Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

28.10.18

Η άργυρος χορδή (Κεφάλαιο 4 - Μέρος 1)


Ο «σωτήρας»-καθοδηγητής μου προπορευόταν, με εμένα να τον ακολουθώ πειθήνια στο κατόπι, μην μπορώντας να αρθρώσω λέξη μετά την κεραμίδα που μου είχε πετάξει. Φυσικά, δεν μπήκε στον κόπο να μου δώσει περισσότερες εξηγήσεις σχετικά με αυτό, αφήνοντάς με να φαντάζομαι τα χειρότερα σενάρια. Τι σήμαινε το ότι ήμουν άυλη; Ήμουν φάντασμα; Θα επανερχόμουν στο φυσιολογικό; Και ποιο ήταν, διάολε, το φυσιολογικό; Από μία λέξη πιανόμουν και συνέχιζα να βηματίζω. Είπε πως ήμουν ακόμα άυλη.
Σταμάτησα να σκέφτομαι τον επικείμενο θάνατό μου και συγκεντρώθηκα στην πορεία μας. Δεν υπήρχε και κάτι ιδιαίτερο να παρατηρήσω, πέρα από το ψηλό ανάστημα του άντρα που προχωρούσε μπροστά μου. Ήταν γεροδεμένος, οι μύες του διαγράφονταν κάτω από το μαύρο ύφασμα που κάλυπτε κάθε εκατοστό του κορμιού του. Τα ρούχα του φαίνονταν καινούρια και άνετα, παρόλο που εξέπεμπαν μια επίσημη αύρα· σίγουρα κατείχε κάποιο αξίωμα σε αυτήν τη λεγόμενη «Ακαδημία». Είχα παρατηρήσει και ένα έμβλημα στο αριστερό μέρος της μπλούζας του, όταν ήταν στραμμένος προς εμένα. Σίγουρα δεν το είχα ξαναδεί και δεν έμοιαζε με λογότυπο κάποιας εταιρείας ρούχων. Ήταν γραμμένο με χρυσά γράμματα, τα οποία έκαναν τρομερή αντίθεση με το μαύρο της μπλούζας, και έμοιαζε με μια κλεψύδρα, μέσα στην οποία περνούσε κυματιστά ένα ασημένιο νήμα, αγκαλιάζοντας τις εξωτερικές της γραμμές από τα αριστερά προς τα δεξιά.
Ο τρόπος που περπατούσε επιβεβαίωνε τις σκέψεις μου, πως ήταν άνθρωπος με κύρος: δυνατά, σταθερά βήματα, γεμάτα σιγουριά. Και αν σκεφτείς πως πριν από λίγο είχε πολεμήσει –και είχε κατατροπώσει– ένα τέρας της κολάσεως, τότε μάλλον είχα να κάνω με έναν φοβερό τύπο.
Σαν να άκουσε αυτά που αναλογιζόμουν, γύρισε και με κοίταξε, κάνοντάς με να συνειδητοποιήσω πως το τοπίο γύρω μας είχε αλλάξει. Δεν καλυπτόμασταν πια από το πυκνό σκοτάδι. Ένα άλλο, πιο δυνατό, φως είχε έρθει να ενισχύσει τη μικρή ποσότητα που εξέπεμπε το σώμα του οδηγού μου. Απλωνόταν μπροστά μας, σαν μια σχισμή σε έναν ολόμαυρο πίνακα. Ήταν απόκοσμο και δεν άργησε να στείλει ρίγη στη σπονδυλική μου στήλη.
«Να υποθέσω πως πρέπει να πάμε προς τα εκεί;» άρθρωσα με δυσκολία, τόσο από φόβο όσο και από το ότι είχα να μιλήσω αρκετή ώρα. Καθάρισα τον λαιμό μου έπειτα.
Εκείνος έγνεψε θετικά και με λακωνικότητα με διέταξε να τον ακολουθήσω. Δε χρειαζόμουν δεύτερη προτροπή. Δεν υπήρχε περίπτωση να έμενα δευτερόλεπτο ξανά μέσα στο σκοτάδι. Θα τον ακολουθούσα πιθανότατα, ακόμα και αν έπεφτε από γκρεμό διακοσίων μέτρων. Εντάξει, τρόπος του λέγειν, δεν ήμουν και σίγουρη.
Τα μάτια μου δυσκολεύτηκαν να προσαρμοστούν στην απότομη αλλαγή της φωτεινότητας και τα μισόκλεισα για να κατορθώσω να διακρίνω… το τίποτα. Δεν υπήρχε τίποτα. Βρισκόμασταν στο απόλυτο λευκό, όπως πριν βρισκόμασταν στο απόλυτο μαύρο. Μόνο κοιτάζοντας πάνω, μπορούσα να καταλάβω πως το λευκό είχε ένα τέλος. Ήταν όντως σαν κάποιος να είχε αφήσει μια πινελιά άσπρου πάνω σε έναν κατάμαυρο πίνακα.
Ο άντρας μπροστά μου ερχόταν πλέον σε πλήρη αντίθεση με το φόντο, με τη μαύρη στολή και τα σκούρα καστανά μαλλιά του να ξεχωρίζουν εντελώς. Γυρνούσα το κεφάλι μου γύρω γύρω μήπως και εντοπίσω κάτι, όταν αυτό που έψαχνα τόσο απεγνωσμένα με το βλέμμα μου εμφανίστηκε μπροστά μας: μία τεράστια σιδερένια πόρτα, η οποία έστεκε θεόρατη και ολομόναχη στη μέση του πουθενά.
Αν αυτή δεν είναι η Πύλη του Παραδείσου, εμένα να μη με λένε Ναντίν, σάρκασε το υποσυνείδητό μου, ενώ ένιωθα το άγχος να αυξάνεται μέσα μου. Ο άνδρας άπλωσε το χέρι του και άγγιξε το ένα κάγκελο της πόρτας, κλείνοντας τα μάτια του. Υπέθεσα πως διοχέτευε κάποιου είδους ενέργεια, όπως έκανε και με το φως προηγουμένως, όμως αποφάσισα να μείνω σιωπηλή. Η πόρτα δεν άνοιξε· εξαφανίστηκε. Για να αντικατασταθεί από έναν υπέροχο πολύχρωμο κήπο, ο οποίος εμφανίστηκε μπροστά μας από το πουθενά. Ψηλά δέντρα και ολοπράσινα φυτά γέμιζαν τον χώρο και χωρίζονταν από ένα πέτρινο στριφογυριστό δρομάκι, το οποίο οδηγούσε σε μια άλλη, βαριά, ξύλινη πόρτα. Η εικόνα έμοιαζε να έχει ξεπηδήσει από επαγγελματική ζωγραφιά και θα έλεγες πως δεν είχε το παραμικρό ψεγάδι.
Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα και απορροφούσαν λαίμαργα την αλλαγή του σκηνικού. Τα δικαιολογούσα ύστερα από τόσες ώρες –αλήθεια πόσες ώρες να είχαν περάσει;– που το μόνο που έβλεπαν ήταν σκοτάδι ή άπλετο φως. Αρχίσαμε να διασχίζουμε το δρομάκι, όταν ο άντρας έσπασε τη σιωπή:
«Σου αρέσει». Δήλωσε, ενώ διέκρινα ένα ελαφρύ μειδίαμα να διαγράφεται στο πρόσωπό του.
«Από πού το συμπέρανες;» ρώτησα, χωρίς να δώσω απάντηση.
«Επειδή χαμογελάς».
Τα λόγια του ήταν κοφτά, μα ο τόνος του έκρυβε ένα είδος πειράγματος. Όμως πάνω από όλα ήταν αληθινά· δεν το είχα συνειδητοποιήσει ως τότε πως χαμογελούσα. Ένιωσα τα μάγουλά μου να κοκκινίζουν και χαμήλωσα ασυναίσθητα το βλέμμα μου.
Φτάσαμε στην εσωτερική πόρτα. Πριν σηκώσει το χέρι του και την ανοίξει, τον διέκοψα.
«Περίμενε». Γύρισε και με κοίταξε. «Πώς σε λένε;»
Το τυπικό του ύφος είχε επιστρέψει και φοβήθηκα πως και αυτή ήταν μία πληροφορία που θα μου απέκρυπτε. Όμως προς έκπληξή μου απάντησε:
«Σεμπάστιαν Λόκγουντ».
«Ναντίν Βιλνέβ» ανταπάντησα και εκείνος έσπρωξε την πόρτα προς τα μέσα, αποκαλύπτοντας έναν χώρο που ξεπερνούσε κάθε σκέψη που είχα προλάβει να κάνω για το τι μπορεί να βρισκόταν πίσω της.
Μπήκαμε στη μεγάλη αίθουσα υποδοχής της Ακαδημίας και, όταν η πόρτα έκλεισε πίσω μας, αυτόματα ένιωσα ανακούφιση. Με γέμιζε με ασφάλεια το ότι ήμουν πίσω από τέσσερις τοίχους, ακόμη και αν μελλόταν να με βρει μεγαλύτερο κακό εκεί μέσα. Έξω ήμουν υπερβολικά ευάλωτη. Ποτέ δεν ένιωθα ιδιαίτερα άνετα με το σκοτάδι, πόσο μάλλον τώρα, που διαπίστωσα από πρώτο χέρι πως όντως κρύβονταν σατανικά πλάσματα μέσα σε αυτό.
«Κύριε Λόκγουντ, επιστρέψατε; Πώς πήγε η ανίχνευση;» μια γλυκιά, τυπική, γυναικεία φωνή με έβγαλε από τις σκέψεις μου και στο πεδίο των ματιών μου εισήλθε μια κομψή φιγούρα.
Η γυναίκα ήταν ντυμένη με σκουρόχρωμα ρούχα, που όμως κολάκευαν κάθε σημείο του σώματός της, φαινόταν λίγο πάνω από τριάντα χρονών και τα ξανθά της μαλλιά ήταν πιασμένα σε έναν επιτηδευμένο κότσο. Μου χαμογέλασε και ανταπέδωσα μηχανικά, νιώθοντας άβολα μπροστά της με τα δικά μου τσαλακωμένα ρούχα. Η αλήθεια είναι πως δε μου είχε δοθεί ο απαραίτητος χώρος και χρόνος να παρατηρήσω τι φορούσα: ένα απλό τζιν παντελόνι και ένα από τα αγαπημένα μου μπλουζάκια, μάλλον βολικές επιλογές για την περίσταση που θα καλούμουν να αντιμετωπίσω κι εγώ κάποιο τέρας, όμως μάλλον άκομψες μπροστά στις στιλιστικές επιλογές της γυναίκας απέναντί μου. Δεν παρέλειψα να παρατηρήσω το ίδιο σύμβολο να δεσπόζει στην πάνω αριστερή πλευρά της μπλούζας της, στο ύψος του στήθους. Η οπτική που είχα εκείνην τη στιγμή ήταν καλύτερη από την πρώτη μου επαφή με το έμβλημα στην μπλούζα του Σεμπάστιαν, και αυτό με έκανε να συνειδητοποιήσω πως η κλεψύδρα ήταν κάπως γερμένη στο πλάι και όχι τελείως κάθετη, σαν να αιωρούνταν.
Ο άντρας δίπλα μου απάντησε στην ερώτησή της τυπικά, δείχνοντάς με όταν ανέφερε πως η ανίχνευση ήταν επιτυχής.
«Ο διευθυντής βρίσκεται στο γραφείο του αυτήν τη στιγμή. Είστε τυχερός, κύριε Λόκγουντ».
Ο Σεμπάστιαν δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να αποτρέψει τη συνομιλήτριά του από τον αποκαλεί με το επίθετό του, αν και από το ύφος της καταλάβαινα πως δε θα σταματούσε να είναι τυπική απέναντί του. Είχα μαντέψει σωστά πως ήταν άνθρωπος με κύρος στην «Ακαδημία».
Αφού την ευχαρίστησε, κινηθήκαμε προς τη μία από τις τρεις πόρτες που υπήρχαν στον χώρο. Εξέτασα φευγαλέα πλέον το μεγάλο, τετραγωνισμένο δωμάτιο με τους πολύχρωμους πίνακες που στόλιζαν τους τοίχους πάνω στη ζεστή μπορντό ταπετσαρία. Μέτρησα κάπου πέντε, όμως σίγουρα μου ξέφυγαν κάποιοι. Ο χώρος έμοιαζε να έχει ξεπηδήσει από σελίδα περιοδικού· όλα ήταν στην εντέλεια, ταίριαζαν απόλυτα μεταξύ τους και, το κυριότερο, έμοιαζε να είναι ταυτόχρονα φιλόξενος και λειτουργικός.
Ο Σεμπάστιαν χτύπησε διακριτικά την πόρτα του γραφείου του διευθυντή και μια σταθερή αντρική φωνή μάς προσκάλεσε να περάσουμε. Πλέον είχα μπει στον αυτόματο πιλότο και απλώς ακολουθούσα οδηγίες, οπότε αντέγραφα στωικά τις κινήσεις του άντρα μπροστά μου.
Το γραφείο του διευθυντή ήταν σαφώς μικρότερο από τον προηγούμενο χώρο, όμως δε θα το έλεγες και στενάχωρο. Ακολουθούσε την ίδια διακοσμητική γραμμή, με τα λιτά έπιπλα να το κάνουν μοντέρνο και εξυπηρετικό. Σταθήκαμε και οι δύο μπροστά από την εξωτερική πλευρά του ξύλινου γραφείου και, όταν ο Σεμπάστιαν έτεινε το χέρι του προς την πλευρά του άλλου άνδρα, άφησα τον εαυτό μου να τον κοιτάξει. Ήταν ένας μεγαλόσωμος άντρας, με τη συνολική του εμφάνιση να μαρτυρά έναν άνθρωπο περίπου πενήντα χρονών, με πυκνά μαύρα μαλλιά και έντονα χαρακτηριστικά προσώπου. Ήταν γοητευτικός και σίγουρα δεν περνούσε απαρατήρητος. Φορούσε και εκείνος τη –μάλλον– επίσημη ενδυμασία της Ακαδημίας.
«Πώς ήταν το ταξίδι σου, Μπράντερ;» έσπασε τη σιωπή ο οδηγός μου.
«Δύσκολο».
Η μονολεκτική του απάντηση, σε συνδυασμό με τα σημάδια της εξάντλησης πάνω του, με έκαναν να συνειδητοποιήσω πως δε μιλούσαν φυσικά για κάποιο ταξίδι αναψυχής.
«Τι σε φέρνει από τα μέρη μου;» συνέχισε. «Συνήθως δε με ψάχνεις για καλό».
Ο Σεμπάστιαν γέλασε ανεπαίσθητα, αφήνοντας μια ριπή αέρα να ξεφύγει από το στόμα του. Στα πρώτα δύο λεπτά είχα καταλήξει πως οι δύο άντρες είχαν αρκετά κοντινή σχέση. Εκείνην τη στιγμή, όμως, συνειδητοποίησα πως η τροπή της συζήτησης, εξαιτίας αυτής της ερώτησης, δε με συνέφερε καθόλου. Εγώ ήμουν ο λόγος που τον έψαχνε.
Ο άντρας δίπλα μου επιβεβαίωσε τις ανήσυχες σκέψεις μου και με έδειξε αναφέροντας το όνομά μου. Μετά συμπλήρωσε: νεοφερμένη. Ο μεγαλύτερος άνδρας έστρεψε την προσοχή του για πρώτη φορά ολοκληρωτικά πάνω μου και το αίμα στις φλέβες μου πάγωσε. Ή κάτι τέτοιο. Με κοίταξε εξονυχιστικά, από την κορυφή ως τα νύχια, έπειτα είπε σκεπτικός:
«Αντιμετωπίσατε κάποιο πρόβλημα;»
Ο Σεμπάστιαν ένευσε θετικά.
«Δυσκολεύτηκα πολύ να την εντοπίσω και το κατάφερα λίγο πριν την αρπάξει ο δαίμονας. Ήμασταν τυχεροί, γιατί καθυστέρησε να τη σκοτώσει. Δεν ξέρω γιατί…»
Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά σαν τρελή. Καθυστέρησε; Πότε ακριβώς καθυστέρησε; Αφού όλα συνέβησαν σε λίγα δευτερόλεπτα. Ο διευθυντής χαμογέλασε καθησυχαστικά.
«Δεν πειράζει, Ναντίν. Το θέμα είναι ότι βρίσκεσαι μαζί μας τώρα. Μπράντερ Κέιντελ, στις υπηρεσίες σας» έκανε μια μικρή υπόκλιση, αποφεύγοντας να μου δώσει το χέρι του.
Δεν ήξερα πώς να το ερμηνεύσω αυτό ακριβώς, όμως η έκφραση του προσώπου του μου έδειχνε πως δεν είχα και πολλά να φοβηθώ από αυτό τον άνθρωπο. Φαινόταν καλός.
«Χαίρομαι που σας γνωρίζω» απάντησα με δυσκολία, αφήνοντας αρκετά δευτερόλεπτα να περάσουν, ενισχύοντας την αμηχανία της σκηνής.
«Μην ανησυχείς. Είσαι στα καλύτερα χέρια. Ο Σεμπάστιαν από εδώ θα φροντίσει να εγκλιματιστείς σύντομα. Δε θα μπορούσες να έχεις βρει καλύτερο εκπαιδευτή» προχώρησε προς το μέρος του και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη.
Ο Σεμπάστιαν ενοχλήθηκε, ίσως από τη χειρονομία, ίσως από το γεγονός πως θα με φορτωνόταν περισσότερο. Ήταν δύσκολο να πω. Ο τύπος μπορούσε να κρατήσει την έκφρασή του παγωμένη κατά παραγγελία. Θεώρησα επίτευγμα και μόνο που αντιλήφθηκα τον μικρό εκνευρισμό του.
«Με λίγη υπομονή θα καταλάβεις τα πάντα για όσα περίεργα σου συνέβησαν. Απλώς δώσε λίγο χρόνο στον Σεμπάστιαν και στους καθηγητές σου, για να μπορέσεις να τα αφομοιώσεις. Όπως και να έχει, χαιρόμαστε που σε έχουμε μαζί μας».
Το τελευταίο χαμόγελο προς τους δυο μας ήταν και το σημάδι της αποχώρησής μας από το γραφείο. Μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω μας, άφησα μια μεγάλη ανάσα να βγει από μέσα μου και έκλεισα τα μάτια μου.
«Και τώρα τι;» ψιθύρισα, όμως ο Σεμπάστιαν βρισκόταν αρκετά κοντά μου, ώστε να με ακούσει.
«Και τώρα δουλειά» είπε και άρχισε να βηματίζει ξανά.
Με άφησε σε μία αίθουσα, αφού περάσαμε αρκετούς διαδρόμους και πόρτες. Εννοείται πως δε θυμόμουν πώς φτάσαμε σε αυτήν και πως θα χανόμουν άμεσα τις ερχόμενες ημέρες. Όλα έμοιαζαν ίδια μεταξύ τους, οι διάδρομοι ήταν απλοί, σκέτοι, δίχως έστω πίνακες που θα σου έδειχναν πως είχες ξαναπεράσει από το ίδιο σημείο.
Σαν ψυχιατρείου, πέρασε η σκέψη από το μυαλό μου κάνοντάς με να αναριγήσω. Θα μπορούσα κάλλιστα να έχω τρελαθεί και όλα αυτά να ήταν παιχνίδια αυτής της τρέλας. Όχι, δεν ήταν δυνατό. Αφού θυμόμουν ακριβώς τι είχε συμβεί πριν φτάσω σε αυτό τον ανεξήγητο κόσμο. Δεν μπορεί να αποτρελάθηκα ξαφνικά, από τη μία στιγμή στην άλλη. Εκτός αν…
Ω, Θεέ μου! Η Κρις! Η μητέρα μου!
Τι θα έβλεπαν; Πώς θα με έβρισκαν; Η Κρις θα με ανακάλυπτε πρώτη σίγουρα, εκεί, καθισμένη στην πολυθρόνα, αφού θα είχε ανοίξει με το εφεδρικό κλειδί που πάντα κρύβαμε στη μικρή αποθήκη έξω από το σπίτι. Θα ήμουν… νεκρή. Έτσι θα νόμιζε τουλάχιστον. Κατά τη διάρκεια της φυσιολογικής αστρικής προβολής το σώμα συνεχίζει να ζει κανονικά, όμως τώρα; Είχε πεθάνει; Θα με έβρισκε χλωμή και παγωμένη; Και τι θα έλεγε στη μητέρα μου…
Άρχισα να ζαλίζομαι από τις σκέψεις μου. Ο αέρας του δωματίου λιγόστευε και ένιωθα τους τοίχους να με κλείνουν όλο και περισσότερο. Το τοπίο γέμισε με μαύρα στίγματα. Έκανα να καθίσω σε μία από τις καρέκλες που βρίσκονταν στο δωμάτιο, όμως δεν μπορούσα. Η καρέκλα διαπέρασε το σώμα μου και βρέθηκα στο πάτωμα. Σύρθηκα γρήγορα μακριά της και κουλουριάστηκα, περιμένοντας τον Σεμπάστιαν να με βγάλει από τον κυκεώνα συναισθημάτων που είχα πέσει από μόνη μου, ελπίζοντας πως μέχρι να έρθει δε θα είχα χάσει κάθε ψήγμα νοημοσύνης.



Αγγελίνα Παπαδημητρίου