Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

2.10.18

Κλωθώ (Κεφάλαιο 2)

Ήταν αργά το απόγευμα και ο ταγματάρχης Νικόλαος Δούκας του 8ου Συντάγματος Πεζικού επέστρεφε στο σπίτι του στο κέντρο του Ναυπλίου. Μπήκε μέσα κι ανέβηκε τη σκάλα μέχρι το απάνω πάτωμα του νεοκλασικού διώροφου με την κεραμιδένια στέγη, το οποίο νοίκιαζε, ενώ στο κάτω έμενε η ηλικιωμένη νοικάρισσα. Μόλις τα βήματά του ήχησαν στο ξύλινο πάτωμα του σαλονιού, που ήταν γυμνό από χαλιά καθώς ερχόταν το καλοκαίρι, ένα κοριτσάκι γύρω στα έξι, ντυμένο με γαλάζιο φουστανάκι και ασορτί κορδελάκια να συγκρατούν τις καστανόμαυρες πλεξίδες του, έτρεξε γρήγορα κοντά του.
«Μπαμπά» είπε χαρούμενο κι άνοιξε τα χεράκια του διάπλατα για να τον αγκαλιάσει, ο άντρας όμως αδιαφόρησε. Η μικρή απτόητη επιχείρησε άλλο μέσο για να κερδίσει την προσοχή του πατέρα της, χοροπηδώντας γύρω-γύρω και σκαρφαλώνοντας στους καναπέδες με τη βελούδινη επένδυση. Εκείνος τότε τσαντισμένος της άδραξε το μπρατσάκι της κάνοντάς την να σταματήσει απότομα.
«Κλειώ, κάτσε καλά, αλλιώς θα τις φας! Κατάλαβες;» τη φοβέρισε δείχνοντας με το βλέμμα τον τελαμώνα της στολής του. Η κόρη του ατένιζε μια τον ίδιο και μία το δερμάτινο λουρί με τα μεγάλα σκουροκάστανα ματάκια της, απορημένη, ίσως και φοβισμένη, όταν εμφανίστηκε η μάνα της.
«Τι έγινε Νικόλαε; Ίντα σου φταίει πάλι, το μικιό;» ρώτησε άτονα βλέποντάς τον να κοιτάζει βλοσυρά τη μικρή Κλειώ.
«Τι άλλο να μου φταίει, Μαρία; Είναι συμπεριφορά αυτή, να θορυβεί ενώ ο πατέρας της γυρνάει κατάκοπος απ’ τη μονάδα του; Για πρόσεχε λίγο! Σαν πολύ λάσκα την αφήνεις μου φαίνεται!» 
«Παιδάκι είναι, άντρα μου… Να μην εκτονωθεί, να μην παίξει; Κι απ’ την άλλη σκέφτηκες μήπως αυτά τα κάνει για να την προσέξεις; Ούτε ένα χάδι δεν της δίνεις, τίποτα…»
«Δε μπορείς να της βάλεις όρια, γυναίκα! Παραδέξου το μια φορά ότι είσαι ανίκανη! Και πιο πολύ ακόμα, γιατί δε μου ’κανες γιο, παρά μόνο τούτο το διαβολοθήλυκο… Ε ρε, αν είχα ένα γιο… έστω έναν…»
Αυτά φώναξε ο Νικόλαος χειρονομώντας κι αποσύρθηκε στο γραφείο του που το είχε παράλληλα για υπνοδωμάτιο. Τα μάτια της Μαρίας δάκρυσαν κι αφού σωριάστηκε σε μια καρέκλα της τραπεζαρίας έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της, ενώ η άφταιχτη Κλειούλα μούλωξε το κεφαλάκι της σαν δαρμένο κουτάβι και ρουφώντας τη μυτούλα της πήγε να βρει καταφύγιο στις κούκλες της, που είχε καταλήξει, αυτές τις άψυχες κι αμίλητες, να τις νιώθει πιο κοντά της απ’ ο τι τους δυο ζωντανούς γονείς της, τον πάντα αυταρχικό, ψυχρό στρατιωτικό Νικόλαο και την πάντοτε πάλι υποταγμένη, άβουλη σχεδόν Μαρία Δούκα…

Ο Νικόλαος είχε γεννηθεί το 1887 στην πρωτεύουσα από παλιά αθηναϊκή οικογένεια, της οποίας τα μέλη καυχιόντουσαν φανερά ή κρυφά ότι ήταν απόγονοι των Δουκάδων της βυζαντινής Μικράς Ασίας. Δεκαεπτάχρονο παλικαρόπουλο, μόλις τελείωσε και το Γυμνάσιο, μπήκε στη Σχολή Ευελπίδων μιμούμενος τον πατέρα του και αποφοίτησε πέντε χρόνια αργότερα μεταξύ των πρώτων του έτους του. Εποχή συνεχών πολέμων υπήρξαν οι πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα για την Ελλάδα, με σκοπό την υλοποίηση του μεγαλοϊδεατικού οράματος, και ο νεαρός αξιωματικός Νικόλαος Δούκας συμμετείχε παντού. Ως υπολοχαγός έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους και αργότερα πολέμησε ξανά ως λοχαγός, όταν η Ελλάδα ενεπλάκη στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κατά την τελευταία του φάση με το μέρος της Αντάντ. Στο μεσοδιάστημα γνώρισε τη Μαρία, μέσω προξενιού που του έκανε ένας θείος της, ανώτερός του στην Αθήνα όπου τότε υπηρετούσε. Η καταγωγή της μητέρας της Κλειώς ήταν από την Ανατολική Κρήτη· ο πατέρας της είχε έρθει πολύ μικρός με τους δικούς του στην κυρίως Ελλάδα ως πρόσφυγες, για να γλιτώσουν τις σφαγές των Τούρκων, τον καιρό που στο νησί μαινόταν η επανάσταση του 1866-69. Ο ίδιος κατάφερε να ενταχθεί στο δημοσιοϋπαλληλίκι επί Τρικούπη και ν’ αποκτήσει μια μικρή περιουσία, νυμφεύτηκε μια επίσης Κρητικιά κι έφτιαξαν μια μεγάλη οικογένεια με τέσσερις γιους και θηλυκό μονάχα τη Μαρία, που ενώ ήταν ήδη είκοσι δύο χρονώ, νόστιμη και προκομμένη κοπέλα, δεν είχε βρεθεί κανείς να τη ζητήσει. Κι όπως έλεγαν οι άγραφοι νόμοι των προγόνων μας, δε μπορούσε να παντρευτεί ένας αδελφός αν δεν αποκαθιστούσε πρώτα τις αδελφές του. Έτσι λοιπόν, όταν ο θείος τους σύστησε από κοντά τον Νικόλαο ως εξαίρετο γαμπρό για την κόρη τους, οι γονείς και οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί έσπευσαν να δεχτούν το συνοικέσιο, διότι πού θα ’βρισκαν καλύτερη ευκαιρία να ξεφορτωθούν αυτή την έννοια; Η Μαρία φυσικά δεν έφερε αντίρρηση, μαθημένη από μικρή να υπακούει τυφλά στις αποφάσεις των γονιών της, και ο γάμος έγινε με κάθε επισημότητα μια Κυριακή το φθινόπωρο του 1915. Άμαθη ούσα βέβαια κι ακούγοντας τα φουσκωμένα λόγια των δικών της, νόμιζε αφελώς ότι ο έγγαμος βίος θα ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα στο πλάι ενός στρατιωτικού. Και μπορεί μεν η δουλειά του Νικόλαου να τους παρείχε όντως πολλή άνεση, όμως ποτέ δεν υπήρξε τρυφερός απέναντι στη γυναίκα του. Δε θυμόταν η Μαρία να πλάγιασαν μία φορά μαζί στο κρεβάτι και να τη χάιδεψε ή να τη φίλησε, μονάχα την “κουτούπωνε” κι ύστερα αποκοιμιόταν ροχαλίζοντας, ενώ εκείνη έμενε ώρα ξύπνια να κοιτάζει το ταβάνι με μια κρυφή πίκρα. Σιγά-σιγά η πίκρα αυτή έγινε ακλόνητη πεποίθηση, πως έπρεπε να του χαρίσει ένα παιδί για να του γίνει ποθητή. Περάσαν ένα, περάσαν δύο χρόνια γάμου, αλλά δεν κατάφερνε να μείνει έγκυος. Την κατέλαβε ο φόβος μήπως ήταν στείρα κι άρχισε τις προσευχές και τα γιατροσόφια. Τελικά, όταν ο Μεγάλος Πόλεμος έληξε και ο άντρας της επέστρεψε κοντά της, έγινε το θαύμα και τον Ιούλιο του 1919 πρωτοείδε το φως στη Χαλκίδα η μικρή Κλειώ. Μόνη τη γέννησε η Μαρία, καθώς ο Νικόλαος είχε φύγει δυο τρεις μήνες νωρίτερα για την Ουκρανία πρώτα και τη Μικρά Ασία έπειτα με τη 13η Μεραρχία, βέβαιος ότι το πρώτο του παιδί το πολυπόθητο θα ’βγαινε σερνικό - η συμβία του, ίσως για να του κάνει έκπληξη, ίσως όμως κι από φόβο μήπως δεν το πάρει καλά, δεν του ανέφερε το φύλο του μωρού σε κανένα γράμμα, παρά μόνο ότι ήταν υγιέστατο. Και φυσικά όταν επέστρεψε το Σεπτέμβριο του 1922, καταρρακωμένος όπως όλοι του οι ζώντες συμπολεμιστές από τη συντριπτική ήττα, απογοητεύτηκε διπλά βρίσκοντας να τον περιμένει αντί για γιος μια τρίχρονη κόρη. Άρχισε πλέον να παραμελεί το στεφάνι του, θεωρώντας την άχρηστη, κι ήταν φορές που της φερόταν σαν κοινή υπηρέτρια. Όσο για την Κλειώ, ποτέ δε νοιάστηκε ιδιαίτερα παρά μόνο να την κατσαδιάζει αν τον ενοχλούσε, κι αυτό την πλήγωνε αφάνταστα καθώς μεγάλωνε. Χρειαζόταν τον πατέρα της και δεν τον είχε, μια τρυφερή χειρονομία, μια συμβουλή του, έναν καλό του λόγο, κάτι τέλος πάντων απ’ αυτά που ήθελε να πιστεύει ότι έδιναν οι άλλοι πατεράδες στα παιδιά τους. Μα το μόνο που εισέπραττε ήταν αδιαφορία μαζί με περιφρονητικά βλέμματα, τα οποία την καταδίκαζαν θαρρείς που δε γεννήθηκε αγόρι…
Η Μαρία ακολουθούσε τον σύζυγό της σαν πιστό σκυλί σε κάθε του μετάθεση, υπομένοντας όλες του τις συμπεριφορές, όλη την αδιαφορία του. Πάντα εκεί, να του πλένει, να του σιδερώνει τα ρούχα, να του μαγειρεύει τα πιο νόστιμα φαγιά, κι ας μην άκουγε ποτέ μισό ευχαριστώ. Θα μπορούσε αν ήθελε να πάει να μείνει με την πεθερά της στην Αθήνα, που την αγαπούσε πολύ και της το ’χε προτείνει αμέτρητες φορές για να μην ταλαιπωρείται αυτή κι η εγγονή της, το έβρισκε όμως κακό να παρατήσει μόνο του τον άντρα της. Τον αγαπούσε κατά βάθος κι ας μην της έδειχνε εκείνος καθόλου αγάπη… Είχε άλλωστε τη μοναχοκόρη της να στηριχτεί, το σπλάχνο της, που ξεπετιόταν με το γύρισμα του χρόνου σαν το μπουμπουκάκι. Από τα δώδεκα και ύστερα, η θεά Ήβη την άγγιξε με το ραβδάκι της κι άρχισε να ψηλώνει γρήγορα, τη μέση και τα γοφιά της σμίλεψαν γλυκές αρμονικές καμπύλες και το στήθος της απέκτησε δυο σφριγηλά λοφάκια, ενώ το πρόσωπό της, που δεν το λέρωσε καθόλου η εφηβική ακμή, γινόταν όλο και πιο όμορφο. Έτσι το 1937 την έβρισκε πλέον μια μικρή δεκαοκτάχρονη γυναίκα, πανώρια και λυγερή σαν νεράιδα, μαθήτρια της έκτης τάξης Γυμνασίου Θηλέων στην Πάτρα όπου ο συνταγματάρχης πια πατέρας της διοικούσε το 12ο  Σύνταγμα. Ήτανε άριστη με διαγωγή κοσμιωτάτη και λάτρευε τα θεωρητικά μαθήματα, πράγμα που την έκανε να πάρει την πιο μεγάλη ως τότε απόφαση της ζωής της.
«Μαμά, θέλω να σου πω κάτι» δήλωσε πρώτα στη Μαρία ένα βράδυ που δειπνούσαν μαζί οι τρεις τους.
«Τι είναι, κόρη μου;» ανταποκρίθηκε εκείνη αφήνοντας κάτω το πιρούνι της.
«Περίμενε μισό λεπτό… Μπαμπά, θέλω κι εσύ να μ’ ακούσεις» πρόσθεσε η Κλειώ στρέφοντας το βλέμμα στον Νικόλαο. Μόλις τον προσφώνησε, σήκωσε το βλέμμα του απ’ το πιάτο και το κάρφωσε απάνω της ψυχρά, σχεδόν ειρωνικά.
«Μπα; Για λέγε λοιπόν, τι είναι το τόσο σημαντικό που πρέπει ν’ ακούσω;»
Το κορίτσι εισέπνευσε βαθιά και ξερόβηξε τάχα μου για να καθαρίσει το λαιμό της, κερδίζοντας μαζί χρόνο και λίγο περίσσιο θάρρος.
«Αποφάσισα να σπουδάσω, γονείς μου. Θα δώσω εξετάσεις στη Φιλοσοφική της Αθήνας, είναι το όνειρό μου βλέπετε να γίνω φιλόλογος»
Σιωπή έπεσε αναμεταξύ τους για μερικές στιγμές. Ο Νικόλαος δίπλωσε τα χέρια του και κοίταζε επίμονα την κόρη του βλοσυρά, ενώ η Μαρία στεκόταν αμήχανη.
«Κλειώ μου, τι να της κάμεις εσύ τις σπουδές και τα δασκαλίκια;» μίλησε τελικά με δισταγμό. «Αυτά είναι για τις άσκημες και τις άπροικες… Εσύ κι έμορφη είσαι και κοτζάμ θυγατέρα στρατιωτικού, θα καλοπαντρευτείς πουλάκι μου…»
«Μα εγώ θέλω να μορφωθώ, μητέρα… Δε θέλω να γίνω νοικοκυρούλα…»
«Καλά σου λέει η μάνα σου, μικρή ανόητη» την έκοψε ο Νικόλαος συμφωνώντας για πρώτη φορά σε κάτι με τη γυναίκα του. «Σου κακοπέφτει δηλαδή να πάρεις άντρα κάποιον μου συνάδελφο και να ζήσεις μια χαρά βολεμένη, κυρία με τα όλα σου;»
«Συνάδελφό σου; Χα! Ας γελάσω! Και να μ’ έχει κι εμένα δούλα, όπως έχεις εσύ τη μάνα μου;»
«Και τι θες να κάνεις δηλαδή, αυθαδεστάτη; Ε; Να πας στην Αθήνα μόνη σου και να καταντήσεις πεταλούδα της νύχτας στην Ομόνοια;»
«Πατέρα, έλεος, για τ’ όνομα του Θεού! Φοιτήτρια θα γίνω, όχι πόρνη!»
«Εκεί θα καταλήξεις, γιατί εγώ δεν πρόκειται να σου δώσω ούτε δραχμή! Άμα θες, ζήτα απ’ τη μάνα σου να σε θρέψει!»
«Δε χρειάζεται» έκανε ατάραχη η Κλειώ. «Θα πάω να μείνω με τη γιαγιά την Ευδοκία στο πατρικό σου στην Πλάκα, δε μου είναι άγνωστη ούτε εκείνη ούτε και το σπίτι της. Κι αυτή θα με καταλάβει σίγουρα και θα με φροντίσει, σε αντίθεση με σένα»
«Μακριά απ’ τον πατέρα σου δε φεύγεις μέχρι να παντρευτείς! Το κατάλαβες; Όπου είμαι εγώ, θα ’σαι κι εσύ κι η μάνα σου, και θα με υπακούς τυφλά! Κομμένες οι επαναστατικές διαθέσεις και τα όνειρα περί σπουδών, αλλιώς…»
«Αλλιώς τι, πατέρα; Θα με δείρεις, θα με κουρέψεις με την ψιλή και θα με διαπομπεύσεις, ή θα με λιθοβολήσεις όπως κάνανε παλιά στις πόρνες;»
«Σκάσε πια! Δε σου επιτρέπω να μιλάς!»
«Όπως δεν επιτρέπεις και στη μάνα μου τόσο χρόνια, κι αυτή τα καταπίνει όλα και τα κρατάει μέσα της!» ξεσπάθωσε τελείως πια η κοπέλα. «Εγώ όμως θα μιλήσω, πατέρα, και θα μιλήσω και θα πράξω… Παρ’ το απόφαση, εγώ θα πάω στην Αθήνα και θα γίνω φιλόλογος, με ή χωρίς τη θέλησή σου! Θα κάνω αυτό που θέλω και δε θα μ’ εμποδί-…»
Κι η τελευταία συλλαβή δεν αρθρώθηκε ποτέ, γιατί ο Νικόλαος της άστραψε ξαφνικά ένα γερό χαστούκι που την έκανε να βγάλει μια κραυγή πόνου. Μαχαιριά μπήχτηκε τούτο στην καρδιά της Μαρίας και πήγε να πεταχτεί όρθια, να πάει κοντά στο παιδί της κι όπως η κλώσα τα πουλάκια της να το σκεπάσει προστατευτικά με τις φτερούγες των χεριών της, αλλά ο άντρας της την πρόλαβε.
«Κάτσε κάτω, γυναίκα! Κι εσύ, παλιοκόριτσο, τράβα στο δωμάτιό σου και μην τολμήσεις να μου ξαναπευθύνεις το λόγο!»
«Έτσι κι αλλιώς ποτέ δε θες να σου μιλώ, πατέρα» ψέλλισε σιγανά η Κλειώ με απίστευτο παράπονο και τα μάτια της θόλωσαν ακόμα πιο πολύ. Γρήγορα ωστόσο η πρόσκαιρη αυτή αδυναμία της έγινε πείσμα, θέληση ακράδαντη. Μπορεί για τον Νικόλαο το σπίτι του να ήταν μια απλή προέκταση της δουλειάς του, μα η ίδια δε θα στεκόταν πάντα σούζα σαν φαντάρος του. Ήθελε να ’ναι δυνατή, περήφανη, ανεξάρτητη, και πάνω απ’ όλα έπρεπε να σταθεί στο ύψος της και να διεκδικήσει όσα ονειρευόταν…
Έτσι κι έγινε. Μετά από σκληρή μελέτη κάμποσων μηνών, η Κλειώ πήγε στην Αθήνα, έδωσε εξετάσεις στη Φιλοσοφική Αθηνών και πέρασε με την πρώτη στο νεογέννητο τότε ξεχωριστό τμήμα της Φιλολογίας. Χαρούμενη αλλά και σταράτα έγραψε τα νέα στους γονείς της στην Πάτρα:
«Μητέρα και πατέρα,
Είμαι καλά και σας φιλώ. Πέτυχα στις εξετάσεις μου και ως εκ τούτου θα γίνω πλέον φοιτήτρια. Να είστε καλά και να προσέχετε.
Με πολλή αγάπη, η κόρη σας Κλειώ»
Ο Νικόλαος ίσα που καταδέχτηκε να διαβάσει την επιστολή της κόρης του. Το ήξερε κατά βάθος ότι η μικρή πεισματάρα θα τα είχε καταφέρει να του τη σκάσει… Ρουθούνισε μόνο περίεργα και πέταξε το χαρτί στο τραπέζι.
«Τι γράφει Νικόλαε; Πέρασε το παιδί;» έκανε η Μαρία με αγωνία.
«Ναι, πέρασε» μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια του ο άντρας της.
«Καλώς» του απάντησε μαγκωμένη για να μην τον προκαλέσει δείχνοντάς του την κρυφή χαρά της, αλλά όταν πια βρέθηκε μόνη της σταυροκοπήθηκε μπροστά στα εικονίσματα με αγαλλίαση.
«Δόξα να ’χεις Παναγιά μου… Βοήθα το παιδί μου να γίνει αυτό που θέλει, να ’ναι ευτυχισμένη, και τίποτα άλλο δε ζητώ στη Χάρη σου!»
Έγραψε ύστερα πίσω στην Κλειώ δίνοντάς της συγχαρητήρια, κι η κοπελίτσα μόλις το έλαβε χαμογέλασε αμυδρά.
«Αχ βρε μανούλα, αφού έχεις τόση δύναμη μέσα σου…» σκέφτηκε. «Γιατί αφήνεις τον μπαμπά να σε πατάει χάμω;»
Έχοντας πια περάσει στη σχολή της προτίμησής της, πήγε να εγκατασταθεί στο σπίτι της γιαγιάς της της Ευδοκίας, της μάνας του Νικόλαου, ένα μικρό αρχοντικό στην όμορφη και γραφική Πλάκα. Το αναγνώρισε αμέσως κι ας είχαν περάσει χρόνια από τότε που είχε έρθει τελευταία φορά στην Αθήνα, όταν ο πατέρας της είχε μετατεθεί ένα χρόνο στον Πειραιά και η ίδια με τη μητέρα της έμειναν τότε εκεί στο πατρικό του. Συμμαζεμένο, δίπατο, με λίγα μεγάλα πορτοπαράθυρα, ένα μπαλκονάκι να προεξέχει στον απάνω όροφο και μια πελώρια βουκαμβίλια να σκαρφαλώνει δίπλα του παιχνιδιάρικα, μια ζωγραφιά. Μειδιώντας νοσταλγικά χτύπησε την εξώπορτα και η εβδομηντάρα λευκόμαλλη γυναίκα που της άνοιξε ξαφνιάστηκε με την παρουσία της.
«Καλησπέρα… Ποια είσαι εσύ κοπέλα μου, σε ξέρω;»
«Γιαγιά Ευδοκία… Δε με γνώρισες; Εγώ είμαι, η εγγόνα σου η Κλειώ! Η κόρη του γιου σου του Νικόλαου! Δε με θυμάσαι καθόλου;»
Η ηλικιωμένη παρατήρησε για λίγο το κορίτσι και ξάφνου μια σπίθα φώτισε το νου της.
«Μα ναι! Χριστέ μου, τόσο πολύ γέρασα που δεν αναγνώρισα το ίδιο μου τ’ αγγόνι; Να τα μαλλάκια του, τα γλυκά του τα ματάκια, το χειλάκι του που όλο γέλαγε…»
Και λέγοντας αυτά ψηλάφησε τρυφερά το πρόσωπο της Κλειώς, που ρίγησε κι η ίδια από συγκίνηση.
«Ναι γιαγιάκα μου, ναι, εγώ είμαι, μην αμφιβάλλεις! Το ξέρω, άλλαξα πολύ, περάσανε και πόσα χρόνια…»
«Εσύ δεν άλλαξες διόλου κόρη μου, εγώ ξεκούτιανα… Αχ μανάρι μου, πόσο μου ’λειψες!»
«Κι εμένα γιαγιάκα μου, κι εμένα!»
Αγκαλιαστήκανε σφιχτά γιαγιά και εγγονή και τα μάτια τους δάκρυσαν λιγάκι. Φάγανε μαζί κείνο το μεσημέρι στην τραπεζαρία με τις ξυλόγλυπτες καρέκλες, το δαντελένιο τραπεζομάντιλο και τα φρέσκα λουλούδια στο γυάλινο βάζο, έναν λαχταριστό μουσακά που η γιαγιά ανασκουμπώθηκε να φτιάξει για την εγγονή της. Η Κλειώ μεταξύ άλλων είπε στη γιαγιά της για ποιο λόγο είχε έρθει στην Αθήνα κι εκείνη αφού τη συνεχάρη της μίλησε για το πώς είχε εξελιχθεί η ζωή της οικογένειας Δούκα. Οι τρεις θείες της Κλειώς, οι μικρότερες αδελφές του Νικόλαου, είχανε όλες καλοπαντρευτεί πάνω από είκοσι χρόνια πριν και πέταξαν πια μακριά από την οικογενειακή φωλιά: η μια με αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού, η άλλη με γιατρό κι η άλλη με γόνο μεγαλοβιομήχανου.
«Έτσι που λες, μικρό μου. Φύγανε κι οι κόρες μου κι απέμεινα γω εδώ μαγκούφα… Παρηγοριά μεγάλη είναι που σ’ έχω κοντά μου, να το ξέρεις…»
«Κι εγώ χαίρομαι πολύ που θα μείνω μαζί σου, γιαγιά, να ’χω έναν άνθρωπο δικό μου να με φροντίζει» της χαμογέλασε στοργικά η κοπελίτσα θωπεύοντας το ρυτιδωμένο χέρι της με το δικό της το δροσερό και νεανικό. Έπειτα σήκωσε το βλέμμα της στον τοίχο, όπου κρεμόταν ένα κάδρο στο οποίο ένας άνδρας με στρατιωτική αμφίεση και ξίφος, παχύ περήφανο μουστάκι και παράσημα στο πέτο του, πόζαρε επιβλητικός ατενίζοντάς τες.
«Ο παππούς είναι αυτός, ε;»
«Ναι Κλειώ μου, ο παππούς σου ο Κωνσταντίνος, που σκοτώθηκε το Ενενήντα Εφτά[1], Θεός σχωρεσ’ τον… Τούτη τη ζωγραφιά του την είχε φτιάξει ο ζωγράφος λίγο καιρό πριν, λες και το ’ξερε ο δόλιος…»
«Μάλιστα…» έκανε η Κλειώ και περιεργάστηκε σκεφτική για δυο λεπτά το πορτραίτο. Το πρόσωπό του εξέπεμπε την αυστηρότητα του παλιού στρατιωτικού αλλά και μια αδιόρατη γλυκύτητα, που την έκανε να αναρωτηθεί πώς βγήκε τόσο διαφορετικός ο γιος του, ο πατέρας της.
«Δε μου λες βρε γιαγιά, ο παππούς… πώς ήταν με τα παιδιά του, τον μπαμπά δηλαδή και τις θείες μου; Τα νοιαζότανε καθόλου ή…;»
«Α κοριτσάκι μου… Ο παππούς σου δεν ξέρω πώς ήτανε στη δουλειά του, μα σαν έμπαινε στο σπίτι μας φωτιζόταν ολόκληρο, λες κι έφερνε μαζί του τον ήλιο ολάκερο! Και τα παιδιά νοιαζότανε κι εμένανε πάρα πολύ, όλο με τις αγκαλιές του και τα δώρα του τις μεγάλες γιορτές… Κρίμα που μου τον πήρε ο Χάρος τόσο νέο, ούτε σαράντα δεν ήτανε καλά-καλά…»
Μελαγχόλησε η Κλειώ ανεξήγητα, φανταζόμενη τις σκηνές που τις περιέγραφε η γιαγιά της, ενώ τις συνέκρινε με τη συμπεριφορά του Νικόλαου και το προσωπάκι της συννέφιασε.
«Τι έχεις κόρη μου;» τη ρώτησε παραξενεμένη η κυρά-Βδοκιά, που κατάλαβε την αλλαγή στη διάθεσή της. «Μην είπα τίποτε που σε στεναχώρησε;»
«Όχι γιαγιούλα μου, όχι… Απλώς κάτι συλλογιζόμουν» τα μπάλωσε η μικρή. Πού να καθόταν τώρα να της εξηγήσει ότι ο γιος της είχε βγει πολύ διαφορετικός απ’ τον γεννήτορά του, και πόσο πίκραινε πολλές φορές εκείνη και τη μάνα της…
«Α ρε παππού» απευθύνθηκε νοερά στην εικόνα του προγόνου της. «Αν είχες ζήσει κι άλλο, μπορεί ο πατέρας μου να είχε πάρει κάνα καλό δίδαγμα από σένα, ποιος ξέρει…»

Λίγες μέρες αργότερα, ήρθε η ώρα να ξεκινήσει τη σχολή της. Περπάτησε με τα πόδια μέχρι την Ακαδημία, γωνία Σόλωνος και Σίνα βρισκόταν τότε η Φιλοσοφική μαζί με τη Νομική, μπήκε στο κτίριο και προχώρησε προς το αμφιθέατρο που έπρεπε να πάει. Έπιασε θέση σε ένα έδρανο και περίμενε, όταν άκουσε δίπλα της μια φωνή.
«Συγγνώμη, μπορώ να κάτσω μαζί σου;»
Η Κλειώ γύρισε να δει ποιος της μιλάει και αντίκρισε μια νόστιμη συνομήλική της κοπελίτσα, μετρίου αναστήματος, ξανθούλα με μελί μάτια και φακίδες στο πρόσωπο.
«Βεβαίως» της είπε χαμογελώντας. «Δεν έχω κάποια παρέα άλλωστε»
«Α, ούτε κι εγώ. Οπότε καλά είμαστε» επέστρεψε η συμφοιτήτριά της το χαμόγελο. «Νιόβη Μακρή, χάρηκα» πρόσθεσε αφού βολεύτηκε στην αριστερή θέση.
«Κλειώ Δούκα. Επίσης» συστήθηκε κι η Κλειώ κι αντάλλαξαν χειραψία. «Πρωτοετής κι εσύ, Νιόβη;»
«Μάλιστα, πρωτοετής. Και αν θες, να καθόμαστε μαζί σ’ όλα τα μαθήματα. Σε συμπάθησα ήδη, Κλειώ»
«Με μεγάλη μου χαρά! Κι εσύ μου είσαι πολύ συμπαθής, αλήθεια!»
Η Νιόβη Μακρή, το κορίτσι που πρωτογνώρισε η Κλειώ στη Φιλολογία, έμελλε να γίνει σύντομα η κολλητή της. Την ίδια μέρα κιόλας στο διάλειμμα μεταξύ των διαλέξεων, κολάτσισαν μαζί και μίλησαν η μία στην άλλη για τον εαυτό της με λεπτομέρειες.
«Στρατιωτικός ο πατέρας σου λοιπόν; Κοίτα να δεις! Θα πρέπει να ’χεις ζήσει σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, έτσι δεν είναι;»
«Ναι ναι, καλά τα λες! Χαλκίδα που γεννήθηκα, Ναύπλιο, Θεσσαλονίκη, Βόλο, Χανιά, Σέρρες, Χίο και Πάτρα… Και τις αγάπησα όλες σαν δικές μου, το πιστεύεις; Τις ένιωθα όλες τους πατρίδες μου»
«Ω, πολυταξιδεμένη! Εγώ λίγες φορές έχω φύγει πιο μακριά από την Αθήνα γενικότερα, άντε μέχρι τις Σπέτσες απ’ όπου κατάγεται η μητέρα μου… Και τώρα νοικιάζεις κάποιο σπίτι στην Αθήνα;»
«Όχι, μένω με τη γιαγιά μου, τη μάνα του πατέρα μου, στην Πλάκα. Εσύ στο Κολωνάκι είπες, ε;»
«Ναι, στο Κολωνάκι. Ο μπαμπάς μου είναι καθηγητής στο Μαθηματικό κι η μάνα μου δασκάλα. Έχω κι έναν μικρότερο αδερφό, τον Λαυρέντη, δεκάξι χρονών είναι τώρα… Εσύ, Κλειώ, έχεις αδέρφια;»
«Όχι, δυστυχώς… Είμαι μοναχοπαίδι και δε σου κρύβω ότι πάντα ένιωθα μοναξιά… Ζήλευα τις συμμαθήτριές μου που είχαν αδέρφια…»
«Δεν πειράζει. Θα ’χεις εμένα» είπε με πηγαίο τρυφερό αυθορμητισμό η Νιόβη πιάνοντάς της το χέρι. Και η Κλειώ ένιωσε τόσο όμορφα, τόσο ζεστά μ’ αυτή την επαφή! Μα ακόμα πιο πολύ την άγγιξε η δήλωσή της. Πάντα της έλειπε μια κολλητή, καθώς με τις μεταθέσεις του πατέρα της δε μπορούσε να δημιουργήσει σταθερές φιλίες στα σχολειά που πήγαινε, και στο πρόσωπο αυτού του χαριτωμένου κοριτσιού, που μιλούσε σαν χείμαρρος και ακτινοβολούσε παιδική αθωότητα, κάτι της έλεγε ότι την είχε ήδη βρει…
Στις διακοπές των Χριστουγέννων η Κλειώ γνώρισε την οικογένεια της Νιόβης και τους έβαλε αμέσως στην καρδιά της. Ο πατέρας της, ο Αλέξανδρος Μακρής που τον φώναζαν χαϊδευτικά Αλέκο, ήταν ένας άνθρωπος πολύ ταπεινός και προσηνής παρά την υψηλή θέση που κατείχε στο Πανεπιστήμιο, ενώ η μητέρα της η Ελισάβετ ή Λιζέτα η προσωποποίηση της καλοσύνης. Όσο για τον μικρό Λαυρέντη, δεν ξέφευγε ούτε αυτός καθόλου. Ένα αγόρι έξυπνο, γλυκύτατο, ανοιχτόκαρδο, που με την ξανθωπή θωριά του έμοιαζε άγγελος επί της γης. Πέρασαν αρκετές ώρες μαζί κι όταν η Κλειώ ήταν να φύγει, η Νιόβη της έβαλε στα χέρια ένα πιάτο μελομακάρονα και κουραμπιέδες για την ίδια και τη γιαγιά της, τη φίλησε σταυρωτά και είπε:
«Να έρθω κι εγώ στο σπίτι σου, Κλειώ, καμιά φορά; Θέλω πολύ να γνωρίσω τη γιαγιά σου!»
«Φυσικά να έρθεις Νιόβη μου! Θα χαρεί πολύ να ’μαστε δύο νέα κορίτσια μαζί μες στο σπίτι!»
Και πράγματι χάρηκε η κυρά Ευδοκία όταν πλέον τις επισκέφτηκε η Νιόβη, αλλά και η ίδια συμπάθησε πολύ τη γιαγιά της φίλης της, που την ένιωσε δικιά της κατά βάθος. Βλέπεις, οι παππούδες της από τη μεριά του πατέρα της είχανε φύγει νωρίς απ’ αυτό τον κόσμο, και τους γονείς της μάνας της τους έβλεπε στη χάση και στη φέξη…

Αρχές του 1939, που η κόρη του ήταν πια δευτεροετής, ο Νικόλαος έλαβε το βαθμό του υποστράτηγου, με την αξία του βέβαια αλλά και λόγω της αφοσίωσής του στο καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά, και ήρθε στην Αθήνα για να αναλάβει τη διοίκηση της 2ας Μεραρχίας Πεζικού. Η χαρά της Κλειώς δεν περιγράφεται όταν ξαναείδε τους γονείς της.
«Μανούλα μου, επιτέλους! Ποιος να το πίστευε!» φώναξε κι έπεσε στην αγκαλιά της Μαρίας πριν καν προλάβει να ακουμπήσει κάπου τη βαλίτσα της. Ο πατέρας της στεκότανε πιο πίσω, απόμακρος όπως πάντα και ανέκφραστος. Η καρδιά της κοπέλας ψυχράθηκε μόλις είδε την έκφρασή του. Ούτε η απουσία μου λοιπόν κατάφερε να τον κάνει να νοιαστεί λίγο για μένα;
«Γεια σου, μπαμπά μου» τον χαιρέτησε ωστόσο με ευγένεια.
«Γεια σου Κλειώ» της απάντησε κοιτώντας την με μισό μάτι. «Πώς πάνε οι…»
«Καλά, πατέρα, δόξα τω Θεώ»
 «Χαίρομαι» πέταξε ξερά ο Νικόλαος κι η Κλειώ έσφιξε τις γροθιές της για να καταπιεί έναν ξαφνικό υπόκωφο λυγμό που ανέβηκε στο στήθος της και λίγο έλειπε να γίνει κραυγή λύσσας. Συγκρατήθηκε όμως και προσποιήθηκε ότι όλα πήγαιναν καλά, για να μη χαλάσει η οικογενειακή τους σύναξη και να μην στεναχωρηθεί η γιαγιά της, που ήταν τριπλά ευτυχισμένη τούτη τη μέρα. Πάντως και που βρέθηκαν όλοι μαζί στο ίδιο σπίτι, πάλι η ίδια κατάσταση κυριάρχησε. Μόνο με τη μάνα της και την κυρά Βδοκιά μπορούσε η Κλειώ να πει δυο κουβέντες, ενώ απ’ τον πατέρα της εισέπραττε διαρκώς την αδιαφορία του.
«Τι κατάσταση είναι αυτή, κόρη μου, να μη μιλάει ο άντρας σου σε σένα και το παιδί;» ρώτησε κάποια στιγμή η πεθερά της σοβαρή τη Μαρία. «Ούτε σε μένα δε μιλεί καλά-καλά… Μήπως έγινε τίποτα και παρεξηγηθήκατε με το που ήρθατε στην Αθήνα;»
«Όχι μητέρα» κόμπιασε εκείνη. «Δυστυχώς δεν είναι καινούριο όλο αυτό... Χρόνια τώρα είμαστε έτσι, απ’ όταν ήταν μια σταλιά παιδούλα η Κλειώ…»
«Τι λες Μαριώ μου; Σοβαρά μιλάς; Πώς κι έτσι τόσο άσχημα;»
«Δεν ξέρω, μητέρα, δεν κατέω… Ο Νικόλας πάντα ήθελε κοπέλι, κι όταν απόκτησα την Κλειώ, δε χάρηκε καθόλου όπως καταλαβαίνεις… Με θεωρούσε άχρηστη, ανάξια, και με το παιδί δεν ασχολιότανε… Εγώ όμως, μητέρα, τον νοιαζόμουν και τον νοιάζομαι, για αυτό του στάθηκα συνέχεια όπου κι αν πήγαινε, για αυτό δεν ερχόμουν να μείνω δω μαζί σου… Πέθαναν ο κύρης μου κι η μανούλα μου και δεν ήμουν εκιά να τους νεκροφιλήσω, τι δε μπορούσα ν’ αφήκω τον άντρα μου…»
Τώρα η γιαγιά Ευδοκία καταλάβαινε απόλυτα γιατί κατσούφιασε η εγγονή της ακούγοντας για την καλοσύνη του παππού της. Προφανώς ο κανακάρης της δεν του ’χε μοιάσει στο ελάχιστο…
«Αχ κόρη μου» αναστέναξε περιβάλλοντας τους ώμους της. «Με τέσσερις γυναίκες μεγάλωσε ο άντρας σου, κι απ’ ο, τι φαίνεται δεν μας αγάπησε ποτέ του… Γιατί αν μας αγάπαγε, θα ένιωθε το ίδιο για σένα και τη θυγατέρα του, και δε θα υποτιμούσε ούτε θα παραμελούσε καμιά σας… Μα πού να του αλλάξεις μυαλό τώρα πια σ’ αυτή την ηλικία; Υπομονή, Μαριώ μου, μονάχα υπομονή…»
Η Μαρία είχε χαμηλώσει το κεφάλι της χωρίς να λέει τίποτα, η Κλειώ όμως που τις άκουγε μονολόγησε έντονα θέλοντας να της φωνάξει:
«Εσύ, μάνα, κάνε υπομονή, όπως σου λέει η γιαγιά… Συνέχισε ν’ ανέχεσαι τον πατέρα μου που σίγουρα σ’ τον φόρτωσαν με προξενιά κι ωραία λόγια, δεν έχεις κι άλλη επιλογή εδώ που τα λέμε… Μα εγώ, να ξέρεις, θα παντρευτώ από έρωτα αληθινό και μόνο, κι ο άντρας μου θα μ’ έχει κορώνα στο κεφάλι του! Εκείνος θα προσκυνάει εμένα σαν Παναγιά κι όχι εγώ αυτόν σαν δούλα!»
Δεν ήξερε η Κλειώ κατά βάθος τι πραγματικά σήμαινε αληθινός έρωτας, φανταζόταν ωστόσο με την κοριτσίστικη αγνότητά της ότι πρέπει να ήταν κάτι πολύ όμορφο, πολύ δυνατό, που σ’ ανέβαζε στα ουράνια. Έμελλε πάντως να το μάθει σύντομα, μ’ έναν τρόπο που θα σημάδευε ανεξίτηλα τη ζωή της…

Έκανε ζέστη γλυκιά κείνο το απόγευμα του Ιουνίου που επέστρεφε από τη σχολή της. Ο ήλιος έλαμπε, είχε άλλωστε δυο ώρες μέχρι να δύσει, και την προκαλούσε να κάνει μια βόλτα εκεί κοντά, στο Μοναστηράκι, πριν γυρίσει σπίτι της. Έτσι λοιπόν υπακούοντας στον πύρινο θεό πήρε να σεργιανάει μόνη της στα γραφικά πλακόστρωτα στενάκια, όταν άκουσε ξάφνου πίσω της ένα συριγμό:
«Ψιτ, κούκλα… Εσένα λέω…»
Στράφηκε παραξενεμένη και ταραγμένη συνάμα η Κλειώ να δει ποιος την καλούσε, κι αντίκρισε έναν βραχύσωμο αλητόμαγκα με τη μαύρη του τραγιάσκα χαμηλωμένη στο μέτωπο κι ένα τσιγάρο στο στόμα να την κοιτάζει πονηρά. Ένα ρίγος τη διαπέρασε και τάχυνε το βήμα της να ξεφύγει, μα εκείνος την πρόλαβε και της γράπωσε το μπράτσο, που πρόβαλλε ξέσκεπο κάτω από τα κοντά μανίκια της λουλουδάτης μπλούζας της.
«Που πας ζαργάνα μου; Στάκα να μπανίσω τα κάλλη σου! Πωπω μάνα μου, εσύ θα με τρελάνεις!»
«Αφήστε με, κύριε, σας παρακαλώ» άρθρωσε φοβισμένη κι ο μάγκας απτόητος τη στρίμωξε αντιθέτως σ’ έναν τοίχο.
«Άσε με! Βοήθεια!» έσκουξε ενώ προσπαθούσε να χώσει τη χερούκλα του και να τη χουφτώσει. Μα δεν τα κατάφερε ποτέ, διότι δυο άλλα ανδρικά χέρια τον τράβηξαν απότομα από πάνω της.
«Ασ’ την κοπέλα ήσυχη, ορέ κάθαρμα! Τι τη νόμισες, καμιά πόρνη του Μεταξουργείου;» φώναξε ο νεαρός άντρας στον επίδοξο βιαστή της κρατώντας τον από το γιακά του.
«Σιγά ρε αδερφάκι μου, μπας και σου πήραμε τη γκόμενα;»
«Δεν είμαι αδερφάκι σου! Κι αν δε συμμορφωθείς, υπάρχει κι άλλος τρόπος!»
«Μπα; Τι θα μου κάνεις δηλαδή;»
«Τι θα σου κάνω; Αυτό θα σου κάνω!» τον απείλησε ξανά, και σφίγγοντας τη λαβή του γύρω από το λαιμό του αντιπάλου του σαν σιδερένιο κολάρο τον σήκωσε μια παλάμη από το έδαφος και τον κόλλησε τώρα αυτός στον τοίχο, για να τον αφήσει μόνο όταν άρχισε να πνίγεται και άρθρωσε με κόπο:
«Ώπα, ώπα… κυρ-γαλονά… Μπάστα… κόβω λάσπη…»
Ανάσανε βαθιά η Κλειώ μόλις τον είδε να απομακρύνεται τρεκλίζοντας και το επανέλαβε αρκετές φορές, για να σταματήσει το άγριο χτυποκάρδι της. Έπειτα το παλικάρι, λαχανιασμένο ακόμα, την πλησίασε κι έπιασε δειλά τον ώμο της.
«Είστε καλά, δεσποινίς;»
«Ναι, σας ευχαριστώ. Πραγματικά με σώσατε… Τρόμαξα τόσο πολύ…»
«Ηρεμήστε, τέλος καλό όλα καλά» της χαμογέλασε ο σωτήρας της. Του ανταπέδωσε αμήχανη το χαμόγελο και βρήκε την ευκαιρία τώρα να τον παρατηρήσει καλύτερα. Ευειδής, μελαχρινός, της έριχνε πάνω από μισό κεφάλι σε ύψος, γύρω στο ένα ογδόντα πέντε δηλαδή τον έκοψε, και φόραγε μια στολή όπως αυτή που έβαζε το καλοκαίρι ο Νικόλαος μαζί με πηλήκιο, φως φανάρι ότι ήταν αξιωματικός. Ένας αξιωματικός όμως που τόσο διαφορετικός έδειχνε από τον πατέρα της…
«Πώς βρεθήκατε εδώ μόνη άραγε, γυναίκα πράγμα;» την ξαναρώτησε ο νεαρός ένστολος.
«Να… Ερχόμουν από τη σχολή μου και είπα να κάνω μια βόλτα στο Μοναστηράκι… Πού να φανταστώ ότι τριγυρνάνε και τη μέρα τέτοιοι αχρείοι…»
«Κανείς δε μπορεί να είναι σίγουρος για τίποτα σ’ αυτή την πόλη. Να προσέχετε πολύ άλλη φορά…»
«Θα προσέχω… Ευχαριστώ πολύ και πάλι» αποκρίθηκε η Κλειώ κι έκανε να φύγει.
«Περιμένετε!» της ζήτησε εκείνος κι όπως άγγιξε τον καρπό της, ένιωσε για κάποιον ανεξήγητο λόγο να τη χτυπά ηλεκτρικό ρεύμα.
«Εμ… Μη σας καθυστερώ… Ίσως σας περιμένει κάποιος… ή κάποια…»
«Μην ανησυχείτε, δε με περιμένει κανένας. Κι εγώ για μια μοναχική βόλτα βγήκα, αλλά έπεσα πάνω σας, ωραία μου κυρία…»
Τα μάγουλά της τώρα τα αισθάνθηκε η κοπέλα να φλογίζουν. Ήταν άραγε η ζέστη ή μήπως έφταιγε το κομπλιμέντο του άγνωστου παλικαριού;
«Είστε φοιτήτρια; Γιατί μου είπατε ότι γυρνούσατε απ’ τη σχολή σας»
«Ε… ναι, φοιτήτρια είμαι, στη Φιλολογία. Τελειώνω το δεύτερο έτος όπου να ’ναι… Εσείς να υποθέσω είστε… αξιωματικός του Στρατού;»
«Μια χαρά υποθέτετε, ανθυπολοχαγός Πεζικού συγκεκριμένα. Τόσην ώρα όμως δε έχουμε συστηθεί… Όθωνας Αναγνωστόπουλος, χάρηκα» απάντησε τείνοντας το χέρι του.
«Κλειώ, Κλειώ Δούκα» ψέλλισε σφίγγοντάς το δειλά. «Κι εγώ χάρηκα»
«Λοιπόν τι λέτε; Να σας κεράσω κάτι μιας και βρεθήκατε στο δρόμο μου; Θα το χρειάζεστε ύστερα από τέτοια περιπέτεια για να χαλαρώσετε»
«Ό-όχι, δεν είναι ανάγκη…»
«Επιμένω! Άλλωστε όπως σας είπα, μόνος μου είμαι, θα χαρώ πάρα πολύ να μου κάνει παρέα μια ζωντανή Μούσα!»
«Ε αν είναι έτσι, το δέχομαι!» γέλασε πρόσχαρα το κορίτσι. «Πρώτη φορά με αποκαλεί κάποιος Μούσα, είναι τιμή μου λοιπόν όπως καταλαβαίνετε!»
«Τέλεια! Μόνο ν’ αφήσουμε τους πληθυντικούς; Δε νομίζω ότι εξυπηρετούν σε τίποτα»
«Δίκιο έχεις. Κι εγώ από ευγένεια το έκανα, αλλά τώρα που γνωριστήκαμε λιγάκι ναι, καλύτερα να τους αφήσουμε…»
Περπάτησαν μαζί συζητώντας περί ανέμων και υδάτων κι ούτε κατάλαβαν για πότε βγήκαν στο Θησείο. Εκεί κάθισαν σ’ ένα καφενείο της Αποστόλου Παύλου που είχε τα τραπεζάκια του έξω στο πεζοδρόμιο, κι ο Όθωνας φώναξε το γκαρσόνι.
«Προτιμάς κάτι ιδιαίτερο, Κλειώ;»
«Εμ όχι, ο τι πάρεις κι εσύ, Όθωνα»
«Ωραία. Φέρε μας δυο διπλούς ελληνικούς μέτριους» παρήγγειλε χαμογελώντας της γλυκά κι εκείνη έσκυψε ντροπαλά το κεφάλι της. Κάτι στη θωριά του παλικαριού τη μαγνήτιζε περίεργα, δίνοντας ανεπαίσθητα φτερουγίσματα στην καρδιά της. Ίσως το καθαρό του βλέμμα, ίσως πάλι η λεβέντικη κορμοστασιά του ή η σοβαρή αρρενωπή ομορφιά του προσώπου του που τον έκανε να μοιάζει με στρατιωτικό άγιο και αρχαίο Έλληνα θεό μαζί…
«Λοιπόν Κλειώ, πώς πάνε οι σπουδές σου;»
«Πολύ καλά, σ’ ευχαριστώ για το ενδιαφέρον. Είναι που τις ήθελα πολύ μάλλον, κι έχω βάλει στόχο να τελειώσω στην ώρα μου και με καλό πτυχίο»
«Σ’ το εύχομαι ολόψυχα. Φαίνεσαι πολύ έξυπνη κοπέλα κι είμαι βέβαιος ότι θα το πετύχεις… Κι εγώ έδωσα το χίλια τοις εκατό του εαυτού μου για να πετύχω στην Ευελπίδων»
«Φαντάζομαι… Πρέπει να ήταν δύσκολα ε;»
«Αρκετά. Πόσο μάλλον για ένα παιδί σαν εμένα, που καταγόταν από επαρχία και δεν είχε κανέναν δικό του στην Αθήνα… Δε σ’ το είπα, αλλά έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στην Καλαμάτα»
«Ορίστε οι καφέδες σας» τον διέκοψε προς στιγμήν ο σερβιτόρος και ακούμπησε τα δυο φλιτζανάκια στο τραπέζι. Ρούφηξαν συγχρονισμένα την πρώτη γουλιά κι έπειτα η Κλειώ πήρε το λόγο.
«Εγώ είμαι Αθηναία κατά βάση, αλλά γεννήθηκα στη Χαλκίδα κι έχω ζήσει σε διάφορες πόλεις μέχρι να τελειώσω το Γυμνάσιο στην Πάτρα και να έρθω στην Αθήνα για σπουδές. Βλέπεις, ο πατέρας μου είναι στρατιωτικός σαν εσένα καλή ώρα, κι αναγκαστικά μετακινούμασταν»
«Ναι, αυτό είναι ένα θέμα. Εγώ πάντως αν είχα δίπλα μου μια γυναίκα σαν και λόγου σου, δε θα μ’ ένοιαζε όπου και να μ’ έστελναν, πίστεψέ με…»
«Μακάρι να τη βρεις» πρόσθεσε γρήγορα για να κρύψει την αμηχανία της κι αμέσως γύρισε την κουβέντα: «Πού υπηρετείς τώρα, αν επιτρέπεται;»
«Εδώ στο κλεινόν άστυ φυσικά, στη Δεύτερη Μεραρχία Πεζικού»
«Αλήθεια; Τι σύμπτωση; Εκεί είναι διοικητής ο πατέρας μου, ο Νικόλαος Δούκας!» ξεστόμισε η ανίδεη Κλειώ με αφέλεια κι ο Όθωνας ένιωσε να τον χτυπά κεραυνός.
«Τι… πώς το ’πες αυτό, Κλειώ;»
«Τι είπα, Όθωνα;» τον ρώτησε θορυβημένη η κοπέλα βλέποντάς τον να χλομιάζει.
«Ο-ο πατέρας σου… είναι ο υποστράτηγος Νικόλαος Δούκας… ο διοικητής μου;»
«Ναι, αυτός είναι… Μα εσύ γιατί ταράχτηκες τόσο, τι συμβαίνει;»
«Συμβαίνει ότι ίσως κάνουμε τεράστιο λάθος που βρισκόμαστε τώρα εδώ μαζί…»
«Γιατί, ποιο είναι το λάθος; Τι τρέχει, Όθωνα, μίλα ξάστερα, σε παρακαλώ!»
«Κλειώ… Ο πατέρας σου μ’ αντιπαθεί… Ίσως επειδή είμαι κατά της δικτατορίας του Μεταξά, ίσως για κάτι άλλο, δεν ξέρω…»
Ο Όθωνας καθώς μιλούσε είχε σκύψει τον αυχένα του σαν μαλωμένο παιδί, μην τολμώντας να αντικρίσει πλέον την Κλειώ, ενώ η ίδια είχε μείνει άναυδη, μπερδεμένη.
«Δηλαδή… τι σημαίνει αυτό;»
«Δεν πρέπει να με ξαναδείς… Πρέπει να με ξεχάσεις…»
«Μα ακόμα δε σε γνώρισα καλά-καλά… Γιατί να σε ξεχάσω;»
«Γιατί αν βλεπόμαστε, δε θα σου βγει σε καλό, το νιώθω…»
«Όθωνα, εγώ…»
«Κλειώ, σε παρακαλώ. Πες ότι δεν έγινε ποτέ αυτή η συνάντηση… Δε θέλω να σου προκαλέσω άλλα προβλήματα…»
«Μα δε μου προκαλείς κανένα πρόβλημα. Είσαι… τόσο καλός, τόσο συμπαθητικός…»
«Πήγαινε, Κλειώ, σ’ ικετεύω… Φύγε, φύγε όσο μπορείς πιο μακριά μου…»
Έκρυψε το πρόσωπο στις χούφτες του λέγοντας αυτά, κι εκείνη βλέποντας ύστερα από λίγο ότι δε μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο, σηκώθηκε απρόθυμη, πήρε την τσάντα της και κατηφόρισε για να πάει σπίτι της. Ένιωθε απογοητευμένη και πληγωμένη, διότι άφησε τον εαυτό της να ενθουσιαστεί υπερβολικά μαζί του, και φανταζόταν πράγματα διάφορα... Ίσως κιόλας να είχε αρχίσει να τον ερωτεύεται τον νεαρό αξιωματικό με τη γλυκιά φωνή, τους ευγενικούς τρόπους και το βασιλικό όνομα…
«Όχι, Κλειώ, δεν πρέπει, σ’ το είπε και ο ίδιος… Ξέχνα τον όσο είναι καιρός, μην έχεις μπλεξίματα με τον πατέρα σου» της υπαγόρευε αυστηρά η λογική της, κι εκείνη παράχωσε γρήγορα την εικόνα του κάπου στα άδυτα του νου της, πιστεύοντας πως όντως έτσι θα τον λησμόναγε για πάντα…
Ο Όθωνας έμεινε ώρα στο καφενείο μόνος του, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι έπαθε. Το κορίτσι αυτό το γελαστό, το πανέμορφο, που θύμιζε Αθηνά Παλλάδα και νεράιδα των βουνών μαζί, τον είχε συνεπάρει από την πρώτη στιγμή που την κοίταξε στα λαμπερά της μάτια, και τώρα μάθαινε ότι ήταν η κόρη του διοικητή του που τον είχε στη μπούκα… Γιατί θέλησε να τη γνωρίσει καλύτερα, και γιατί άφησε τον άτακτο φτερωτό θεό να τον τρυπήσει ύπουλα στα στήθια; Άμα δε σταύρωναν οι δρόμοι τους, τώρα η καρδιά του δε θα πονούσε τόσο, ούτε θα ένιωθε σαν να ’χε κάνει τη χειρότερη αμαρτία…
Γύρισε στο νοίκι του στου Ψυρρή βαρύθυμος, άλλαξε τα ρούχα του κι έβαλε σ’ ένα χαμηλό γυάλινο ποτήρι μέχρι πάνω δυνατό κονιάκ. Σπάνια έπινε, μα απόψε η κατάστασή του το τραβούσε απόλυτα. Το ήπιε με μεγάλες γουλιές, σαν νερό, κι ύστερα έβαλε και δεύτερο και τρίτο, νομίζοντας ότι η κάψα του αλκοόλ θα τον έκανε μεμιάς να σβήσει από το νου του ο τι προηγήθηκε, αλλά μάταια. Ζαλισμένος έπεσε στο κρεβάτι του και του φάνηκε πως είδε τη μορφή της να ζωγραφίζεται αμυδρά στο λευκό ταβάνι, που το φώτιζε πενιχρά η γκαζόλαμπα.
«Κλειώ…» άρθρωσε κι έκανε να την αγγίξει, όμως αυτή έσβησε και χάθηκε έτσι ακριβώς όπως εμφανίστηκε, αφήνοντάς τον μόνο και σαϊτεμένο, να παλεύει με την τρικυμία της καρδιάς του ώσπου τον πήρε ο Μορφέας στις αγκάλες του…


[1] Εννοείται ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897 που έληξε με ήττα της Ελλάδας



Λίνα Δώρου