Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

23.10.18

Η άργυρος χορδή (Κεφάλαιο 3)

Η εβδομάδα κύλησε χωρίς να το καταλάβω. Ήμουν τόσο αφοσιωμένη στις εργασίες και στα μαθήματα της σχολής, που ακολουθούσα σαν στρατιωτάκι το καθημερινό μου πρόγραμμα, βγαίνοντας από αυτό ανά διαστήματα για να μιλήσω είτε με τον Τόμας είτε με την Κρις.
Ήταν Σάββατο πρωί και όδευα προς το μαγαζάκι του κυρίου Ρίπλεϊ, στο οποίο εργαζόμουν τα τελευταία χρόνια για λίγες ημέρες της εβδομάδας. Ήταν ένα μικρό κατάστημα με είδη δώρων, σε απόσταση λίγων τετραγώνων από το σπίτι μου, που προσπαθούσε να κάνει τη διαφορά σε ένα τόσο τουριστικό μέρος. Ο κύριος Ρίπλεϊ, ένας εξηντάρης γλυκός άντρας, το διατηρούσε μαζί με τη γυναίκα του, όμως καθώς τα δύο παιδιά του είχαν φύγει από τη χώρα, είχε αναγκαστεί να βρει εξωτερική βοήθεια, εφόσον μόνος του δεν μπορούσε να τα φέρει βόλτα. Ήμουν τακτική πελάτης του, μιας και όλα τα πράγματα που έφερνε στο μαγαζί του ήταν τρομερά ενδιαφέροντα –ήταν συλλέκτης και λάτρης κάθε τι παλαιού– και μόλις μου είπε πως έψαχνε κάποιον να τον βοηθάει για λίγες ώρες δε δίστασα να προσφερθώ για τη θέση. Εξάλλου, τα λίγα χρήματα που κέρδιζα από αυτό ήταν ένα πολύ καλό βοήθημα στα οικονομικά του σπιτιού.
Άνοιξα την ξύλινη πόρτα με τα τζαμάκια στο πάνω μέρος και ο χαρακτηριστικός ήχος του κουδουνιού γέμισε τον χώρο, ειδοποιώντας τον κύριο Ρίπλεϊ για την άφιξή μου. Άφησα την τσάντα μου στον πάγκο δεξιά μου και σάρωσα το μικρό μακρόστενο δωμάτιο για το αφεντικό μου. Τον άκουσα να φωνάζει από την αποθήκη στο πίσω μέρος και κίνησα προς τα εκεί, για να τον βρω καταχωνιασμένο ανάμεσα σε κούτες και σκονισμένα πράγματα. Έκανα μία νοητή σημείωση να βάλω κάποια στιγμή μια τάξη εκεί μέσα και τον καλημέρισα.
«Πολύ καλημέρα και σε εσένα, κορίτσι μου» μου είπε με τον χαρακτηριστικό γλυκό του τόνο. «Ήρθαν καινούριες παραλαβές και έπρεπε να δημιουργήσω λίγο χώρο, για να τις τακτοποιήσω» μου εξήγησε.
Μπορούσες πολύ εύκολα να διακρίνεις ποιες κούτες είχαν έρθει πιο πρόσφατα από την ποσότητα της σκόνης επάνω τους. Ένευσα.
«Με χρειάζεστε κάτι εδώ ή να πάω μπροστά, στο ταμείο;»
«Όχι όχι, πήγαινε. Τα καταφέρνω μια χαρά και μόνος μου. Μπορεί να έρθει και κανένας πελάτης».
Χαμογελάσαμε και οι δύο με αυτή την πρόταση. Η αλήθεια ήταν πως το μαγαζί δεν είχε πολλή κίνηση ποτέ, όμως κατάφερνε να τα βγάζει πέρα, κυρίως εξαιτίας της σπανιότητας των κομματιών, που αύξανε αρκετά την τιμή τους. Μπορεί να μην είχαμε πολλούς πελάτες, όμως όσοι αγόραζαν έδιναν γενναιόδωρα ποσά.
Η βάρδιά μου περιελάμβανε κατά κύριο λόγο καταχώρηση παραλαβών στο σύστημα, έλεγχο των παραγγελιών στο eshop του μαγαζιού –το οποίο φτιάχτηκε κατόπιν δικής μου παρότρυνσης και μέχρι τώρα αποτελούσε καλή πηγή εσόδων– και πακετάρισμα. Οι λίγοι πελάτες δε με απασχόλησαν ιδιαίτερα και έτσι βρήκα χρόνο να ασχοληθώ και με την εργασία που είχα να παραδώσω την επόμενη εβδομάδα.
Λίγο πριν σχολάσω το απόγευμα, η Κρις με ειδοποιούσε με μήνυμα στο κινητό μου πως το βράδυ είχαν κανονίσει να βγουν με τα παιδιά από τη σχολή. Αφού αρνήθηκα επανειλημμένα, πείστηκε πως δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσω την εργασία σε τέτοιο κρίσιμο σημείο και με την ημερομηνία παράδοσης να με κυνηγάει και μου υποσχέθηκε πως θα περνούσε μετά τη βόλτα από το σπίτι να με δει.
Κάπου μέσα μου ένιωθα λίγες τύψεις που τους έστηνα Σάββατο βράδυ, όμως ήξερα πως όλοι τους θα έδειχναν κατανόηση. Ήταν φίλοι μου και με γνώριζαν πολύ καλά για να με παρεξηγήσουν. Αυτό δεν είναι ο ορισμός της φιλίας άλλωστε; Να αποδέχεσαι τον άλλο όπως είναι…
Είχα πέσει με τα μούτρα στην αναζήτηση πληροφοριών στο διαδίκτυο, χωρίς να καταλάβω πως είχαν ήδη περάσει τέσσερις ώρες. Κόντευαν μεσάνυχτα και, λίγο πριν χτυπήσει το ρολόι τοίχου του σαλονιού, συνειδητοποίησα πως είχα ξεχάσει να ταΐσω το χρυσόψαρό μου· δεν ήταν η πρώτη φορά. Σηκώθηκα γρήγορα και πήρα το κουτάκι με την ειδική τροφή από το δεύτερο ράφι της βιβλιοθήκης, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στα πράγματα που βρίσκονταν δίπλα σε αυτό: ένα κουρδιστό καρουζέλ που μου είχε κάνει δώρο κάποτε η Κρις, ένα ξύλινο μικρό μπαούλο, στο οποίο κρατούσα διάφορα μικροαντικείμενα και μια κορνίζα, η οποία είχε χώρο για δύο φωτογραφίες. Στη μία θέση είχα βάλει μία φωτογραφία που απεικόνιζε εμένα και την Κρις σε μία εκδρομή με το σχολείο και στην άλλη μία που βρισκόμουν στην αγκαλιά του Τόμας και ποζάραμε και οι δύο χαρούμενοι στον φακό, στον πρώτο χρόνο της σχέσης μας. Χαμογέλασα και υποσχέθηκα σιωπηλά εκείνην τη στιγμή πως θα περνούσα περισσότερο χρόνο μαζί τους. Μου έλειπαν και οι δύο.
Πήρα την τροφή και πλησίασα το μικρό ενυδρείο στην άλλη άκρη του δωματίου. Ο Μόρρις πλησίασε στο τοίχωμα και με κοιτούσε ανυπόμονος –ή έτσι ήθελα να πιστεύω. Μόλις οι πρώτες νιφάδες ακούμπησαν την επιφάνεια του νερού του, κολύμπησε γρήγορα προς τα επάνω, με μια σβελτάδα που δεν είχε σε καμία άλλη φάση της ημέρας του. Το ψάρι μου ήταν πανέμορφο, αλλά βαριόταν τη ζωή του.
Είχα περισσότερη από μία ώρα στη διάθεσή μου μέχρι να έρθει η Κρις, οπότε αποφάσισα να φτιάξω κάτι για να φάμε και να ξεκουραστώ λιγάκι. Είχα σκεφτεί να της προτείνω να μείνει μαζί μου, οπότε κατέβασα τα απαραίτητα στο σαλόνι, για να κοιμηθούμε και οι δύο εκεί, στον γωνιακό τεράστιο καναπέ, μιας και στο δωμάτιό μου δε χωρούσαμε στο μονό κρεβάτι. Θα ξεκινούσα την υλοποίηση της υπόσχεσής μου άμεσα. Αρκεί να μπορούσε και η Κρις.
Ετοίμασα δύο πεντανόστιμα σάντουιτς με μορταδέλα και κίτρινο τυρί, τα έβαλα σε μια πιατέλα, πήρα το μπουκάλι με το αναψυκτικό από το ψυγείο και κάθισα αναπαυτικά στην πολυθρόνα. Έκλεισα τα μάτια μου και συνειδητοποίησα πως είχα πονοκέφαλο. Έγειρα πίσω και έμεινα έτσι για λίγη ώρα, προσπαθώντας να αποσυμφορηθώ από την ένταση της ημέρας και το άγχος που με διακατείχε τον τελευταίο καιρό.
Όμως πέτυχα το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που σκόπευα. Το να με αφήνεις να χάνομαι στις σκέψεις μου δεν ήταν ποτέ καλή ιδέα, μιας και το μυαλό μου μπορούσε να δημιουργήσει απίστευτα σενάρια και να αυξήσει οικειοθελώς τα επίπεδα αδρεναλίνης στο σώμα μου. Μέσα σε λίγα λεπτά είχα ήδη απελπιστεί για τη ζωή μου, την επαγγελματική μου πορεία, τις ερωτικές και φιλικές σχέσεις μου… Οι παλμοί μου είχαν αυξηθεί επικίνδυνα και η κρίση πανικού ήταν έτοιμη να μου χτυπήσει την πόρτα. Είχε καιρό να  μου συμβεί έτσι απότομα και ίσως για αυτό εκδηλώθηκε σε λίγα μόνο λεπτά. Άρχισα να παίρνω βαθιές ανάσες, προσπαθώντας να ηρεμήσω τον εαυτό μου, όμως όταν αυτό δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, αποφάσισα να σηκωθώ από την πολυθρόνα και να κινηθώ λίγο στον χώρο, για να διώξω την υπερένταση που είχε συσσωρευθεί.
Βημάτιζα πάνω κάτω στο σαλόνι, τη στιγμή που αντίκρυσα τον εαυτό μου να κάθεται στην πολυθρόνα μπροστά μου με κλειστά τα μάτια.
«Σκατά!»
Είχα διαχωριστεί από το σώμα μου ακούσια, δίχως να το καταλάβω καν. Αγχώθηκα περισσότερο, συνειδητοποιώντας πως είχα μόλις αθετήσει την υπόσχεση που είχα δώσει στην Κρις και στον εαυτό μου. Προσπάθησα αμέσως να επιστρέψω πίσω στο σώμα μου, όμως δεν το ήθελα αρκετά για να το καταφέρω. Η γνώριμη αίσθηση του αστρικού πεδίου μού άφηνε μια γεύση νοσταλγίας, δημιουργώντας μου ένα αίσθημα ολοκλήρωσης, σαν αυτό που βιώνουμε όταν πίνουμε νερό μετά από μια εντελώς άνυδρη περίοδο. Η γαλήνη που ένιωθα είχε ήδη αρχίσει να επιδρά θετικά στη διάθεσή μου. Ηρεμούσα και το μυαλό μου άδειαζε. Πόσο κακό θα ήταν να το εκμεταλλευτώ λίγο ακόμα, εφόσον ήδη συνέβη; Δεν έφταιγα εξάλλου… Η Κρις θα έδειχνε κατανόηση.
Μόνο μια ενόχληση στην περιοχή της κοιλιάς μου μου χαλούσε την αρμονία. Μια ενόχληση που γρήγορα έγινε πόνος, και αυτός ο πόνος έγινε κάψιμο και όλα ξεκίνησαν να στροβιλίζονται γύρω μου. Ο πόνος εξαπλώθηκε ραγδαία, μουδιάζοντας κάθε εκατοστό του κορμιού μου. Έτρεξα προς την πολυθρόνα και το σώμα μου, προσπαθώντας να ανακτήσω την ισορροπία μου και να μην πέσω, όμως λίγο πριν φτάσω σε αυτό όλα γύρω μου σκοτείνιασαν…


Αγγελίνα Παπαδημητρίου