πράγμα που με ξεκολλούσε από αυτήν ήταν η λογοτεχνία. Λάτρευα το διάβασμα, καθότι ήταν το μοναδικό πράγμα που κατάφερνε να με ταξιδέψει και να κάνει το μυαλό μου να σταματήσει να σκέφτεται το παρόν και το μέλλον.
Με μόνο όπλο τη σκέψη μου, λοιπόν, δε θα μπορούσα να έχω δημιουργήσει κάτι τόσο εξωπραγματικό. Είχα αργήσει να μάθω τι πραγματικά ήταν αυτό που μου συνέβαινε και σε αυτό βοήθησε μια μικρή αναζήτηση στο ίντερνετ. Ήμουν αστρικός ταξιδευτής. Είχα την ικανότητα να αποσπώ την ψυχή μου από το σώμα μου και να μεταφέρομαι από το δικό μας πεδίο, το «κοσμικό», σε ένα παράλληλο, το «αστρικό», όπως τα βαφτίζουν οι μελέτες που διάβασα κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου. Στο αστρικό πεδίο, αν εξαιρούσαμε το γεγονός πως έβλεπα τα πράγματα λίγο πιο θολά, σαν σε όνειρο, όλα τα υπόλοιπα ήταν φυσιολογικά. Για αυτό και είχα καταλήξει στο συμπέρασμα πως τα δύο αυτά πεδία ήταν παράλληλα, σαν να τα χωρίζει ένα διάφανο πέπλο, το οποίο μόνο εγώ μπορούσα να διασχίσω.
Ξεκίνησα να κάνω αστρική προβολή από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Οι τελευταίες μου μνήμες έφταναν στην ηλικία των έξι, στην περίοδο που πέθανε ο πατέρας μου. Οι αρχικές μου εμπειρίες περιλάμβαναν εμένα να αιωρούμαι πάνω από το κοιμισμένο σώμα μου, μην κατανοώντας τι ακριβώς συνέβαινε. Πλέον είχα καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο θάνατός του ήταν εφαλτήριος δύναμη για το «χάρισμά» μου και μια πράξη απόγνωσης να ξεφύγω από τη θλίψη μου. Ο πατέρας μου ήταν ο πιο σημαντικός άνθρωπος στη ζωή μου. Περνούσαμε ατελείωτες ώρες μαζί, παίζοντας και ακούγοντας μουσική στο γραφείο του, ενώ ταυτόχρονα είχε πάρα πολύ καλές σχέσεις και με τη μητέρα μου. Στα παιδικά μου μάτια ήταν οι δύο καλύτεροι άνθρωποι στον κόσμο και εγώ το πιο τυχερό παιδί. Η μητέρα μου δεν ξεπέρασε πραγματικά ποτέ τον χαμό του, για αυτό και δεν ξαναπαντρέυτηκε ποτέ, παρά τις παρακινήσεις μου να το κάνει. Όταν χάθηκε ο πατέρας μου δεν είχε κλείσει καν τα τριάντα, πολύ μικρή για να παρατήσει την ευτυχία της και να αφοσιωθεί σε ένα παιδί. Όμως, παρότι έκανε κάποιους δεσμούς, ποτέ δεν κατέληξε σε κάτι πιο σοβαρό.
Παρά τις πολύ καλές μας σχέσεις, δεν είχα τολμήσει ποτέ να της πω για την ικανότητά μου. Φοβόμουν πως θα την ανησυχούσα ή πως θα την απογοήτευα. Δεν μου άρεσε να απογοητεύω τους ανθρώπους που αγαπώ και εκτιμώ και μόνο στη σκέψη του να με θεωρούσε τρελή αναστατωνόμουν. Ο μόνος άνθρωπος λοιπόν που γνώριζε για εμένα ήταν η Κρις. Κανείς δεν μπορούσε να ξεφύγει από το ανακριτικό της βλέμμα, όταν ήταν αποφασισμένη να μάθει την αλήθεια. Είχα καταφέρει να της το κρύψω για τα πρώτα χρόνια της φιλίας μας, όμως στην εφηβεία, εκεί που όλα είναι μπερδεμένα και περίεργα, δεν μπόρεσα να ξεφύγω άλλο με φθηνές δικαιολογίες. Τις περιόδους που δεν ένιωθα καλά, πάντα το «έριχνα» στην προβολή, και αυτό είχε επιδράσεις πάνω μου. Τα διαστήματα αυτά ήμουν πιο συνεσταλμένη, αφηρημένη, χαμένη στις σκέψεις μου και, το κυριότερο, σταματούσα να τρώω. Η Κρις δεν άργησε να το παρατηρήσει και, αφού βεβαιώθηκε πως δεν ήταν υπαίτιος ο μονόπλευρος πλατωνικός μου έρωτας για τον Φέργκους, τον ψηλό, μελαχρινό συμμαθητή μου, με τον οποίο ήμουν τσιμπημένη χρόνια, άρχισε να με ανακρίνει μέχρι που ανακάλυψε τι συνέβαινε.
Η αντίδρασή της ήταν το άκρως αντίθετο από αυτό που φοβόμουν, πως θα με πει τρελή και θα αρχίσει να τρέχει. Κάθε άλλο όμως, η πρώτη της ερώτηση ήταν αν είμαι μάγισσα και η απογοήτευση στα εφηβικά μάτια της μεγάλη, όταν τη διαβεβαίωσα πως κατά τα άλλα είμαι ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Μετά ενεργοποιήθηκαν τα προστατευτικά της ένστικτα και ξεκινήσαμε την έρευνα για να δούμε τι ακριβώς μου συμβαίνει και ποιοι ήταν οι πιθανοί κίνδυνοι στην κατάστασή μου. Κάναμε μια λίστα και οι επόμενες ημέρες μας γέμισαν από αυτό, σε βάρος των σχολικών μας υποχρεώσεων όπως ήταν φυσικό.
Πλέον δε συζητούσαμε συχνά για την ικανότητά μου, μόνο με ρωτούσε αν είχα παρατηρήσει κάτι να διαφοροποιείται από τα δεδομένα ή αν το κάνω συχνά. Με είχε βάλει να της υποσχεθώ πως δε θα ξανακάνω προβολή, όταν πριν από λίγους μήνες άφησα το σώμα μου, χωρίς να το καταλάβω, για σχεδόν μία ολόκληρη ημέρα. Αυτό μας θορύβησε και από τότε ορκίστηκα πως δε θα το ξαναέκανα. Δεν την κατηγορούσα που ανησύχησε, είχα φοβηθεί και εγώ εξίσου, όμως η υπόσχεσή μου σε εκείνη ήταν αυτή που με κρατούσε στον αγώνα μου για απεξάρτηση. Σύμφωνα με τη θρησκεία εξάλλου, όταν το σώμα σου δε φυλάσσεται από την ψυχή σου, είναι ευάλωτο να καταληφθεί από το σκότος… Και αυτή ήταν μια προοπτική που δε μου άρεσε καθόλου.


Αγγελίνα Παπαδημητρίου