Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

26.11.18

Η άργυρος χορδή (Κεφάλαιο 5 - Μέρος 1)


Η κρεβατοκάμαρα στο σπίτι που μεγάλωσα μπορούσε να φανερώσει πολλά για τον χαρακτήρα μου. Το πρώτο ήταν πως δε μου άρεσαν καθόλου οι αλλαγές, για αυτό και η διακόσμησή της είχε τροποποιηθεί ελάχιστες φορές και αυτό όταν, αναγκαστικά, έπρεπε να την αναδιαρρυθμίσω, ώστε να πάψει πλέον να είναι ένα εφηβικό δωμάτιο, αλλά ένας χώρος που θα μπορεί να φιλοξενήσει μια φιλόδοξη νέα φοιτήτρια. Φυσικά από τότε δεν είχε αλλάξει το παραμικρό και –εννοείται– πως δεν είχα πετάξει πολλά από τα προσωπικά μου αντικείμενα. Δεκάδες διακοσμητικά δέσποζαν πάνω στη βιβλιοθήκη μου, εξυπηρετώντας τον σκοπό της νοσταλγίας μου και αναγκάζοντάς με να τα ξεσκονίζω κάθε εβδομάδα. Πράγμα που δεν παρέλειπα ποτέ να κάνω, μιας και η μανία με την καθαριότητα και την τάξη ήταν το δεύτερο χαρακτηριστικό μου που διαφαινόταν μέσα από την εικόνα του προσωπικού μου χώρου.
Αυτήν τη φορά όμως κάτι πήγαινε στραβά. Η αίσθηση που είχα ενώ βρισκόμουν εκεί δεν ήταν η ίδια. Ένιωθα… περίεργα. Και αυτό δεν ήταν κάτι συνηθισμένο. Στο δωμάτιό μου μπορούσα να βρω τα πάντα με τα μάτια κλειστά. Ήταν ο χώρος μου, το δημιούργημά μου. Όμως ένιωθα σαν παράταιρη, σαν ξένη. Και τότε θυμήθηκα. Δεν έπρεπε να βρίσκομαι εκεί. Η ψυχή μου ήταν στο αστρικό πεδίο, αποκομμένη από το σώμα μου…
Παρά το σοκ της συνειδητοποίησης σηκώθηκα ψύχραιμα, σχεδόν σαν να μην το θέλω, και ανόρεχτα προχώρησα προς τη βιβλιοθήκη. Τα βήματά μου ήταν αργά και βαριεστημένα, δε θύμιζαν το νευρικό συνηθισμένο περπάτημά μου. Το μάτι μου έπεσε πάνω σε ένα συγκεκριμένο διακοσμητικό στο μεσαίο ράφι: ένα κουρδιστό καρουζέλ με ροζ άλογα, από αυτά που βγάζουν αυτήν τη συγκεκριμένη, ανατριχιαστική σχεδόν, μελωδία. Το έπιασα απαλά με το χέρι μου και το περιεργάστηκα. Για κάποιους μπορεί να ήταν κοινότυπο, παιδικό ή πεπερασμένο, όμως για εμένα είχε ξεχωριστή σημασία. Ήταν δώρο από τον πατέρα μου. Το είχε αγοράσει για εμένα, όταν ακόμη ήμουν πολύ μικρή, για να με ηρεμεί με τη μουσική του. Αυτή τη μουσική που, όποτε την άκουγα, ακόμη και σήμερα, τον ένιωθα πολύ κοντά μου. Σαν να ήταν εκείνος που το κούρδιζε για εμένα.
Αποφάσισα όμως να το αφήσω απότομα στη θέση του και να στραφώ προς την ντουλάπα μου. Κοίταξα το είδωλό μου στον ολόσωμο καθρέπτη που βρισκόταν δίπλα. Τον είχα αγοράσει λίγα χρόνια πριν, ορμώμενη από την ανάγκη να εξετάζω κάθε λεπτομέρεια στην εμφάνισή μου. Η αντανάκλασή μου σε αυτόν ήταν… διαφορετική. Η όψη μου ήταν πιο ασθενική. Τα μάτια μου είχαν το συνηθισμένο μαύρο χρώμα τους, όμως φαίνονταν κουρασμένα.
Το συναίσθημα πως η παρουσία μου στο δωμάτιό μου ήταν λάθος όλο και δυνάμωνε.
Είναι απλώς ένα όνειρο… καθησύχασα τον εαυτό μου και προσπάθησα να ξεφυσήξω για να χαλαρώσω. Όμως δεν μπορούσα. Δεν άργησα να συνειδητοποιήσω πως δεν μπορούσα να κάνω καμία εκούσια κίνηση, παρά βρισκόμουν εγκλωβισμένη μέσα στο ίδιο μου το σώμα. Πανικοβλήθηκα.
Σε δευτερόλεπτα άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρυσα το ταβάνι του δωματίου στο οποίο βρισκόμουν με τον Σεμπάστιαν. Ή τουλάχιστον το στριφογυριστό ταβάνι του δωματίου, μιας και όλα γυρνούσαν ασταμάτητα. Δεν ήξερα πόση ώρα είχε περάσει, όμως μόλις έδειξα κάποιο σημείο ζωής, ο Σεμπάστιαν εισήλθε στο οπτικό μου πεδίο γεμίζοντάς με με ερωτήσεις.
«Είσαι καλά; Πώς νιώθεις; Πες μου, μίλα μου. Μπορείς να μιλήσεις;» Φαινόταν ανήσυχος και η αντίδρασή του μου προκαλούσε γέλιο. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα να σπάει τη μάσκα της σιγουριάς του.
«Καλά είμαι» απάντησα, για να ανακαλύψω ότι η φωνή μου δεν έβγαινε και με τόση ευκολία από τον λαιμό μου. «Θα ήμουν καλύτερα, αν φρόντιζες να με είχες σηκώσει από το πάτωμα βέβαια» συμπλήρωσα με μια δόση ειρωνείας.
Το αυστηρό και απόμακρο ύφος του πήρε τη θέση που πάντα είχε.
«Αν μπορούσα να σε αγγίξω, θα το συζητούσαμε. Αλλά φρόντισες να λιποθυμήσεις πριν περάσουμε στο τρίτο στάδιο ύλης». Γιατί του μίλησα απότομα; Δε μου έφταιγε σε κάτι. Ή μάλλον…
«Τι στο καλό είχε μέσα το φίλτρο; Γιατί λιποθύμησα; Είπες πως ήταν εντάξει!» τον κατηγόρησα, ενώ σηκωνόμουν με δυσκολία από το πάτωμα.
Φάνηκε σκεπτικός. Μετά από λίγα βασανιστικά δευτερόλεπτα είπε:
«Ίσως πρέπει να ξεκουραστείς. Ταλαιπωρήθηκες αρκετά μέχρι στιγμής και ακολουθούν δυσκολότερες ασκήσεις. Θα σε πάω στο δωμάτιό σου».
Βγήκαμε αμίλητοι από την αίθουσα με εκείνον να προπορεύεται για άλλη μια φορά. Προχωρήσαμε σε αμέτρητους διαδρόμους, τόσο πανομοιότυπους που το μόνο σίγουρο ήταν πως δεν υπήρχε περίπτωση να μη χαθώ, όταν θα ήμουν μόνη μου. Η μόνη διαφοροποίηση ήταν όταν περάσαμε έξω από μια αίθουσα, η πόρτα της οποίας έμοιαζε μεσαιωνική. Ήταν ξύλινη, βαριά και τεράστια, με οβάλ τελείωμα στο πάνω μέρος.
Ο Σεμπάστιαν έπιασε το βλέμμα μου και με ενημέρωσε πως επρόκειτο για την αίθουσα προπονήσεων. Εδώ εκπαιδεύονταν οι μαθητευόμενοι σε ό,τι αφορούσε τις σωματικές δραστηριότητες. Εκεί θα ξεκινούσα και τα πρώτα μου μαθήματα την επόμενη ημέρα.
Στρίψαμε δεξιά μετά την αίθουσα προπόνησης και οδηγηθήκαμε σε έναν διάδρομο με αντικριστές πόρτες, που θύμιζε δωμάτια ξενοδοχείου ή κοιτώνες πανεπιστημίου. Στις πόρτες έβλεπα να αναγράφονται διάφοροι αριθμοί με αύξουσα σειρά. Σταματήσαμε έξω από τον αριθμό εκατόν είκοσι και υπέθεσα πως αυτό θα ήταν το δικό μου δωμάτιο.
«Εδώ είμαστε. Όπως βλέπεις, είσαι κοντά στην αίθουσα προπονήσεων, οπότε ποντάρω πως αύριο το πρωί δε θα χαθείς. Για τα υπόλοιπα θα σε βοηθήσει αυτό εδώ» έτεινε το χέρι του και μου έδωσε ένα διπλωμένο χαρτί.
Ήταν ένας χάρτης, μια κάτοψη του κτιρίου της Ακαδημίας. Σε κάθε τετράγωνο αναγραφόταν το όνομα ή ο αριθμός του δωματίου, ενώ ολόκληρη η Ακαδημία εκτεινόταν σε έναν μόνο όροφο. Οι χώροι ήταν αμέτρητοι.
«Επειδή δεν έχεις μάθει ακόμα να υπολογίζεις την ώρα» συνέχισε «αλλά και επειδή χρειάζεσαι όσο το δυνατόν περισσότερη ξεκούραση, έλα να μας βρεις μόλις ξυπνήσεις. Θα φροντίσω να σου στείλουν φίλτρο για να μη χρειαστεί να πας στην κουζίνα».
Δεν ήξερα αν αυτό ήταν το σύστημα για τους νεοφερμένους ή αν είχε δει την απελπισία στα μάτια μου κατά τη διάρκεια της διαδρομής μας, ωστόσο χαιρόμουν που δε χρειαζόταν να γίνω ρεζίλι από την πρώτη μέρα.
Καληνυχτιστήκαμε και μπήκα δειλά στον χώρο. Στο καινούριο μου δωμάτιο…
Δεν ήταν ακριβώς αυτό που είχε προλάβει το μυαλό μου να φανταστεί. Περίμενα ένα στεγνό δωμάτιο, σαν φυλακή, με ένα σιδερένιο κρεβάτι και σκούρα καλύμματα. Αντιθέτως αντίκρισα έναν αρκετά μοντέρνο χώρο, με έντονα χρωματισμένους τοίχους στις αποχρώσεις του μπλε και αρκετά έπιπλα να το γεμίζουν. Υπήρχε βιβλιοθήκη, ντουλάπα, γραφείο και ένας ολόσωμος καθρέφτης. Στον έναν τοίχο υπήρχε μία πόρτα, η οποία υπέθεσα πως θα οδηγούσε στο μπάνιο. Η απορία που μου δημιουργήθηκε ήταν ενστικτώδης: για ποιον λόγο χρειαζόμασταν μπάνιο και πώς στο καλό υπήρχε υδραυλικό σύστημα στην Ακαδημία; Πώς υπήρχαν και όλα τα υπόλοιπα βέβαια…
Μπήκα μέσα στο μπάνιο και γρήγορα συνειδητοποίησα πως υπήρχε μόνο μία ντουζιέρα και ένας νιπτήρας με καθρέπτη. Τίποτε άλλο. Το μάτι μου έπεσε σε δύο γυάλινα δοχεία γεμάτα με νερό που βρίσκονταν πάνω από τα δύο σημεία, πράγμα που με βοήθησε να βγάλω κάποια συμπεράσματα σχετικά με τις απορίες μου. Θα ρωτούσα λεπτομέρειες αργότερα.
Η επόμενη επιδρομή μου έγινε στην ντουλάπα και η ανακάλυψή μου με χαροποίησε αρκετά. Τα περισσότερα ρούχα ήταν άνετα και σε σκούρες αποχρώσεις. Φυσικά δεν έλειπε η επίσημη ενδυμασία με το έμβλημα της Ακαδημίας. Πέρασα τα δάχτυλά μου πάνω του και ένιωσα την ξεχωριστή υφή του από το υπόλοιπο ύφασμα, ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόμουν αν θα κατάφερνα ποτέ να νιώσω μέλος αυτής της ομάδας. Από τη μία δεν ήξερα αν όντως το επιθυμούσα, γιατί αν το αποδεχόμουν θα σήμαινε πως θα έπαιρνα απόφαση να διαγράψω την παλιά μου ζωή.. την κανονική μου ζωή.
Πλησίασα στο κρεβάτι μου και άγγιξα το μαλακό υλικό του παπλώματος. Η υφή έμοιαζε διαφορετική από αυτό που θα περίμενε κανείς, όμως ήταν εξίσου ελκυστική. Το σώμα μου φώναζε πως είχε ανάγκη για ξεκούραση. Αποφάσισα να αφήσω όσο γινόταν τις σκέψεις μου στην άκρη και να υπακούσω στις επιταγές του. Εξάλλου απ’ ό,τι φαινόταν, είχα όλο τον χρόνο για να φιλοσοφήσω την κατάσταση στην οποία βρέθηκα τόσο ξαφνικά. Λίγο πριν αποκοιμηθώ μονολόγησα κάτι που συνόψιζε κάθε ανησυχία μου:
Πού έχεις μπλέξει, Ναντίν;

Αγγελίνα Παπαδημητρίου