Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

2.10.18

Η αλήθεια μου (Κεφάλαιο 5 - Reboot)


«... Φλόγες χαϊδεύουν το σώμα μου. Ο καπνός φλερτάρει με τους πνεύμονές μου, κόβοντάς μου την ανάσα. Είμαι έτοιμη να λιποθυμήσω...»

Νιώθω δύο χέρια να με αγκαλιάζουν σφιχτά και στοργικά και δυο δάχτυλα να παίζουν με τις άκρες των μαλλιών μου. Τεντώνω ελάχιστα το σώμα μου και κουρνιάζω στην αγκαλιά που ήδη βρίσκομαι χαμογελώντας ελαφρά.
Όπα... Όπα, για κάτσε λίγο.. Αγκαλιά; Χαμόγελο; Και μόλις ξύπνησα χωρίς τη συνηθισμένη δύσπνοια; Τι στο…
«Ξύπνα, μικρή» ακούω το γρέζι της φωνής του Σταύρου, με μερικές νότες ταραχής, να με καλημερίζει με ένα απαλό χάδι στο μάγουλο.
Ανοίγω διάπλατα τα μάτια μου τρομαγμένη. Μερικές ακτίνες ηλίου πέφτουν πάνω στα βλέφαρα μου, κάτι που με κάνει να τα κλείσω σφιχτά και να βλεφαρίσω λίγο πιο μετά για να συνηθίσω το φως.
Το κεφάλι μου πονάει υπερβολικά πολύ και κάθε απόπειρα κίνησης μοιάζει αδύνατη. Είμαι σίγουρη πως μέσα στο κεφάλι μου υπάρχει ένα μικροσκοπικό τερατάκι που παίζει με τα τύμπανά του και γελάει σατανικά με τη ζαλάδα που μου προκαλεί. Τι στο καλό συμβαίνει;
«Σταύρο…» μουρμουρίζω με βαριά πρωινή φωνή, μα γιατί είναι τόσο βαριά, και αντικρίζω το αμήχανο χαμόγελό του. «Τι... τι έγινε; Εγώ… γιατί είμαι...» ρωτάω ενώ έχω ήδη ανακαθίσει στο κρεβάτι και επεξεργάζομαι τον χώρο γύρω μου και ταυτόχρονα τρίβω το κεφάλι μου με το κάτω μέρος της δεξιάς μου παλάμης.
«Έλα, σήκω, άντε στο μπάνιο και μετά έλα για πρωινό και θα σου τα εξηγήσω όλα. Α, πήρε και η Έλενα τηλέφωνο, αλλά κοιμόσουν» το ύφος του είναι ήρεμο και καθησυχαστικό όσο σηκώνεται από δίπλα μου και στέκεται απέναντί μου. Τότε εγώ γιατί δεν νιώθω καθόλου ήρεμη; Έχω έντονη την αίσθηση ότι κάτι έχει γίνει. Πως κάτι δεν έχει πάει καλά. Κοιτάζω κάτω και παρατηρώ τα σκεπάσματα που καλύπτουν το σώμα μου. Φοβάμαι να κοιτάξω από κάτω. Καταραμένο ποτό… Ποτό. Είχαμε βγει για ποτό με όλους. 
Σηκώνω το βλέμμα μου και συναντώ τα μάτια του. Μαζεύω τα χέρια μου κοντά στο στήθος μου καθώς χάνομαι ξανά μέσα σε αυτό το βλέμμα. Εκείνος φοράει ακόμα τα ρούχα του από το βράδυ. Οπότε δεν μπορεί να κάναμε τίποτα. Έτσι; Πες κάτι, που να πάρει! Σταμάτα να με κοιτάζεις έτσι πια.
«Μα καλά πόσο ήπιες και δεν μπορείς ούτε να σηκωθείς;» το βλέμμα του έχει γίνει ξανά σκληρό και εγώ δεν ξέρω τι να του απαντήσω. Ήπια. Ναι, θυμάμαι τη βότκα στο ψηλό ποτήρι, με την ελαφριά γεύση πορτοκαλιού, που δεν τελείωνε όσο και αν έπινα. 
«Έλα, θα σε βοηθήσω». Τυλίγομαι με το σεντόνι και τραβιέμαι προς τα πίσω όταν με πλησιάζει. Μια ζάρα εμφανίζεται ανάμεσα στα φρύδια του όταν κάνει έναν μορφασμό.
«Μπορώ μόνη μου» είμαι απότομη, αυστηρή και τα μάγουλά του κοκκινίζουν. Το μήλο του Αδάμ ανεβοκατεβαίνει στον λαιμό του πριν κουνήσει καταφατικά το κεφάλι.
Γυρνάει και πριν βγει από το δωμάτιο μου λέει πως έχει αφήσει ένα ζευγάρι ρούχα στο κομοδίνο του. «Είναι ό,τι πιο κοντά στο νούμερό σου έχω. Θα σε περιμένω στην κουζίνα».
Όταν με αφήνει μόνη, ρίχνω μια τρομαγμένη ματιά κάτω από το σεντόνι. Το αίμα μου παγώνει στις φλέβες μου όταν βλέπω το γυμνό μου δέρμα να καλύπτεται μόνο από τα εσώρουχά μου. Προχωράω στο μπάνιο και κάνω ένα ντους στα γρήγορα χωρίς να μπορώ να βγάλω τις κακές σκέψεις από το μυαλό μου.
Φοράω ξανά τα εσώρουχά μου πριν ντυθώ. Τα ρούχα που μου έχει αφήσει ο Σταύρος είναι προφανώς δικά του. Μια μπλε φόρμα με τέσσερις λευκές γραμμές, δύο στο κάθε πλάι, και ένα κοντομάνικο γκρι μπλουζάκι με μια στάμπα των AC/DC. Δεν περίμενα να ακούει τέτοια μουσική. Αφήνω ένα πλάγιο χαμογελάκι να μου ξεφύγει. Είναι μια ευχάριστη έκπληξη, η πρώτη της μέρας.
Τα ρούχα του είναι κάπως φαρδιά πάνω μου αλλά το περίμενα, ο Σταύρος είναι πολύ πιο μεγαλόσωμος από μένα. Περνάω την μπλούζα του μέσα από τη φόρμα, στην οποία έχω σφίξει το κορδόνι, και την τραβάω λίγο έξω για να πέφτει καλύτερα πάνω μου. Μετά από μια βαθιά ανάσα, βγαίνω από το δωμάτιο.
Η κουζίνα είναι πλημμυρισμένη με το άρωμα του φρεσκοκομμένου καφέ. Ξεροβήχω για να μην τον τρομάξω και εκείνος γυρίζει προς το μέρος μου χαμογελώντας αμήχανα. Και χαμογελάει τόσο ωραία. Εμ, άκυρο, δεν ξέρω καν γιατί το σκέφτηκα αυτό.
Παίρνω στα χέρια μου μια κούπα με καφέ και ένα κουλουράκι κανέλας πριν τον ρωτήσω για χτες. Ήπια πολύ λέει και με έφερε σπίτι του γιατί δεν ήξερε πού μένω. Το φόρεμά μου είχε λερωθεί όταν έκανα εμετό, οπότε όταν φτάσαμε σπίτι του μου το έβγαλε και κοιμήθηκα με τα εσώρουχα.
«Οκ, ωραία όλα αυτά, αλλά έπρεπε να κοιμηθείς δίπλα μου;» σηκώνω το αριστερό μου φρύδι και σταυρώνω τα χέρια κάτω από το στήθος. 
«Το ξέρεις ότι μου την έπεσες χτες;» χαμογελάει πονηρά. Τι του έκανα λέει; Αποκλείεται να έγινε κάτι τέτοιο, όσο αλκοόλ και να είχα καταναλώσει.
«Εσύ το ξέρεις ότι έχεις πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου;» με αυτό τον κάνω να ξεσπάσει σε γέλια και εγώ εκνευρίζομαι. «Χαίρομαι που σας διασκεδάζω, μεγαλειότατε, αλλά λέω να πάω σπίτι μου τώρα».
«Θέλεις σε πάω; Περίμενε.» τελειώνει τον καφέ του και σηκώνεται. Αρπάζει έναν μπόγο με κλειδιά από τον πάγκο της κουζίνας και μου δείχνει προς την πόρτα.            «Όχι. Έκανες αρκετά, δεν νομίζεις;» Κάνω μεταβολή για να φύγω, όταν συνειδητοποιώ κάτι, εκτός από το ότι ακούγομαι σαν σκύλα. «Πού είναι η τσάντα μου;»
«Πρέπει να την έχει η Έλενα. Α, και το μπουφάν σου είναι κρεμασμένο εκεί». Αρπάζω το μπουφάν μου και βγαίνω από το σπίτι χτυπώντας την πόρτα πίσω μου.  Σε λίγα λεπτά βρίσκομαι να χτυπάω την πόρτα της Έλενας. Τελικά δεν μένουμε μακριά, θυμάμαι που περάσαμε το προηγούμενο βράδυ από εδώ για να πάμε στο μαγαζί.
Η Έλενα με κοιτάζει με τα μάτια μισόκλειστα όταν ανοίγει την πόρτα αλλά δεν λέει τίποτα άλλο. Μιλάμε για λίγο προτού φύγω για να πάω στο σπίτι μου. Εκείνη είναι σε χειρότερη κατάσταση από εμένα. Τουλάχιστον όμως εκείνη κοιμήθηκε σπίτι της.
Ξεκλειδώνω την πόρτα μου και ξαπλώνω μπρούμυτα στον καναπέ μου. Το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Με πιο αργές κινήσεις από ό,τι πριν, πλησιάζω τον πάγκο της κουζίνας για να πάρω ένα παυσίπονο. Την προσοχή μου τραβάει ένας λευκός φάκελος πάνω στο μάρμαρο με το όνομά μου γραμμένο στην επιφάνειά του.
Παίρνω ένα παυσίπονο και σηκώνω τον φάκελο. Κάθομαι ξανά στον καναπέ και τον ανοίγω με την ησυχία μου. Ξετυλίγω το χαρτί και αναγνωρίζω τα πρόχειρα γράμματα της Μιράντα.
Τι περίεργο! Οκ, δεν έχουμε και την καλύτερη σχέση αλλά είναι μάνα μου στην τελική. Ούτε να μου μιλήσει δεν καταδέχεται; Τι στο καλό της έχω κάνει πια; Αν με μισεί τόσο, τότε γιατί με γέννησε; Ούτε η πρώτη ούτε και η τελευταία γυναίκα που της προέκυψε μια εγκυμοσύνη είναι. Θα μπορούσε να κάνει μια έκτρωση και να τελειώνει. Δεν είναι ντροπή και δεν θα χρειαζόταν να ανεχόμαστε η μία την άλλη.

Εύα,

Λοιπόν, έχω τόσα πολλά να πω που είναι κάπως δύσκολο να βρω τις σωστές λέξεις. Μα ήρθε επιτέλους η ώρα να μάθεις την αλήθεια.

Πρώτα από όλα, δεν είμαι η μητέρα σου. Είμαι η θεία σου. Ο άνδρας μου, ο Μάρκος, ήταν ο θείος σου και αδελφός της μητέρας σου. Το όνομά της ήταν Δέσποινα και ήταν Ελληνίδα, από τη Μάνη και αυτός είναι ο λόγος που φρόντιζα πάντα να υπάρχει ελληνική παιδεία στα σχολεία που θα πήγαινες. Ήταν ερωτευμένη με τον πατέρα σου. Λυπάμαι, μα δεν θυμάμαι το όνομά του. Το θέμα είναι πως οι οικογένειές τους βρίσκονταν σε διαμάχη. Η Δέσποινα έμεινε έγκυος σε εσένα, οπότε οι γονείς της την ανάγκασαν να μετακομίσει στη Νέα Υόρκη με την αδελφό της και εμένα. Εκείνος ήταν τόσο θυμωμένος με τον πατέρα σου, που επέστρεψε στην πατρίδα σας ζητώντας εκδίκηση. Μου είπε πως είχε να κάνει με την τιμή της οικογένειάς του. Ποτέ δεν το κατάλαβα αυτό και ποτέ δεν θα το κάνω. Εσείς οι Έλληνες είστε τόσο περίπλοκοι άνθρωποι.

Τέλος πάντων, οι δύο οικογένειες πιάστηκαν στα χέρια, κάποιος πυροβόλησε τον Μάρκο και το τραύμα ήταν θανατηφόρο. Πάντα θεωρούσα εσένα υπεύθυνη για τον θάνατό του. Ακόμα το κάνω. Η μητέρα σου πέθανε λίγο μετά τη γέννα. Πριν φύγει, με όρκισε να σε πάω στον πατέρα σου. Όμως κανείς δεν έπρεπε να μάθει για εσένα. Υποτίθεται πως η Δέσποινα δεν θα σε γεννούσε ποτέ. Γι’ αυτό ποτέ δεν μέναμε σε ένα μέρος για πολύ καιρό.

Θα σε μισώ για πάντα που μου στέρησες τον μόνο άνδρα που αγάπησα! Όμως αγαπούσα και τη Δέσποινα πολύ. Και να ‘σαι τώρα στην Ελλάδα, όπου μπορείς να ψάξεις για τον πατέρα σου ή και όχι. Λίγο με νοιάζει. Ο μόνος τρόπος για να σε βοηθήσω είναι δίνοντάς σου το όνομα της μητέρας σου: Δέσποινα Μαυράκου.

Υ.Γ.

Μην προσπαθήσεις να με βρεις. Θα προτιμούσα να μην μάθω ξανά τίποτα για εσένα και την ιστορία σου. Ας είναι σαν να μην γνωρίσαμε ποτέ η μία την άλλη.

Ελένη Ζερβάκου