Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

24.10.18

Κλωθώ (Κεφάλαιο 4)

Έτσι κι έγινε. Κάθε Πέμπτη απόγευμα σχεδόν στο εξής, ο ανθυπολοχαγός Αναγνωστόπουλος πήγαινε και στεκόταν έξω από το Οφθαλμιατρείο Αθηνών στην οδό Σίνα, πότε κόβοντας βόλτες και πότε ακουμπώντας την πλάτη του στους μαρμάρινους πεσσούς του τοίχου που το περιέφραζε, ενώ περίμενε με καρδιοχτύπι να φανεί στη γωνία η κρυφή του αγαπημένη, η στρατηγοπούλα του. Έβγαινε λοιπόν από το κτίριο της Φιλοσοφικής και Νομικής η Κλειώ παρέα με τη Νιόβη, στην οποία είχε εμπιστευτεί το μυστικό της κι η οποία τη στήριξε αμέριστα, χωρίς ίχνος ψευτοπουριτανισμού, κι ενώ το γνώριζε πολύ καλά ότι θα τον έβρισκε εκεί, μόλις όντως τον αντίκριζε ανέβαιναν κι οι δικοί της οι παλμοί, το πρόσωπό της κοκκίνιζε ολόκληρο κι έσφιγγε λίγο τον αγκώνα της φίλης της με την ιδρωμένη της παλάμη.
«Άντε, πήγαινε να δεις τον ωραίο σου» μειδιούσε συνωμοτικά εκείνη και αποχωρούσε διακριτικά στενό-στενό για το σπίτι της στο Κολωνάκι μερικά τετράγωνα πιο πάνω, αφήνοντας μόνο του το νεαρό ζευγάρι. Η Κλειώ τρεχαλούσε τα λίγα μέτρα που τους χώριζαν κι έπεφτε στην αγκαλιά του, βυθίζοντας τα μάτια της στα δικά του, ο Όθωνας φυλάκιζε μες τις χούφτες του την απαλή σάρκα των παρειών της κι ένιωθε πως κατείχε ολόκληρο τον κόσμο. Πιασμένοι τρυφερά από το χέρι ανηφόριζαν την Πανεπιστημίου ως το Σύνταγμα και κατόπιν έπαιρναν προς τα κάτω την Ερμού, την οποία διάβαιναν αργά χαζεύοντας την κίνηση των μαγαζιών της, για να μακρύνουνε την ώρα που βρίσκονταν μαζί, μα κάποτε έφταναν αναπόφευκτα στο Μοναστηράκι που σήμαινε τον αποχωρισμό τους. Την κράταγε τότε ο Όθωνας γερά πάνω στο στήθος του, και τα χείλη τους μένανε ενωμένα ώσπου να τους κοπεί η ανάσα. Μια φορά μάλιστα, δε θυμόταν πόσος καιρός είχε περάσει, τα φιλιά του γίνανε πιο τολμηρά και από το στόμα και τα μάγουλα ξεχύθηκαν στο λαιμό της μέχρι το κόκαλο της κλείδας… Αμέσως όμως η Κλειώ τραβήχτηκε απότομα, κι όταν έπιασε τις παλάμες της που ακουμπούσαν στο στέρνο του τις ένιωσε κρύες, σχεδόν παγωμένες, ενώ στις κόρες των ματιών της διέκρινε μια σιωπηλή άρνηση, έναν κρυμμένο φόβο.
«Συγγνώμη αγάπη μου… Συγχώρα με, δεν ξέρω τι έπαθα απόψε…»  απολογήθηκε ψιθυριστά και έκλεισε τα χέρια της βαθιά στις χούφτες του για να τα ζεστάνει.
«Δεν πειράζει, καλέ μου» ψέλλισε εκείνη όσο πιο σταθερά μπορούσε, αν και το κορμί της έτρεμε. Ο Όθωνας δεν είπε τίποτα άλλο, καταλαβαίνοντας το λάθος του, παρά της σφράγισε με ένα φιλί το μέτωπο κι έπειτα την καληνύχτισε γλυκά όπως πάντα· μέσα του ωστόσο είχε σηκωθεί φουρτούνα, κι άμα γύρισε στο κονάκι του έμεινε ώρες ξάγρυπνος να σκέφτεται. Ο λογισμός τον προκαλούσε τελευταία, τον φυτίλιαζε δείχνοντάς του εικόνες του εαυτού του, ολόγυμνου όπως τον γέννησε η μάνα του, όποια κι αν ήτανε αυτή, να βαστά την Κλειώ επίσης γυμνή στην αγκαλιά του και να κυλιούνται χάμω τρελοί και παλαβοί για έρωτα… Τόσο ήταν ζωντανή αυτή η σκέψη ενίοτε, που τον έκανε να τρομάζει και να θέλει να προσευχηθεί στο Θεό για να εξιλεωθεί. Δεν ήτανε θρησκόληπτος, αλλά είχε μάθει να σέβεται τις γυναίκες, και δε θα παρέσυρε με τίποτα την Κλειώ να ολοκληρώσουν τη σχέση τους, αφού επρόκειτο αυτό να τη στιγμάτιζε. Τούτη την κοπέλα θα ’θελε κάποτε να τη στεφανωθεί, να την περάσει κάτω από αψίδα με σπαθιά και να την πάει ύστερα αγκαλιαστή στα μπράτσα του στο νυφικό κρεβάτι· μα σαν είχε πατέρα της τον Δούκα, όλα αυτά φαντάζανε μονάχα ανεκπλήρωτοι πόθοι, ματώνοντάς του ίδιοι μ’ αγκάθια την καρδιά…

Η Κλειώ όμως είχε αποφασίσει να κάνει ένα παραπάνω βήμα για τη σχέση τους. Κείνο το απόγευμα γύριζε από τη σχολή της, κι αντί να κατευθυνθεί στο σπίτι της λοξοδρόμησε προς την Αγία Ειρήνη, που ήταν η ενορία της γιαγιάς της και όπου εκκλησιάζονταν συνήθως τις Κυριακές. Μπήκε στο μεγαλόπρεπο, σχεδόν αιωνόβιο ναό με τους ιωνικούς κίονες στις καμάρες που χώριζαν τα κλίτη του, τα ακριβά μανουάλια και πολυκάνδηλα, έκανε ευλαβικά τον σταυρό της προσκυνώντας την εικόνα της Αγίας, άναψε ένα κερί και έψαξε τριγύρω με το βλέμμα της να βρει τον πνευματικό τους, τον παπά-Γιώργη, έναν λευκόμαλλο γέροντα συνομήλικο περίπου με την κυρά Βδοκιά, καλοστεκούμενο ωστόσο σαν νέο παλικάρι. Τον είδε να βγαίνει από την πόρτα του Διακονικού και να προχωράει προς την έξοδο, κι ευθύς τον πρόφτασε σκύβοντας να του φιλήσει το δεξί ροζιασμένο χέρι.
«Την ευχή σου, πάτερ. Μπορώ να σ’ απασχολήσω για λίγο; Είναι ανάγκη…»
«Του Θεού, τέκνον μου. Ετοιμαζόμουνα να φύγω, αλλά αφού μου λες πως με χρειάζεσαι θα σ’ ακούσω» μειδίασε ο ηλικιωμένος ιερέας και κάθισε σ’ ένα στασίδι, ενώ η Κλειώ πήρε θέση δίπλα του σμίγοντας αμήχανη τα δάχτυλά της.
«Να με συμπαθάς, παππούλη. Έχω καιρό να εξομολογηθώ, και τώρα σε θυμάμαι μόνο από ιδιοτέλεια αν μπορώ να το πω έτσι…»
«Μη σκοτίζεσαι, παιδί μου, δεν είναι δα μπακάλης ο Θεός να κρατά τεφτέρια πόσες φορές ξαγορευόμαστε και πόσες μεταλαμβάνουμε… Σημασία έχει να το νιώθεις πραγματικά, να θες πράγματι κάτι να βγάλεις από πάνω σου» είπε ο παπά-Γιώργης και η Κλειώ χαμογέλασε αχνά. Της έδινε ελπίδες η στάση του.
«Πες μου όμως τώρα, τι σε βαραίνει;» συνέχισε πιάνοντας μαλακά τον καρπό της και εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα για να καταφέρει να μιλήσει.
«Να πάτερ… Πώς να σ’ το πω; Είναι ένα προσωπικό μου θέμα, πολύ προσωπικό… Μα πίστευα ότι μπορείς να με βοηθήσεις, για αυτό ήρθα…»
«Πες μου, κόρη μου»
«Αγάπησα, παπά-Γιώργη, έναν νεαρό αξιωματικό υφιστάμενο του πατέρα μου, Όθωνα τονε λένε... Μ’ αγαπάει κι αυτός και θέλω να ’μαι μαζί του, αλλά ο πατέρας μου δεν τον συμπαθεί καθόλου…»
Πρόφερε τα λόγια της όσο πιο γρήγορα κι αποφασιστικά μπορούσε, μην τυχόν το μετανιώσει, και περίμενε την αντίδραση του ιερέα. Εκείνος έσμιξε τα λευκά του φρύδια προβληματισμένος.
«Και τι μπορώ να κάνω εγώ, τέκνο μου, για αυτό το πράγμα; Για να μην τον εγκρίνει ο πατέρας σου, κάτι θα ξέρει παραπάνω…»
«Δεν ξέρει καν για το δεσμό μας ο πατέρας μου. Κρυφά αγαπιόμαστε, παπά-Γιώργη…»
Και πριν προλάβει να φέρει αντίρρηση, έπιασε το χέρι του και πρόσθεσε εμπιστευτικά:
«Παππούλη, σε παρακαλώ. Μια χάρη θα σου ζητήσω, και για αυτό ήρθα ως εδώ: Να μας αρραβωνιάσεις στα κρυφά με τον Όθωνα, χωρίς να ξέρουν τίποτα οι γονείς μου, και αν τυχόν μου πουν αργότερα για παντρειές, εγώ θα τους φέρω προ τετελεσμένου. Κάνε μας τούτη τη χάρη, παπά-Γιώργη, βοήθησέ μας…»
Γονατισμένο σχεδόν μπροστά στον ηλικιωμένο ρασοφόρο το κορίτσι σαν ικέτιδα, είχε στυλώσει επίμονα τα μάτια της στην όψη του καθώς μιλούσε, παρακλητικά, με αγωνία, λες κι όλη της η ζωή εξαρτάτο από την απόκριση που θα της έδινε. Εκείνος την κοιτούσε, και για μερικά δευτερόλεπτα πάλευε μέσα του η λογική με το συναίσθημα.
«Δε γίνονται αυτά, κόρη μου» δήλωσε τελικά κουνώντας το κεφάλι του. «Δεν είναι σωστό να πας ενάντια στους γονιούς σου…»
«Για την αγάπη μου θα πήγαινα ενάντια σ’ όλο τον κόσμο, παπά-Γιώργη» αντιμίλησε η Κλειώ και σηκώθηκε όρθια. «Τι σ’ εμποδίζει λοιπόν να μας ευλογήσεις έστω και μ’ αυτόν τον τρόπο;»
«Μα χωρίς τη θέληση των γονιών σου;»
«Ναι, πάτερ, χωρίς τη θέλησή τους!»
«Δε γίνεται, τέκνο μου, βγαλ’ το από το μυαλό σου… Θα βρεθεί κάποιος καλός νέος που θα τον εγκρίνουν οι γονείς σου, και τότε θ’ αρραβωνιαστείς και θα παντρευτείς κατά πώς πρέπει…»
«Δε θέλω να βρεθεί κανένας άλλος νέος! Εγώ τον Όθωνα θέλω, τον άντρα που αγαπάω!» ύψωσε τη φωνή της η Κλειώ κι αυτή παρήγαγε αντίλαλο χτυπώντας στους τοίχους της άδειας εκκλησιάς. «Λάθος έκανα που σ’ εμπιστεύτηκα, παπά-Γιώργη… Αλλά πού να ξέρεις συ από τέτοια; Τη βόλεψή σου θες και τίποτα άλλο καθώς φαίνεται!»
Βλάσφημα ίσως ακούστηκαν τα λόγια της μες στην ιερότητα του χώρου, μα δεν την ένοιαξε. Άρπαξε την τσάντα και όρμησε τρέχοντας έξω από την εκκλησία με δάκρυα να τσούζουνε τα μάτια της. Δεν ήθελε όμως να κλάψει, δε θα το επέτρεπε στον εαυτό της. Στάθηκε σε μια γωνιά να πάρει ανάσα και υψώνοντας το βλέμμα της στον γαλανό αττικό ουρανό μουρμούρισε:
«Θε μου Μεγαλοδύναμε, πια δε βασίζομαι σε κανέναν άνθρωπο… Εσύ και μόνο Εσύ βοήθησέ μας, αν θεωρείς ότι αξίζουμε την ευτυχία…»

Λίγες μέρες αργότερα, ζεστό απογευματάκι του Ιουνίου όπως τότε που είχαν γνωριστεί πριν ένα χρόνο, είχε πάλι ραντεβού με τον Όθωνα. Τον άφησε όπως κάθε φορά να την αγκαλιάσει και να τη φιλήσει μόλις τη συνάντησε, όμως εκείνος πρόσεξε ότι το πρόσωπό της ήταν λιγάκι σκυθρωπό.
«Τι έχει το κορίτσι μου;» τη ρώτησε σηκώνοντας με τα ακροδάχτυλά του το πιγούνι της. «Το στεναχώρησε κανείς; Γιατί άμα το ’κανε θα τονε δείρω!»
Χαμογέλασε μελαγχολικά η Κλειώ. «Αγάπη μου, έχεις λίγο χρόνο; Θέλω να κάτσουμε κάπου να μιλήσουμε» του είπε γαντζώνοντας τα χέρια της στους ώμους του.
«Και το ρωτάς νεράιδα μου; Για σένα πάντοτε έχω χρόνο!» δέχτηκε άνευ περιστροφών ο καλός της. Κάθισαν λοιπόν σ’ ένα κοντινό καφεζαχαροπλαστείο, όπου ο Όθωνας παρήγγειλε και για τους δυο τους παγωτό. Όσο όμως κι αν της άρεσε της Κλειώς από μικρή τούτο το γλύκισμα, το μόνο που έκανε τώρα ήταν να το ανακατεύει με το κουταλάκι στο γυάλινο μπολ του καθώς έλιωνε, δίχως καν να το γλωσσιάζει.
«Τι σε βασανίζει ομορφιά μου;» γύρεψε να μάθει το παλικάρι όλο έγνοια, θωπεύοντας απαλά το αριστερό της μάγουλο. «Μίλησέ μου, δε μπορώ να σε βλέπω έτσι…»
Σαν άγγιγμα πεταλούδας ένιωσε τα χειλάκια της πάνω στο δέρμα της παλάμης του, έπειτα την έκλεισε στις ντελικάτες χούφτες της και στέριωσε το βλέμμα της στο δικό του.
«Όθωνά μου… Θα σου πω κάτι, αλλά δε θέλω να θυμώσεις…»
«Γιατί να θυμώσω, μάτια μου; Τι έγινε;»
«Να… Πήγα τις προάλλες στον πνευματικό μας στην Αγιά Ειρήνη, του είπα για μας τους δυο και του ζήτησα να μας αρραβωνιάσει κρυφά, αλλά εκείνος δε δέχτηκε... Μα μου σου του, τα παράτησα κι εγώ κι έφυγα...»
Αναστέναξε βαριά η κοπέλα, με παράπονο, και πρόσθεσε:
«Τι θα γίνει μ’ εμάς, Όθωνα; Δε θέλω να μείνουμε για πάντα κρυφοί εραστές... Θέλω να γίνεις κάτι περισσότερο για μένα...»
Εκείνος έμεινε αμίλητος για μερικές στιγμές, ύστερα πήρε τα χέρια της στα δικά του και την κοίταξε ολόβαθα στα μάτια.
«Κλειώ μου... Μακάρι να μπορούσα να σου πω με σιγουριά ότι όλα θα πάνε καλά, ότι θα καταφέρουμε να παντρευτούμε και να ευτυχήσουμε... Όμως ο τι κι αν γίνει, εγώ σ’ αγαπώ, και θα σ’ αγαπώ για πάντα, όσο κρατεί αυτός ο κόσμος κι όσο το μάτι του Θεού μας βλέπει. Δε θα πάψω στιγμή να σ’ αγαπώ, μικρή μου, και στο θάνατό μου ακόμα η καρδιά μου εσένα θα ζητάει...»
Η Κλειώ είχε μείνει άναυδη απ’ τη συγκίνηση που της προκάλεσαν τα λόγια του, ένας κόμπος έφραζε το λαιμό της. Ήθελε να φωνάξει, να κλάψει από χαρά, μα τίποτα απ’ αυτά δεν έκανε. Δάκρυα μόνο κύλησαν στα μάγουλά της κι ο Όθωνας τα σκούπισε με τα χείλη του, καταφιλώντας τη γλυκά σε όλο της το πρόσωπο…

Εκείνο το καλοκαίρι του 1940, τα μαύρα σύννεφα του πολέμου είχαν απλωθεί για τα καλά πάνω από την Ευρώπη, αλλά οι Μακρήδες αποφάσισαν ότι θα πήγαιναν ανυπερθέτως στο εξοχικό τους στη Γλυφάδα όπως κάθε χρονιά, άλλωστε η απειλή για την Ελλάδα φαινόταν μάλλον μακρινή. Φέτος μάλιστα η Νιόβη βρήκε την ευκαιρία να προσκαλέσει και την κολλητή της.
«Έλα Κλειώ», της έλεγε, «θα περάσουμε πολύ ωραία! Θα σου αγοράσω και μαγιό και θα σε μάθω να κάνεις μπάνιο! Έλα, σε παρακαλώ, μη μου χαλάς χατίρι…»
«Μαμά, τι λες; Να πάω;» ρώτησε με τη σειρά της η Κλειώ τη Μαρία.
«Να πας, πουλάκι μου, να πας. Αρκετά σ’ έχουμε κρατήσει εγκλωβισμένη στο σπίτι τα καλοκαίρια» συναίνεσε εκείνη. Τον Νικόλαο πάλι δεν τον ένοιαξε ιδιαίτερα, ίσως και να χάρηκε μέσα του που θα ξεφορτωνόταν για λίγο την κόρη του, σκέφτηκε πικραμένη…
Έτσι η Κλειώ βρέθηκε με τη φίλη της, τους γονείς της και τον αδελφό της για δυο βδομάδες τον Ιούλιο στη φημισμένη εξοχή της Αττικής. Η Νιόβη τήρησε την υπόσχεσή της, και σύντομα ανακάλυψε πόσο πολύ της άρεσε το κολύμπι. Η επαφή όλου της του σώματος με το αλμυρό νερό της θάλασσας τη γαλήνευε, ένιωθε πως ξαναγεννιόταν, κι όταν κάθονταν μαζί με την κολλητή της στην άμμο για να στεγνώσουν, χάδι απαλό νόμιζε τη θέρμη του ήλιου που της σκούραινε όμορφα το δέρμα. Δε χόρταινε να κάνει βουτιές και απλωτές, και κάθε μέρα ξανοιγόταν λίγο παραπάνω στα βαθιά. Μια μικρή γοργόνα ή Νηρηίδα έμοιαζε καθώς έβγαινε ύστερα στα ρηχά κι αναδυόταν το λυγερό κορμί της μέσα από το νερό, με τις αλμυρές του στάλες να κατρακυλούν από τα μαλλιά της, κι αν ήταν εκεί ο Όθωνας να τη δει, σίγουρα θα είχε μείνει άναυδος…
Εκείνη τη μέρα, μόλις κατέβηκαν στην παραλία, την προσοχή τους τράβηξε η φιγούρα ενός νεαρού αγοριού. Στεκόταν όρθιος στην ακροθαλασσιά, ξυπόλητος, έναν πήχυ από κει που έσκαγε το κυματάκι αφήνοντας τον φλοίσβο του, κρατώντας στα χέρια του ένα καλάμι ψαρέματος και δίπλα του έναν μεγάλο τσίγκινο κουβά. Ψηλός, καστανόξανθος, με άσπρο κοντομάνικο πουκάμισο και μια ψαράδικη βερμούδα, σου φαινόταν για ξενόφερτος τουρίστας, ήταν όμως Έλληνας ως το κόκαλο, διότι τις είδε και τις χαιρέτησε πρόσχαρα μ’ έναν αστεϊσμό.
«Ω, μα τι βλέπω; Δυο γοργόνες βγήκαν από τη θαλασσοσπηλιά τους κι ήλθαν να μαγέψουν τους θνητούς; Γιατί μόνο γοργόνες θα μπορούσαν να είναι δυο τόσο όμορφες κοπέλες!»
Γέλασε παραξενεμένη η Κλειώ από το κομπλιμέντο του άγνωστου νεαρού, και η Νιόβη σαν να κοκκίνισε λιγάκι.
«Γεια σου Δημήτρη» του είπε ωστόσο. «Τι γίνεται, όλα καλά; Πώς και μας θυμήθηκες φέτος; Δυο χρόνια τώρα σ’ είχαμε χάσει…»
«Μια χαρά, Νιόβη, εσύ; Ήμουνα στο στρατό, για αυτό με χάσατε. Δεν το θυμάσαι; Δόξα τω Θεώ, μόλις απολύθηκα, κι είπα να ’ρθω να χαλαρώσω εδώ στην… πατρίδα με τους γονείς και τους θείους μου»
«Ωραία τότε. Κι εγώ καλά είμαι, του χρόνου τελειώνω τη σχολή»
«Με το καλό σου εύχομαι. Δε μου σύστησες όμως την παρέα σου»
«Αχ, μα τι χαζή που είμαι!» χτύπησε το μέτωπό της η Νιόβη αυτοσαρκαζόμενη. «Η φίλη μου η Κλειώ Δούκα από τη Φιλοσοφική, ήρθε φέτος να περάσουμε μαζί δυο βδομάδες στο εξοχικό μας!»
«Χαίρω πολύ, Κλειώ. Δημήτρης Λαδάς» είπε το παλικάρι και έτεινε το χέρι του στην Κλειώ.
«Επίσης, Δημήτρη, κι εγώ χάρηκα πολύ για τη γνωριμία» απάντησε εκείνη χαμογελαστή σφίγγοντάς του το ελαφρά. Κατόπιν ο Δημήτρης συνέχισε το ψάρεμα, και τα κορίτσια προχώρησαν παραπέρα στην αμμουδιά κάτω από τα πεύκα. Η Νιόβη προφασίστηκε ότι ήθελε να βουτήξει γρήγορα γιατί ζεσταινόταν, όμως η Κλειώ τη συγκράτησε.
«Για στάσου εσύ, μουσίτσα. Πρώτα θα μου πεις τι τρέχει με τον Δημήτρη…»
«Τι να τρέχει;» ρώτησε δήθεν αδιάφορα η κοπέλα, ξεροκατάπιε ωστόσο αμήχανα μπροστά στην απαίτηση της φίλης της, δεν την περίμενε καθόλου. «Τίποτα δεν τρέχει. Γνωριζόμαστε από παλιά, φίλοι είμαστε…»
«Ασ’ τα αυτά… Φίλοι, φίλοι, καρδιοφίλοι! Αφού σε είδα πως κοκκίνισες όταν τον αντικρίσαμε!»
«Σσς!» την πρόσταξε η Νιόβη τρομοκρατημένη βάζοντας τον δείκτη μπροστά στο στόμα της και κοιτάζοντας παράλληλα κλεφτά προς τη μεριά του Δημήτρη. «Είσαι τρελή; Θα μας ακούσει!»
«Ωραίος πάντως» σχολίασε εκ νέου η Κλειώ. «Δε σου κακοπέφτει θαρρώ…»
«Πάμε τώρα να βουτήξουμε; Κι άσε τον… Δημήτρη και τον Δημητράκη» την πρόλαβε η φίλη της πριν πει τίποτα άλλο, χαμηλώνοντας ανεπαίσθητα τη φωνή της στο όνομα του αγοριού.
«Πάμε, ναι! Δίκιο έχεις» συμφώνησε η Κλειώ. Τρέξανε μαζί στο νερό τσαλαβουτώντας στα ρηχά, πιτσιλώντας η μια την άλλη, κι ύστερα γλίστρησαν στα πιο βαθιά κάνοντας απλωτές, τις οποίες συνόδευαν με χαρούμενα, γάργαρα γέλια. Πέπλα αθωότητας κάλυπταν αόρατα τα νεανικά κορμιά τους, ενώ κάπου παράμερα ο Δημήτρης, παρατώντας για λίγο την ασχολία του, είχε καρφώσει έκθαμβος το βλέμμα του στη Νιόβη, της οποίας τα ξανθά μαλλιά χρύσιζαν πιότερο στο φως του ήλιου. «Πότε μεγάλωσε τόσο τούτη εδώ;» συλλογίστηκε, κι η καρδιά του σκίρτησε περίεργα μες στα στήθια του, σαν νεοσσός που αποκοτά να φτερουγίσει…

Τον Δεκαπενταύγουστο, η μεγαλύτερη αδελφή του Νικόλαου που είχε παντρευτεί τον ναυτικό, θα πήγαινε για ιερό προσκύνημα στη Μεγαλόχαρη και έκρινε καλό να πάρει μαζί της τη νύφη και την ανιψιά της. Οι τρεις γυναίκες έφτασαν στην Τήνο ανήμερα το πρωινό της Κοιμήσεως, λίγο μετά τις οχτώ, ενώ ο ήλιος που είχε ήδη ψηλώσει έκανε τα αιγιακά ύδατα να λάμπουν. Μαζί με όλα τα άλλα ατμόπλοια που μετέφεραν τους προσκυνητές, έμπαινε στο λιμάνι της Τήνου και το καταδρομικό Έλλη, το ιερό πλοίο του Μεγάλου Πολέμου και της Μικρασιατικής εκστρατείας, σημαιοστολισμένο, από το οποίο θα αποβιβαζόταν το στρατιωτικό άγημα που θα συμμετείχε στη λιτάνευση της θαυματουργής εικόνος. Η Κλειώ στάθηκε και το αγνάντεψε σαν μαγεμένη, πρώτη φορά έβλεπε από τόσο κοντά το περίφημο σκαρί του ελληνικού στόλου.
«Είναι ο γιος μου εκεί πάνω, Κλειώ μου, το ξαδερφάκι σου ο Ηλίας! Κούνα το χέρι σου να μας δει!» αναφώνησε περήφανη η θεία της. Πράγματι, ο ξάδελφος της κοπέλας είχε τελειώσει μόλις πέρυσι τη Σχολή Ναυτοπαίδων στον Πόρο, και υπηρετούσε τώρα ως κελευστής στην Έλλη.
«Λιάκο μου! Γεια σου γιόκα μου, εδώ είμαστε!» φώναξε με όλη της τη δύναμη η γυναίκα κραδαίνοντας τις παλάμες της στον αέρα.
«Θεία, δε νομίζω ότι μας βλέπει ο Λιάκος» την επιτίμησε ευγενικά η Κλειώ έτοιμη να γελάσει, καθώς εκείνη επέμενε. Μα ξαφνικά…
Σαν να την ξέβρασε η κόλαση, μια γιγάντια κολόνα μαύρου καπνού και πορφυρής φωτιάς ξεπετάχτηκε στη μέση του πλοίου, κάνοντάς το να αναπηδήσει δυο μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Το γέλιο πάγωσε στα χείλη της Κλειώς, και οι χαρούμενες λαλιές του πλήθους των πιστών στην προκυμαία μετατράπηκαν τώρα σε κραυγές φρίκης και τρόμου. Ένα ύπουλο σιδερικό “Δελφίνι”[1] είχε προσεγγίσει υποβρυχίως την Έλλη, τορπιλίζοντάς την, ενώ το ρολόι έδειχνε οκτώ και εικοσιπέντε ακριβώς προ μεσημβρίας…
«Παναγιά μου!» ούρλιαξε η αδελφή του Νικόλαου. «Λιάκο μου… Παιδί μου!» πρόσθεσε ξέπνοη απ’ το σοκ και αυτοστιγμεί λιποθύμησε στα χέρια της ανιψιάς της.
«Θεία Δόμνα!;» ψέλλισε με αγωνία η Κλειώ, μόλις προλαβαίνοντας να την κρατήσει απ’ τις μασχάλες. Πανικός, σούσουρο και ολολυγμοί κατέλαβαν τους πάντες γύρω τους. Γυναίκες σταυροκοπιόνταν, παιδάκια γύρω κοίταζαν απορημένα το αναπάντεχο κακό. Λίγα λεπτά αργότερα, δυο ακόμα τορπίλες έσκασαν, καταστρέφοντας μέρος του μόλου και εκτινάσσοντας πέτρες σε ύψος σαράντα μέτρων. Ήταν αυτές που προορίζονταν για τα άλλα δύο επιβατηγά τα αγκυροβολημένα στο λιμάνι, τον Έσπερο και την Έλση. Μιάμιση ώρα αργότερα, η πληγείσα Έλλη πήρε κλίση δεκαπέντε μοιρών κι άρχισε να βυθίζεται, ενώ τους είκοσι τέσσερις επιζώντες τραυματίες ναυαγούς περισυνέλεγαν τα αλιευτικά ΠΡΟΠΟΝΤΙΣ και ΕΛΕΝΗ του καπετάν-Μιχάλη Πετυχάκη. Ο Λιάκος ευτυχώς ήταν μεταξύ αυτών των είκοσι τεσσάρων. Έξι συνάδελφοί τους δεν είχαν σταθεί το ίδιο τυχεροί, καθώς βρίσκονταν εκεί όπου δέχτηκε το πλοίο τον φονικό εμβολισμό.
Από τη σφοδρότητα της έκρηξης σεισμός ταρακούνησε θαρρείς το λιμάνι, γλάστρες πέσανε από τα συγυρισμένα μπαλκονάκια σπάζοντας, κεραμίδια ξέφυγαν από τις σκεπές των νησιώτικων σπιτιών και έπεσαν αδέσποτα πάνω στον κόσμο. Ένα τέτοιο πήρε ξώφαλτσα την Κλειώ και τη γρατζούνισε ματώνοντάς της λίγο το μπράτσο, όμως δεν ήταν τίποτα αυτό μπροστά στο μάτωμα της ψυχής της και των ψυχών όσων Ελλήνων είδαν, κι όσων εκ των υστέρων διάβασαν στις εφημερίδες, το ιερό πλοίο να χάνεται λαβωμένο μες τα νερά του λιμανιού της Τήνου, πρώτο θύμα της πρόκλησης του Μουσολίνι ενάντια στην Ελλάδα. Οι πραγματογνώμονες αξιωματικοί του Βασιλικού Ναυτικού που εξέτασαν τα θραύσματα της τορπίλης αποφάνθηκαν σύντομα πως ήταν ιταλική, από τα χρώματα της σημαίας που έφερε απάνω της, κι ενώ η αποκάλυψη έγινε επίσημα με φωτογραφίες στον τύπο μόλις δυο μέρες μετά την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, ο ελληνικός λαός στο σύνολό του ουδεμία αμφιβολία πρέπει να ’χε από την πρώτη στιγμή για την εθνικότητα των υπευθύνων…

Όταν η Κλειώ ξανασυνάντησε τη Νιόβη αρχές του Σεπτέμβρη, της φαινόταν ασυνήθιστα χαρούμενη κι αφηρημένη ταυτόχρονα, σαν ονειροπαρμένη. Βέβαια, εκείνη δεν είχε ζήσει από κοντά τον τορπιλισμό της Έλλης, και να είχε πληροφορηθεί προφανώς δεν την ένοιαζε καθόλου τη δεδομένη στιγμή. Άλλα ήταν τα σημαντικά που της είχαν συμβεί στις υπόλοιπες διακοπές της, πολύ πιο όμορφα και πολύ πιο ενδιαφέροντα.
«Τι έχεις εσύ;» τη ρώτησε κάποια στιγμή η φίλη της βλέποντάς την να χαζεύει ονειροπόλα τον ορίζοντα.
«Τι έχω;»
«Ξέρω γω… Σαν να επικοινωνείς με το υπερπέραν φαίνεσαι… Συνέβη τίποτα καλό αφού έφυγα, τίποτα με τον Δημήτρη ας πούμε;»
«Α, ναι… Κάτι συνέβη…»
«Τι δηλαδή;»
«Να…» έκανε τάχα μου πως δίσταζε η Νιόβη, στριφογυρίζοντας ταυτόχρονα μια τούφα των μαλλιών της με ηδυπάθεια γύρω από το δάχτυλό της. «Πώς να σου πω… Ας πούμε ότι τα ψιλοφτιάξαμε…»
«Τι θα πει τα ψιλοφτιάξατε βρε φιλενάδα;» χασκογέλασε η Κλειώ με τη φράση της. «Τα φτιάξατε ή όχι;»
«Εεε, κοίτα να δεις… Με πλησίασε κάποια φορά αφού έφυγες εσύ, και μου είπε ότι του αρέσω και νιώθει πράγματα για μένα…»
«Και μετά, και μετά;»
«Μετά με ρώτησε αν θέλω να γίνω το κορίτσι του, κι εγώ αν και κόμπιασα λιγάκι στην αρχή, τελικά του είπα ναι, πως θέλω… Και μετά… μου ’δωσε ένα φιλί στο στόμα… μα ένα φιλί, Κλειώ μου!»
Και με αυτά τα λόγια, που τα πρόφερε σχεδόν σαν υπνωτισμένη, κατακόκκινη απ’ την έξαψη η κολλητή της άγγιξε με το δείκτη και το μέσο της ενωμένους τα χείλη της, λες κι ένιωθε ακόμα πάνω τους το φίλημα του Δημήτρη.
«Νιόβη μου, αυτό είναι υπέροχο!» αναφώνησε η Κλειώ ενθουσιασμένη σμίγοντας τα χέρια μπρος στο μισάνοιχτο από χαρά στόμα της. «Δηλαδή, τώρα ο Δημήτρης είναι το αγόρι σου;»
«Κάπως έτσι» χαμογέλασε πλατιά η Νιόβη. «Μα δεν ξέρουν τίποτα ακόμα οι γονείς μας…»
«Κι ούτε χρειάζεται. Θα τους το πείτε όταν κι οι δυο αισθανθείτε έτοιμοι» επέστρεψε το χαμόγελο η στρατηγοπούλα αγκαλιάζοντας τους ώμους της φίλης της. Και πρόσθεσε με έναν μικρό αναστεναγμό: «Εδώ εγώ… τόσον καιρό κρατώ κρυφό τον έρωτά μου για τον Όθωνα…»
«Μη στεναχωριέσαι, φιλενάδα» την καθησύχασε εκείνη μετά από μια στιγμή σιωπής. «Θα τα καταφέρετε, είμαι σίγουρη, πρέπει να τα καταφέρετε. Αγαπιέστε πολύ και θα ’ναι κρίμα να μπει εμπόδιο στην ευτυχία σας η στάση του πατέρα σου απέναντί του…»

Εκείνο το δροσερό Σαββατόβραδο, ο Νικόλαος θα πήγαινε σε μια χοροεσπερίδα του φίλου του του συνταγματάρχη Μεταξά, στην οποία προθυμοποιήθηκε – ή μάλλον πειθαναγκάστηκε- να τον συνοδέψει κι η Μαρία. Η Κλειώ προφασίστηκε ότι είχε κανονίσει σινεμά με τη Νιόβη, για να αποφύγει να παρευρεθεί σ’ άλλη μια βαρετή βεγγέρα, και κατά τις οχτώ φόρεσε το αγαπημένο της φουστάνι από πράσινη τιρκουάζ οργάντζα, χαιρέτησε τη γιαγιά της και βγήκε στο δρόμο καρδιοχτυπώντας. Στην παρακάτω γωνία την περίμενε ο Όθωνας, ντυμένος απλά με τα πολιτικά του, και το σκέτο λευκό πουκάμισο που φορούσε τον έκανε να μοιάζει με άγγελο. Λίγα βήματα ακόμα και χώθηκε στον παράδεισο της αγκαλιάς του.
«Αγάπη μου!»
«Ψυχή μου» μουρμούρισε εκείνος φέρνοντάς την μια βόλτα στον αέρα, κι ύστερα τη φίλησε στο στόμα με πάθος. Πάντα έτσι ήταν τα φιλιά τους, όλο φλόγα, μα απόψε σαν να ’καιγαν λίγο παραπάνω…
«Λοιπόν;» τον ρώτησε η Κλειώ, αφού έμειναν για λίγο να κοιτάζονται τρυφερά. «Πού θα με πας απόψε;»
«Πού θα σε πάω; Για να δω… Κάπου μερακλίδικα, που δεν έχεις ξαναπάει σίγουρα» αποκρίθηκε σιβυλλικά ο νεαρός ανθυπολοχαγός. «Αλλά πιστεύω θα σ’ αρέσει…»
«Πού δηλαδή; Πες μου, μη με τυραννάς!»
«Εντάξει, εντάξει, αφού μου ’σαι περίεργο… Σε κουτούκι στο Μεταξουργείο θα σε πάω, να πιούμε καλό κρασάκι και ν’ ακούσουμε ρεμπέτικα»
«Σε κουτούκι;» έκανε μια γκριμάτσα έκπληξης κι απορίας μαζί η Κλειώ. «Μιλάς σοβαρά βρε Όθωνά μου, ή μπας και με κοροϊδεύεις;»
«Γιατί να σε κοροϊδεύω, Κλειώ μου; Τι το περίεργο βρίσκεις;»
«Ξέρω γω… Εσύ, κοτζάμ στρατιωτικός, σε τεκέδες, που ’χουν κηρυχτεί παράνομοι απ’ το καθεστώς; Δε λέω, το ξέρω ότι είσαι εναντίον του, αλλά σαν πολύ ριψοκίνδυνο μου φαίνεται…»
«Πρώτον, δεν πρόκειται να μας εντοπίσει κανείς, μη φοβάσαι. Δεύτερον, είμαι λαϊκή ψυχή και τα ρεμπέτικα μ’ αρέσουν, έχω ξαναπάει σε τέτοια μέρη. Και τρίτον…» διέκοψε τη φράση του χαϊδεύοντας το μάγουλό της. «Έχω παρανομήσει ήδη για τα μάτια σου, οπότε δε με νοιάζει… Τι λες, πάμε τώρα;»
«Εντάξει, μ’ έπεισες! Πάμε, σ’ εμπιστεύομαι απόλυτα» κατένευσε τελικά η κοπέλα γελαστή, αγγίζοντας πεταχτά τα χείλη του με τα δικά της. Προχώρησαν μέσα από τα στενά, και κάθε τόσο έσφιγγε λίγο περισσότερο το χέρι του, καθώς ήξερε ότι τη νύχτα αυτά τα μέρη γίνονταν επικίνδυνα. Ανακουφίστηκε ωστόσο μόλις έφτασαν έξω από το ημιυπόγειο ταβερνάκι, μέσα από το οποίο ερχόταν ήδη αχνά στα αυτιά τους ήχος μουσικής.
«Εδώ είμαστε» της είπε ο Όθωνας και σπρώχνοντας την πόρτα μπήκαν μέσα. Ένα αυθόρμητο μειδίαμα απλώθηκε στο πρόσωπο της Κλειώς βλέποντας το χώρο γύρω της, ο οποίος απέπνεε ζεστασιά, καημό κι αυθεντικότητα. Από τα μεγάλα δρύινα βαρέλια αναδιδόταν ευφρόσυνη η μυρωδιά του κρασιού, ενώ στα τραπεζάκια κάθονταν δυο τρεις παρέες και στο ξύλινο πάλκο απέναντί τους η τετραμελής ρεμπέτικη κομπανία, τρεις μουστακαλήδες άντρες με μπουζούκι, μπαγλαμά και κιθάρα μαζί με μια γυναίκα όλο ντέρτι στη φωνή, τόνιζαν ήδη τα πρώτα παραπονιάρικα άσματα, χαραγμένα με βυζαντινό κοντύλι και ποτισμένα με άρωμα Ανατολής.
«Σ’ αρέσει αγάπη μου;» τη ρώτησε βλέποντας την αντίδρασή της.
«Αν μ’ αρέσει λέει; Είναι υπέροχο!» αναφώνησε κι εκείνος χαμογέλασε ικανοποιημένος. Κάθισαν μπροστά-μπροστά, όπως του ζήτησε, για να ακούνε καλύτερα τα τραγούδια, και εκείνος παρήγγειλε μια καράφα κόκκινο ημίγλυκο και δυο τρία μεζεκλίκια.
«Στην υγειά μας» της είπε γεμίζοντας τα ποτήρια τους, τσούγκρισαν και πήραν την πρώτη ρουφηξιά αργά, τελετουργικά, να το νιώσουν να γαργαλά τον ουρανίσκο τους κι ύστερα να κατρακυλά σαν λάβα καυτή στα σωθικά τους. Τα βλέμματά τους ήταν θαρρείς πιο έντονα απόψε, το πλέξιμο των χεριών τους πιο σφιχτό, και μια κρυφή ανατριχίλα διέτρεχε τα κορμιά τους, σαν κάτι να περίμεναν, σαν κάτι να ζητούσαν…
Είχε περάσει αρκετή ώρα, η κανάτα το κρασί είχε αδειάσει, όταν ο Όθωνας σηκώθηκε, πλησίασε το πάλκο και ψιθύρισε κάτι στον έναν από τους άντρες της κομπανίας βάζοντάς του στη χούφτα ένα χαρτονόμισμα εικοσάδραχμο. Ο ρεμπέτης κούνησε το κεφάλι χαμογελώντας μόρτικα, έκλεισε το μάτι στο παλικάρι και έκανε νόημα στους άλλους να παίξουν την παραγγελιά του, δημιούργημα του Βαμβακάρη όπως την πληροφόρησε, πρωτάκουστο για την Κλειώ, που όμως μεμιάς της φάνηκε ότι είχε γραφτεί για κείνη:
«Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, κατσαρά μαύρα μαλλιά
Άσπρο πρόσωπο σαν κρίνος και στο μάγουλο ελιά
Άσπρο πρόσωπο σαν κρίνος και στο μάγουλο ελιά
Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, κατσαρά μαύρα μαλλιά»
«Για σένα, μικρή μου μάγισσα. Σ’ το αφιερώνω» τη βεβαίωσε τρυφερά, απαντώντας στο έκπληκτο βλέμμα της. Και στους επόμενους στίχους της σιγοτραγούδησε με νόημα κοιτώντας την στα μάτια:
«Τέτοια εμορφιά ποτές μου, αχ τσαχπίνα μου γλυκιά
Δεν την έχω απαντήσει εις ετούτο το ντουνιά
Μαυρομάτα μου για σένα εκατάντησα τρελός
Θα πεθάνω, δεν αντέχω, έχω γίνει φθισικός»
«Όθωνα…» ψέλλισε, άναυδη σχεδόν από συγκίνηση, μ’ έναν κόμπο να της φράζει το λαιμό. «Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ πολύ καλέ μου… Είναι τόσο… τόσο ωραίο τούτο το τραγούδι…»
Τη λάτρεψε ο Όθωνας τη γυαλάδα αυτή στα μάτια της, που φεγγοβόλησαν έτσι ακόμα περισσότερο. Ήρθε λίγο πιο κοντά της, αγκάλιασε τους ώμους της και τη φίλησε γλυκά στο στόμα, ενώ τα λόγια της τελευταίας στροφής έσβηναν στα αυτιά τους:
«Πόνους έχω εγώ κρυμμένους μες στα φύλλα της καρδιάς
Με τα μαγικά σου μάτια, όταν φως μου με κοιτάς
Με τα μαγικά σου μάτια όταν φως μου με κοιτάς
Πόνους έχω εγώ κρυμμένους μες στα φύλλα της καρδιάς…»

Ο λοχαγός Τάσος Βασιλείου, έχοντας ήδη κάνει κεφάλι σε μια παραδιπλανή ταβέρνα, τρέκλιζε την ίδια ώρα στο δρόμο, ψάχνοντας να βρει κάποιο ενδιαφέρον “σπίτι” απ’ αυτά με τα κόκκινα φανάρια για να ικανοποιήσει τον ξαναμμένο ανδρισμό του, ήτανε βλέπεις από έφηβος επιρρεπής στις ηδονές της σάρκας. Το θέαμα όμως που ξαφνικά αντίκρισε τον έκανε να σταθεί γερά στα πόδια του, να ξεθολώσει μεμιάς και να ξεχάσει προς στιγμήν το λόγο που σεργιάναγε βραδιάτικα στην υποβαθμισμένη συνοικία του κέντρου. Δυο ανθρώπινες φιγούρες, ένας άντρας και μια γυναίκα, περπάταγαν στα είκοσι μέτρα περίπου απέναντί του, κι άμα τους παρατήρησε καλύτερα το μάτι του άστραψε. Ήταν αυτός ο Αναγνωστόπουλος παρέα με την κόρη του διοικητή του, σ’ ένα ιδιαιτέρως τρυφερό ενσταντανέ…
«Πουλάκια μου! Σας τσάκωσα!» μονολόγησε, τρίβοντας χαιρέκακα τα χέρια του που μύριζαν άφιλτρο τσιγάρο, δεν ήθελε και πολύ το εξαιρέτως κοφτερό, όπως περηφανευότανε, μυαλό του για να αντιληφθεί τι έτρεχε. «Στον ουρανό το γύρευα και στη γη το βρήκα, το λαβράκι που έψαχνα… Ε ρε, και να το μάθει ο στρατηγός!»
Πισωπάτησε αθόρυβα σαν γάτα αφήνοντας μόνο του το ανυποψίαστο νεαρό ζευγάρι και γλιστρώντας τοίχο-τοίχο χάθηκε στα σκοτάδια τους. Με την πρώτη ευκαιρία θα μαρτυρούσε τι είδε στον Νικόλαο, τώρα όμως προείχαν άλλα πράγματα…

Αγκαλιασμένοι βγήκαν ο Όθωνας με την Κλειώ από το κουτούκι, περασμένες δέκα πλέον. Η νύχτα έξω μυρωμένη, λίγα ξεφτίδια σύννεφα, μπαμπάκια, είχαν σκαλώσει στη μαύρη κόμη της, και τα άστρα έφεγγαν αχνά χιλιόμετρα πάνω απ’ τα κεφάλια τους. 
«Δε θέλω να τελειώσει αυτή η βραδιά» γουργούρισε η Κλειώ σαν περιστεράκι γέρνοντας στον ζερβό ώμο του Όθωνα, ζαλισμένη ελαφρά απ’ το κρασί και το νέκταρ του έρωτα.
«Ξέρω έναν τρόπο για να μην τελειώσει» αποκρίθηκε εκείνος παίρνοντας την όψη της στις χούφτες του. «Τουλάχιστον όχι ακόμα»
«Τι εννοείς;»
Ο Όθωνας σώπασε για λίγα δευτερόλεπτα. «Πάμε σπίτι μου;» τη ρώτησε έπειτα χωρίς περιστροφές κοιτώντας την στα μάτια.
«Σπίτι σου; Μα… δεν είναι σωστό» έκανε η Κλειώ αμήχανα. «Δεν είμαστε καν αρραβωνιασμένοι…»
«Προτιμάς δηλαδή τα φτηνά ξενοδοχεία της Ομόνοιας;»
«Όχι βέβαια! Αλλά να, ντρέπομαι λιγάκι…»
«Μη ντρέπεσαι» χαμογέλασε και της χάιδεψε προστατευτικά τα μάγουλα. «Μόνοι μας θα ’μαστε, μονάχα οι δυο μας…»
Κάτι η επιθυμία της να παραμείνει μαζί του όσο το δυνατόν περισσότερο, κάτι η ομορφιά της νύχτας που υποσχότανε πολλά, κάτι ο αλλιώτικος πυρετός που είχε αρχίσει ν’ ανεβαίνει μεταξύ τους, έκαμψαν τελικά τις αναστολές της Κλειώς και την έκαναν να τον ακολουθήσει στο μικρό του νοίκι στου Ψυρρή. Τους δέχτηκε ήσυχο το γιατάκι του, σιωπηλό και πράο, κι ο Όθωνας άναψε ευθύς δυο λάμπες πετρελαίου για να βλέπουν.
«Εδώ είν’ το φτωχικό μου. Πώς σου φαίνεται, αλήθεια; Θα ’χεις συνηθίσει σε πιο πολλά, όμως εγώ αυτό έχω να σου προσφέρω…»
«Δεν πειράζει. Είναι ο τι πρέπει» τον καθησύχασε μ’ ένα γλυκό χαμόγελο. Στην άκρη του δωματίου υπήρχε ένα ντιβάνι με κόκκινο λινό σκέπασμα, που το στόλιζαν δυο κομψά μαξιλάρια. Πλησίασε, κάθισε στην άκρη του και πήρε το ένα στα χέρια της. Πάνω του είχε κεντημένη μια κοπέλα, μέσα σε κάτι που έμοιαζε με ανθισμένο κήπο.
«Τι όμορφο!» πρόφερε εκστασιασμένη. «Πού το βρήκες;»
«Η σπιτονοικοκυρά μου, η κυρά Πηνελόπη η Σμυρνιά το έφτιαξε. Χρυσοχέρα» της εξήγησε ο Όθωνας κι αφού την άφησε να το θαυμάσει λίγο ακόμα, το πήρε και το ’βαλε πίσω στη θέση του.
«Εσύ όμως είσαι πολύ πιο όμορφη» πρόσθεσε μετακινώντας το σώμα του για να καλύψει τη μικρή απόσταση που τους χώριζε. Το ένα του χέρι αγκάλιασε τη μέση της, το άλλο ψηλαφούσε απαλά με τις κλειδώσεις των δαχτύλων του το δέρμα του προσώπου της, και ένιωσε η Κλειώ να αναριγά ολόκληρη, όταν τα χείλη του, καυτά, τρύγησαν το λαιμό και τη βάση του αυτιού της.
«Σ’ αγαπώ, χαρά μου, σ’ αγαπώ πολύ. Σε θέλω…» της είπε, και σηκώνοντάς την προσεκτικά στα χέρια του, με το ένα του μπράτσο να τυλίγει τον κορμό της και το άλλο τα πόδια της κάτω από την εσωτερική λακκούβα των γονάτων της, την έφερε στο μέσα δωμάτιο με τα μάτια του στεριωμένα στα δικά της και την απίθωσε στο κρεβάτι του. Με κινήσεις ήρεμες, ευγενικές, χωρίς να βιάζεται διόλου, έσκυψε και της αφαίρεσε τα χαμηλά μαύρα γοβάκια, κι έλυσε κατόπιν τα μαλλιά της από το χτενάκι ταρταρούγα που τα συγκρατούσε. Τα χάιδεψε μαγεμένος από τη μεταξένια τους υφή, και το τριανταφυλλένιο στόμα της τον ώθησε να τη φιλήσει ξανά πιο βαθιά, πιο υγρά, για να γείρουν πάνω στο φιλί κι οι δυο μαζί στο στρώμα. Εκεί σταμάτησε για λίγο και κάρφωσε στο βλέμμα της στο δικό του, ενώ οι ανάσες τους έσμιγαν γοργές.
«Κλειώ… Το θες κι εσύ αυτό που πάμε να κάνουμε;» τη ρώτησε ενώνοντας τις παλάμες τους και μπλέκοντας τα δάχτυλα των χεριών τους κοντά στο κεφάλι της, πάνω στο χείμαρρο των λυτών μαλλιών της.
«Ναι» τον βεβαίωσε, με το αγνό κορμί της να τρέμει ολόκληρο από προσμονή.
«Σίγουρα; Θες να γίνεις δικιά μου απόψε, ολόδικιά μου;»
«Ναι, το θέλω… Κάνε με δικιά σου, Όθωνα, μη με παιδεύεις άλλο…»
«Κλειώ μου… Αγάπη μου…» μονολόγησε βραχνά από τον πόθο, έσβησε μ’ ένα φύσημα το κερί που έκαιγε δίπλα τους στο κομοδίνο και την πήρε στην αγκάλη του. Τα σεντόνια μούσκεψαν απ’ τον ιδρώτα της αγάπης, την καμαρούλα πλημμύρισαν ολάκερη οι ξέπνοοι ψίθυροι κι οι στεναγμοί του έρωτα. Κι απάνω στην κορύφωση, σπαρτάρησε η Κλειώ στα χέρια του Όθωνα και μ’ ένα βογκητό τον δέχτηκε μέσα της, για να του παραδώσει εκούσια την πιο ακριβή της προίκα…
Σε λιγότερο από μια ώρα θα σήμαινε μεσάνυχτα. Η θύελλα του πρώτου τους σμιξίματος είχε κοπάσει, οι στερνές φλογίτσες του πάθους που τους ένωσε σιγόσβηναν στα μάτια τους και τα γυμνά τους σώματα, κι οι δυο ερωτευμένοι έβρισκαν αραξοβόλι ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.
«Σ’ αγαπώ μικρή μου» ψιθύρισε ο Όθωνας στην Κλειώ φιλώντας της το μέτωπο. «Είσαι δικιά μου τώρα πια, για πάντα, εσύ είσαι όλη μου η ζωή… Μακάρι να μην ξημέρωνε ποτέ τούτη η νυχτιά!»
Την έσφιξε απάνω του γερά, στο μέρος της καρδιάς του, αλλά απόρησε έντονα μόλις ένιωσε δυο υγρά ρυάκια να κυλούν στο στέρνο του κι έναν μικρό λυγμό να βγαίνει από τα σπλάχνα της.
«Κλαις καρδιά μου; Γιατί; Μήπως σε πόνεσα;»
«Όχι, αγάπη μου, δε με πόνεσες. Κλαίω γιατί είμαι ευτυχισμένη, πολύ ευτυχισμένη πλάι σου» του απάντησε η κοπέλα. Κι όπως γελάσανε αμυδρά τα χείλη της στο ευλογημένο μισοσκόταδο φωτίζοντας την όψη της, το παλικάρι νόμιζε ότι ξεκρέμασε απ’ τον ουρανό το λαγαρό, το ολόγιομο του Αυγούστου το φεγγάρι…

«Κύριε διοικητά, μπορώ να σας μιλήσω;» ρώτησε ο Τάσος τον Νικόλαο μια δυο μέρες αργότερα μπαίνοντας στο διοικητήριο.
«Βεβαίως, νεαρέ. Τι έγινε, ανακαλύψαμε κανέναν νέο κομμουνιστή στο στρατόπεδο;» του απάντησε με συγκεκαλυμμένη φαιδρότητα ο Νικόλαος στη φωνή του κι ένα αχνό σαρκαστικό μειδίαμα στα χείλη του.
«Όχι, κύριε διοικητά, ευτυχώς. Έχω όμως κάτι που σας αφορά πιο άμεσα…»
«Δηλαδή; Λέγε κι άσε τα προοίμια»
Ο λοχαγός ξερόβηξε και γέμισε τον θώρακά του αέρα, τον οποίο κατόπιν πρόταξε ελαφρά παίρνοντας μια πόζα όλο εκδικητική αυτοπεποίθηση.
«Το περασμένο Σάββατο το βράδυ, έχοντας βγει για μια βόλτα στο κέντρο, εντόπισα τυχαία στο δρόμο τον Αναγνωστόπουλο… μαζί με τη θυγατέρα σας… Κι απ’ ο, τι συμπέρανα από τις κινήσεις τους, μάλλον έχουνε δεσμό εν αγνοία σας…»
Κεραυνό να του ’ριχνες του Νικόλαου, λιγότερο απόπληκτος θε να ’μενε. Ανασηκώθηκε απότομα στην καρέκλα του και κάρφωσε επίμονα το στενεμένο βλέμμα του στον Τάσο, ενώ οι ρυτίδες του μετώπου του βάθυναν ξάφνου περισσότερο.
«Πώς; Μιλάς σοβαρά, Βασιλείου; Τους είδες με τα μάτια σου;»
«Μάλιστα, κύριε διοικητά, στο λόγο μου. Ο Αναγνωστόπουλος φορούσε πολιτικά, αλλά τον αναγνώρισα αμέσως, όπως και την κόρη σας»
«Τάσο, πρόσεχε, γιατί αν υποψιαστώ ότι λες ψέματα θα…»
«Παρακαλώ, κύριε διοικητά. Δε θα σας μετέδιδα ποτέ ψευδείς ειδήσεις…»
Έπειτα κι από αυτή τη διαβεβαίωση ο Νικόλαος σώπασε, κι έμεινε να κρατά το πιγούνι του μες στη δεξιά του χούφτα.
«Κύριε διοικητά, εγώ σας το ανέφερα δια να λάβετε γνώση» έσπευσε να δικαιολογηθεί ο Τάσος. «Το θεώρησα ανεπίτρεπτο να σας αφήσω στο σκοτάδι, εφόσον το ανακάλυψα»
«Ορθώς έπραξες, Βασιλείου. Πήγαινε τώρα, και θα δω εγώ πώς θα χειριστώ την κατάσταση» αποκρίθηκε ο πατέρας της Κλειώς κοφτά, κι ο υφιστάμενός του χαιρέτησε υπάκουα και βγήκε. Μόλις έμεινε μόνος, κοπάνησε πρώτα το γραφείο του κι ύστερα σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να περπατάει νευρικά πάνω-κάτω, με τα χέρια του δεμένα πισθάγκωνα, μουρμουρώντας με λύσσα μέσα από τα σφιγμένα δόντια του:
«Ώστε έτσι λοιπόν, Αναγνωστόπουλε… Ανταρσία! Ποιος ξέρει πόσον καιρό το κάνεις αυτό πίσω απ’ την πλάτη μου… Δε θα σου περάσει όμως άλλο, όπου να ’ναι θα πάρεις δρόμο!»
Το ’πε και το ’κανε ο υποστράτηγος Δούκας. Κι αφού έβγαλε τη σωστή ετυμηγορία το δικαστήριο του νου του για τον ένοχο, σήκωσε εν τέλει το υπηρεσιακό του τηλέφωνο και πήρε τον ομόβαθμο και συνομήλικό του περίπου Χαράλαμπο Κατσιμήτρο[2], διοικητή της 8ης Μεραρχίας Πεζικού στα Ιωάννινα, με τον οποίο είχαν αποκτήσει φιλικές σχέσεις ήδη από τον καιρό της Μικρασιατικής εκστρατείας.
«Έλα Χαράλαμπε, ο Νικόλαος είμαι. Δε μου λες, μήπως έχεις χώρο εκεί πάνω να σου στείλω ένα καλόπαιδο δικό μου από Αθήνα; Έχεις ε; Έκτακτα, έκτακτα… Γράψε τώρα κάπου ό, τι σου πω και πρόσεχέ τα…»
Έχοντας κανονίσει την τιμωρία του Όθωνα, κατέβασε το ακουστικό, το έβαλε αργά στη θέση του και χαμογέλασε σαρδόνια. Τέτοια ευκαιρία ούτε στα όνειρά του δεν την είχε δει. Θα ξεφορτωνόταν μια και καλή πανεύκολα το θρασύτατο κι αναιδέστατο μειράκιο, κι ένιωθε τόση, μα τόση ικανοποίηση αλήθεια μες στα αγέρωχα, τα πετρωμένα στήθια του…

«Τι λες ρε Όθωνα; Κάνατε έρωτα με την Κλειώ;»
«Ναι Λευτέρη. Ήταν η πιο όμορφη νύχτα της ζωής μου… Κι όσο την είχα αγκαλιά μου και χάιδευα το κορμί της, νόμιζα ότι κράταγα στα χέρια μου όλο το χρυσάφι του κόσμου… Είμαι ευτυχισμένος, Λευτέρη, πολύ ευτυχισμένος, κι όχι μόνο επειδή την έκανα δικιά μου…»
Μίλησε σιγανά απαντώντας στο φίλο του, σαν να φοβόταν μήπως τον ακούσουν, όμως η φωνή του παλλόταν από μια δυνατή συγκίνηση. Ανύποπτος ακόμα για όσα τον περίμεναν, ζούσε μέσα στη γλυκιά παραζάλη που του ’χε προκαλέσει εκείνη η νύχτα του Σαββάτου. Ένιωθε ακόμα στο πρόσωπό του το βελουδένιο άγγιγμα της ζεστής ανάσας της Κλειώς, στα χέρια του την αφή του τρυφερού της δέρματος, μες στο μυαλό του χαραγμένα τα όμορφα μάτια της να τον κοιτάνε με αθωότητα μαζί κι άγουρο πόθο, και τα κοκκινάδια στο σεντόνι του που μαρτυρούσανε το φίλημα
«Εγώ σου λέω μόνο, πρόσεχε μην την εκθέσεις την κοπέλα, ξέρεις τι εννοώ» τον συμβούλεψε εκείνος πιάνοντας τον ώμο του. «Η Κλειώ είναι ευαίσθητο πλάσμα, όπως την έχω ψυχολογήσει, και θα πληγωθεί πολύ αν γίνει τίποτα ανεπανόρθωτο. Μην ξεχνάς πως είμαστε και στρατιωτικοί, εσένα αύριο μεθαύριο μπορεί να σε μεταθέσουν, και τότε τι θ’ απογίνει το κορίτσι;»
«Τι να πω μωρέ Λευτέρη, έχεις δίκιο» ξεφύσησε ο Όθωνας αφού έμεινε για μια στιγμή σκεπτικός. «Εγώ την αγαπάω την Κλειώ, τη σέβομαι, και ποτέ μα ποτέ δε θα την εξέθετα! Μακάρι να μας ήταν μπορετό να παντρευτούμε κάποτε, γιατί εγώ αυτή τη γυναίκα, Λευτέρη, τη θέλω πλάι μου, είναι η ζωή μου όλη και τρέμω μην τη χάσω…»
Μα δυστυχώς, όλα όσα φοβόταν ο νέος και βαθιά ερωτευμένος αξιωματικός επρόκειτο πολύ σύντομα να βγουν αληθινά…
«Αναγνωστόπουλε, πες αλεύρι» άκουσε τον Βασιλείου να τον προσφωνεί ειρωνικά μόλις την ίδια μέρα.
«Με ζητήσατε, κύριε λοχαγέ;»
«Όχι εγώ, ανόητε, ο στρατηγός. Είπε να πας αμέσως στο γραφείο του»
«Μάλιστα κύριε λοχαγέ. Θα πάω τώρα αμέσως» πειθάρχησε, καταπίνοντας τον άξεστο τρόπο του ανωτέρου του. Τον έζωσαν τα φίδια, μόνο καλό δεν προμήνυε το γεγονός ότι τον καλούσε ο Δούκας. Ανάσανε βαθιά ωστόσο και μόλις πάτησε χαλί[3], παρουσιάστηκε και περίμενε με χτυποκάρδι να μάθει τι τον ήθελε.
«Βρε καλώς τον…» έκανε ο Νικόλαος περίεργα, σηκώθηκε από την ξύλινη πολυθρόνα του και τον πλησίασε με αργά βήματα. «Σαν πολύ δεν κάθισες εδώ, νεαρέ; Δυόμισι χρόνια κιόλας…»
«Τι εννοείτε;»
«Ότι μετατίθεσαι εκτάκτως στα Ιωάννινα, στην Ογδόη Μεραρχία. Σε τρεις μέρες το πολύ θα ’χεις φύγει»
Κρύος ιδρώτας τον έλουσε τον Όθωνα, συγκρατήθηκε όμως και προσπάθησε να αποκρύψει εντελώς την ταραχή του.
«Τρεις μέρες; Τόσο εσπευσμένα, κύριε διοικητά;»
«Και πολλές είναι. Τι με κοιτάς σαν χάνος; Άκουσες τι είπα, στρίβε τώρα!»
«Δικαιούμαι τουλάχιστον να μάθω τον λόγο της έκτακτης μεταθέσεως;» ρώτησε ξανά το παλικάρι με θάρρος κι ο Νικόλαος τον κοίταξε βλοσυρά.
«Το ότι σ’ το λέω εγώ δε σου αρκεί, Αναγνωστόπουλε; Ο λόγος του διοικητού σου είναι νόμος, σε περίπτωση που δεν το ξέρεις… Εμπρός, πολύ κάθισες, μάζεψε τα συμπράγκαλά σου και δίνε του όσο το δυνατόν γρηγορότερα!»
«Μάλιστα κύριε διοικητά. Όπως διατάξετε…» πίεσε το στόμα του να πει ο Όθωνας και το πόδι του να χτυπήσει το δάπεδο, έκανε μεταβολή και πήγε να βγει από το χώρο, όταν η φωνή του Δούκα πίσω του τον σταμάτησε:
«Και που ’σαι… Εκεί που θα πας, μην τυχόν και διανοηθείς ν’ αποπλανήσεις την κόρη κανενός ανωτέρου σου…»
Μαχαιριά πισώπλατη τα ένιωσε τούτα τα λόγια του, λυθήκανε τα γόνατά του και τα μηνίγγια του βουίξανε. Έσφιξε τον παραστάτη της πόρτας για να μη λυγίσει και η ανδρική του αξιοπρέπεια τον πρόσταξε να στραφεί μια στιγμή και να του αντιμιλήσει.
«Κύριε διοικητά, μπορείτε να με προσβάλετε όσο θέλετε. Αλλά σας διαβεβαιώ ότι ποτέ δε θα έβλαπτα την τιμή της θυγατέρας κανενός ανωτέρου μου, ή εσάς του ιδίου…»
Με σκυμμένο το κεφάλι γύρισε κείνο το βράδυ σπίτι του, τα μαύρα του μάτια σαν φορτωμένα νερό σύννεφα ήτανε σ’ ανταριασμένο ουρανό. Κάθισε στο ντιβάνι του χολ και δεν κουνήθηκε καθόλου, ούτε όταν η κυρά-Πηνελόπη ανέβηκε να του φέρει ζεστό μαγειρεμένο φαγητό, σουτζουκάκια σμυρναίικα με πιλάφι που μοσχοβόλαγαν. Πρόσεξε την κατήφειά του η γυναίκα και αφήνοντας το πιάτο στο τραπέζι τον πλησίασε και τον χάιδεψε στην πλάτη με μητρική στοργή.
«Τι ντέρτια έχεις τζιέρι μου, και δε μιλάς μήτε σαλεύεις; Έγινε τίποτε στη δουλειά σου;»
«Κυρά- Πηνελόπη, φεύγω» της απάντησε ο Όθωνας, αφού πρώτα σήκωσε επιτέλους το κεφάλι του και την κοίταξε. «Ο διοικητής μου μου ’δωσε μετάθεση, εκτάκτως λέει, για τα Γιάννενα…»
«Ε, άμα στο ’πε ο διοικητής, τζάνουμ, δεν ημπορείς να κάμεις αλλιώς» ψέλλισε η καλοκάγαθη Σμυρνιά προσπαθώντας να κρύψει τη στεναχώρια της. «Και πότε πρέπει να φύγεις δηλαδή;»
«Άμεσα, μες σε τρεις μέρες μου ’πε…»
«Τρεις μέρες;;; Άχου καημένο μου, καλά-καλά δε θα προλάβω να σ’ αποχαιρετήσω η δόλια!»
Πήρε το κεφάλι του στον κόρφο της και το κράτησε εκεί για μερικά λεπτά, κι ο Όθωνας ένιωσε δυο δάκρυά της να βρέχουν τα μαλλιά του. Τα δικά του μάτια όμως σταγόνα δε στάξανε, μέχρι που έμεινε τελείως μόνος. Τότε η οργή, η θλίψη κι ο πόνος που συσσωρεύονταν μέσα του όλη εκείνη την αποφράδα ημέρα και τα καταπίεζε να μη φανούν, ξέσπασαν και ξεχύθηκαν ορμητικά από τα σπλάχνα του. Έδωσε κλοτσιές στα έπιπλα τριγύρω του σαν θυμωμένο παιδί, κοπάνησε με τις γροθιές του τους τοίχους ώσπου να κοκκινίσουν. «Όχι! Όχι, γαμώτο, όχι!» φώναζε με λύσσα, σπαρακτικά. Κι όταν πλέον εκτόνωσε το μένος του στα πράγματα, σωριάστηκε ανήμπορος στο πάτωμα κι έγειρε την όψη του μες στα χέρια του μονολογώντας όπως ο Ερωτόκριτος, χωρίς τη δικιά του Αρετούσα απέναντί του:
«Κλειώ μου… Για σένα με ξορίζει ο κύρης σου, για σένα… Γιατί Θε μου, γιατί να συμβεί αυτό; Ποιό μάτι κακό μας είδε, μου λες; Πώς θα μπορέσω τώρα πια να φύγω μακριά σου, τώρα που σ’ έχω αγαπήσει τόσο πολύ, που σου ’δωσα όλο μου το είναι κι ακόμη παραπάνω;..»
Κι έμοιαζε μαύρη πικρή βροχή το κλάμα του, κι αστραπόβροντο τρανό οι λυγμοί που σείανε το κορμί του…

Εκείνο το βράδυ, η Κλειώ είδε τον πατέρα της να επιστρέφει σπίτι με μια απρόσμενη, παράξενη ιλαρότητα στο πρόσωπό του, ενώ ο Λευτέρης σιωπηλός και κάπως σκυθρωπός της φάνηκε, ούτε την ίδια χαιρέτησε ούτε τη μάνα της ως συνήθως, παρά χάθηκε βιαστικά στο σοκάκι. Κακό προαίσθημα έζωσε ύπουλα την καρδιά της, όμως προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία της. Έστρωσαν με τη μητέρα και τη γιαγιά της όπως κάθε φορά το τραπέζι και κάθισαν για το λιτό τους δείπνο. Το περίεργο ύφος του Νικόλαου ωστόσο εξακολούθησε να υφίσταται, κι ένιωθε το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της όσο έτρωγε, σαν να την επιτιμούσε για κάτι. Κρατούσε λοιπόν το κεφάλι της σκυμμένο πάνω από το πιάτο της, αποφεύγοντας να ανταμώσουνε έστω για μια στιγμή τα μάτια τους.
«Ευδιάθετο σε βλέπω σήμερα, άνδρα μου» σχολίασε διακριτικά η Μαρία, που δεν της ξέφυγε αυτή η αλλαγή στην έκφραση του συζύγου της. «Συνέβη τίποτα ευχάριστο;»
«Ναι, όντως, κάτι ευχάριστο συνέβη» απάντησε αινιγματικά ο Νικόλαος κοιτώντας, αν και πλαγίως, ακόμα πιο έντονα την κόρη του. «Ξεφορτώθηκα έναν μπελά από το στρατόπεδο, τον ανθυπολοχαγό Αναγνωστόπουλο. Τον έστειλα στα Γιάννενα, κι ως εκ τούτου δε θα μας ενοχλήσει πια…»
Η Μαρία με την πεθερά της αντάλλαξαν βλέμματα αμηχανίας και κούνησαν ελαφρά τους ώμους, σημάδι πως δεν εννοούσαν τα λόγια του.
«Μα δε νομίζω ότι μας έκανε τίποτα το παλικάρι, Νικόλαε…» πρόσθεσε δειλά η νεώτερη στρατήγισσα.
«Ξέρω γω τι λέω, γυναίκα, μην ανακατεύεσαι» την έκοψε ο στρατηγός ρίχνοντας μια ματιά ίδιο λεπίδι τώρα στην Κλειώ, που όταν άκουσε τα λόγια του έσπασε θαρρείς η καρδούλα της σε μύρια κομματάκια. Κόμπος δέθηκε το στομάχι της, το αίμα έφυγε απ’ τα μάγουλά της αφήνοντάς τα χλομά, κάτασπρα, παρέλυσαν τα δάχτυλά της και το πιρούνι της γλιστρώντας από μέσα τους προσγειώθηκε στο πάτωμα.
«Παιδί μου, τι έχεις; Είσαι καλά;» τη ρώτησε ανήσυχη η Μαρία.
«Τίποτα, μαμά, δεν έχω τίποτα… Απλώς κόμπιασα» άρθρωσε με κόπο σκύβοντας να το μαζέψει. Με το ζόρι κατέβασε άλλες δυο τρεις μπουκιές για να μην την καταλάβουνε, κι ύστερα προφασιζόμενη ότι χόρτασε σηκώθηκε από το τραπέζι και πήγε γραμμή στην κάμαρά της, όπου έπεσε μπρούμυτα στο κρεβάτι της κι άφησε τα δάκρυα να ποτίσουν το μαξιλάρι. Μόλις πριν λίγες μέρες είχε βγάλει φτερά αγγέλου και ανέβηκε στα ουράνια, μα τώρα κάποιος δαίμονας που τη ζήλεψε την έσπρωξε για να γκρεμιστεί απότομα στη γη και να σπάσει τις λευκές φτερούγες της, ένας δαίμονας με τη μορφή του ίδιου του γεννήτορά της…
«Σε μισώ, πατέρα! Σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ!» σπάραζε μέσα στα πνιχτά αναφιλητά της. Έκλαψε, έκλαψε, έκλαψε, μέχρι που ένας ύπνος όμοιος με λήθαργο της σφάλισε τα αποκαμωμένα και στερεμένα πια από δάκρυα βλέφαρα, ένας ύπνος χωρίς όνειρα, αφού όνειρα δε θα ’κανε ποτέ από δω και στο εξής. Το πιο ωραίο και ζωντανό όνειρο ήταν για κείνη η αγάπη της με τον Όθωνα, και την είχαν ξυπνήσει βίαια δίνοντάς της ένα γερό χαστούκι κατά πρόσωπο…


[1] Το ιταλικό υποβρύχιο Delfino που διενήργησε τον τορπιλισμό
[2] Ο Χαράλαμπος Κατσιμήτρος (1886-1962) ήταν πραγματικό πρόσωπο και διακρίθηκε στον ελληνοϊταλικό πόλεμο.
[3] Έκφραση που σημαίνει «μπαίνω στο διοικητήριο», διότι τότε μόνο εκεί υπήρχανε χαλιά


Λίνα Δώρου