Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

14.11.18

Η κραυγή του αετού (Κεφάλαιο 3)

Ο κάθε ένας από εμάς φορούσε ένα ταμπελάκι με το όνομά μας γραμμένο και τον αριθμό με τον οποίο θα παρουσιαζόμασταν στον επικεφαλής αυτής της τρέλας.
Δύο ώρες στεκόμασταν έξω στον κήπο του κτιρίου περιμένοντας κάποια εξήγηση. Κάποιοι μάλιστα αποφάσισαν να ξεκινήσουν μεγάλο σαματά, πιστεύοντας πως με αυτό τον τρόπο θα βρισκόταν κάποια άκρη. Φώναζαν, χτυπούσαν ο τι έβρισκαν μπροστά τους, ή όποιον, καταριόντουσαν και απειλούσαν αλλά τίποτα δεν έφερνε αποτέλεσμα.. Και αυτή η βαβούρα έκανε τον πονοκέφαλο μου χειρότερο. Αλλά με τα νεύρα που είχαν αυτά τα γομάρια δεν ήταν καθόλου συνετό να τους πας κόντρα. Απλά στεκόμουν και παρατηρούσα το τοπίο τριγύρω μου. Ήμασταν σε βουνοπλαγιά και μάλιστα σε σχετικά μεγάλο υψόμετρο. Ένιωθες το οξυγόνο λιγοστό στους πνεύμονές σου και το αεράκι του απογεύματος πιο δροσερό και αναζωογονητικό. Δεν μπορούσε να συγκριθεί με την αποπνικτική ατμόσφαιρα των φυλακών  και σίγουρα σε έκανε να νιώθεις πιο ελεύθερος από ποτέ, ακόμα και αν αυτή η ελευθερία διαρκούσε όσο το τραγούδι των αηδονιών: ελάχιστα αλλά η καρδιά σου αναπαυόταν. Το βλέμμα μου επέστρεψε στους αχρείους που ακολούθησα. Είχαν σταματήσει τις φωνές και απλά μουρμούριζαν σαν μικρά παιδιά. Πρέπει να είχαν μείνει τέσσερις ή πέντε ακόμα πριν τη δική μου σειρά. Είχα τον αριθμό είκοσι εφτά.  Υπέροχα… Ο αγαπημένος μου αριθμός. Κάθε φορά που εμφανίζεται πάντα κάτι πηγαίνει στραβά και δεν βρήκα λόγο να μην επαναληφθεί η γρουσουζιά του και στην προκειμένη περίπτωση. Ίσως δεχόμασταν επίθεση από κάποια αντίπαλη σχολή. Γέλασα. Μου φάνηκε αστείο το γεγονός πως μας μετέφεραν σε ένα τέτοιο μέρος με απόλυτη μυστικότητα περιμένοντάς μας να ρίξουμε το κεφάλι και να το δεχτούμε δίχως ερωτήσεις και αντιδράσεις. Μπορεί να ήμασταν κρατούμενοι, με ποινικό μητρώο, επικίνδυνοι και δολοφόνοι, αλλά πάνω από όλα ήμασταν άνθρωποι και η αντίδραση σε κάτι άγνωστο και απειλητικό είναι στη φύση μας. Λογαριάζουμε τη ζωή μας όσο τίποτε άλλο και άμα κάποιος τολμήσει να κάνει την παραμικρή προσπάθεια για να την κλέψει από εμάς, είναι τελειωμένη υπόθεση.
           
Είχα όμως ώρα μπροστά μου μέχρι να καλέσουν το δικό μου όνομα. Συνέχισα να αγναντεύω τα φυσικά εμπόδια της Μητέρας Φύσης που οι παλιοί δάσκαλοι τα χρησιμοποιούσαν ως μέσα εκπαίδευσης για τους μελλοντικούς δολοφόνους. Γέφυρες από ρίζες δέντρων, πανύψηλα δέντρα με κοφτερά κλαδιά και χοντρούς κορμούς, ρυάκια που οδηγούσαν σε άγρια ποτάμια και καταρράκτες. Υπήρχαν ακόμη και κάποιοι δηλητηριώδεις θάμνοι που μόνο το πιο απαλό άγγιγμα σου θα σε έστελνε στον άλλο κόσμο μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες ακριβώς, και αυτό ήταν και το πιο θανάσιμό τους όπλο. Η όαση από τις σημύδες και τα πεύκα απλωνόταν σε ολόκληρο τον ορίζοντα και αποτελούσε ένα μοναδικό θέαμα. Για μια στιγμή μόνο πίστεψα πως ζούσα σε έναν καμβά όπου επικρατούσε η απόλυτη ησυχία και τα μόνα ζωντανά πλάσματα τριγύρω μου ήταν τα ελάφια και τα αηδόνια, συντροφιά τόσο ανεκτίμητη και σπάνια που αισθάνεσαι σαν το πιο τυχερό άτομο πάνω στη γη.
Μα οι γαϊδουροφωνάρες τους με τράβηξαν βίαια πίσω στην σκληρή και άμοιρη πραγματικότητα όπου και ζούσα. Εδώ, τα ελάφια δεν ήταν παρά άχαρα αρσενικά που πιάνονταν στα χέρια και έριχναν ο ένας τον άλλον στις λάσπες και στα βράχια για να μην βαριούνται ενώ τα χρυσά αηδόνια τεράστιοι ανθρωπόμορφοι γορίλες που γκάριζαν και απειλούσαν. Αναστέναξα απογοητευμένη από αυτό που ζούσα. Ήθελα τόσο πολύ να τους κάνω να σκάσουνε αλλά θα λέρωνα τα χέρια μου άδικα και… Το βλέμμα του όταν με έσωσε από τα βρομόχερα του οδηγού… ό, τι και να συνέβαινε μας ήθελαν ζωντανούς… όλους.  Δεν είχα κάποια διάθεση να βρεθώ εκτελεσμένη επειδή βούλωσα το στόμα κάποιου με υπερτιμημένο ανδρισμό. Είχα δει άλλους να το κάνουν και δεν είναι διόλου όμορφο θέαμα, όπως υποστηρίζουν κάποια κτήνη εκεί έξω,  ούτε οι κραυγές αφόρητου πόνου ευχάριστη μελωδία.
           
Κάθισα σε έναν λείο βράχο που μάλλον τον χρησιμοποιούσαν σαν σκαλοπάτι για να φτάσουν στην ανώμαλη σκεπή με ένα άλμα. Είχα συνοφρυωθεί και απλά αγνάντευα με μία μελαγχολία να με βαραίνει άνευ λόγου. Δεν μου άρεσε να είμαι μέρος σχεδίου κανενός και ούτε μ’ άρεσε να παίρνω εντολές από άτομα για τα οποία δεν είχα την παραμικρή ιδέα. Δεν θα ήθελα να βρεθώ με ένα μαχαίρι καρφωμένο στην πλάτη μου δίχως να ξέρω κατά πόσο άξιζε.
           
Το φεγγάρι είχε σκαρφαλώσει πιο ψηλά από κάθε άλλη βραδιά. Φαινόταν χλωμό και θλιμμένο, αβέβαιο για το αν θα υπήρχε και την επόμενη νύχτα. Κατάφερα να συνδεθώ μαζί του με κάποιο τρόπο, στο κάτω - κάτω μοιραζόμασταν τα ίδια ακριβώς συναισθήματα. Τουλάχιστον, τίποτα δεν απειλούσε τη ζωή του, σε αντίθεση με εμένα. Ήταν πάντοτε ελεύθερο με μία αρμοδιότητα, να χαρίζει προστασία σε ουρανό και σε γη τις σκοτεινές αυτές ώρες. Προστασία και φως. Όχι, ίσως και να έκανα λάθος, δεν ήταν απόλυτα ελεύθερο, το κρατούσε δέσμιο αυτή η αρμοδιότητα. Ό, τι σιχαίνομαι περισσότερο: να σου έχει δοθεί η έννοια της ελευθερίας μα κάποιος από πάνω σου να κρατά τα ηνία και να σε ελέγχει. Γίνεσαι έρμαιο του και χάνεις κάθε ελπίδα για μια νέα ζωή. Χίλιες ζωές πίσω από τα σίδερα του κελιού μου, παρά μαριονέτα ενός υποκριτή.
           
«ΡΕΙΤΟ ΡΟΖΟΥ!» το κεφάλι μου τινάχτηκε προς τα πάνω. Δεν ξέρω γιατί αλλά ένιωθα σαν πρόβατο που όδευε προς την σφαγή. Αισθανόμουν το κίνδυνο, ακόμα και τον μπαλτά που θα μου έκοβε το κεφάλι να γρατζουνάει το δέρμα μου, αλλά δεν υπήρχε γυρισμός. Εάν προσπαθούσα να το σκάσω τώρα, εάν κατάφερνα να τους ξεφύγω, σίγουρα θα έβρισκα τον θάνατο πέφτοντας από κάποιο γκρεμό ή θα τσάκιζα το κορμί μου και θα αδυνατούσα να προχωρήσω και στο τέλος θα κατέληγα νεκρή από την πείνα και την αφυδάτωση. Έπρεπε να αντιμετωπίσω αυτό που με πλησίαζε τόσο ύπουλα και αυτό θα έκανα.
«ΡΕΙΤΟ ΡΟΖΟΥ!» επανέλαβε ο άνδρας και σηκώθηκα με χαμηλωμένο το κεφάλι και σηκωμένο το ένα χέρι, σαν να προσπαθούσα να αρπάξω τη θλιμμένη σελήνη.
           
«ΕΔΩ!» απάντησα και προχώρησα με σταθερά, αλλά αβέβαια συνάμα, βήματα προς τον κοντό ανθρωπάκο που κρατούσε στα μικροσκοπικά του χέρια έναν κατάλογο πιθανόν με τα ονόματά μας γραμμένα.
Εδώ η βαθιά ανάσα και το υψηλό ανάστημα, υποκρινόμενος πως το θάρρος σε λούζει, δε θα βοηθούσε. Όδευα προς το άγνωστο και είχα τρομοκρατηθεί.
Διασχίσαμε καμιά δεκαριά συρταρωτές πόρτες και όσο προχωρούσαμε τόσο αισθανόμουν πως είχα ταξιδέψει πίσω στο χρόνο, στη Μεσαιωνική Ιαπωνία με τους πολέμους των φατριών, τις συμμαχίες και τις προδοσίες και τους θεαματικούς πολέμους. Δεν νομίζω να άλλαξαν και πάρα πολλά από τότε. Μόνο που οι Σαμουράι έχουν παραμείνει μύθος και οι φατρίες από δεκάδες και εκατοντάδες περιορίστηκαν σε μία για κάθε νήσο της χώρας. Φυσικά δεν έχουν την ίδια δύναμη όπως τότε, αλλά κάποιες προσπαθούν να ανακτήσουν την παλιά δόξα, όχι όμως και με μεγάλη επιτυχία.
           
Περπατούσαμε και εγώ είχα μαγνητιστεί από τις περήφανες στολές που στέκονταν ακίνητες, τοποθετημένες σε τέτοια σημεία που το κοινό μάτι θα δυσκολευόταν να αντικρίσει. Βαθιά κρυμμένες σε σκοτεινές γωνίες και σε ετοιμότητα να κόψουν τον λαιμό κάθε εισβολέα. Είχα διαβάσει αρκετά για τους Σινόμπι, τις τεχνικές που χρησιμοποιούσαν, τα όπλα, και ήμουν σε θέση να αναγνωρίσω τα περισσότερα από αυτά που κρατούσαν συντροφιά στην πανοπλία με τη φολιδωτή θωράκιση και την κάπα που τύλιγε όλο το σώμα στο χρώμα του νυχτερινού ουρανού. Χαμογέλασα κάπως. Ήταν σαν εκείνες τις εκπαιδευτικές εκδρομές με το σχολείο σε διάφορα μουσεία που τα εκθέματά τους κάποτε αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι τις ιστορίας. Μα, αμφιβάλλω άμα τα σημερινά σχολεία έφερναν τους μαθητές σε τέτοιους τόπους. Η αλήθεια ήταν πολύ πικρή για την κυβέρνηση και προτιμούσε να γεμίζει τα κεφάλια των μικρών παιδιών με ψέματα και ανακρίβειες, σίγουρη πως κανείς δεν θα τολμούσε να σηκώσει ανάστημα και να φέρει αντίρρηση. Γεγονός που απέκλειε ένα πράμα: όποιος μας χρειαζόταν δεν είχε καμία σχέση με την κυβέρνηση.  Αν είχα ανακουφιστεί; Δεν το νομίζω. Αυτή η σκέψη μου προκάλεσε περισσότερο τρόμο και αισθάνθηκα αβοήθητη. Το μεγαλύτερο έγκλημα που μπορεί ένας άνθρωπος να διαπράξει είναι να εναντιωθεί εκείνων που τον κυβερνάνε και τον συντηρούν.  Δεν ήθελα να μπω σε ένα τριπάκι για το οποίο η τιμωρία δεν ήταν απλά φυλάκιση, αλλά παρουσίαση στο εκτελεστικό απόσπασμα.
           
«Εσύ πρέπει να είσαι ο αριθμός είκοσι εφτά»
Η τελευταία συρταρωτή πόρτα είχε ανοίξει και η γνώριμη φωνή με έκανε να γελάσω με τον εαυτό μου. Δεν θα τον ξεφορτωνόμουν ποτέ αυτό τον τυπά. Κούνησα το κεφάλι και έριξα μία κλεφτή ματιά στον ανθρωπάκο που με έφερε εδώ. Είχε διπλωθεί στο ζωγραφισμένο πάτωμα, το μέτωπό του ακουμπούσε το έδαφος και τα χέρια του είχαν τεντώσει. Δεν θυμόμουν την τελευταία φορά που είχα ξαναδεί παρόμοια υπόκλιση. Περίμεναν και από εμένα να κάνω το ίδιο; Ούτε στα όνειρά τους. Δεν τους χρωστούσα καμία πίστη και αν δε μάθαινα τι συνέβαινε δεν θα υπολόγιζα ούτε το γεγονός πως με βγάλανε από τη φυλακή.
           
«Μην την παρεξηγείτε. Μπορεί να είναι ατίθαση, αλλά δεν είναι ανόητη…»
Αυτή η φωνή. Σήκωσα το βλέμμα μου και αυτό στάθηκε έκπληκτο πάνω στην ανδρική φιγούρα.
           
«ΤΕΤΣΟΥ;!» φώναξα με γουρλωμένα μάτια. Τι έκανε αυτός εδώ; Δεν θα έπρεπε να ήταν στις φυλακές μαζί με τους υπόλοιπους; Ή του λείψαμε τόσο που αποφάσισε να μας ακολουθήσει; Και ποιος ήταν αυτός στον οποίο στεκόταν ακριβώς δίπλα; Τον κοίταξα καλά. Φαινόταν ευγενικής καταγωγής, το ίδιο απαλά χαρακτηριστικά με εκείνον τον εκνευριστικό τύπο που βρισκόταν στη δεξιά μεριά του. Δεν πρέπει να είχε πατήσει ακόμα τα τριάντα, ενώ στο πιγούνι υπήρχε μία λεπτή γραμμή μούσι που του πρόσφερε ελάχιστα χρόνια παραπάνω, αν και η φορεσιά του ανήκε στο πολύ παλιό καιρό. Νάγκα Χιτατάρε λεγόταν τότε. Ήταν η παραδοσιακή ενδυμασία των Σαμουράι όταν βρίσκονταν εντός του κάστρου του νταίμιο, μα το μόνο που του έλειπε ήταν το επίσημο εμπόσι καπέλο που φορούσαν τότε. Πρέπει να παραδεχτώ όμως πως ταίριαζε με την όλη ατμόσφαιρα που πρόσφερε το τοπίο.
           
«Δάσκαλε Μάσουμα, βλέπω πως έχετε συνάψει καλές σχέσεις με την κοπέλα…» μίλησε σε έναν απαλό και περιπαικτικό τόνο ο υποτιθέμενος σαμουράι, που προκάλεσε το δυνατό γέλιο του Τέτσου και τη δικιά μου απορία. Μάσουμα.. κάπου το είχα ξανακούσει αυτό το όνομα… Μια στιγμή! Το είχε αναφέρει αυτός ο αγροίκος όταν με γλύτωσε από την αρκούδα!
           
«Υψηλότατε, δεν παύει να είναι μία από τις ικανότερες εκεί μέσα. Πιστέψτε με. Μπορεί να είναι ελάχιστα ευέξαπτη, αλλά… »
           
«Ευέξαπτη και χαζομάρες…» ανταπάντησα με τα χέρια διπλωμένα στο στήθος μου, συνοφρυωμένη και με τα μάτια κλειστά, γιατί αν τους αντίκριζα έστω για μια στιγμή, σίγουρα θα έπραττα υπερβολικά.
           
«Καταλαβαίνω απόλυτα το νόημα, Δάσκαλε» - η εύθυμη φωνή του σαμουράι με εκνεύριζε απίστευτα- «Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι.»
           
«Δε φοβάμαι.» αντιγύρισα με μία κοφτή ματιά.
           
«Ούτε να υποκρίνεσαι…»
           
«Πώς τολμάς;!--»
           
«ΡΟΖΑ! Δείξε τον απαιτούμενο σεβασμό! Αυτός ο άνδρας…»
Ο Τέτσου πετάχτηκε όρθιος, προσβεβλημένος περισσότερο από τον ίδιο τον “υψηλότατο”, μα δεν είχα καμία όρεξη για κουβέντες. Η εξάντληση και η καταπίεση με είχαν φέρει στα άκρα.
           
«Αυτός ο άνδρας τι;! Δίχως τη θέλησή μου με τραβάτε σε ένα απομονωμένο μέρος που ακόμα και ο Θεός το έχει ξεχάσει, μας κοτσάρετε ταμπελάκια και περιμένετε να υπακούσουμε το κάθε τι δίχως την παραμικρή ένσταση! Δεν είμαι σαν τα άλλα τα ρεμάλια εκεί έξω που φωνάζουν και μόλις δουν έναν μασκαρά το βουλώνουν. Απαιτώ να μάθω τι συμβαίνει!»
Παραδέχομαι πως είχα χάσει τον έλεγχο… ελάχιστα, αλλά δεν μπορούσα να τα κρατώ άλλο μέσα μου. Και το πιο περίεργο δεν ήταν ούτε η έκρηξή μου και ούτε η σιγή που ακολούθησε. Το πιο περίεργο ήταν που με άφησαν να εκραγώ χωρίς κάποιον να με σταματήσει. Σαν να διασκέδαζαν αυτό το ξέσπασμα. Δεν ήθελα να τους διασκεδάσω… Μα τότε είδα τον Τέτσου. Ήταν έτοιμος να μιλήσει, αλλά ο σαμουράι απλά σήκωσε το χέρι του και ο άλλος χαμήλωσε το κεφάλι υπακούγοντας τη βουβή εντολή. 
           
«Ήμασταν αγενείς όλο αυτό τον καιρό, το παραδέχομαι» ξεκίνησε να μιλά με την ίδια εύθυμη φωνή και πρέπει να ήμουν η μόνη έκπληκτη σε αυτό το δωμάτιο με το περίτεχνα ζωγραφισμένο δάπεδο. Ο νεαρός αυτός άρχοντας σηκώθηκε και με πλησίασε.
«Ονομάζομαι Ινουγουάσι Σάντο» έκανε μία υπόκλιση και ύστερα με το χέρι του έδειξε τον Τέτσου. «Τον Δάσκαλο Τάκανο Μάσουμα θαρρώ πως τον έχεις ήδη γνωρίσει με διαφορετικό τίτλο και…»  
«Χαγκεγουάσι Σίμα, αρχηγός της προσωπικής μου φρουράς και υπεύθυνος ασφάλειας» ήταν σειρά του μυστηριώδους και κυνικού άνδρα να συστηθεί. Δεν έκανε κάποια κίνηση. Απλά χαμογελούσε με τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του και ένιωθα την παγωμένη του ματιά να καίει τα σωθικά μου.
           
«Μα, ακόμα δεν καταλαβαίνω…» πρόσθεσα, έχοντας ηρεμήσει. Δεν αισθανόμουν απειλή από τον Σάντο απλά… δε γνώριζα τίποτε και αυτό με τρόμαζε.
           
«Το ξέρω, και σκοπός δεν είναι να αφήσουμε εσένα και τους υπόλοιπους στο σκοτάδι. Απλά μέχρι να βεβαιωθούμε πως είστε άξιοι εμπιστοσύνης…» 
Επέστρεψε στη θέση του κάνοντας μία παύση και ύστερα συνέχισε.
«Τα ονόματά μας είναι αρκετή πληροφορία.»
           
«Ναι, αλλά…», πήγα να παραπονεθώ και να τον γεμίσω με κάθε λογής ερωτήσεις, αλλά δεν ήταν διατεθειμένος να ακούσει το οτιδήποτε.
           
«Ο Δάσκαλός σου θα σε οδηγήσει στο δωμάτιο όπου και θα παραμείνεις μέχρι να ειδοποιηθείτε όλοι για το πρόγραμμα»
           
Δωμάτιο; Πρόγραμμα; Τι ακριβώς συνέβαινε; Μα, τι σκόπευαν να κάνουν; απόρησα μέσα μου έντονα, ήξερα όμως πως η παραμικρή ερώτηση ή δε θα έβγαινε ολόκληρη από το στόμα μου ή απλά δε θα δινόταν απάντηση. Έπρεπε να περιμένω και κάτι μου έλεγε πως θα περίμενα πολύ.



Χριστίνα Ξενάκη