Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

24.10.18

Η αλήθεια μου (Κεφάλαιο 7 - Reboot)


Μια νοσοκόμα που μπήκε στο δωμάτιο μας διακόπτει και ο Σταύρος αποχωρεί για να την αφήσει να κάνει τη δουλειά της. Ο γιατρός που έρχεται μετά από λίγο με ενημερώνει πως θα με κρατήσουν μέσα το βράδυ για να με παρακολουθούν και πως δεν βρήκαν την μητέρα μου στο κινητό.

Σκέφτομαι πως η Μιράντα θα είναι κάπου μακριά μέχρι τώρα, όμως δεν έχω καμία πρόθεση να τους το πω. Το τελευταίο που θέλω είναι να με κλείσουν σε κάποιο οικοτροφείο, οπότε τον πείθω πως είναι στη δουλειά και θα επικοινωνήσω εγώ μαζί της αργότερα.

Η Έλενα ήρθε να με δει και έτσι βρήκα την ευκαιρία να τη ρωτήσω πως έφτασα εδώ. Ακούγοντας την απάντησή της δεν εκπλήσσομαι ούτε στο ελάχιστο.

«Δεν απαντούσες στα χτυπήματά μου και το κινητό σου ήταν κλειστό, οπότε τηλεφώνησα στην αστυνομία» δάγκωσε τον δείκτη της μόλις τελείωσε την πρόταση. Δεν μπορώ να πείσω τον εαυτό μου να θυμώσει μαζί της. Ο οποιοσδήποτε αυτό θα έκανε.  

Αυτό που μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση είναι ότι ο Σταύρος μένει μαζί μου το βράδυ. Δεν έχω τη δύναμη να διαφωνήσω μαζί του. Το πιο πιθανό είναι να το κάνει για την Έλενα, που η μαμά της δεν την αφήνει να μείνει μαζί μου. Δεν την κακολογώ. Ποιος γονιός θα ήθελε το παιδί του να συναναστρέφεται με κάποιον που προσπάθησε να αυτοκτονήσει;

 Το βράδυ, εκείνος ο απαίσιος εφιάλτης, τον οποίο ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω, κάνει ξανά την επίσκεψή του, ξυπνώντας με μέσα στη νύχτα, ιδρωμένη και με δύσπνοια. Εκείνος είναι δίπλα μου, σε μια άβολη πλαστική καρέκλα και κοιμάται τόσο ήρεμα. Τον χαζεύω για λίγα λεπτά προτού ξυπνήσει. Βλεφαρίζει νυσταγμένα, ύστερα τρίβει τα μάτια του και κοιτάζει το ρολόι στον καρπό του.

«Έχεις  ιδέα τι ώρα είναι;» ανασηκώνω αδιάφορα τους ώμους.  «Είναι τέσσερις το πρωί. Γιατί ξύπνησες; Χρειάζεσαι ξεκούραση» ψιθυρίζει με τη βαριά πρωινή φωνή του και σηκώνεται για να έρθει να καθίσει δίπλα μου στο κρεβάτι.

«Δεν μπορώ να κοιμηθώ» παραδέχομαι παραλείποντας τις λεπτομέρειες για το όνειρό μου, ενώ ρίχνω το βλέμμα στα δάχτυλά μου που παίζουν με την άκρη του λευκού σεντονιού που με σκεπάζει.

«Εύα…» γλυκαίνει την φωνή του και παίρνει το χέρι μου, προστατευτικά ανάμεσα στις παλάμες του. Η φωνή του κάνει το όνομά μου να ακούγεται τόσο όμορφο. «...Θέλω να μιλήσουμε» με το χέρι του ακουμπάει το κάτω μέρος του δικού μου, πιάνει το πηγούνι μου για να με κάνει να τον κοιτάξω στα μάτια. Τα βλέμματά μας βρίσκουν αμέσως το ένα το άλλο και ενώνονται σαν αντίθετοι μαγνήτες.

Νιώθω κάτι να πεταρίζει μέσα μου, μια αίσθηση τόσο όμορφη και πρωτόγνωρη. Χάνομαι μέσα στη ματιά του και ταξιδεύω μακριά, κάπου όπου δεν πονάω, κάπου όπου είναι αρκετό το να είμαι εγώ και δεν χρειάζεται να είμαι μόνη. Σαν να ανήκω εκεί. Δεν ξέρω αν πρέπει να πω κάτι. Μα ακόμα και αν πρέπει, οι λέξεις δεν σχηματίζονταν στο μυαλό μου για να πάρουν το δρόμο προς τις φωνητικές μου χορδές και να αφήσουν ηχητικά κύματα πίσω τους. Ο Σταύρος με βγάζει από τη δύσκολη θέση παίρνοντας εκείνος τον λόγο. 

«Γιατί το έκανες αυτό;» το ύφος του είναι λυπημένο.

«Εγώ δεν…» Το γράμμα της Μιράντας έρχεται στο μυαλό μου μαζί με όλη μου τη ζωή μαζί της και δεν αντέχω, λυγίζω. Ένα γυαλιστερό δάκρυ κυλάει από την άκρη του ματιού μου στην άκρη των χειλιών μου και γεύομαι την αλμύρα του. Πνίγω έναν λυγμό σφίγγοντας τα χείλη και σκουπίζω το δάκρυ μου με την αντίστροφη της παλάμης μου. Με τυλίγει με τα χέρια του σαν να θέλει να με προστατεύσει. Το ένα του χέρι με στηρίζει δυνατά πάνω στον κορμό του, ενώ το άλλο χαϊδεύει το πίσω κομμάτι του κεφαλιού μου.

«Δεν χρειάζεται να μου πεις, αν δεν θέλεις».

«Όχι, θέλω να μιλήσω σε κάποιον» λέω καθώς τον απομακρύνω λίγο για να μπορώ να τον κοιτάζω. «Θέλω να σου πω τα πάντα για μένα, για τη ζωή μου μέχρι τώρα, για το Παρίσι αυτό που με στοιχειώνει από τότε, για το ό,τι ένιωσα σχετικά με το ταξίδι μου στην Ελλάδα και τελικά για τη Μιράντα» κάνω μια παύση για να πάρω μια ανάσα. «Νιώθω πως αυτό θα πάρει μακριά τον πόνο. Όμως ταυτόχρονα δεν ξέρω αν πρέπει». Τα μάτια μου έχουν πάρει ένα ανοιχτό κόκκινο χρώμα από τα δάκρυα που παλεύω να συγκρατήσω και το κορμί μου τραντάζεται ελαφρά από τους ανεπαίσθητους λυγμούς μου.

«Έλα εδώ» μου λέει σαν να νιώθει τον πόνο μου και με κλείνει πάλι στην αγκαλιά του. Τυλίγω και εγώ τα χέρια μου γύρω από τη μέση του αυτήν τη φορά. «Μην είσαι χαζή. Έχεις εμέ… εμ… εμάς. Η Έλενα κόντεψε να πεθάνει από την αγωνία της. Το ίδιο και ο Ανδρέας». 

«Εσύ;» ξεστομίζω προτού το καταλάβω.

«Όλοι μας ανησυχήσαμε για σένα» Πιάνει το πρόσωπό μου στα χέρια του και σκουπίζει τα υγρά μου μάγουλα από με τους αντίχειρές του. «Μην μας το ξανακάνεις αυτό. Σε παρακαλώ»

Κουνάω θετικά το κεφάλι μου ψιθυρίζοντας μια «συγνώμη» χωρίς να ξέρω τον λόγο. 

«Άντε, πέσε για ύπνο τώρα» μου χαμογελάει και αφήνει ένα φιλί στην κορυφή του κεφαλιού μου.

«Καληνύχτα» του χαμογελάω και εγώ ενώ ξαπλώνω πίσω και κλείνω τα μάτια μου, αν και ξέρω πως δεν πρόκειται να κοιμηθώ άλλο για σήμερα. Δεν ξέρω προς τι η τόση οικειότητα, όμως με ανακουφίζει για απόψε. Γεμίζει ένα κομμάτι που ήταν πάντα κενό.

«Καληνύχτα, μικρή μου» τον ακούω να λέει μετά από αρκετή ώρα, σαν να περίμενε να κοιμηθώ για να μην τον ακούσω.

Μερικές ακτίνες φωτός περνάνε από την κουρτίνα και πέφτουν πάνω στο πρόσωπό μου. Βλεφαρίζω λίγο για να συνηθίσω το φως πριν ανοίξω τα μάτια μου.

«Είναι τρομακτικό να νιώθεις κάποιον να σε κοιτάζει όλη τη νύχτα, ξέρεις» λέω παιχνιδιάρικα για να απαλύνω την χθεσινοβραδινή ατμόσφαιρα. 

«Εσύ φταις για αυτό. Κοιμάσαι τόσο γλυκά» νιώθω τα μάγουλά μου να παίρνουν φωτιά ξέροντας πως είναι η δεύτερη φορά που με βλέπει να κοιμάμαι. «Άντε, σήκω και ετοιμάσου. Η Έλενα σου έχει αφήσει κάποια ρούχα εκεί…» μου έδειξε έναν σάκο δίπλα στο κρεβάτι καθώς συνέχισε. «…εγώ θα πάω να ετοιμάσω τα χαρτιά σου για να σε πάμε σπίτι».

Φοράω τα ρούχα που μου έχει αφήσει η Έλενα, μια γκρι φόρμα και ένα γαλάζιο μπλουζάκι χωρίς μανίκια, και κάθομαι στο κρεβάτι που μου έχει παραχωρηθεί από το νοσοκομείο περιμένοντας τον Σταύρο, όταν τελικά μπαίνει μέσα με κάτι χαρτιά στο χέρι. Έρχεται κοντά μου και με αγκαλιάζει. Με πιάνει από το χέρι και με οδηγεί  στο αυτοκίνητό του. Φτάνουμε στο σπίτι μου. Ανοίγει την πόρτα μου και με βοηθάει να πάω μέχρι μέσα.

Όταν η πόρτα ανοίγει, η Έλενα πέφτει πάνω μου, με σφίγγει τόσο πολύ πάνω της που νομίζω ότι δεν μπορώ να αναπνεύσω. Περπατάμε όλοι μαζί μέχρι την κουζίνα, όπου το τραπέζι είναι στρωμένο και καθόμαστε να φάμε. Το φαγητό έχει ευχάριστη γεύση. Μόλις τελειώνουμε, η Έλενα μας ανακοινώνει ότι έχει μια δουλειά με τη μαμά της, οπότε φεύγει και μας αφήνει μόνους με τον Σταύρο. 

«Θα μαζέψω εγώ τα πιάτα. Εσύ πήγαινε να κάνεις ένα μπάνιο, το χρειάζεσαι» μου λέει στοργικά. 

Όντως, χρειάζομαι ένα μπάνιο. Το νερό πάντα με βοηθάει στο να φύγει όλη η κούραση και το στρες. Σκουπίζω το σώμα μου με μια πετσέτα πριν φορέσω τα ρούχα μου και χτενίζω απλά τα μαλλιά μου.

Ο Σταύρος, όπως μου είπε, δεν έχει φύγει. Με περιμένει στο σαλόνι, καθισμένος στον καναπέ, αλλάζοντας κανάλια στην τηλεόραση. Προχωράω προς το μέρος του και ακουμπάω το σώμα μου δίπλα του στον καναπέ. 

«Ευχαριστώ που δεν έφυγες. Δεν ήθελα να μείνω μόνη».

«Και να ήθελες να μείνεις μόνη σου, δεν θα έφευγα» λέει και κλείνει την τηλεόραση. Με κοιτάζει και με τραβάει στην αγκαλιά του. Μπορώ να νιώσω τους σφυγμούς του να αυξάνονται, όπως και τους δικούς μου. 


Ελένη Ζερβάκου