Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

5.11.18

Η άργυρος χορδή (Κεφάλαιο 4 - Μέρος 2)

«Συγγνώμη για την καθυστέρηση» άκουσα τη φωνή του, πριν μπει στο οπτικό μου πεδίο.
Κρατούσε στα χέρια του ένα μεταλλικό μπουκάλι, το οποίο τοποθέτησε σε έναν από τους πάγκους που βρίσκονταν περιμετρικά μέσα στο δωμάτιο. Σάστισε για λίγο, όταν με αντίκρισε κατάχαμα, μα δεν έκανε κάποια κίνηση να με βοηθήσει να σηκωθώ. Φυσικά, και να ήθελε, δε θα μπορούσε.
Ανασκουμπώθηκα και πάτησα στα πόδια μου, σιάζοντας τα ρούχα μου, τα οποία όσο περνούσε η ώρα γίνονταν όλο και χειρότερα. Κάτι μου έλεγε όμως, πως η Ακαδημία θα φρόντιζε να με προμηθεύσει με τα απαραίτητα· όλοι όσοι είχα συναντήσει μέχρι στιγμής ήταν ντυμένοι παρόμοια και όλοι έφεραν το σύμβολο της σχολής. Στάθηκα απέναντί του και σταύρωσα τα χέρια μου πίσω από την πλάτη μου.
«Γνωρίζω πως είσαι ήδη εξαντλημένη, όμως είναι μείζονος σημασίας να συγκεντρωθείς σε αυτά που έχω να σου πω και να σου δείξω». Ο τόνος του ήταν σιγανός και σοβαρός. Δε χωρούσε αντιρρήσεις.
Ένευσα καταφατικά, κοιτάζοντάς τον ευθεία στα μάτια. Για κάποιο λόγο δεν ήθελα να φανώ αδύναμη μπροστά του. Στεκόμασταν αντικριστά και εκείνος είχε μπει πλήρως στον ρόλο του εκπαιδευτή, που τόσο του ταίριαζε, και εγώ στον ρόλο της εκπαιδευόμενης. Κρεμόμουν από τα χείλη του. Επιτέλους θα μάθαινα τι στο καλό μου είχε συμβεί.
«Αρχικά, νομίζω πως σου οφείλω κάποιες εξηγήσεις για όλα όσα έχεις δει μέχρι στιγμής. Από σήμερα και για τον επόμενο καιρό θα θεωρείσαι εκπαιδευόμενή μου. Εφόσον, όπως καταλαβαίνεις, η Ακαδημία δεν έχει κάποια συγκεκριμένη περίοδο «εγγραφών», οι νέοι μαθητευόμενοι έρχονται διάσπαρτα, οπότε θεωρείται αναγκαίο να περνούν μία περίοδο προσωπικής εκπαίδευσης, πριν ενταχθούν στα ομαδικά τμήματα. Υπάρχουν διάφορα πράγματα που πρέπει να καλυφθούν μέσα σε αυτή την περίοδο, για να μπορέσει ένας νεοφερμένος να συνεχίσει μαζί με τους πιο προχωρημένους μαθητές. Ένα από αυτά, το βασικότερο, είναι να αποκτήσει τη δική του ύλη». Σταμάτησε για λίγο, βάζοντας τη σκέψη του σε τάξη.
«Ναντίν, πιστεύω πως γνωρίζεις ότι είσαι αστρικός ταξιδευτής. Σωστά;»
Ένευσα καταφατικά.
«Ωραία. Άρα γνωρίζεις πως ανήκεις σε μια μερίδα χαρισματικών ανθρώπων, οι οποίοι έχουν την ικανότητα να αποκόπτουν την ψυχή από το υλικό τους σώμα και να ταξιδεύουν σε έναν άλλο παράλληλο κόσμο».
Ένευσα ξανά.
«Ήδη συμπεραίνω πως, για να έχεις αποδεχτεί την ικανότητά σου αυτή, είσαι ανοιχτόμυαλος άνθρωπος. Θα χρειαστεί να φανείς όσο περισσότερο δεκτική μπορείς σε αυτά που έχω να σου πω».
Με κοίταξε εξεταστικά μέχρι να πάρει τη θετική μου απάντηση.
«Χαίρομαι. Τα πράγματα είναι αρκετά απλά, όμως πολλές φορές το απλό είναι και το πιο δύσκολο στο να το αφομοιώσουμε και να το αποδεχτούμε. Το σώμα σου ενώνεται με την ψυχή σου μέσω μιας σύνδεσης, μιας ασημένιας χορδής» έσυρε το δάχτυλό του πάνω στη γραμμή που διέσχιζε την κλεψύδρα στο έμβλημα της μπλούζας του. «Αυτή είναι η υπεύθυνη για την επιστροφή στο σώμα σου σε κάθε αστρικό σου ταξίδι. Και αυτό που συνέβη στην τελευταία σου προβολή ήταν πως αυτή η χορδή έσπασε».
Το βλέμμα του ήταν ανέκφραστο, σοβαρό. Σαν να έλεγε το πιο απλό πράγμα στον κόσμο. Δε συμμεριζόμουν αυτή την ηρεμία του, όμως δεν ήθελα να τον διακόψω. Παρόλο που το υποσυνείδητό μου ούρλιαζε από το σοκ.
«Το υλικό σου σώμα είναι αυτό που σε κρατάει στο “κοσμικό πεδίο” και η άργυρος χορδή σε ενώνει με αυτό. Τη στιγμή της αποκοπής σου, το αστρικό πεδίο σε τράβηξε προς το μέρος του, με αποτέλεσμα να βρεθείς εδώ, μαζί μας».
Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου.
«Δηλαδή, όλοι εσείς είστε αστρικοί ταξιδευτές; Σαν… σαν κι εμένα;»
«Ακριβώς. Και για την ακρίβεια, αποκομμένοι αστρικοί ταξιδευτές. Πλέον ονομαζόμαστε Άνιμους, ψυχές. Και όχι, δεν έχουμε πεθάνει!» τόνισε την τελευταία πρόταση, διαβάζοντας τη σκέψη μου. «Όταν έκανες αστρική προβολή στο κοσμικό πεδίο, έμπαινες σε ένα παραπέτασμα του αστρικού πεδίου. Τώρα που αποκόπηκες, μπήκες στα ενδότερα, στο κανονικό και στέρεο αστρικό πεδίο. Για να καταλάβεις, φαντάσου τον υπαρκτό κόσμο σαν ένα κρεμμύδι» σχημάτισε μία αόρατη μπάλα με τα χέρια του. «Οι διάφορες διαστάσεις του υπάρχουν ταυτόχρονα και παράλληλα και δεν μπορεί να υπάρξει η μία χωρίς τις υπόλοιπες. Η δική μας διάσταση είναι μία από αυτές. Κάποτε πίστευαν ότι ο κόσμος μας εδώ βρισκόταν κάπου στον ουρανό. Κάποιοι τον ταύτιζαν με τον Παράδεισο. Πιο πολύ κόλαση θα του ταίριαζε βέβαια, αλλά τέλος πάντων» ρουθούνισε ειρωνικά, πριν συνεχίσει. «Δεν είναι όμως τίποτα από όλα αυτά. Φαντάσου τον πραγματικό σου κόσμο, εκεί που γεννήθηκες, το σπίτι σου. Ρίξε νοητά ένα διάφανο πέπλο ανάμεσα σε εσένα και σε αυτόν και θα έχεις τον δικό μας κόσμο. Ένα παραπέτασμα είναι το μόνο που μας χωρίζει, ένα πέπλο ενέργειας που δεν έχει σπάσει, όσο κι αν έχουν προσπαθήσει να το σπάσουν αιώνες τώρα. Και καλά κάνει και δε σπάει, γιατί θα ελευθερωθεί ολόκληρη η κόλαση. Υπάρχει λόγος που είμαστε διαχωρισμένοι από τον κόσμο και πιστεύω ότι όλοι έχουμε λόγο και σκοπό που ήρθαμε εδώ».
Είχε αρχίσει να βηματίζει με αργόσυρτα βήματα γύρω μου, καθώς μιλούσε. Εγώ βρισκόμουν παγωμένη στη θέση μου, προσπαθώντας να αφομοιώσω όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούσα από όσα μου έλεγε.
«Τώρα, λοιπόν, βρίσκεσαι από τη δική μας πλευρά του πέπλου» ολοκλήρωσε.
Μια πρόταση σχηματίστηκε στο μυαλό μου και δε δίστασα να την εκφράσω:
«Μπορώ να ξαναπεράσω στο κοσμικό πεδίο; Να επιστρέψω στο σώμα μου;»
Ένιωθα ρίγη να διαπερνούν το κορμί μου από την αγωνία για την απάντησή του.
«Μπορείς». Άφησα την ανάσα μου να βγει, ανακουφισμένη. «Αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολο. Χρειάζεται υπομονή, επιμονή και προσπάθεια».
Εντάξει, το οτιδήποτε ήταν καλύτερο από το καθόλου. Θα έκανα ό,τι χρειαζόταν για να επιστρέψω στην παλιά μου ζωή, στην οικογένεια και στους φίλους μου. Στο σώμα μου…
«Προς το παρόν πρέπει να εστιάσεις όμως στο να σταθεροποιήσεις την ύλη σου» με τράβηξε πίσω στην πραγματικότητα ο Σεμπάστιαν.
Το πρόσωπό του είχε μια σοβαρή έκφραση, όμως μπορούσα να πω με σιγουριά ότι υπήρχε και ένα ψήγμα ανησυχίας. Τι φοβόταν;
«Θα με βοηθούσε αν μου έλεγες γιατί δεν έχω ύλη αρχικά. Και μετά πώς να την αποκτήσω» είπα με έναν ελαφρύ σαρκαστικό τόνο στη φωνή μου. Δε σκόπευα να το κάνω, όμως είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι από την αναμονή. Ή και να φοβάμαι…
«Υπάρχουν τρία στάδια ύλης. Το πρώτο, αυτό που βρίσκεσαι εσύ, έχει να κάνει με την επαφή σου με το περιβάλλον. Είναι το πρωταρχικό στάδιο που κατακτά η ψυχή, όταν δημιουργεί το σώμα. Αυτό σε βοηθάει να περπατάς πάνω στο πάτωμα και να μην αιωρείσαι».
Ωραία, περισσότερες τρελές πληροφορίες… Έπρεπε να δείξω όση αυτοσυγκράτηση μπορούσα.
«Το επόμενο στάδιο, το δεύτερο, σχετίζεται με την επαφή σου με τα υλικά πράγματα. Να μπορείς να αγγίξεις κάτι, να ανοίξεις μια πόρτα, να καθίσεις στην καρέκλα…» έδειξε με νόημα τον προηγούμενο εχθρό μου και μειδίασε ελαφρώς.
Δε βρήκα καθόλου αστεία την αναφορά του, οπότε τον άφησα να συνεχίσει.
«Το τρίτο στάδιο είναι αυτό, στο οποίο θα μπορέσεις να έχεις επαφή με άλλους Άνιμους. Κατανοητά;».
«Κατανοητά» επιβεβαίωσα το ερωτηματικό του βλέμμα.
«Όταν εισήλθες στο αστρικό πεδίο, η ψυχή σου δημιούργησε ένα δοχείο για να μπορέσει να λάβει υλική υπόσταση και συνείδηση. Θυμόταν το προηγούμενο δοχείο της, το κοσμικό σου σώμα, και έτσι έφτιαξε ένα πανομοιότυπό του, «κατ’ εικόνα». Χωρίς να θέλω να σε τρομάξω, το σώμα σου εδώ δεν είναι πλήρως λειτουργικό. Θα μάθεις πολλά για αυτό αργότερα, όμως τώρα πρέπει να σου πω πως απαραίτητο στοιχείο για την επιβίωσή σου είναι να πίνεις αυτό το φίλτρο που σου έφερα. Δε χρειάζεσαι κάτι άλλο, όπως τροφή, για να συντηρηθείς. Αυτό κάνει όλη τη δουλειά».
Η ματιά μου μεταφέρθηκε στην άκρη του δωματίου, εκεί που τοποθέτησε ο Σεμπάστιαν πριν το μπουκάλι, και αναρωτήθηκα πόσο χάλια γεύση μπορεί να είχε. Γέλασα υποσυνείδητα με την ανησυχία μου αυτή και επέστρεψα στον συνομιλητή μου, ο οποίος είχε αρχίσει να μου περιγράφει τι χρειαζόταν να κάνω για να κατακτήσω το δεύτερο στάδιο ύλης.
«Είναι απαραίτητο να συγκεντρωθείς πάρα πολύ. Έχεις κάνει ποτέ γιόγκα;»
«Ε… Ναι, λίγο. Παλιά» απάντησα διστακτικά. Δεν μπορούσα να πω πως ήμουν και από τις μεγαλύτερες φαν της συγκεκριμένης άσκησης.
«Κάπως έτσι θα δουλέψουμε σήμερα». Σταμάτησε να βηματίζει και στάθηκε απέναντί μου. «Κλείσε τα μάτια σου και προσπάθησε να ηρεμήσεις και να συγκεντρωθείς».
Ακολούθησα τις υποδείξεις του.
«Χαλάρωσε και εστίασε στη φωνή μου. Το μοναδικό πράγμα που θέλω να ακούς και να σκέφτεσαι είναι οι λέξεις που λέω».
Η αλήθεια ήταν πως είχε πάρα πολύ ωραία φωνή. Ήταν βαθιά, γλυκιά και ταυτόχρονα αυστηρή. Μπορούσα να τη φανταστώ εύκολα να ψιθυρίζει ερωτόλογα, αλλά και να δίνει κοφτές διαταγές σε κάποιον.
Συγκεντρώσου, Ναντίν. Ναι, το να σκέφτομαι τη φωνή του εκπαιδευτή μου, μάλλον δε θα είχε κάποιο από τα επιθυμητά αποτελέσματα.
Η ώρα περνούσε και περνούσε, ενώ εγώ δεν είχα σημειώσει καμία πρόοδο στη γραμμή απόκτησης ύλης. Ο Σεμπάστιαν είχε δοκιμάσει κάθε τρόπο για να με πείσει να συγκεντρωθώ, όμως τα ρυάκια ενέργειας που έπρεπε να φανταστώ δεν έλεγαν να σχηματιστούν στο μυαλό μου.
«Ζαλίζομαι» είπα με σιγανή φωνή και κάθισα στο πάτωμα ηττημένη. Εξάλλου ήταν το μοναδικό πράγμα που μπορούσα κάπως να αγγίξω.
Ο εκπαιδευτής μου αναστέναξε και κάθισε δίπλα μου. Έφερα τα χέρια μου στο πρόσωπό μου και τα στήριξα στα γόνατά μου. Μπορούσα τουλάχιστον να ακουμπήσω τον εαυτό μου… Ένιωθα εξουθενωμένη.
«Κοίτα, Ναντίν, χωρίς να θέλω να σε τρομοκρατήσω… Αν δεν περάσουμε στο επόμενο στάδιο κινδυνεύεις να χαθείς…» είπε με έναν διακριτικό δισταγμό στη φωνή του.
Να χαθώ; Γιατί;
«Θα με σκοτώσεις από τα νεύρα σου;»
Κάγχασε και φευγαλέα ξεχώρισα ένα γρήγορο στριφογύρισμα των ματιών του.
«Όσο και αν θέλω, δεν μπορώ να το κάνω. Θα χάσω τη θέση μου. Σοβαρά όμως τώρα… Αν δεν μπορέσεις να τραφείς, θα κυριαρχήσει το σκοτάδι μέσα σου».
«Σεμπάστιαν, το έχω καταλάβει! Όμως το κεφάλι μου πάει να σπάσει και το στομάχι μου καίει. Δεν αντέχω άλλο!» Βύθισα το κεφάλι μου ανάμεσα στα χέρια μου και κουλουριάστηκα σε μια σφιχτή μπάλα στο πάτωμα. Ξεφύσησα. «Πόσο αηδιαστικό είναι αυτό το περίεργο υγρό που πρέπει να πιω, για να μην πεθάνω;» ρώτησα γεμάτη περιέργεια, ενώ η φωνή μου έβγαινε πνιχτή μιας και δεν είχα αλλάξει τη στάση μου στο παραμικρό.
Είχα γενικά μια ευαισθησία στις περίεργες γεύσεις και δε μου άρεσε να δοκιμάζω καινούρια πράγματα. Η ερώτησή μου τον ξάφνιασε.
«Θα σε εξέπληττε το γεγονός ότι έχει μια πάρα πολύ ωραία γεύση φρούτων. Διαφορετικών ανά διαστήματα, για να μην το βαριόμαστε όσο γίνεται» απάντησε με ένα ίχνος περηφάνιας. Γενικότερα ο εκπαιδευτής μου φαινόταν να απολαμβάνει τη θέση του… Δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί βέβαια. Σηκώθηκα αποφασισμένη με μια απότομη κίνηση κάνοντάς τον να σαστίσει για κάποια δευτερόλεπτα, πριν σηκωθεί κι εκείνος.
Χωρίς να πω κουβέντα, συγκέντρωσα το βλέμμα μου στον απέναντι τοίχο και προσπάθησα να ακολουθήσω τα βήματα που μου είχε αναφέρει. Έπρεπε να τραβήξω την ενέργεια που βρισκόταν γύρω μου, έτσι ώστε να τη διοχετεύσω στο σώμα μου, για να πάψω να είμαι άυλη. Φαντάστηκα νοητά ρυάκια με μπλε φως να περιφέρονται γύρω μου και προσπάθησα να τα «ρουφήξω». Μάταια. Προσπάθησα ξανά. Έκλεισα τα μάτια μου και έσυρα με το ζόρι το φανταστικό μπλε φως προς το μέρος μου. Πίεσα τον εαυτό μου σε σημείο που ένιωθα το κεφάλι μου έτοιμο να εκραγεί.
Ξαφνικά ένα μυρμήγκιασμα απλώθηκε στα δάχτυλα του χεριού μου. Άνοιξα τρομαγμένη τα μάτια μου, για να αντικρίσω τον Σεμπάστιαν ακριβώς μπροστά μου, σε πολύ κοντινή απόσταση, να ακουμπάει με τα χέρια του τα δικά μου. Κατά κάποιο τρόπο οι άκρες των δαχτύλων μου ήταν μέσα στα δικά του δάχτυλα, από τα οποία διοχετεύονταν μπλε ρυάκια φωτός. Το φως δεν ήταν πλέον στη φαντασία μου. Τα δικά μου δάχτυλα είχαν μια σχετικά διάφανη εικόνα, οπότε το ρυάκι φαινόταν ξεκάθαρα στην πορεία του. Ένιωθα όλο και καλύτερα, όλο και πιο δυνατή, όλο και πιο βαριά. Τα σώματά μας ήταν πολύ κοντά και η ενέργειά του μέσα μου έστελνε δυνατά ρίγη σε όλο μου το κορμί.
«Μη χάνεις τη συγκέντρωσή σου» μου ψιθύρισε και έσμιξε τα φρύδια του στην προσπάθεια να διοχετεύσει όση περισσότερη ενέργεια μπορούσε. Πρώτη φορά τον παρατηρούσα από τόσο κοντινή απόσταση και το πρόσωπό του, έτσι σκυθρωπό και συγκεντρωμένο, ήταν ταυτόχρονα όμορφο και γοητευτικό. Απέπνεε μια σιγουριά και μια ασφάλεια και εκείνη τη στιγμή ήξερα ότι μπορούσα να τον εμπιστευτώ.
Έκλεισα τα μάτια μου ξανά και σκέφτηκα όλα αυτά τα ρυάκια να έρχονται με πολύ περισσότερη ορμή προς τα εμένα. Με υπάκουσαν. Ήμουν αχόρταγη και αυτό που κυριαρχούσε μέσα μου ήταν η πείνα για περισσότερη δύναμη. Βούλιαζα στο έδαφος όλο και πιο πολύ.
Τον άκουσα να ξεφυσάει εξαντλημένος και το μυρμήγκιασμα στα δάχτυλά μου σταμάτησε. Οι παλμοί μου είχαν ανέβει και είχα λαχανιάσει. Τόσο από την προσπάθεια όσο από τη σύνδεση μεταξύ μας. Η αίσθηση ήταν πρωτόγνωρη και δεν μπορούσα να την παρομοιάσω με τίποτα που είχα ζήσει ως τότε.
«Επιτέλους, τα καταφέραμε» μονολόγησα όσο η ενέργεια καταλάγιαζε μέσα μου. Είχα ακόμη τα μάτια μου κλειστά. «Και τώρα τι;»
 «Σωστά» είπε και τον αισθάνθηκα να σηκώνεται από δίπλα μου αμέσως, ξεχνώντας την προηγούμενη αδιαθεσία του. Είχα ήδη καταλάβει, παρόλο που ουσιαστικά δεν τον γνώριζα καθόλου, ότι ήταν άνθρωπος του καθήκοντος. «Πάω να σου φέρω το φίλτρο».
Έκανε μεταβολή αλλά πριν φύγει τον σταμάτησα λέγοντάς του:
«Μπορείς να…» δίστασα. Με κοίταξε παροτρύνοντάς με να συνεχίσω. Καθάρισα τον λαιμό μου. «Μπορείς να μου πεις τι ακριβώς θα γίνει όταν πιω τον ζωμό;»
Παραξενεύτηκε.
«Γιατί;» ρώτησε.
«Να, δε… δε μου αρέσουν οι εκπλήξεις…» συμπλήρωσα. Έριξε μια ματιά στο ρολόι πάνω από τη βιβλιοθήκη που βρισκόταν στον απέναντι τοίχο και έκανε μερικά βήματα προς το μέρος μου. Ένιωθα πως ο χρόνος κυλούσε περίεργα στο αστρικό πεδίο. Έκανα μια νοητή σημείωση να ρωτήσω γι’ αυτό αργότερα και περίμενα ανυπόμονα για τις καινούριες πληροφορίες.
«Το φίλτρο αυτό κατασκευάζεται εδώ από ειδικευμένους εργαζόμενους της Ακαδημίας. Κανείς πέρα από εκείνους δε γνωρίζει τη μυστική συνταγή και για να καταφέρεις να πάρεις αυτή την πληροφορία πρέπει να διαλέξεις τη συγκεκριμένη κατεύθυνση και να κοπιάσεις πολύ. Γνωρίζω μόνο ότι περιέχει πολλά συστατικά, τα οποία στοχεύουν στη σταθεροποίηση της ενέργειας μέσα σου και στην “επαναφόρτισή” σου». Σταμάτησε ψάχνοντας τι να πει στη συνέχεια. «Όχι, αν κρίνω από το σαστισμένο ύφος σου, σου εγγυώμαι πως δεν έχει πόδια βατράχου και αίμα παρθένας μέσα. Δεν κάνουμε σατανικά πράγματα» αστειεύτηκε. Δε με άφησε να τον διακόψω ωστόσο. «Χρειάζεσαι τροφή, όπως χρειαζόσουν και στο κοσμικό πεδίο. Στο αστρικό όμως δε φυτρώνουν δέντρα και δεν υπάρχουν οικόσιτα ζώα για να τραφούμε και ούτε έχουμε τη δυνατότητα να φάμε σαν φυσιολογικοί άνθρωποι. Αυτός ο ζωμός είναι που μας δίνει την ενέργεια που χρειαζόμαστε σε καθημερινή βάση».
«Τι θα γίνει αφού πιω;» έκανα πιο συγκεκριμένη την ερώτησή μου. Καλές ήταν όλες αυτές οι πληροφορίες, όμως εγώ ήθελα να μάθω τι θα συνέβαινε στο σώμα που μετά από τόσο κόπο ένιωθα να έχω αποκτήσει πίσω σε έναν βαθμό.
«Την πρώτη φορά είναι πάντα πιο έντονο. Αν θυμάμαι καλά, θα αισθανθείς ένα μούδιασμα να απλώνεται στο σώμα σου και ταυτόχρονα θα δυναμώνεις. Είναι σαν να μπαίνουν κομμάτια ενός παζλ στη θέση τους. Δεν είναι κάτι, μη φοβάσαι. Τα δύσκολα πέρασαν».
Δεν είχε σκοπό να συνεχίσει άλλο. Ήδη είχα καταχραστεί την υπομονή του. Μου έφερε το μπουκάλι με το φίλτρο. Το πήρα στα χέρια μου και η πρώτη κίνηση που θεώρησα σωστό να κάνω ήταν να μυρίσω το περιεχόμενό του. Όντως είχε μυρωδιά φρούτων. Το υποσυνείδητό μου μου έλεγε να μην τολμήσω να πιω αυτό το κατασκεύασμα, αλλά κάτω από το αυστηρό βλέμμα του Σεμπάστιαν δεν μπορούσα παρά να το παρακούσω.
Έφερα το βαρύ για το μέγεθός του μπουκάλι στο στόμα μου και ήπια μια μικρή γουλιά. Τα φρούτα δεν περιορίζονταν μόνο στη μυρωδιά, αλλά ήταν διάχυτα και στη γεύση, αγκαλιασμένα με μαεστρία με μια γεύση μετάλλου. Ήπια ακόμη μια γουλιά, κι άλλη κι άλλη μέχρι που έφτασα στην τελευταία σταγόνα δίχως να το καταλάβω. Έδωσα το σκεύος στον Σεμπάστιαν και συγκεντρώθηκα στο μούδιασμα που ξεκινούσε από την κοιλιά μου και απλωνόταν σε όλο μου το σώμα. Ανακατευόμουν και, όταν το μούδιασμα έφτασε στο κεφάλι μου, ένιωσα να ζαλίζομαι.
«Δε.. Δεν είμαι καλά» ψιθύρισα, ενώ όλα γύρω μου στροβιλίζονταν. Ένιωθα σαν να παραπαίω, όμως πρέπει να ήμουν ακίνητη στην πραγματικότητα.
«Υπομονή. Σε ένα λεπτό θα τελειώσει» άκουσα από πολύ μακριά τη φωνή του. Αυτό έπρεπε να κάνω. Έτσι κι αλλιώς μου είχε πει ότι δεν ήταν κάποια δύσκολη διαδικασία. Ίσως έφταιγε που ήμουν άυλη για πολλές ώρες μέχρι να τα καταφέρω. Σύμφωνα με εκείνον δε θα έπρεπε να μου είχε πάρει τόσο. Θα έκανα λοιπόν υπομονή, θα μετρούσα ως το τρία και θα έφευγαν όλα. Ένα… δύο… τρία… Και όλα σκοτείνιασαν.


Αγγελίνα Παπαδημητρίου