Επικίνδυνες Σκιές (Μέρος 2ο-Κεφάλαιο 11)


ΈΡΑΜΠΟΡΝ

    Η ΆΙΣΛΙΝ ΚΟΥΛΟΥΡΙΑΣΤΗΚΕ, τυλιγμένη στα σκεπάσματά της. Αισθανόταν παγωμένη και μόνη. Ο Κίλιαν είχε φύγει από το σπίτι και ο ήχος του ρολογιού ήταν η μόνη της παρέα. Είχε συνηθίσει στην απομόνωση. Μα αυτή τη φορά όλα ήταν διαφορετικά. Το υπνοδωμάτιο, όσο όμορφο και ζεστό κι αν ήταν, δεν της ανήκε. Η αλήθεια ήταν πως το πρόβλημα ήταν εκείνη. Δεν ανήκε πουθενά. Όσο ισχυρή κι αν ήταν στη μαγεία, δεν ήταν σαν τους άλλους μάγους. Αλλά ούτε και με τους ανθρώπους μπορούσε να ταιριάξει. Ήταν ένα άδειο δοχείο χωρίς αναμνήσεις. Και οι σκέψεις της ήταν πάντοτε τόσο περίπλοκες. Ακόμη και το μυαλό της ήταν ζωντανό, της απαντούσε με τη μορφή δύο σωσιών της. Για μια στιγμή όμως είχε νιώσει πως ανήκε κάπου. Είχε πιστέψει πως μπορούσε να μείνει κοντά στον Κίλιαν.

    Αυτή τη φορά είχε μάθει τι ήταν η αυταπάτη και πώς αυτή οδηγούσε στην απογοήτευση. Η αυταπάτη μοιάζει με ζεστή αγκαλιά. Τυλίγει τη καρδιά σου και σου παρέχει γαλήνη. Μόνο που δεν είναι άλλη παρά μια αγκαλιά που χαρίζεις εσύ σε εσένα. Και όταν το συνειδητοποιείς, μένεις παγωμένος και μόνος. Απορείς γιατί επέτρεψες στον εαυτό σου να πιστέψει σε ένα όνειρο. Και τότε η καρδιά σου ξεχειλίζει με απογοήτευση. Απογοητεύεσαι με τον κόσμο. Με την ζεστή αγκαλιά που δεν είχες ποτέ. Μάλλον η απογοήτευση είναι η αίσθηση της απουσίας που νιώθεις για κάτι που ποτέ δεν είχες. Το μυαλό της έβρισκε λέξεις και σκέψεις για να της εξηγήσει όσα ένιωθε. Ήξερε πως ήταν δικό της φταίξιμο που δημιούργησε στο μυαλό της μια αυταπάτη. Αλλά παρόλα αυτά, δεν μπορούσε να συγχωρήσει τον Κίλιαν.
    Ακόμη αναθυμόταν την ερώτηση του βασιλιά. ‘Απολαμβάνεις τη φιλοξενία μου;’ Είχε πει. Τότε τα αισθήματά της είχαν θρυμματιστεί. Είχαν σπάσει σε πολλά μικρά κομμάτια και είχαν καρφωθεί στη καρδιά της. Έμοιαζε με πραγματικό πόνο. Για μια στιγμή είχε πιστέψει πως η καρδιά της αιμορραγούσε. Και είχε αισθανθεί έναν πόνο στην κοιλιά της σαν να της έμπηγαν ένα μαχαίρι. Αυτή η περίεργη αντίδραση του σώματός της, της είχε πει όσα δεν ήθελε να πιστέψει. Ο Κίλιαν ήταν σημαντικός για εκείνη ακόμη κι αν η ίδια δεν σήμαινε κάτι για τον άντρα. Πήρε μια βαθειά ανάσα και άφησε την οφθαλμαπάτη του Κίλιαν να εξαϋλωθεί. Έδιωξε κάθε ίχνος σκέψης που τριγυρνούσε στο μυαλό της σχετικά με αυτόν. Ο Κίλιαν δεν σήμαινε τίποτα για εκείνη. Δεν έπρεπε να σημαίνει τίποτα. Ο Βασιλιάς Κέζελθ ήταν εκείνος που την φιλοξενούσε άλλωστε.
    Οι σκοτεινές της σκέψεις την οδήγησαν πίσω στη φυλακή της. Αρχικά ήταν ξαπλωμένη στην αδρή πέτρα. Τα δάκρυα στα μάτια της έρχονταν σε αντίθεση με το άψυχο βλέμμα της. Σηκώθηκε όρθια και κοίταξε το σκοτεινιασμένο κελί. Οσμίστηκε τον σάπιο και πολυκαιρισμένο αέρα που έσερνε μαζί του αρώματα ιδρώτα και αίματος. Χαμογέλασε με νοσταλγία στο παλιό της δωμάτιο. Ήταν βρώμικο και απομονωμένο, μα της ανήκε. Αν είχε τις αναμνήσεις της όλα θα ήταν αλλιώς. Αν μπορούσε να πάει κάπου, σε κάποιο μέρος δικό της - σε κάποιον άνθρωπο που σήμαινε κάτι για εκείνον – θα έπαυε να την κυνηγά αυτή η μοναξιά.
    Μια ογκώδης πέτρα που ήταν ενσωματωμένη στον τοίχο του κελιού μετακινήθηκε ελαφρά προς τα έξω. Τα μάτια της κοπέλας πετάρισαν έκπληκτα. Είχε δοκιμάσει να σκαλίσει κάθε τμήμα του κελιού. Ποτέ, καμία πέτρα δεν σάλευε. Προχώρησε προς την περίεργη πέτρα με αργά και προσεκτικά βήματα. Έφτασε μπροστά της και την τράβηξε προς το μέρος της. Τα μάτια της έλαμψαν συγκλονισμένα όταν η πέτρα αποχωρίστηκε από τον τοίχο. Με έναν δυνατό, σκληρό ήχο έπεσε στα χέρια της. Σήκωσε τα φρύδια της γεμάτη περιέργεια. Ήθελε να ανακαλύψει τι έκρυβε μέσα της η τρύπα που είχε μόλις δημιουργηθεί στον τοίχο. Έσκυψε και ακούμπησε το μεγάλο κομμάτι πέτρας στο έδαφος. Εκείνο σπαρτάρισε ατσούμπαλα και ύστερα σταθεροποιήθηκε.
    Τέντωσε το χέρι της μέσα στη τρύπα ενώ η καρδιά της σφυροκοπούσε στο στέρνο της. Ψηλάφισε την αδρή πέτρα μέχρι που άγγιξε κάτι. Από την αφή κατάλαβε πως ήταν ένα κομμάτι χαρτί. Το τράβηξε κοντά της και παρατήρησε πως ήταν ένα γράμμα. Ήταν κίτρινο όπως ήταν και οι σελίδες εκείνου του βιβλίου που διάβαζε. Το άνοιξε και μέσα σε αυτό υπήρχε μια διπλωμένη σελίδα. Μόλις την ξεδίπλωσε τα γράμματα ξεκίνησαν να χοροπηδούν πάνω στη σελίδα ζαλίζοντάς την.
‘Δεν ξέρω αν είσαι έτοιμη, μα ξέρω πως το έχεις ανάγκη’. Η Άισλιν δεν ένιωσε έκπληκτη όταν άκουσε την ίδια της τη φωνή να της μιλάει. Κοίταξε επίμονα το χαρτί περιμένοντας να σταθεροποιηθούν τα γράμματα μα εκείνα έλιωσαν. Η μελάνη κύλησε πάνω στη σελίδα και ύστερα στο χέρι της. Βυθίστηκε μέσα στο δέρμα της και η ζάλη της Άισλιν έγινε ακόμη πιο έντονη. Τα βλέφαρά της βάρυναν και όταν ξύπνησε δεν βρισκόταν πια στο κελί της.
    Κοίταζε κατάματα μια γυναίκα. Τα μαλλιά της είχαν μια καστανή, σοκολατένια απόχρωση και κυμάτιζαν έντονα. Ήταν σχεδόν σγουρά. Τα μάτια της ήταν καστανά σαν τα μαλλιά της. Μα κάπου μέσα τους έκρυβαν σκούρες πράσινες πινελιές. Είχε πολύ λεπτά χείλη, όμως το πρόσωπό της ήταν πολύ όμορφο και αρμονικό. Τα μάτια της ήταν προσηλωμένα σε κάτι που βρισκόταν πίσω από την Άισλιν. Γύρισε για να κοιτάξει και τα μάτια της βούρκωσαν.
    Ένα μικρό κορίτσι στεκόταν στην πόρτα του δωματίου. Είχε μακριά ξανθά μαλλιά και σχημάτιζαν μια μεγάλη κοτσίδα που απλωνόταν πάνω από το δεξί της ώμο. Το βλέμμα της ήταν θλιμμένο – σχεδόν τρομαγμένο - και κοίταζε την γυναίκα με τα σγουρά μαλλιά. Αν και παιδί, φορούσε ένα μαύρο φορεματάκι. Το χρώμα των ματιών της όμως ήταν εκείνο που είχε κάνει την Άισλιν να κλάψει. Τώρα πια ήξερε πως κοίταζε μια ανάμνησή της.
    Το μικρό κορίτσι πλησίασε τη γυναίκα ντροπαλά. Εκείνη άνοιξε την αγκαλιά της και την σήκωσε στον αέρα. Η μικρή Άισλιν γέλασε για μια στιγμή. Ύστερα το βλέμμα της ξεχείλισε ξανά με θλίψη. Τοποθέτησε τα χέρια της πάνω στα μάγουλα της γυναίκας. Μερικά δάκρυα έσταξαν από τα μάτια της και κύλησαν πάνω στα χέρια του παιδιού. Εκείνο έκλεισε τα μάτια του και ξεκίνησε να εκπέμπει λευκό φως από τις παλάμες του. Το πρόσωπο της γυναίκας φωτίστηκε και μόλις η Άισλιν πήρε τα χέρια της μακριά του, έμοιαζε πιο ξέγνοιαστο. Η γυναίκα κοίταξε το παιδί αφηρημένα. Έμοιαζε όχι μόνο σαν να είχε πάψει να είναι θλιμμένη, αλλά σαν να μην έβρισκε τον λόγο για να είναι. Τα μάτια του παιδιού όμως ύστερα από αυτό που είχε κάνει είχαν βαρύνει κουρασμένα.
«Άισλιν; Τι συμβαίνει; Τι κάνεις εδώ;» Ρώτησε η γυναίκα. Φαινόταν σαν χαμένη και το βλέμμα της ήταν απλανές, αλλά ξέγνοιαστο. Το κοριτσάκι της χαμογέλασε μα τα μάτια του δεν φωτίστηκαν.
«Προσέχω τη μαμά μου». Είπε ήσυχα και αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά της εξουθενωμένη. Η μητέρα της χαμογέλασε. Έφερε το μικρό χεράκι του παιδιού στα χείλη της και το φίλησε.
«Σου υπόσχομαι πως όλα θα πάνε καλά ακόμη και χωρίς τον μπαμπά σου». Όταν αναφέρθηκε στη απώλεια του πατέρα δεν υπήρχε ίχνος θλίψεις στα μάτια της.
    Η Άισλιν είχε καταλάβει. Ο πατέρας της είχε μόλις πεθάνει και η Άισλιν είχε μαζέψει μέσα της τον πόνο της μητέρας της. Ήταν όντως πολύ δυνατή στη μαγεία. Από παιδί ακόμη. Αλλά αν απορροφούσε ότι βάραινε τον κόσμο ήταν λογικό που είχε γεννηθεί εκείνη η Άισλιν. Η τρελή εκδοχή του εαυτού της,ήταν φυσικό επόμενο. Ποιος άνθρωπος μπορούσε να αντέξει τόσο πόνο; Ένιωθε πως εκείνο το παιδί ήταν ίδιο με εκείνη. Δεν άντεχε την θλίψη. Γι’ αυτό προσπαθούσε να την νικήσει, να την εξαλείψει. Ένιωθε δυνατό ακριβώς όπως κι εκείνη, και ήταν. Μα είχαν μια μεγάλη διαφορά. Εκείνο είχε κάποιον να το αγκαλιάσει όταν κατέρρεε.
Η μητέρα μας είναι η Έις. Είναι η ηγέτης της αντίπαλης αυτοκρατορίας. Ψιθύρισε στις σκέψεις της ο εαυτός της.
Υπάρχει κι άλλη αυτοκρατορία;
Ναι, η λευκή αυτοκρατορία ή αλλιώς Σέλντουιν Πρέστα. Εκείνη που δεν δέχεται την μαύρη μαγεία και την καταδικάζει. Αυτά που της έλεγε εκείνη η Άισλιν έμοιαζαν ιδανικά. Τόσο ιδανικά που δεν μπορούσε να τα πιστέψει. Υπήρχε πραγματικά κάποιο μέρος τόσο ασφαλές; Κάποιο μέρος όπου δεν χρειαζόταν να τρέμει για τη ζωή της; Αναρίγησε και αισθάνθηκε ένα φως να γεννιέται μέσα της. Ελπίδα. Πήγαινε στη μητέρα σου Άισλιν, θα είσαι πιο ασφαλής.
    Η Άισλιν έχασε ξανά τις αισθήσεις της μόνο για να βρεθεί πάλι πίσω στο δωμάτιο του Κίλιαν. Είχε νυχτώσει και στο δωμάτιο επικρατούσε πυκνό σκοτάδι. Αναστέναξε ικανοποιημένη με όσα είχε μάθει για το παρελθόν της. Ήταν έτοιμη να καταστρώσει το σχέδιό της. Θα έφευγε κρυφά από εκείνο το μέρος και θα έβρισκε την Έις, την ηγέτη της Λευκής αυτοκρατορίας, τη μητέρα της. Ανασηκώθηκε μα συνέβη κάτι που την τρομοκράτησε. Ολόκληρη η ραχοκοκαλιά της διαπεράστηκε από ένα ρίγος και η καρδιά της έπαψε να πάλλεται για ένα δευτερόλεπτο. Η στιγμή έμοιαζε με αιωνιότητα. Κρύος ιδρώτας έλουσε το κορμί της.
    Ένα χέρι τύλιγε το σώμα της. Μια λεπίδα πίεζε το στέρνο της. Ένα γλυκερό άρωμα κανέλας και κυκλάμινου τύλιξε τις αισθήσεις της. Η ευωδία την ανατρίχιαζε σαν να ήταν κακός οιωνός. Ήταν τόσο τρομαγμένη που δεν μπορούσε να ανασάνει. Κάποιος ψίθυρος αντήχησε στο δωμάτιο. Αμέσως μετά ο αέρας του δωματίου στράγγιξε, το κορμί της Άισλιν συμπιέστηκε και τα μάτια της βούρκωσαν. Η δυσφορία που αισθανόταν της προκαλούσε ναυτία. Αυτή η απαίσια αίσθηση κράτησε για λίγες στιγμές όμως ο χρόνος είχε παγώσει.
    Όταν παρήλθαν οι βασανιστικές στιγμές τα μάτια της θαμπώθηκαν από ένα φως. Μια λάμπα βρισκόταν πάνω από το κεφάλι της. Εκείνη δεν είχε κουνηθεί. Μα τώρα στεκόταν όρθια. Το δωμάτιο του Κίλιαν είχε εξαφανιστεί και είχε δώσει την θέση του σε έναν έρημο δρόμο. Το χέρι ακόμη τύλιγε το σώμα της. Το μαχαίρι ακόμη απειλούσε να καρφωθεί στο στέρνο της. Η μυρωδιά της κανέλας και του κυκλάμινου ακόμη της προκαλούσε δυσφορία. Εκείνος που την είχε πάρει μακριά από το σπίτι του Κίλιαν την κοίταζε χαμογελαστά.
«Ίθαν». Είπε χαμηλόφωνα η Άισλιν με τρεμάμενη φωνή.


Ράνια Ταλαδιανού