Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

1.11.18

Η κραυγή του αετού (Κεφάλαιο 2)

Τριάντα κρατούμενοι. Τριάντα κρατούμενοι οι οποίοι μεταφέρονταν σε νέες φυλακές, όπως ισχυρίστηκε ο καλός μας διευθυντής. Πρέπει να ήμουν η μόνη που δεν πίστεψε λέξη. Ανάμεσα μου βρίσκονταν τα πιο διεφθαρμένα τέρατα της χώρας και δεν υπήρχε μέρος που να τα κρατούσε δέσμια παρά μόνο τα μπουντρούμια του υπογείου της δυτικής πτέρυγας. Μία γεύση ελευθερίας να τους έδινες και τίποτα δε θα τους σταματούσε. Έκαναν επιλογή συγκεκριμένων ατόμων… των πιο δυνατών, έξυπνων και επικίνδυνων την ίδια στιγμή. Πού εντάσσω τον εαυτό μου; Ίσως σε εκείνους τους λιγοστούς της κατηγορίας των έξυπνων, αλλά και αυτοί δεν ήταν περισσότεροι από πέντε. Σιχαινόμουν εξάλλου να με κατατάσσουν σε τέτοιου είδους κατηγορίες, οπότε επέλεγα να αφήνω τον εαυτό μου απ’ έξω. Παρά τη θέλησή μου έγινα μέρος του σχεδίου αυτού του άνδρα που με ανάγκασαν να γνωρίσω την προηγούμενη μέρα. Και χωρίς να το ξέρω είχα μπλέξει σε ένα πάρα πολύ άσχημο παιχνίδι, από το οποίο δεν θα ξέφευγα γρήγορα.

           
Η καινούργια μέρα ξημέρωσε μαζί με τα πρώτα κρύα, αλλά το πρωινό ήταν κάθε άλλο παρά απωθητικό. Ο ήλιος βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο του καταγάλανου ουρανού και το απαλό αεράκι εύκολα σε ξεγελούσε, ενώ μέσα σε ένα βράδυ μπορούσε να σε στείλει στο ιατρείο με πνευμονία. Όπως και να ’χε, είχα πιστέψει πως ξεμπέρδεψα με τους γρίφους και τα μυστικά τους. Το βράδυ είχα κοιμηθεί ήρεμη και ήθελα να περάσω το πρωινό μου με μια ωραία βόλτα στο προαύλιο πριν την καθιερωμένη προπόνηση με τον Τέτσου και τη βάρδιά μου στο εστιατόριο. Αλλά, τα σχέδια μου καταρρίφτηκαν δίχως ιδιαίτερη προσπάθεια. Με τράβηξαν από τη ζεστασιά του κρεβατιού μου στο παγωμένο κοντέινερ μιας νταλίκας με άλλους είκοσι εννιά μπάσταρδους. Δεν τους φοβόμουν. Το αντίθετο μάλιστα. Ήμουν ευτυχισμένη που δεν το περνούσα μονάχα εγώ το μαρτύριο αυτό. ‘Όπως και να ‘χει, κακό της δικιάς σου μοίρας άμα έδειχνες και το παραμικρό ίχνος φόβου. Τότε. . . τρέχα γύρευε. Ή θα φτάνανε λιγότεροι στον προορισμό ή απλά θα έφτανες με κατάγματα και κακώσεις… παντού. Οπότε, όποιος με κοιτούσε λοξά, του το ανταπέδιδα με ένα πλατύ χαμόγελο λέγοντάς του: «Μία κίνηση να κάνεις μόνο και είσαι τελειωμένος…», απλά αντί να χρησιμοποιήσω λόγια τα έλεγε όλα το βλέμμα μου και κανείς δε σηκωνόταν να διαμαρτυρηθεί. Γνώριζαν την θέση τους. Το βούλωναν. Είχα κερδίσει κάποιο σεβασμό εκεί μέσα και δεν άφηνα κανένα απόβρασμα να μου τον πάρει και να με ντροπιάσει. Πείτε το υπερβολική περηφάνια. Πείτε το συνήθεια ή όπως αλλιώς θέλετε. Για μένα, όμως, ήταν και πάντα θα είναι τρόπος ζωής. Διότι, άμα χάσεις τον σεβασμό, τότε είσαι ένα τίποτα. Χειρότερο και από πτώμα γιατί ακόμα και τους νεκρούς τους τιμάνε με ύψιστες τιμές… ή έτσι συνήθιζαν τα παλιότερα χρόνια. Τώρα δεν ξέρω καν άμα οι ζωντανοί είναι αρκετοί για να υποβάλλουν σέβη στους πεσόντες.
           
Από τον καιρό που ανέβηκε η Νέα Κυβέρνηση στην εξουσία, όλα είχαν αλλάξει. Σου προέβαλλαν σωστή την υποταγή σε δαίμονες και σφετεριστές, την ίδια στιγμή που η φυγή και η δειλία αποτελούσαν τις καλύτερες τακτικές. Το είχαν και οι ίδιοι βγάλει σε διάταγμα: όποιος έφερνε την παραμικρή αντίσταση σε όργανα της εξουσίας και στην επιβολή της υποτιθέμενης  δικαιοσύνης τους θα δικαζόταν και τέλος θα εκτελούσε την ποινή του. Σε τέτοιες περιπτώσεις δίκη δε διεξαγόταν ποτέ και η ποινή ήταν κυρίως θάνατος σε κάποιο απομονωμένο μέρος χωρίς μάρτυρες. Άρα, τη στιγμή που μας είχαν αρπάξει τη ζωή και την ελευθερία από τα ίδια μας τα χέρια και τα αντικατέστησαν με την επιβίωση και ένα ψίχουλο ψωμί για την υπακοή μας, η περηφάνια, η λιγοστή περηφάνια που μας ορίζει ήταν και θα είναι για πάντα πιο πολύτιμη και από την ίδια μας τη ζωή. 
           
Πέντε ώρες μέσα σε ένα όχημα. Τίποτα να κάνεις για να περάσει η ώρα, ούτε καν παράθυρα για να αγναντέψεις το εκθαμβωτικά καμένο τοπίο, με τα ξεριζωμένα δέντρα, το ανύπαρκτο και κάποτε φρέσκο χορτάρι αλλά και τους μυριάδες μικροσκοπικούς τάφους τυχαία τοποθετημένους σε κάθε γωνιά. Πρέπει να υπήρξε μία εποχή που υπήρχαν και αρκούδες σε αυτό το ερείπιο. Μεγάλες αρκούδες και διόλου φιλικές. Όπου και να μας πήγαινα, όποιος και να ήταν ο προορισμός, πρέπει να αποτελούσε μεγάλο μυστικό και δεν ήταν διατεθειμένοι να το μοιραστούν μαζί μας. Για να λέμε και την αλήθεια, ούτε εγώ θα με εμπιστευόμουν σε κάτι τέτοιο την ώρα που οι σκοποί τους μας ήταν άγνωστοι, πόσο μάλλον οι υπόλοιποι που είχαν χάσει κάθε ελπίδα για την ανθρωπότητα καιρό τώρα. Παρόλα αυτά συνέχιζα να φαντάζομαι πως κάποια στιγμή θα έφτανε ο ήχος κάποιου ζώου στα αφτιά μου, η τουλάχιστον το λαχταριστό τραγούδι των κοκκινολαίμηδων που σίγουρα κάποτε πετούσαν ελεύθερα αψηφώντας τον άγριο χειμώνα. Όμως, παρά τη βαθιά μου πίστη πως κάτι θα υπήρχε εκεί έξω, απογοητεύτηκα. Μα είναι και ελάχιστα τρομακτικό όταν συνειδητοποιείς πως δεν υπάρχει τίποτε ζωντανό εκεί έξω εκτός από εσένα και μερικά άλλα άτομα. Μα τον Θεό, για μια στιγμή ευχήθηκα να βρίσκονταν όσοι μας μετέφεραν και όσοι βρίσκονταν μαζί μου στη θέση των άμοιρων ζώων…
           
Μέσα σε τόσες ώρες, βέβαια, το φυσιολογικό είναι να σε πάρει ο ύπνος μέχρι η αγριοφωνάρα του διοικητή να σε ξυπνήσει απότομα σαν τον χειρότερό σου εφιάλτη. Αλλά ούτε αυτό δεν μπορούσα να κάνω. Το κεφάλι μου είχε γεμίσει με κάθε λογής φαντασίωση ως προς το μέρος που μας πήγαιναν. Είχα τόσες ώρες μπροστά μου και σκεφτόμουν ο τι πιο αδύνατο, απίθανο και τρομακτικό μπορούσε να περάσει από το μυαλό μου. Στιγμές με μισούσα για αυτή μου την ικανότητα. Μυαλό και φαντασία δεν αποτελούν πάντα και τον καλύτερο συνδυασμό.
           
Κανείς δεν είχε πει τίποτα και κανείς δεν τολμούσε να ρωτήσει. Σαν τα πρόβατα στη σφαγή ακολουθούσαμε πιστά τον τσοπάνη και άμα μας πήγαινε στο στόμα του λύκου, τότε ίσως και να μας δινόταν η ευκαιρία μίας απεγνωσμένης κραυγής για σωτηρία, η οποία φυσικά δεν θα ερχόταν ποτέ. Όλες τις ώρες βρισκόμουν ξαπλωμένη σε μια γωνία που δεν την άγγιζε η βρόμα του ιδρώτα που έλουζε όλα αυτά τα χαμένα κορμιά. Είχα κλείσει τα μάτια μου μόνο και μόνο για να χαλαρώσω και να συνειδητοποιήσω το πόσο μου έλειπε το κελί μου και ο Τέτσου. Μα ναι, ανάμεσα σε όλα τα αποβράσματα ο μόνος που κατείχε τον σεβασμό μου ήταν ο προπονητής μας. Κανείς δεν ήξερε πως κατέληξε σε αυτό το ξεχασμένο από τον Θεό μέρος. Είχε κάποια ιστορία, όλοι κουβαλάνε μία. Αλλά δεν έδειχνε διατεθειμένος να μιλήσει ποτέ για αυτό.  Η δικιά μου, για παράδειγμα, έγινε γνωστή από την πρώτη κιόλας μέρα που πάτησα το πόδι μου σε αυτό το αχούρι. Κάποιος τους είχε ενημερώσει για την κτηνώδη δολοφονία του πατέρα μου και την υποτιθέμενη τρέλα που ίσως να κουβαλούσα εξαιτίας του. Υπήρχαν διάφορες αντιδράσεις: κάποιοι όταν με έβλεπαν με χτυπούσαν απαλά στην πλάτη και ήταν διατεθειμένοι να ακούσουν και την δική μου πλευρά της ιστορίας, γιατί ήξεραν, ήξεραν πόσο διεστραμμένη ήταν η δικαιοσύνη και όταν τους εξηγούσα μισούσαν ακόμα περισσότερο αυτό το σύστημα. Φυσικά υπήρχαν και εκείνοι που απλά δεν πλησίαζαν ή έδειχναν την αντιπάθειά τους προς το πρόσωπό μου με κάθε λογής απειλές. Ο Ριού, αυτός και αν είχε τρελή ιστορία. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ξεπάστρεψε το δεξί χέρι του διοικητή του Κιότο και πήγαινε να τον ξεκάνει και τον ίδιο, αλλά κάποιος χαφιές τον έδωσε έναντι μερικών χιλιάδων... Από εκείνη τη μέρα, έλεγε ότι δε θα ησυχάσει αν δεν πάρει εκδίκηση και εάν δε «δω τα αχαμνά του τυλιγμένα στο λαιμό του και το στομάχι του ξεσκισμένο με το αίμα να αναβλύζει σαν ρυάκι…» Ανατριχιαστικά λεπτομερές αλλά καλύτερο από την αληθινή εκδοχή της σύλληψής του. Ναι, πράγματι τον κατέδωσε ένας γνωστός του, αλλά δε σκότωσε το δεξί χέρι του διοικητή. Σε μια απόπειρά του να κατακλέψει τον πεθερό του (ιδιοκτήτη μαγαζιού τροφίμων, σπάνιο πλεονέκτημα να έχεις συγγένεια με τέτοια φάρα) πυροβόλησε την πεθερά του, η οποία πέθανε από καρδιακό και μετά οι μπάτσοι τον έπιασαν αυτόφωρο. Μέσα λοιπόν για φόνο και για κλοπή κυβερνητικής ιδιοκτησίας.
           
Όμως κανείς δεν τολμάει να το αναφέρει ούτε καν πίσω από την πλάτη του. Ο φόβος για το ξύλο είναι ένας λόγος. Ο πρωταρχικός όμως είναι το ότι θα γελοιοποιηθεί και η περηφάνια του θα κλονιστεί. Άλλωστε, ό, τι μας έχει απομείνει πλέον είναι η περηφάνια μας και το ξέρουμε όλοι καλά. Δεν έχουμε οικογένεια. Δεν έχουμε αδέρφια. Δεν έχουμε φίλους. Δεν έχουμε σπιτικό και περιουσία.  Έχουμε περηφάνια και τον ελάχιστο σεβασμό μεταξύ μας. Οι περισσότεροι το έχουν πιάσει το νόημα αλλά φυσικά τύποι σαν τον Ριού είναι δύσκολο να τους αντιμετωπίσεις ελαφρά. Δεν είναι κανένας ηλίθιος αλλά ούτε και το εξυπνότερο παιδί της τάξης. Παρόλα αυτά, άμα η διαμονή του γινόταν πιο ανεχτική με το να πιστεύουμε τα παραμύθια που πουλούσε τόσο απλόχερα, τότε θα ήμασταν όλοι αναγκασμένοι να τα πιστεύουμε δίχως δεύτερη κουβέντα. Ο Ριού της Πορφυρής Γροθιάς. Έτσι τον αποκαλούσαμε, ή ο ηλίθιος και τα τσιράκια του. Ακόμα και αυτούς αναρωτιόμουν άμα θα ξαναέβλεπα.
             
Κοιτάω τριγύρω και το μόνο που βλέπω είναι χαμόγελα και ζωντανά πρόσωπα με εύθυμες φωνές που συζητάνε για αυτό το τέλειο μέρος στο οποίο μας στέλνουν. Πρέπει να ήμουν η μόνη που σκεφτόταν τα χειρότερα. Αλλά, άφησέ τους να χαίρονται για την ώρα και ύστερα να τους χτυπήσει η κεραμίδα στο κεφάλι… Εγώ θα ήμουν καλά προετοιμασμένη…
Δεν πρέπει να κοιμηθώ… δεν πρέπει να….
«ΡΕΜΑΛΙΑ! ΣΗΚΩΘΗΤΕ ΚΑΙ ΠΑΡΤΕ ΤΑ ΤΙΠΟΤΕΝΙΑ ΣΑΣ ΤΟΜΑΡΙΑ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΟΡΤΗΓΟ ΜΟΥ!»
Δεν είχα ξανά-ξυπνήσει τόσο απότομα στη ζωή μου. Πρέπει να έβλεπα κάποιο όνειρο, δεν μπορούσα να βρω άλλη εξήγηση… Μα δε θυμόμουν τίποτα. Το κεφάλι μου με πέθαινε, ενώ η πύρινη λάμψη του ηττημένου από το φεγγάρι ήλιου με έκαιγε στα μάτια.
Ένας οξύς πόνος με διαπέρασε στο χέρι και ενώ ήμουν έτοιμη να σηκωθώ, γονάτισα κάτω.
 
«Δεν άκουσες τι είπα, γατούλα; Ε-ΞΩ  Α-ΠΟ ΤΟ ΦΟΡ-ΤΗ-ΓΟ ΜΟΥ!!!!!!!!!!!!» 
Με είχε αρπάξει από την κοτσίδα και ενώ πάλευα να του ξεφύγω, παρατήρησα να στέκεται στην έξοδο μία γνωστή φιγούρα. Μαύρα γυαλιά πιλότου, δερμάτινο σακάκι… Μα φυσικά! Ποιος άλλος θα κρυβόταν πίσω από αυτό;

«Δε θα σου το συνιστούσα…» πετάχτηκε, αναφερόμενος στο μπουνταλά οδηγό που ήταν έτοιμος να με κοπανήσει με το μπόκουτό του. Δεν είχα ιδέα πως τα χρησιμοποιούσαν ακόμα αυτά.
 
«Θα φοβηθώ αυτό το γατάκι? ΧΑ!» κάγχασε ο οδηγός κι ερχόταν επικίνδυνα κοντά μου, ενώ προσπαθούσα να σηκώσω το διαολεμένο μου σώμα.
 
«Μπάσταρδε» γρύλισα και με το που τον αντίκρισα τον έφτυσα μέσα στα μάτια. Αυτός εκνευρίστηκε τόσο που άρχισε να βγάζει βρυχηθμούς αρκούδας. Πόσο ειρωνικό, σκέφτηκα… Και καθώς εκείνος είχε σηκώσει το τεράστιό του χέρι έτοιμος να με κοπανήσει, έκλεισα τα μάτια σφιχτά, έτοιμη να δεχτώ αυτό που ερχόταν. Δεν είχα την ψυχική δύναμη να παλέψω. Μα… δε με χτύπησε… δεν αισθάνθηκα τίποτα. Μόνο άκουσα ένα βογγητό. Τόλμησα να ανοίξω τα μάτια μου μόνο και μόνο για να δω τον άνδρα με τα δερμάτινα να έχει πιάσει την “αρκούδα” από τους καρπούς και να έχει διπλώσει τα χέρια του στην πλάτη του, αφήνοντάς τον ανίκανο να κάνει την οποιαδήποτε κίνηση.
 
«Μην ξεχνάς και εσύ, πως αυτή η ‘γατούλα’ έχει σταλεί εδώ από προσωπική επιλογή του Δασκάλου Μάσουμα…»
Το χαμόγελό του με ανατρίχιασε, ενώ ο οδηγός φαινόταν περισσότερο σαν τρομαγμένο κουτάβι παρά σαν μία πανύψηλη αρκούδα.
«Και άμα μάθει πως έχει αχρηστευθεί έστω και ένα μέρος του κορμιού της… είσαι χαμένος.» τον έσπρωξε και ήταν η δική μου σειρά να με αρπάξει από τον καρπό και να με τραβήξει έξω.. Δε μίλησε. Ούτε εγώ είπα κάτι. Ίσως ένα “ευχαριστώ” να μην έβλαπτε τόσο, αλλά για έναν περίεργο λόγο δεν τόλμησα να βγάλω λέξη. Άφησα τη σιωπή να πάρει τον έλεγχο και αργότερα έμαθα πως αυτή δεν είναι και η πιο σοφή κίνηση για κάποιον σαν κι εμάς.
Αλλά το μυστήριο λύθηκε, όπως υποθέσαμε όλοι. Αυτό που αντικρίσαμε μπροστά μας δεν ήταν το εκτελεστικό απόσπασμα ούτε κάποιος λάκκος που θα μας πετούσαν και θα μας έθαβαν ζωντανούς (ναι, υπήρχαν και τέτοιες σκέψεις που με βασάνιζαν). Ήταν ένας πραγματικός παράδεισος, αποκομμένος από την κόλαση που επικρατούσε στην υπόλοιπη νήσο. Ένας παράδεισος χαμένος  και ανάξιος των ανθρώπινων ματιών. Ένας επίγειος παράδεισος στον οποίο ήταν κτισμένος ο χώρος εκπαίδευσης των Σινόμπι. Αιώνες πριν εκπαίδευαν σε αυτό τον τόπο, και σε δεκάδες άλλους στην υπόλοιπη χώρα, δολοφόνους για να φέρνουν εις πέρας εκτελέσεις που διέταζαν φεουδάρχες, άρχοντες ή απλά άνθρωποι με την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν αδρά για ένα ικανοποιητικότατο αποτέλεσμα. Οι Σινόμπι, ή ευρέως γνωστοί ως νίντζα, ήταν η απάντηση στους κοινωνικά ανώτερους Σαμουράι. Ποτέ μου δε θα μπορούσα να πιστέψω, όμως, πως αυτά τα μαυροφορεμένα κοράκια θα εκπαιδεύονταν σε τέτοιο μέρος.
Η ονειροπόληση μου ωστόσο έφτασε σε απότομο τέλος, καθώς μας διέταξαν να σχηματίσουμε πέντε σειρές των πέντε ατόμων έκαστη, να στοιχηθούμε και να ακούσουμε προσεκτικά τα λόγια του προτού πατήσουμε το πόδι μας στο λεγόμενο Ιερό έδαφος της περιοχής αυτής.
Ποτέ, ποτέ άλλοτε δεν χτυπούσε η καρδιά μου πιο δυνατά, και ποτέ πιο πριν δεν αισθάνθηκα πιο αβέβαιη...



Χριστίνα Ξενάκη