Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

17.10.18

Κλωθώ (Κεφάλαιο 3)

Ο Όθωνας υπηρετούσε στη Δεύτερη Μεραρχία από τους πρώτους μήνες του 1938, όταν είχε αποφοιτήσει πλέον κι από τη Σχολή Πεζικού της Θεσσαλονίκης όπου πήγε για εκπαίδευση πέντε μήνες.
Με τον πρώτο του διοικητή δεν είχε ιδιαίτερα θέματα, αν και ήταν επίσης μεταξικός ως το κόκαλο. Μόλις όμως αποστρατεύτηκε εκείνος και τον διαδέχτηκε ο Νικόλαος, άρχισαν τα προβλήματα. Από την πρώτη κιόλας επιθεώρηση που έκανε ο πενηνταδυάχρονος υποστράτηγος στη μονάδα, του ξίνισαν τα μούτρα του Όθωνα, και την ίδια αντιπάθεια ένιωσε κι ο ανθυπολοχαγός των είκοσι τριών Μαρτίων για τον νέο διοικητή του. Εκείνος τον κοίταξε βλοσυρά και βιάστηκε να στρέψει με απαξίωση αλλού το βλέμμα του, όμως η σκέψη ότι κάτι έτρεχε με τον νεαρό του υφιστάμενο τον τριβέλιζε έντονα. Έτσι, όταν ο λοχαγός Τάσος Βασιλείου, το πρακτορείο ειδήσεων του στρατοπέδου και δεινός γλειψιματίας, ανέλαβε να τον ενημερώσει για όλους τους κατωτέρους του σε βαθμό αξιωματικούς, τους υπαξιωματικούς και τους οπλίτες, ο Νικόλαος τον ρώτησε ιδιαιτέρως για τον Όθωνα:
«Δε μου λες, Βασιλείου, αυτό το νιάνιαρο ο Αναγνωστόπουλος… τι μούτρο είναι; Έχει πίστη στον εθνοπατέρα μας, ή μπας κι είναι κάνα κρυφοκομμούνι;»
«Αυτό θα προσέθετα μόλις, κύριε διοικητά… Ομολογώ πως δε γνωρίζω ακριβώς τι είδους φρονήματα έχει, αλλά να τον προσέχετε διότι δε δείχνει να τρέφει ιδιαίτερη συμπάθεια προς τον λαμπρό πρωθυπουργό μας Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος τόσο πολύ φροντίζει διά την πατρίδα μας…»
«Δε μου φτάνουν μόνο τα λόγια, νεαρέ. Θέλω να ψάξεις οτιδήποτε έχει σχέση με κείνον… Αντελήφθης; Εξονυχιστικό έλεγχο… Κι απ’ ό, τι μπορώ να διαπιστώσω, ειδικεύεσαι σε τέτοιες υποθέσεις»
«Ειδικεύομαι, κύριε διοικητά, μάλιστα» κορδώθηκε ο Τάσος. «Θα φροντίσω να διερευνήσω τα πάντα γύρω από τον ανθυπολοχαγό Αναγνωστόπουλο και θα σας ενημερώσω λίαν συντόμως»
«Μπράβο παιδί μου, έξοχα» μειδίασε σαρδόνια ο Νικόλαος, βέβαιος ότι θα ’βγαζε λαβράκι. Προς μεγάλη του απογοήτευση όμως, τα “αγκίστρια” του λοχαγού δεν έπιασαν ούτε μαρίδα.
«Απολύτως τίποτα, κύριε Διοικητά. Ποινικό μητρώο λευκό, φάκελο στην Ασφάλεια δεν έχει, ούτε και στο περιβάλλον του φαίνεται να υπάρχει κανένας κομμουνιστής...»
«Καλώς, Βασιλείου, άλλωστε δε μου χρειάζονται σκοτούρες… Έχε τον όμως από κοντά, κι αν παρατηρήσεις οποιαδήποτε ύποπτη κίνηση σφύρα μου… ξέρεις εσύ…»
«Όπως επιθυμείτε, κύριε Διοικητά. Πάντα στη διάθεσή σας…»

Στο λόχο που διοικούσε ο Βασιλείου και μία διμοιρία του ανήκε στη δικαιοδοσία του ίδιου του Όθωνα, ήταν ένας οξύθυμος λοχίας, ο οποίος είχε σταμπάρει ένα νέο στρατιώτη, τον Γιώργη το Ζερβάκο, και του έκανε το βίο αβίωτο, πάντα βέβαια με τις πλάτες του λοχαγού, ίσως και με τις εντολές του. Ο Γιώργης υπηρετούσε ήδη κάμποσους μήνες πριν αναλάβει ο Νικόλαος τη διοίκηση της Μεραρχίας, και ο Όθωνας είχε αντιληφθεί ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το μόλις λίγα χρόνια μικρότερό του παλικάρι, τον οποίο κρυφά ο ίδιος συμπαθούσε. Ήταν καλό παιδί, εσωστρεφές αλλά φιλότιμο, με μελαγχολικό πάντα βλέμμα και καλλιτεχνικές ευαισθησίες για τις οποίες τον κορόιδευαν συχνά οι άλλοι φαντάροι κι ο περιβόητος λοχίας τον έλεγε εμμέσως πλην σαφώς “αδερφή”. Τα άκουγε και τα ’βλεπε όλα αυτά ο Όθωνας και μια φωτιά σιγόβραζε μέσα του. Στην αρχή σιώπαγε για να μη μπει σε μπελάδες, όταν όμως ο φαντάρος αναγκάστηκε να ζητήσει έκτακτη άδεια τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο.
«Άντε μου στο διάλο, ρε μαμόθρεφτο, που θες και χατίρια!» ούρλιαζε ο λοχίας.
«Σας παρακαλώ, κυρ-λοχία, σας ικετεύω! Είναι άρρωστη βαριά η μανούλα μου, κι άλλο παιδί δεν έχει από μένα…»
«Χέστηκα ρε αν δε μπορεί η μάνα σου! Καλύτερα να ψοφήσει, να μη βλέπει και το έκτρωμα που έκανε!»
Και δωσ’ του ταπεινώσεις, δωσ’ του καψόνια κι αγγαρείες. Ο Ζερβάκος να καθαρίζει την “Καλλιόπη”, ο Ζερβάκος να ξεφλουδίζει πατάτες για το συσσίτιο και να κάνει τα γερμανικά νούμερα[1], ο Ζερβάκος το ένα, ο Ζερβάκος το άλλο, όλα, ο τι υπήρχε κι ο τι μπορούσε να εφεύρει ο νους των δυο ανωτέρων του… Τον Όθωνα τον έπνιγε το άδικο, ένιωθε ότι τον αφορούσε προσωπικά πλέον η υπόθεση του νεαρού φαντάρου. Έτσι λοιπόν μάζεψε όλο του το θάρρος και απευθύνθηκε στον Βασιλείου, ένα βράδυ που αυτός είχε υπηρεσία. Ο ανώτερός του μόλις τον είδε να μπαίνει στο θάλαμο ξιπάστηκε.
«Να τος κι ο μπελάς» μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια του, αλλά ο Όθωνας έκανε πως δεν τον άκουσε.
«Κύριε λοχαγέ, μπορώ να σας μιλήσω; Είναι επείγον»
«Τι θες, Αναγνωστόπουλε; Λακιρντί θα πιάσουμε βραδιάτικα; Άι τράβα στην ευχή της Παναγίας! Δε μου φτάνει που ξαγρυπνώ, έχω κι εσένα να με πρήζεις…»
«Κύριε λοχαγέ» επανέλαβε την προσφώνησή του ο Όθωνας πιο έντονα, αγνοώντας τον προσβλητικό τρόπο του Τάσου. «Πρόκειται για τον οπλίτη Γεώργιο Ζερβάκο της διμοιρίας μου… Σας έχει αιτηθεί επανειλημμένως προσωπική άδεια για σοβαρό λόγο και δεν του την έχετε παράσχει, και εκτός αυτού πιστεύω ότι τον κακομεταχειρίζεστε αδίκως εσείς και ο λοχίας Νικολόπουλος…»
Ο Βασιλείου σ’ αυτά τα λόγια του Όθωνα ύψωσε το βλέμμα, μαζί και το πιγούνι του, και τον ατένισε όλο απαξίωση.
«Και τι είσαι εσύ, Αναγνωστόπουλε, για να μου πεις τι θα κάνω; Ε; Ξέρεις τι είσαι ρε; Ανθ-υπο-λοχαγός! Δηλαδή τίποτα… Ενώ εγώ έχω δέκα χρόνια ήδη στο κουρμπέτι! Βούλωσ’ το λοιπόν και άσε με να κάνω τη δουλειά μου όπως ξέρω! Ο Ζερβάκος δεν αξίζει τίποτα παραπάνω, η παλιαδερφή, ο κρυφοκούμμουνας!»
«Αξίζει δηλαδή να τον τυραννάτε, κύριε λοχαγέ; Αυτό μου λέτε; Τι είναι οι φαντάροι μας, ζώα; Ψυχή δεν έχουνε στα στήθια τους;»
«Ρε τον καλό Σαμαρείτη…» κάγχασε ειρωνικά ο Τάσος. «Ποιος σ’ έβαλε, ρε, για δικηγόρο του; Άι χάσου απ’ τα μάτια μου και μην τολμήσεις να μου ξανακάνεις υποδείξεις, γιατί σ’ έφαγα!»
«Μάλιστα κύριε» αποκρίθηκε ο Όθωνας και βγήκε απ’ το θάλαμο υπηρεσίας. Όφειλε πάντως να υπερασπιστεί έμπρακτα με κάποιον τρόπο τον άτυχο στρατιώτη, και τότε πήρε μια τολμηρή απόφαση…

 «Οπλίτης Ζερβάκος Γεώργιος;» φώναζε λίγες μέρες μετά στην πρωινή αναφορά ο λοχαγός Βασιλείου και περίμενε ν’ ακούσει ένα πειθήνιο βροντερό “παρών”, και να δει τον κακόμοιρο φαντάρο να στέκεται για άλλη μια φορά προσοχή μπροστά του με την απελπισία υποφώσκουσα στο βλέμμα. Δεν έλαβε όμως καμιά απάντηση και έβρισε τώρα μ’ όλη τη δύναμη του λαρυγγιού του:
«Ζερβάκος! Που ’σαι μωρή λουλού, μη σου γαμήσω τίποτα;»
«Είναι σε άδεια, κύριε λοχαγέ» παρενέβη τότε θαρρετά ο Όθωνας. «Του την έδωσα εγώ ο ίδιος, για να πάει να δει τη μητέρα του που ’ναι άρρωστη»
Κεραμίδα έπεσε αυτή η δήλωση στην κούτρα του Τάσου. Γούρλωσε το μάτι δυο πήχες και στράφηκε απότομα προς τη μεριά του παλικαριού.
«Τι έκανε λέει; Εσύ… έδωσες άδεια σ’ αυτό το παλιοτόμαρο;;;»
«Μάλιστα. Τη δικαιούτο, δε νομίζετε; Άλλωστε διοικώ τη διμοιρία του…»
Άφρισε μέσα του ο λοχαγός, έσφιξε τα δόντια μαζί και τις παλάμες από λύσσα μέχρι που κόντεψαν να ματώσουν. Ήθελε να του επιτεθεί αυτοστιγμεί και να γδάρει ζωντανό τον υφιστάμενο που του πήγε κόντρα, αλλά συγκρατήθηκε με κόπο για να μην έχει μπλεξίματα με τον Μεγάλο.
«Με σένα θα λογαριαστούμε αργότερα, Αναγνωστόπουλε» σύριξε μόνο απειλητικά στον Όθωνα και συνέχισε τυπικά την αναφορά. Εκείνος δεν πτοήθηκε, ούτε ακόμα όταν άκουσε ότι ο Δούκας τον διέταξε να παρουσιαστεί στο διοικητήριο. Ήξερε κατά βάθος ότι ένα καρφί σαν τον Βασιλείου δε θα άφηνε τέτοια ευκαιρία διαβολής να πάει χαμένη. Έτσι πέρασε με βήματα σταθερά την πόρτα του γραφείου του Νικόλαου, βάρεσε προσοχή με το δεξί του πόδι στο δάπεδο, χαιρέτησε στρατιωτικά και είπε μεγαλόφωνα:
«Ανθυπολοχαγός Όθωνας Αναγνωστόπουλος. Διατάξτε, κύριε Διοικητά»
«Ανάπαυση» πέταξε ξερά ο Νικόλαος κι αφού σηκώθηκε όρθιος ήρθε κοντά στον Όθωνα και τον κάρφωσε αυστηρά με το βλέμμα του.
«Ώστε εσύ χορήγησες την άδεια στον Ζερβάκο…»
«Μάλιστα, κύριε Διοικητά, εγώ. Θεωρώ ότι ενέπιπτε στη δικαιοδοσία μου ως αρχηγού της διμοιρίας, και εφόσον δεν ανταποκρίθηκε ο κύριος λοχαγός…»
«Μπα; Και ποιος σε έμαθε να πράττεις ενάντια στη θέληση των ανωτέρων σου, Αναγνωστόπουλε; Ε; Ποιος;» ύψωσε τον τόνο της φωνής του ο Νικόλαος κάνοντας ένα ηχητικό κρεσέντο.
«Συγγνώμη, κύριε Διοικητά, αλλά είμαι επίσης αξιωματικός, καίτοι κατώτερός σας» αμύνθηκε  ο Όθωνας. «Και πιστεύω ότι έπραξα ορθά δίνοντας την άδεια στον οπλίτη που τη χρειαζόταν για ένα τόσο ευαίσθητο προσωπικό θέμα με δική μου πρωτοβουλία. Διότι στη Σχολή Ευελπίδων μπορεί να διδάχτηκα πώς θα γίνω καλός στρατιωτικός, όμως εκτός αυτής έμαθα πώς να είμαι άνθρωπος πάνω απ’ όλα και συνάνθρωπος… Εσείς, κύριε διοικητά, μάθατε όσα χρόνια ζείτε σ’ αυτό τον κόσμο να είστε άνθρωπος, ή το μόνο που σας ενδιαφέρει είναι να υπακούουν όλοι τυφλά στις διαταγές σας;»
«Πώς τολμάς!» αγρίεψε ο Νικόλαος χτυπώντας τόσο δυνατά τη δεξιά παλάμη του στο μαονένιο τραπέζι μπροστά του, που νόμιζες ότι θα κοπεί στα δύο. «Σου απαγορεύω να ομιλείς κατ’ αυτόν τον τρόπο! Κατάλαβες, Αναγνωστόπουλε; Έχεις πολλά ψωμιά να φας ώσπου να φτάσεις εδώ που βρίσκομαι εγώ, αν φτάσεις ποτέ…»
Είχε κοκκινίσει ολόκληρος ο μεσήλικας υποστράτηγος, το κατωχείλι του παλλόταν ανεξέλεγκτο, το μάτι του γυάλιζε οργίλο κι ο νεαρός ανθυπολοχαγός χαμήλωσε ελαφρά το σβέρκο.
«Άκου να δεις, μικρέ» τον πλησίασε ο Νικόλαος κουνώντας το δείκτη του κοντά στο πρόσωπό του. «Έχεις μεγάλη χάρη που δε σε περνάω στρατοδικείο, και θ’ ανακαλέσω απλώς την παράνομη άδεια του οπλίτου, διότι είναι παράνομη αφ’ ης στιγμής δεν ενεκρίθη ούτε υπεγράφη από τον λοχαγό Βασιλείου ο οποίος ήταν αρμόδιος για αυτό… Μα αν τυχόν ξανακάνεις του κεφαλιού σου, σε πήρε ο διάολος και σε σήκωσε επιτόπου! Κατανοητόν; Τσακίσου φύγε τώρα! Μπρος, γρήγορα!»
«Μάλιστα κύριε Διοικητά. Διατάξτε» βάρεσε ξανά προσοχή ο Όθωνας, και μόλις βρέθηκε μόνος του είπε στον εαυτό του:
«Μπλέξαμε, Όθωνα, ο Δούκας δε χωρατεύει, κι έχουνε κάνει κόμμα μ’ αυτό το ρεμάλι τον Βασιλείου σίγουρα… Κάλλιο να σιωπάς και να μην του πηγαίνεις κόντρα σε τίποτα, όσο αυταρχικός και να ’ναι, όσο και να μη τον συμπαθείς, όπως κι εκείνος καθώς φαίνεται… Όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά, λέει η παροιμία μας, κι εσύ τα θες τα ρούχα σου φαντάζομαι…»
Είχαν περάσει εφτά μήνες και βάλε από το περιστατικό με τον Γιώργη, κι άλλοι τόσοι περίπου από την πρώτη συνάντηση του Όθωνα με την Κλειώ. Κόντευε να τελειώσει το σωτήριον έτος 1939, και ο Νικόλαος ετοίμαζε ήδη από καιρό μια πολλά υποσχόμενη πρωτοχρονιάτικη δεξίωση στη Λέσχη, για τους αξιωματικούς της Μεραρχίας με τις οικογένειές τους.
«Θέλω να είναι όλα στην εντέλεια, Γεράσιμε» έλεγε συχνά-πυκνά στο φίλο του, τον Κεφαλλονίτη συνταγματάρχη Γεράσιμο Μεταξά, που καυχιότανε πως είχε συγγένεια με τον “εθνοπατέρα” Ιωάννη. «Φέτος ακόμα έχουμε ειρήνη, του χρόνου όμως ποιός ξέρει… Για αυτό επιθυμώ να εορτάσουμε την έλευση του νέου έτους με τρόπο ταιριαστό στην περιφανή θέση ημών των αξιωματικών του Ελληνικού Στρατού. Με εννοείς απόλυτα, πιστεύω»
«Φυσικά και σ’ εννοώ, στρατηγέ μου» - ο Γεράσιμος είχε αρκετή οικειότητα με τον Νικόλαο ώστε να του μιλά στον ενικό. «Μην άγχεσαι για τίποτα, όλα θα πάνε κατ’ ευχήν… Η Πρωτοχρονιά του χιλιοστού εννιακοσιοστού τεσσαρακοστού έτους θα μείνει στη μνήμη όλων των συνδαιτυμόνων ως η λαμπροτέρα και ευτυχεστέρα που βίωσαν ποτέ!»
Για αυτή την περίσταση λοιπόν, ο Νικόλαος το είχε πει ρητά στη Μαρία. Έπρεπε απαραιτήτως να τον συνοδέψουν η ίδια και η Κλειώ, με κάθε επισημότητα μάλιστα ούσες σύζυγος και θυγατέρα του διοικητού αντίστοιχα. Η Μαρία ως συνήθως δεν έφερε καμιά αντίρρηση, όμως η Κλειώ δεν ενθουσιάστηκε ιδιαίτερα και το δήλωσε.
«Μητέρα, εγώ θα προτιμούσα να μην έρθω. Δεν έχω όρεξη για όλες αυτές τις παράτες…»
«Μα, κόρη μου, πρέπει. Είναι ντροπή να μην είμαστε εμείς παρούσες… Θα προσβληθεί ο πατέρας σου»
«Και η γιαγιά; Ποιος θα μείνει με τη γιαγιά;»
«Μη σε νοιάζει για μένα, παιδάκι μου» μπήκε στη μέση η κυρά Ευδοκία. «Άντε, πήγαινε με τους γονιούς σου, μην τους στεναχωρείς. Εγώ την έχω συνηθίσει τη μοναξιά…»
Τι να κάνει η Κλειώ, αφού είδε κι απόειδε ότι δε θα κατάφερνε να ξεφύγει, δέχτηκε τελικά να πάει στη δεξίωση του πατέρα της.
«Μόνο για σένα το κάνω όμως, μανούλα, να το ξέρεις» είπε στη Μαρία. «Αλλιώς δε με νοιάζει καθόλου αν προσβληθεί ή όχι ο… κύριος διοικητής…»
Η 1η Ιανουαρίου 1940 ξημέρωσε φωτεινή παρά το χειμωνιάτικο κρύο που τύλιγε την Αθήνα. Η οικογένεια Δούκα πήγαν το πρωί να λειτουργηθούν στην Αγία Ειρήνη, και μετά το μεσημέρι η Μαρία με την Κλειώ και τον Νικόλαο άρχισαν να ετοιμάζονται για τη δεξίωση. Η κοπελίτσα φόρεσε μια ροζ, μακριά μεταξωτή τουαλέτα με ωραίους φραμπαλάδες στο στήθος, που αναδείκνυε την καλλίγραμμη σιλουέτα της, έπιασε τα μαλλιά της σ’ έναν χαμηλό αρχαιοελληνικό κότσο που τον στερέωσε με ένα κομψό χτενάκι από ταρταρούγα, και στα αυτιά της κρέμασε δυο αστραφτερές περλίτσες. Συγκινήθηκε κρυφά η μητέρα της όταν την είδε έτσι απαστράπτουσα. Πού ξέρεις, σκέφτηκε το μητρικό μυαλό της, μπορεί απόψε να προέκυπτε κάνας υποψήφιος γαμπρός μέσα σε τόσα νέα παλικάρια που σίγουρα θα υπήρχαν… Πάντως την ομορφιά της την εκτίμησε δεόντως ο Λευτέρης, ο τριαντάχρονος σχεδόν επιλοχίας που εκτελούσε χρέη οδηγού για τον Νικόλαο, όταν ήρθε να τους πάρει με τη στρατιωτική κούρσα για τη ΛΑΕΔ.
«Ω, δεσποινίς Δούκα! Είστε εκθαμβωτική… Σαν πριγκίπισσα θα έλεγα!»
Και χαμογελώντας πλατιά με τα λευκά του δόντια, πρόσχαρα, έσκυψε το ψηλό κορμί του σε μια θεατρική υπόκλιση βγάζοντας μαζί και το πηλήκιό του.
«Σ’ ευχαριστώ Λευτέρη μου» ανταπέδωσε το χαμόγελο η Κλειώ. «Μα μη μου κάνεις τεμενάδες, μια κοινή θνητή είμαι κι εγώ όπως κι εσύ…»
«Εγώ νομίζω πως είσαι μια νεράιδα που ξέφυγε απ’ τα όρη της» αστειεύτηκε εκείνος κλείνοντας το μάτι. «Κυρά-Μαρία, δε σας ξέχασα, κι εσείς κούκλα είστε. Φτου μη σας ματιάσουνε!»
«Αχ Λευτεράκη μου καλέ… Εμένα ξέφτισε η μπογιά μου, κοντεύω τα πενήντα γιαβάς-γιαβάς αν δεν το ξέρεις… Τόπο στα νιάτα αγόρι μου, τόπο στα νιάτα!»
«Γυναίκες, να πηγαίνουμε καμιά φορά;» έκοψε την κουβέντα ο Νικόλαος, ακόμα πιο επιβλητικός μες στην επίσημη σκούρα μπλε χειμερινή στολή του. «Άντε γιατί θ’ αργήσουμε, και δε αρμόζει στον στρατηγό ν’ αργεί!»
Το μαύρο τετραθέσιο αμάξι βγήκε στη Βασιλίσσης Σοφίας κι ανηφόρισε ως τη συμβολή της με την οδό Ρηγίλλης, στο Σαρόγλειο Μέγαρο, όπου στεγάζεται από το 1933 περίπου ως τα σήμερα η Λέσχη. Ο Λευτέρης έμεινε έξω να περιμένει, διότι ως υπαξιωματικός δεν είχε άδεια εισόδου, και οι υπόλοιποι ανέβηκαν τις εσωτερικές μαρμάρινες σκάλες του κτιρίου που θα τους οδηγούσαν στο χώρο της δεξίωσης, μία από τις πιο πολυτελείς αίθουσες της Λέσχης, με βαριούς κρυστάλλινους πολυέλαιους να κρέμονται από το θεόρατο ταβάνι, τριγωνικά αετώματα πάνω από τις πόρτες και κίονες ιωνικού ρυθμού αντί για απλές κολόνες να συμπληρώνουν τη χλιδή. Στο διάφανο θαρρείς δάπεδο που ντρεπόσουνα να το πατήσεις, είχαν ήδη στρωθεί σειρές από τραπέζια με λινά τραπεζομάντιλα και ακριβά σερβίτσια, έτοιμα να φιλοξενήσουν το πλούσιο εορταστικό συμπόσιο των στρατιωτικών με τον πιο κατάλληλο τρόπο. Ο συνταγματάρχης Μεταξάς που βρισκόταν ήδη εκεί έσπευσε να προϋπαντήσει τον φίλο του τον στρατηγό, κι ο Νικόλαος φόρεσε το πιο καλό του προσωπείο.
«Ευτυχισμένο το νέον έτος, φίλτατε Γεράσιμε! Ό, τι επιθυμείς δι’ εσέ και την οικογένειά σου!»
«Ευχαριστώ πολύ, στρατηγέ μου, και αντεύχομαι! Οι κυρίες;»
«Είναι η σύζυγός μου η Μαρία και η θυγατέρα μου η Κλειώ. Μαρία, Κλειώ, ο συνταγματάρχης Γεράσιμος Μεταξάς, πολύ καλός φίλος επίσης»
«Χαίρω πολύ, κυρία Δούκα!» άπλωσε κορδωτός - κορδωτός ο Γεράσιμος τη χερούκλα του στη Μαρία μετά τις συστάσεις. «Αίσιον και ευτυχές το νέον έτος!»
«Επίσης κύριε Μεταξά. Χαίρω πολύ για τη γνωριμία»
«Και η κόρη σας είναι ένα εξαίρετο πλάσμα απ’ ό, τι βλέπω! Να τη χαίρεσθε!»
«Ναι, ναι, είναι» επηύξησε τάχα μου ο Νικόλαος, αλλά το μάτι του θωρούσε πλαγίως την Κλειώ. Εκείνη μόλις που μπόρεσε να ψελλίσει ένα ευχαριστώ στον συνάδελφό του, αν είχε έστω και ψήγματα όρεξης για την αποψινή βραδιά, το περιφρονητικό βλέμμα του πατέρα της τα έσβησε κι αυτά τώρα πια. Κι έτσι αναγκάστηκε να υπομείνει σιωπηλά τις πομπώδεις φιλοφρονήσεις των ανδρών, τη δηθενιά πολλών από τις κυρίες τους και μερικές κοπελιές της ηλικίας της, κόρες προφανώς οι περισσότερες αξιωματικών και πολύφερνες νύφες ως εκ τούτου, που σαν να την κοιτούσαν με ζήλια, επειδή η φυσική ομορφιά της έλαμπε στ’ αλήθεια πιο πολύ απ’ τα δικά τους μπιχλιμπίδια με τα οποία είχαν φορτωθεί σαν λατέρνες, καθ’ υπόδειξη των μαμάδων τους που γύρευαν ευκαιρία να τσιμπήσουνε γαμπρό… Αχ, γιατί είχε δεχτεί να έρθει και δεν καθόταν σπίτι μαζί με τη καλή της τη γιαγιάκα; Ο μπαμπάς της, αυτός τα ’φταιγε όλα, ο υποστράτηγος Δούκας που μόνο γαλόνια και παράσημα ήξερε να επιδεικνύει, και σαν τέτοια ένιωθε ότι μόστραρε την ίδια και τη μάνα της μέσα στη δεξίωση…

Ο Όθωνας κούμπωσε το τελευταίο χρυσό κουμπί του χιτωνίου του στη βάση του λαιμού και κοίταξε τον εαυτό του στον παλιό σκαλιστό καθρέφτη απέναντί του. Κανονικά δε θα πάταγε πόδι στη δεξίωση του Δούκα, δεν είχε καμιά όρεξη να δει τη φάτσα του και τις φάτσες όλων των άλλων κωλογλειφτών που τον τριγύριζαν. Ωστόσο κάτι μέσα του τον έσπρωχνε να πάει, ωσάν το υποσυνείδητό του να ήξερε ότι κάτι σημαντικό τον περίμενε…
«Δε βαριέσαι, υποσυνείδητο ξε-υποσυνείδητο, ας πάω… Να δω και λίγο κόσμο, μην είμαι μόνος μου πρωτοχρονιάτικα» αποφάσισε εν τέλει, ξυρίστηκε κόντρα, φόρεσε την όμορφη φρεσκοσιδερωμένη στολή του και κίνησε για τη ΛΑΕΔ.
«Φτου σου αγόρι μου!» τον παίνεψε η καλοκάγαθη ενοικιάστρια του μικρού σπιτιού του, η Σμυρνιά κυρά-Πηνελόπη, που τον είχε σαν γιο της και έβαλε το χρυσό χεράκι της για να πετύχει το σύνολο, αυτή και το μαγικό της σίδερο με τα καρβουνάκια. «Θα κάψεις καρδιές απόψε εκεί που πας… στη μάζωξη των αξιωματικώνε, σωστά τζιέρι μου;»
«Ακριβώς, κυρά-Πηνελόπη. Αλλά δεν πάω να κάψω καρδιές… Μπορεί άλλοι συνάδελφοι να βρουν την ευκαιρία απόψε να παντρολογηθούν, όχι εγώ πάντως»
«Έλα, έλα, ασ’ τα αυτά, κοτζάμ ντερέκι! Εγώ σ’ το λέω πως ούλα τα κορίτσια εσένα θα τηράνε, τζάνουμ!»
Χαμογέλασε μελαγχολικά το παλικάρι. Μόνο μιανής η θύμηση τον έτρωγε τόσους μήνες και φλεγόταν να την ξαναδεί αλλά δεν έπρεπε, κι ενώ τη μέρα κόντευε παντελώς να την ξεχάσει, τη νύχτα η θολή ανάμνηση της μορφής της στοίχειωνε τα όνειρά του…
Έφτασε στη Λέσχη με τα πόδια, καθώς πάντα του άρεσε το περπάτημα, κι είδε απέξω τον Λευτέρη να καπνίζει ένα τσιγάρο πλάι στο αμάξι του Δούκα. Είχανε γίνει φίλοι οι δυο τους από πολύ νωρίς, και δέθηκαν ακόμα περισσότερο μετά το συμβάν με τον Γιώργη, όταν εκείνος συνεχάρη κρυφά τον Όθωνα για τη στάση που έδειξε χωρίς να λογαριάζει τις συνέπειες. Ήταν ο μόνος φίλος που απέκτησε στο στρατόπεδο, με τον οποίο μοιράζονταν τα ίδια πιστεύω, παρόμοια καταγωγή και ψυχισμό – ο Λευτέρης, βλέπεις, ήταν Ναξιώτης, και πήγε δεκαοκτώ χρόνων στην Κέρκυρα για να σπουδάσει στην Προπαρασκευαστική Σχολή Υπαξιωματικών.
«Επ! Που ’σαι ρε Όθωνα, κι έλεγα πως δε θα ’ρθεις; Χρόνια πολλά, ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος!» του είπε ο Λευτέρης μόλις τον πήρε είδηση και έσπευσε να του σφίξει το χέρι μαζί μ’ έναν αντρίκιο εναγκαλισμό.
«Χρόνια πολλά Λευτέρη, επίσης! Δε βαριέσαι εδώ έξω μόνος σου, ρε φίλε;»
«Ε μα τι να κάνω αδερφέ μου, εμείς οι πληβείοι δεν έχουμε θέση δίπλα στη… Σύγκλητο! Πήγαινε εσύ όμως μέσα να διασκεδάσεις και θα τα πούμε άλλη στιγμή, σ’ του υπόσχομαι»
«Σιγά τη διασκέδαση μωρέ Λευτέρη… Ας είναι όμως, αφού ήρθα ως εδώ θα μπω και μέσα, δε γίνεται αλλιώς…»
Μπήκε λοιπόν στην αίθουσα όπου δινόταν η δεξίωση, και η προφητεία της απλοϊκής κυρά-Πηνελόπης γρήγορα εκπληρώθηκε. Πολλά κοριτσίσια βλέμματα έπεσαν γοητευμένα απάνω του, πολλά κρυφά επιφωνήματα πίσω από δαχτυλιδοστολισμένες αβρές παλάμες ακούστηκαν και πολλοί μικροί στεναγμοί βγήκαν από τρυφερά παρθένα στήθια σφιγμένα σε άβολους κορσέδες, μα ο νιος ανθυπολοχαγός δεν έβλεπε, δε μάντευε ούτε ένιωθε τίποτα απ’ αυτά, γιατί το δικό του βλέμμα και τη δική του ανάσα την αιχμαλώτισε μόνο μια θηλυκή φιγούρα. Στο πλάι του Νικόλαου, λυγερή, πεντάμορφη, πανύψηλη, πιο αγνή και καθαρή απ’ όλες, έλαμπε τ’ άστρο της αυγής, η κόρη του η Κλειώ, το κορίτσι που είχε συναντήσει τυχαία κείνο το ζεστό θερινό απόγευμα στο Μοναστηράκι, που έκλεψε την καρδιά του και την έκανε τώρα να βροντήξει δυνατά μπρος στη θέα της…
Σαν να της έστειλε μιαν αύρα μυστική το βλέμμα του, η Κλειώ στράφηκε προς το μέρος του Όθωνα και μόλις τον αναγνώρισε ταράχτηκε. Οι σκηνές της γνωριμίας τους ξεχύθηκαν μεμιάς ορμητικό ποτάμι από τα άδυτα του νου της, και τα άγουρα αισθήματα που είχε κοιμίσει στην καρδιά της ξύπνησαν, πετάχτηκαν ολόρθα κι άρχισαν να σιγοκαίνε σαν φλογίτσες, οι οποίες σκαρφάλωσαν ύστερα βιαστικά στα νοτισμένο χώμα των ματιών της μικρής στρατηγοπούλας και προσπαθούσαν από μακριά να σμίξουνε μ’ αυτές που τρεμόπαιζαν στις εβένινες ίριδες του νεαρού αξιωματικού, έτοιμες ν’ ανάψουν μεταξύ τους την ιερή φωτιά του έρωτα και να τους σπρώξουν να γίνουν μέσα της ολοκαύτωμα…
«Κλειώ μου, τι κοιτάς; Που τρέχει ο λογισμός σου;» σκούντηξε η Μαρία διακριτικά την κόρη της.
«Τίποτα, μαμά, αφαιρέθηκα» δικαιολογήθηκε εκείνη κι έκανε πως γυρνάει αλλού το κεφάλι της, όμως η θωριά του Όθωνα τη μαγνήτιζε, ωθώντας την να του ρίχνει συνεχώς κρυφές ματιές. Τι νόημα έχει, συλλογιόταν ωστόσο απ’ την άλλη πικραμένη. Αφού δε μπορώ, δεν πρέπει να είμαι μαζί του… Να τον ξεχάσω, πρέπει να τον ξεχάσω… Μην τον κοιτάς, Κλειώ, μην τον κοιτάς…
Όταν πια μαζεύτηκαν πολλοί, γύρω στις οχτώ το βράδυ, κάθισαν χωριστά οι ανώτεροι από τους κατώτερους αξιωματικούς στα τραπέζια, υπό τους ήχους της μπάντας που σιγόπαιζε ήδη ευχάριστες μελωδίες, και άρχισε το δείπνο, το οποίο περιελάμβανε του κόσμου τα αγαθά: νόστιμα ορεκτικά, σούπα για πρώτο πιάτο, ψητά κρέατα στο κυρίως και για επιδόρπιο λαχταριστά γλυκά, όπως επίσης και την πατροπαράδοτη βασιλόπιτα, την οποία θα έκοβε ο ίδιος ο Νικόλαος. Η Κλειώ επιχείρησε να φάει φυσιολογικά, όμως στη σκέψη του παλικαριού ο καταπιόνας της δενόταν κόμπο, το στομάχι της πεταλούδιζε και με το ζόρι πήγαινε μια μπουκιά κάτω. Κάποια στιγμή παράτησε την προσπάθεια, δηλώνοντας απλά στη μητέρα της ότι μάλλον δεν είχε πολλή όρεξη, και βάλθηκε να πίνει γουλίτσα-γουλίτσα το κρασί στο κολονάτο ποτήρι της, μήπως αυτό την ελευθέρωνε λιγάκι από την τυραννία της καρδιάς της. Μάταιος κόπος, ακόμα και στο γυαλί του ποτηριού της φαινόταν πως έβλεπε τα μάτια του, τα μάτια αυτά τα λαμπερά, τα ολόμαυρα, που την είχανε σκλαβώσει και τη βαστούσανε γερά στα δίχτυα τους…
Μόλις τελείωσε το γεύμα, ήρθε η ώρα για το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της βραδιάς, τον χορό. Οι ανύπαντρες και πιο ανοιχτομάτες στρατιωτικοπούλες καβάτζαραν αμέσως τους ελεύθερους κι ωραίους όντες ανθυπολοχαγούς, υπολοχαγούς και λοχαγούς, και εν μέσω χαριεντισμών κατευθύνθηκαν στην πίστα, ενώ η μικρή ορχήστρα ελαφράς μουσικής με τα βιολιά, το ακορντεόν και τα πνευστά τόνιζε βαλσάκια για το ζέσταμα των χορευτών. Η Κλειώ παρέμεινε αμέτοχη να παρακολουθεί τα άλλα ζευγάρια, μέχρι που ένας αξιωματικός την πλεύρισε. Ψιλοαλαζόνας της φάνηκε και προσπάθησε να το παίξει αδιάφορη για να τον αποφύγει, όμως αυτός υποκλίθηκε θεατρινίστικα μπροστά της και της είπε:
«Δεσποινίς Δούκα, λοχαγός Αναστάσιος Βασιλείου. Θα μου κάνετε την τιμή να με συνοδέψετε; Ελπίζω να σας αρέσει ο χορός…»
«Όχι, ευχαριστώ κύριε λοχαγέ. Μου αρέσει, αλλά τη δεδομένη στιγμή δεν έχω ιδιαίτερη όρεξη…»
Αρνήθηκε έτσι, διότι ο πατέρας της βρισκόταν λίγο μακρύτερα συζητώντας, αλλιώς σίγουρα θα την υποχρέωνε να μη φέρει καμιά αντίρρηση. Ωστόσο ούτε ο Βασιλείου είχε πρόθεση να την αφήσει ήσυχη.
«Ελάτε τώρα, δεσποινίς Δούκα… Είμαι βέβαιος ότι θα αλλάξετε γνώμη μετά από λίγο!»
«Κύριε λοχαγέ, σας είπα, δεν…»
Μα χωρίς να λογαριάσει τη γνώμη της, ο άντρας τη γράπωσε σφιχτά απ’ τον καρπό και την τράβηξε στο κέντρο της αίθουσας, όπου οι συνάδελφοί του στροβιλίζονταν με τις παρτενέρ τους σ’ ένα ταγκό. Γύρευε απελπισμένη τρόπο διαφυγής, όμως ο λοχαγός την πολιορκούσε στενά, μιμούμενος τάχα τον Λατίνο εραστή – μια σκέτη αποτυχία. Η ανάσα του έζεχνε καπνό και αλκοόλ, κι όταν τη μύριζε πνιγόταν. Χρειαζόταν επειγόντως οξυγόνο, αλλιώς θα λιποθυμούσε…
Με τον επόμενο σκοπό οι καβαλιέροι άλλαξαν ντάμες, και τον Τάσο φορτώθηκε μια τροφαντή ξανθιά στην ηλικία της Κλειώς πάνω-κάτω, που κόλλησε προηγουμένως στον Όθωνα, ενώ εκείνος ήρθε και στάθηκε μπροστά της, δίνοντάς της τόσο πολύ οξυγόνο που της κόπηκε η ανάσα. Δίχως να πει λέξη το παλικάρι, αγκάλιασε με το δεξί του χέρι τρυφερά τη μέση της κοπέλας κάνοντάς την να λιγωθεί, κι όταν η αριστερή παλάμη του έσμιξε με τη δικιά της δεξιά και τα δάχτυλά του φυλάκισαν τα δικά της, μυρμήγκιασε το δέρμα τους στη θέρμη της επαφής. Με το δεξί της χέρι το ελεύθερο στηρίχτηκε δειλά η Κλειώ στον ώμο του, κι όπως ακουμπούσε το σκούρο μπλε ύφασμα της στολής του με το ασημένιο άστρο στην επωμίδα, ένιωθε ότι άγγιζε τον ίδιο τον ουρανό. Αλλά κι ο Όθωνας με τη σειρά του, καθώς λικνιζόταν το αγγελοκάμωτο κορμί της μες στα χέρια του, ντυμένο στα ροζ σαν δροσερό τριαντάφυλλο, θαρρούσε πως μια γωνιά του Παραδείσου του ανήκε. Για αυτό και σώπαιναν τα χείλη τους, αφήνοντας μόνα τους τα μάτια να μιλάνε, ενώ η μπάντα έπαιζε κι ο τενόρος ερμήνευε δεξιοτεχνικά το ρεφραίν απ’ το τραγούδι της Σοφίας Βέμπο:
«Μη μου είσαι θυμωμένο, έλα που σε περιμένω
Κι άσε τον παλιόκοσμο να λέει, να λέει, να λέει
Το φιλί σου είναι μέλι, φίλα με και μη σε μέλει
Κι άσε τον παλιόκοσμο να λέει, να λέει ο τι θέλει…»
Οι τελευταίες νότες του κομματιού έσβησαν μια-μια στις χορδές του βιολιού, οι άντρες υποκλίθηκαν στις γυναίκες και όσοι κάθονταν ξέσπασαν σε δυνατά χειροκροτήματα. Ο Όθωνας πήρε τα χεράκια της Κλειώς μες στις χούφτες του και φίλησε απαλά τις ράχες τους, ενώ η ίδια είχε πετρώσει στη θέση της μην ξέροντας τι να κάνει. Από τη μια φοβόταν μήπως τους δει ο πατέρας της, από την άλλη δεν ήθελε να τον αποχωριστεί τόσο γρήγορα. Και τότε ο Όθωνας έκανε κάτι αναπάντεχο.
«Κλειώ, έλα μαζί μου» της είπε και πριν προλάβει ν’ αντιδράσει την πήρε από το χέρι οδηγώντας την έξω από την αίθουσα, στο διάδρομο.
«Όθωνα, τι κάνεις; Σταμάτα, σε παρακαλώ!» ψιθύρισε έντρομη σχεδόν, μα εκείνος δεν υπάκουσε.
«Είναι ο πατέρας μου εδώ! Θες να ’χουμε μπλεξίματα;»
«Ησύχασε, εδώ δε θα μας δει κανείς… Όλοι είναι απασχολημένοι με το να διασκεδάζουν τώρα, ακόμη κι ο πατέρας σου» την αντέκρουσε ο Όθωνας. Το κορίτσι ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο να καταλαγιάσει το χτυποκάρδι της κι ο νέος έσφιξε μαλακά τα μπράτσα της.
«Κλειώ… Σ’ έφερα εδώ γιατί θέλω να μ’ ακούσεις… Θέλω να σου πω κάτι πολύ σοβαρό…»
«Δηλαδή; Τι θες να μου πεις, Όθωνα;»
Εισέπνευσε βαθιά, για να δώσει δύναμη στον εαυτό του να ξεστομίσει όσα τον έκαιγαν.
«Κλειώ… Από τότε που σε γνώρισα, δε μπορώ να σε βγάλω απ’ το μυαλό μου, η σκέψη σου με τυραννάει συνέχεια… Προσπάθησα, πάλεψα χίλιες φορές να τη διώξω εντελώς, να τη σκοτώσω διότι ήξερα καλά ποια ήσουν, μα μου ήταν αδύνατον… Δε βαστώ πια να κρύβω αυτά που νιώθω για σένα, και τώρα που σε ξαναβρήκα θέλω να σ’ το πω μια κι έξω, όπως ταιριάζει σ’ έναν άντρα. Σ’ αγαπάω, Κλειώ, είμαι τρελά ερωτευμένος μαζί σου και δε με νοιάζει καθόλου το πώς με βλέπει ο πατέρας σου! Γιατί εγώ εσένα θέλω, μόνο εσένα, ομορφιά μου, κυρά των λογισμών μου…»
«Δε σε καταλαβαίνω, Όθωνα... Εσύ τότε μ’ έδιωχνες, και τώρα… μου λες πως μ’ αγαπάς;»
«Σ’ έδιωχνα γιατί ήμουνα δειλός, επειδή φοβόμουνα ότι θα σου κάνω κακό… Τώρα όμως ξέρω πως κάθε άλλο παρά κακό είναι η αγάπη. Αυτό που νιώθω για σένα είναι ό, τι πιο όμορφο και πιο αγνό υπάρχει, με κατακαίει ολόκληρο και δε μπορώ πια να ξεφύγω, δεν αντέχω να μη σ’ έχω… Σε θέλω, Κλειώ, σε θέλω πολύ, απελπισμένα! Πονάω, πεθαίνω από έρωτα για σένα, πώς το λένε;»
Είχε σκύψει πολύ κοντά της λέγοντας αυτά, η ανάσα του ζέσταινε το πρόσωπό της και οι χούφτες του θώπευαν απαλά τις παρειές της. Τα μάτια της Κλειώς είχαν βουρκώσει και τα χείλη της μισάνοιγαν τρεμάμενα για να προφέρουν ίσως κάτι, το οποίο όμως πνιγόταν μέσα στο λαρύγγι της.
«Σε παρακαλώ, κοίταξέ με… Πες μου πώς νιώθεις κι εσύ για μένα… Μία σου λέξη μόνο δωσ’ μου, κι εγώ ή θα κινήσω γη κι ουρανό για να ’μαστε μαζί, ή θα χαθώ για πάντα απ’ τη ζωή σου...»
«Δε-δεν ξέρω, Όθωνα» τραύλισε ξέπνοη η Κλειώ. «Άσε με, σε παρακαλώ, πριν μας δει κανένα μάτι…»
«Όχι Κλειώ, δε σ’ αφήνω! Δε θέλω να σ’ αφήσω, εσύ είσαι όλη μου η ζωή!» είπε ο Όθωνας με δραματική ένταση κι έκανε να τη σφίξει στην αγκαλιά του, αλλά η κοπέλα του ξέφυγε.
«Άσε με, σου λέω… Άσε με, δε μπορώ, δεν ξέρω…»
Και χάθηκε ξανά στην αίθουσα μισοκλαμένη, παρατώντας τον σύξυλο στη μέση του διαδρόμου. Όχι όμως, δε θα εγκατέλειπε την προσπάθεια. Την ήθελε όσο τίποτα άλλο στο κόσμο την Κλειώ, διψούσε για την αγάπη της, κι είχε μάθει στη ζωή του ό, τι ποθούσε να το διεκδικεί. Το διαισθανόταν κατά βάθος, το διέκρινε στα μάτια της ότι κι αυτήν την παίδευε ο σεβντάς και δεν θα τον αρνιότανε, μα έπρεπε να βρει κάποιον τρόπο να το επιβεβαιώσει…

Δυο μήνες σχεδόν του πήρε για να αποφασίσει πώς να το κάνει. Χίλιοι δυο τρόποι έρχονταν στο μυαλό του κι έφευγαν, ενώ η θέληση αναμετριόταν με τη δειλία. Στο τέλος έπιασε μια μέρα τον Λευτέρη και του είπε:
«Άκου, Λευτέρη, απόψε που θα πας τον στρατηγό στο σπίτι του, θέλω να δώσεις στην Κλειώ αυτό δω το μήνυμα… Μπορείς;»
Και ανοίγοντας τη χούφτα του τού έδειξε ένα χιλιοδιπλωμένο χαρτάκι.
«Μήνυμα; Τι σόι μήνυμα ρε Όθωνα;» απόρησε έντονα ο φίλος του. Ο Όθωνας κοίταξε τριγύρω για να σιγουρευτεί ότι δε θα τους άκουγε κανείς και ύστερα παίρνοντας μια ανάσα του εκμυστηρεύτηκε σύντομα την ιστορία του.
«Λευτέρη… Αγαπώ την Κλειώ, εδώ και πολύ καιρό… Την είδα πρώτη φορά τυχαία στο Μοναστηράκι και με πλάνεψαν τα μάτια της, μα όταν έμαθα ότι είναι η κόρη του Δούκα της είπα να μείνει μακριά μου... Όμως δε μπόρεσα να χαλινώσω την καρδιά μου, Λευτέρη, την ερωτεύτηκα και όταν την ξανάδα την Πρωτοχρονιά στη Λέσχη πήρα το θάρρος να της μολογήσω την αγάπη μου… Εκείνη δε μ’ απάντησε τότε, μα εγώ θέλω να ξέρω, θέλω να μάθω αν έχω ελπίδα μαζί της… Για αυτό σου ζητώ να της πας το ραβασάκι. Θα της το πας; Μόνο μην πεις ότι σου το ’δωσα εγώ»
«Τι να σου πω μωρέ αδερφέ μου» ανασήκωσε τους ώμους και τα χέρια του ο Λευτέρης. «Μπελάδες γυρεύεις θαρρώ… Μα ας είναι, αν το θες τόσο πολύ, θα της το δώκω. Να ξέρεις, σ’ εκτιμώ πολύ για την τόλμη σου, κι έχεις περίσσια απ’ ό, τι φαίνεται!»
«Σ’ ευχαριστώ ρε Λευτέρη! Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ! Κι αν εκείνη ανταποκριθεί, θα το χρωστάω πάντοτε σε σένανε, να ξέρεις…»
Το ίδιο βράδυ λοιπόν, ο νεαρός επιλοχίας οδήγησε ως συνήθως τον Νικόλαο στο σπίτι του, συνοδεύοντάς τον πεζή στο πλακόστρωτο σοκάκι μέχρι το κατώφλι του. Στη μία τσέπη του παντελονιού του κρατούσε το σημείωμα του φίλου του και συχνά-πυκνά ψαχούλευε με τα δάχτυλά του για να βεβαιωθεί ότι ήταν εκεί. Για καλή του τύχη, στην πόρτα βρήκε να τον προϋπαντήσει η Κλειώ.
«Καλώς ήρθες, πατέρα» τον προσφώνησε ευγενική όπως πάντα. «Καλησπέρα και σε σένα, Λευτέρη μου»
«Επίσης, Κλειώ. Τι κάνεις;» τη ρώτησε, ενώ ο διοικητής του, αρθρώνοντας μόλις μια κουτσουρεμένη καλησπέρα στην κόρη του, προχώρησε μέσα.
«Καλά, δόξα τω Θεώ. Εσύ;»
«Καλά κι εγώ. Εμ… έχω να σου δώσω κάτι…»
«Τι;»
«Αυτό εδώ…»
Και βγάζοντας γρήγορα με προσοχή το ραβασάκι, της το έβαλε στη χούφτα.
«Τι είναι αυτό;» σάστισε η κοπέλα.
«Δε μπορώ να σου εξηγήσω τώρα… Απλά φρόντισε να το ανοίξεις κάπου μόνη σου, γιατί είναι πολύ σημαντικό…» απάντησε εκείνος κι έκανε να φύγει, μα η Κλειώ τον έπιασε απ’ το μπράτσο.
«Δε θα μου πεις τουλάχιστον ποιος στο ’δωσε;»
«Όχι, μου είπε να μη σου αποκαλύψω την ταυτότητά του… Φεύγω τώρα, καλό βράδυ! Κυρά-Μαρία, χαιρετισμούς!» κατέληξε απευθυνόμενος στη μητέρα της και βγήκε, ενώ εκείνη σφάλισε την εξώθυρα μουδιασμένη από περιέργεια και έκπληξη. Τι να έγραφε άραγε αυτό το μήνυμα, και γιατί ο αποστολέας του να είχε πει του Λευτέρη να μην της φανερώσει το όνομά του;, σκέφτηκε παρατηρώντας το ταπεινό φαινομενικά χαρτάκι. Καιγόταν να το ανοίξει επιτόπου για να λυθεί το μυστήριο, όμως η φωνή της γιαγιάς της που την καλούσε να βάλουνε τραπέζι για το δείπνο μετέθεσε τη λύση του για αργότερα, την ώρα που θα πάω στο κρεβάτι μου, εκεί θα είμαι απολύτως μόνη, αποφάσισε συγκεκριμένα. Έτσι μόλις έπεσαν για ύπνο όλοι κατά τις έντεκα το βράδυ, άναψε το λαμπατέρ στο κομοδίνο της, ξεδίπλωσε αργά το ραβασάκι και διάβασε από μέσα της το περιεχόμενό του:
«Θα σε περιμένω την Πέμπτη το απόγευμα στον Κρίνο. Αν έρθεις, θα ξέρω ότι νιώθεις κι εσύ το ίδιο για μένα, αλλιώς θα σε ξεχάσω για πάντα… Ο.Α.»
Ο. Α… Ο.Α… αντηχούσαν μες στο νου της τα δυο φωνήεντα. Ένα ερωτικό σημείωμα με αυτά τα αρχικά… Σε ποιον μπορεί να ανήκαν, ποιος ήταν ο κρυφός της θαυμαστής;
«Όμικρον Άλφα; Μα βέβαια, τι χαζή που είμαι! Όθωνας, Όθωνας Αναγνωστόπουλος, ο όμορφος ανθυπολοχαγός… Ναι, αυτός είναι σίγουρα!» ψιθύρισε ενθουσιασμένη, κι η χαρά που πήρε από τη διαπίστωσή της σχεδόν την τρόμαξε.
Μάλλον τον έχω ερωτευτεί, για αυτό χάρηκα τόσο… Δυο μήνες τώρα, απ’ όταν χορέψαμε μαζί στη δεξίωση του μπαμπά και… μου ’πε πως μ’ αγαπά…
Αναστέναξε φέρνοντας στο νου της τις στιγμές εκείνες, κι έγειρε πίσω στο μαξιλάρι με μισόκλειστα τα μάτια, προσπαθώντας να θυμηθεί καλύτερα το άγγιγμα, το βλέμμα, τα λόγια του Όθωνα που την είχανε συνεπάρει. Ήταν δειλή τότε η ίδια, άγουρη κι άπλερη τελείως η καρδιά της· φοβήθηκε τον πατέρα της, τον εαυτό της τον ίδιο… Όμως τώρα πλέον είχε καταλάβει τι ήταν αυτό το μυστικό ποτάμι, κελαρυστό σαν τη βαθιά αρρενωπή φωνή του, που πήγαζε ορμητικό από τα στήθια της και μέθαγε σαν γλυκόπιοτο τις πέντε της αισθήσεις, κι ήταν έτοιμη να πέσει και ν’ αναβαπτιστεί ολόκληρη μες στα νερά του.
«Θα πάω, θα πάω να βρω τον Όθωνα, την Πέμπτη το απόγευμα στον Κρίνο… Γιατί το ξέρω πια, το ξέρω πως τον αγαπώ, Θεέ μου, και δεν υπάρχει λόγος για να φοβάμαι ή να κρύβομαι» μονολόγησε ευτυχισμένη, ξαλαφρωμένη. Τόση ήταν η χαρά της, που πέταξε μεμιάς τα σκεπάσματα από πάνω της, έφερε δυο βόλτες γύρω απ’ τον εαυτό της ξυπόλητη στο πάτωμα και έπειτα πλησίασε κι άνοιξε λίγο το παράθυρο. Ο νυχτερινός βοριάς που έπνεε, μυρωμένος, χάιδεψε γλυκά το πρόσωπό της, ανακάτωσε τα μακριά μαλλάκια της που έμοιαζαν πιο σκούρα στο σκοτάδι και τρύπωσε σκανταλιάρης κάτω απ’ τη νυχτικιά της, σαν να ’θελε να γευτεί πρώτος αυτός από κάθε άλλον θνητό άνδρα τα κάλλη του λεπτού, αμάλαγου κορμιού της. Η άνοιξη φέτος δε θ’ αργούσε…

Τις Πέμπτες τέλειωνε πιο αργά με τη σχολή, οπότε θα πήγαινε κατευθείαν στο σημείο του ραντεβού χωρίς να χρειάζεται να εφεύρει καμιά δικαιολογία. Πήρε λοιπόν την Πανεπιστημίου στην αντίθετη κατεύθυνση απ’ ό, τι συνήθως και μέσω Πεσμαζόγλου και Σοφοκλέους βγήκε στην οδό Αιόλου. Στη διαδρομή δεν περπατούσε, πέταγε, κι ήταν πολλές οι φορές που πήγε να σκοντάψει στο ίσιωμα με τα καφέ σκαρπίνια της που κατά τ’ άλλα είχαν πολύ χαμηλό τακούνι.  Τέλος έφτασε στον Κρίνο, άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Ο Όθωνας καθόταν ήδη σ’ ένα τραπεζάκι ντυμένος τη στολή εξόδου του, διότι είχε έρθει κατευθείαν από τη μονάδα λόγω της αγωνίας του, και μόλις την είδε η καρδιά του σκίρτησε έντονα με ελπίδα. Σηκώθηκε αμέσως όρθιος και με δυο τρεις γοργούς διασκελισμούς την πλησίασε.
«Ήρθες» πρόφερε απλά, σαν μαγεμένος, κοιτώντας την στα μάτια.
«Ναι, ήρθα» επανέλαβε η Κλειώ μ’ ένα μικρό χαμόγελο. «Κι η παρουσία μου εδώ λέει πολλά… έτσι δεν είναι;»
Πράγματι, δε χρειάζονταν καθόλου λόγια. Και συνειδητοποιώντας ο Όθωνας ότι το ένστικτό του δεν τον πρόδωσε, μια βαθιά συγκίνηση τον κατέλαβε.
«Μ’ αγαπάς λοιπόν στρατηγοπούλα μου;» τη ρώτησε πιάνοντάς της τα χέρια απ’ τους καρπούς τους.
«Λάθος κάνεις, ωραίε μου ανθυπολοχαγέ… Είμαι αθεράπευτα ερωτευμένη μαζί σου, και μακάρι να μη γιατρευτώ ποτέ απ’ αυτόν τον έρωτα!»
«Καρδιά μου…» ψιθύρισε τρεμουλιαστά το παλικάρι. Κι ύστερα έσκυψε κοντά της και τα χείλη τους ενώθηκαν, σ’ ένα πρώτο φιλί που έμοιαζε ναρκωτικό: όσο πιο πολύ το γεύονταν, τόσο πιο πολύ το δίψαγαν, τόσο περισσότερο το αποζητούσαν. Τα δυνατά μπράτσα του Όθωνα περιέβαλλαν σφιχτά τη μέση και την πλάτη της, οι λεπτοί τορνευτοί βραχίονες της Κλειώς τυλίγονταν με ζέση γύρω απ’ το λαιμό του, κι όλος ο κόσμος χώραγε μέσα στην αγκαλιά τους, είχαν ξεχάσει εντελώς ποιοι ήταν και που βρίσκονταν, πετούσανε  πιο πάνω κι απ’ τα σύννεφα, μέχρι που τους προσγείωσε μισοαστεία μισοσοβαρή η φωνή του σερβιτόρου:
«Ρε παιδιά, τι θα γίνει; Θα πάρετε τίποτα ή θα σοροπιάζετε μονάχα μεταξύ σας;»
Ζαλισμένοι ακόμα από τη γλύκα του φιλιού τους γύρισαν και τον κοίταξαν.
«Φέρε μας ό, τι προαιρείσαι» έδωσε αυθόρμητα την παραγγελία ο νεαρός αξιωματικός. «Τόσο γλυκό όσο η πεντάμορφη νεράιδα πλάι μου» συμπλήρωσε χαμογελώντας πλατιά στη φιλολογίνα του.
«Μάλιστα κύριε!» συμφώνησε εύθυμα το γκαρσόνι με το μουστακάκι αλά Τσάρλι Τσάπλιν, όπως σχολίασε ο Όθωνας στην Κλειώ κι εκείνη κρυφογέλασε. Κάθισαν έπειτα πίσω στο τραπεζάκι πλέκοντας τρυφερά τα χέρια τους και για μερικές αιώνιες στιγμές δεν έλεγαν τίποτα, παρά μόνο σμίγανε αχόρταγα το βλέμμα τους.
«Δεν ξέρεις πόσο ευτυχισμένος είμαι απόψε!» μίλησε έπειτα πρώτος εκείνος φιλώντας της τα ακροδάχτυλα. «Πόσο χαίρομαι που μ’ αγαπάς, Κλειώ μου…»
«Αμ εγώ;» του απάντησε με κομπιασμένο το λαιμό της από δάκρυα χαράς. «Δε χαίρομαι νομίζεις, Όθωνα; Είσαι ο άντρας των ονείρων μου, αυτός που πάντα ήθελα να βρω… Το ’νιωσα πια καλά ότι εσύ είσαι το γραφτό μου, και δεν πρόκειται να φοβηθώ τίποτα. Όλος ο κόσμος να ’ναι εναντίον μας, εγώ θα σ’ αγαπήσω, καλέ μου!»
Το γκαρσόνι ήρθε κι ακούμπησε μπροστά τους ένα πιάτο ζεστούς μοσχοβολιστούς λουκουμάδες, τους περίφημους του Κρίνου, περιχυμένους με μπόλικο μέλι και πασπαλισμένους με κανέλα. Και παρ’ ο τι τα σωθικά τους πλημμύριζαν από τη γλύκα του έρωτα, τους τίμησαν σχεδόν όλους, για να γιορτάσουν έτσι τη γέννηση της αγάπης τους. Λίγο μελάκι που ξέμεινε στο κοραλλένιο ακροχείλι της Κλειώς το σκούπισε ο Όθωνας με μια λευκή χαρτοπετσέτα, κι ύστερα την τσαλάκωσε και την έκρυψε στην τσέπη του. Δε θα την πέταγε ποτέ, το ορκίστηκε, θα την κρατούσε φυλαχτό για να θυμάται την αφή του δέρματός της…
«Τι ώρα είναι; Αμάν, πρέπει να φύγω!» τινάχτηκε αλαφιασμένη η κοπέλα βλέποντας το ρολόι του τοίχου να σημαίνει εφτάμιση.
«Τόσο γρήγορα Κλειώ μου; Δε σε χόρτασα ακόμα…»
«Συγχώρα με, Όθωνά μου. Μακάρι να μπορούσα να μείνω δω μαζί σου για πάντα… Αλλά ξέρεις πολύ καλά ποιος είναι και τι είναι ο πατέρας μου, αν δεν παρουσιαστώ στη βραδινή αναφορά αλίμονό μου…»
«Τουλάχιστον… να σε συνοδέψω μέχρι να χωρίσουμε;»
«Και το ρωτάς; Όσο περισσότερο χρόνο είμαι κοντά σου, τόσο καλύτερα…»
«Εντάξει τότε, αφού συμφωνείς εσύ… Παιδί, φέρε μας το λογαριασμό!» έγνεψε ο Όθωνας στον σερβιτόρο κι εφόσον πλήρωσε βγήκαν από το μαγαζί πιασμένοι χέρι-χέρι και κατηφόρισαν προς την Ερμού. Περπάτησαν μαζί ως την πλατεία Μοναστηρακίου, κι εκεί στάθηκαν κάτω από την πρώτη πελιδνή λάμψη μιας μπρούτζινης κολόνας φωτισμού να αποχαιρετιστούν. Τα μάτια όμως του ενός παρέμεναν σκαλωμένα στην όψη του άλλου, τα χέρια δε μπορούσαν να ξεσμίξουν κι οι καρδιές τους φώναζαν να μην τελειώσει ποτέ αυτή η στιγμή.
«Πότε θα σε ξαναδώ, αγάπη μου;» τη ρώτησε χαμηλόφωνα εκείνος κι η χροιά του θύμιζε λυγμό.
«Δεν ξέρω» ψέλλισε με κόπο η στρατηγοπούλα σκύβοντας το κεφάλι. «Είναι πολύ δύσκολο στ’ αλήθεια...»
Ο ανθυπολοχαγός της έμεινε για λίγο σιωπηλός, κατόπιν ανασήκωσε το πιγούνι της ώστε να φτάνει το βλέμμα της το δικό του και της είπε:
«Έχω μια ιδέα. Κάθε Πέμπτη, εκτός άμα έχω υπηρεσία, να ’ρχομαι να σε περιμένω κοντά στη σχολή σου, και να βλεπόμαστε μ’ αυτό τον τρόπο έστω και για λίγο. Η Πέμπτη θα ’ναι η μέρα μας, καλή μου, η μέρα της αγάπης μας… Τι λες, το θες κι εσύ να γίνει έτσι;»
«Αν το θέλω λέει;! Φυσικά και θέλω, αγάπη μου!» αναφώνησε η Κλειώ και ρίχτηκε μεμιάς στην αγκαλιά του. Ο Όθωνας την έσφιξε γερά απάνω του, κι ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει πλέον μες στο σώμα της…
«Σ’ αγαπώ» του είπανε ψιθυριστά τα χείλη της. «Σ’ αγαπώ πολύ, βασιλιά μου!»
«Κι εγώ σ’ αγαπώ! Σε λατρεύω, Μούσα μου… Δε θέλω να σε χάσω ποτέ, ποτέ, ποτέ!»
Της καληνύχτας το φιλί διήρκησε αιώνες και τα άστρα του ουρανού τρεμόπαιξαν συγκινημένα, ραίνοντας αστερόσκονη το νέο ταιριαστό ζευγάρι. Κι η Μοίρα η Κλωθώ, που είχε κλώσει τα νήματα της ζωής τους μ’ έρωτα και με πόνο, θέλοντας να τα πλέξει μεταξύ τους αξεδιάλυτα, άρχιζε ήδη να γράφει στο τεφτέρι της με περισσή μαστοριά τα μέλλοντα γενέσθαι για τη μοναχοκόρη του Νικόλαου Δούκα και τον στρατιωτικό αγαπημένο της, την οποία μαστοριά θα ζήλευε ο δεινότερος σεναριογράφος…


[1] Η βάρδια των 2-4 π.μ. 



Λίνα Δώρου