Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

1.12.18

Η άργυρος χορδή (Κεφάλαιο 5 - Μέρος 2)


Ξύπνησα ανανεωμένη και γεμάτη ενέργεια. Είχα πάρα πολύ καιρό να αισθανθώ τόσο ξεκούραστο το σώμα μου. Μάλλον το αστρικό πεδίο ευνοούσε τον ύπνο. Ετοιμάστηκα γρήγορα, καθώς παρότι ο Σεμπάστιαν μού είχε δώσει την άδεια να παρουσιαστώ αργότερα στην προπόνηση, δεν ήθελα να καταχραστώ την ανεκτικότητά του και να το παρακάνω. Από την άλλη ένιωθα έναν μικρό ενθουσιασμό να έχει φωλιάσει στο στήθος μου, όμως επέλεγα να το αποδώσω στην περίεργή μου φύση, η οποία ενθουσιαζόταν με οποιαδήποτε μορφή μάθησης.
Βγήκα στον διάδρομο με μια μικρή ανησυχία. Πώς θα εμφανιζόμουν μπροστά σε τόσο κόσμο, μια άκυρη νεοφερμένη, η οποία δεν είχε περάσει καν ακόμη στο τρίτο στάδιο ύλης; Όσο προχωρούσα προς την αίθουσα τόσο περισσότερο αυξανόταν το άγχος μου. Στάθηκα για λίγες στιγμές απέξω, έκλεισα τα μάτια μου και πήρα μια βαθιά ανάσα. Οι σκέψεις στο κεφάλι μου καταλάγιασαν σε έναν βαθμό, οπότε εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία και έσπρωξα την μεγαλεπήβολη ξύλινη πόρτα.
Αυτό που αντίκρισα με σόκαρε. Όχι επειδή μπροστά μου εμφανίστηκε κάτι περίεργο, αλλά ακριβώς για τον αντίθετο λόγο: όλα φαίνονταν τόσο… φυσιολογικά. Η αίθουσα ήταν τεράστια σε μήκος και πλάτος, ενώ δε διακρινόταν καν αν υπήρχε ταβάνι. Το μόνο που έβλεπες ήταν συσσωρευμένη ενέργεια στο πάνω μέρος, η οποία ήταν υπεύθυνη για τον φωτισμό του χώρου. Πρέπει να είχα φτάσει την ώρα που έκαναν διάλειμμα, καθώς όλοι οι εκπαιδευόμενοι ήταν χωρισμένοι σε παρέες και συζητούσαν δυνατά, γεμίζοντας με τις φωνές τους τον χώρο.
Στάθηκα στην πόρτα και έλεγξα τον χώρο για τη μοναδική γνώριμη σε εμένα φιγούρα. Η ματιά μου πέρασε από πολλά πρόσωπα πριν τον εντοπίσει, όμως καθώς κινήθηκα για να πάω προς το μέρος του, μια φωνή από πίσω μου με σταμάτησε.
«Εσύ πρέπει να είσαι η νεοφερμένη, σωστά;»
Γύρισα ξαφνιασμένη, προσπαθώντας να φερθώ όσο πιο φυσιολογικά γινόταν και να μη δείξω πόσο είχα τρομάξει από τον απότομο χαιρετισμό. Χαμογέλασα αμήχανα στον νεαρό, κατά ένα κεφάλι ψηλότερό μου και μελαχρινό άντρα που βρισκόταν πλέον μπροστά μου.
«Σωστά» απάντησα. Ευχόμουν να μην είχα ακουστεί όσο ξινή πίστευα. Ο νεαρός φαινόταν να έχει την καλύτερη φιλική διάθεση.
«Είμαι ο Ρετζινάρντο. Τελειόφοιτος» έτεινε το χέρι του προς εμένα. Το κοίταξα έντρομη και ξεροκατάπια, γνωρίζοντας πως δεν υπήρχε περίπτωση να μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε χειραψία. Έπρεπε να βρω κάτι να πω και γρήγορα.
«Ε, είμαι η Ναντίν. Ξέρεις… Δεν». Δεν ήταν και τόσο πετυχημένο τελικά.
«Ω, συγγνώμη. Δικό μου λάθος. Δεν έχεις περάσει στο τρίτο στάδιο, έτσι; Δεν πειράζει, μην ανησυχείς. Δεν παίρνει σε όλους τον ίδιο καιρό».
Ο λόγος του ήταν χειμαρρώδης και διέκρινα μια ελαφριά προφορά. Ιταλική ίσως;
«Δεν πειράζει» απάντησα, όντας λίγο πιο χαλαρή αυτήν τη φορά. Ο Ρετζινάρντο είχε κάτι οικείο επάνω του, που με έκανε να νιώθω άνετα μαζί του.
«Ακόμα δεν ήρθε και έτρεξες να την καπαρώσεις, Ρέτζι;»
Μια γλυκιά αλλά αρκετά δυνατή φωνή ήρθε πίσω από τον συνομιλητή μου, η οποία συμπληρώθηκε από την εμφάνιση μιας πανέμορφης ξανθιάς κοπέλας, πάνω κάτω στο ύψος και στην ηλικία μου, όπως υπέθεσα. Ο Ρετζινάρντο φάνηκε να ευχαριστιέται το πείραγμά της. Της χαμογέλασε πλατιά και τα μάτια του γυάλισαν παιχνιδιάρικα, όταν της απάντησε:
«Ξέρεις από πρώτο χέρι, πως η καθοδήγησή μου είναι απαραίτητη στους νεοφερμένους».
«Πώς γίνεται πάντα να χρειάζονται τη βοήθειά σου μόνο όσοι είναι γένους θηλυκού βέβαια… Είμαι η Άντρεα» γύρισε προς το μέρος μου, τερματίζοντας τα πειράγματά τους «Καλώς ήρθες».
Ευτυχώς δεν έτεινε και εκείνη το χέρι της και έτσι δεν αναγκάστηκα να ξαναδικαιολογηθώ για την ανικανότητά μου. Ένιωθα απαίσια, τόσο κατώτερη από όλους. Δεν είχα συνηθίσει να αισθάνομαι έτσι για τον εαυτό μου. Πάντα ήμουν σίγουρη και γνώριζα πού πατούσα. Τώρα όμως…
«Ναντίν Βιλνέβ. Χάρηκα για τη γνωριμία, Άντρεα».
«Βιλνέβ; Γαλλίδα;»
«Καταγωγή. Ο πατέρας μου ήταν Γάλλος».
«Ήταν;» ρώτησε παραξενεμένη.
«Ε… Ναι, χάθηκε όταν ήμουν πολύ μικρή».
«Λυπάμαι, κορίτσι μου. Ορίστε» είπε και σκούντηξε τον φίλο της «να ποια θα μας μάθει γαλλικά».
«Χα, να με συμπαθάς, αλλά να μου λείπει. Τόσο διάβασμα ούτε στο πανεπιστήμιο δεν είχα ρίξει».
Με την άκρη του ματιού μου έπιασα μια κίνηση στην άλλη άκρη της αίθουσας. Ήταν ο Σεμπάστιαν, ο οποίος χειρονομούσε προς το μέρος μας και, μόλις διασταυρώθηκαν οι ματιές μας, μου έκανε νόημα να πάω προς το μέρος του.
«Εγώ πρέπει να σας αφήσω προς το παρόν. Με καλεί το καθήκον».
Ένευσαν και οι δύο και με αποδέσμευσαν, συνεχίζοντας μια συζήτηση μεταξύ τους, που θα μου ήταν αδύνατο να κατανοήσω. Προχώρησα προς τον εκπαιδευτή μου όσο γρηγορότερα μπορούσα.
«Καλημέρα, Ναντίν. Πώς είσαι;» με ρώτησε με ενδιαφέρον μόλις στάθηκα μπροστά του.
«Καλά. Σίγουρα καλύτερα από χθες. Ευχαριστώ».
«Δε σου έφερα φίλτρο, σε περίπτωση που αναρωτιέσαι, γιατί θα ήθελα να είμαι παρών όταν πιεις δεύτερη φορά. Για παν ενδεχόμενο».
Όχι μόνο δεν είχα αναρωτηθεί γιατί δε μου είχε φέρει, όπως είχαμε συζητήσει το προηγούμενο βράδυ, αλλά το είχα ξεχάσει τελείως. Αποφάσισα να κρατήσω αυτήν τη λεπτομέρεια για τον εαυτό μου, όμως, και να μη δείξω από τώρα τέτοια ασυνέπεια.
«Το φαντάστηκα» είπα χωρίς να είναι αλήθεια.
«Ωραία. Θα σου το δώσω στο τέλος του μαθήματος. Πριν αρχίσουμε όμως, μήπως υπάρχει κάτι που θέλεις να με ρωτήσεις;»
Κάτι; Ένα εκατομμύριο πράγματα…
«Για την ακρίβεια, μου γεννήθηκε μια απορία καθώς ερχόμουν εδώ. Τι ακριβώς συμβαίνει με τον φωτισμό της Ακαδημίας;»
Το σχεδόν καθιερωμένο ανεπαίσθητο μειδίαμά του επέστρεψε, όπως κάθε φορά που ρωτούσα κάτι που του φαινόταν απλό, ωστόσο μου απάντησε με απόλυτη σοβαρότητα.
«Όπως βλέπεις» είπε δείχνοντας προς τα πάνω στο ταβάνι «υπάρχει συσσωρευμένη ενέργεια σε όλους τους χώρους. Αυτή έχει δημιουργηθεί πριν από πάρα πολλούς αιώνες, από τότε που δημιουργήθηκε η Ακαδημία, και συντηρείται. Είναι συσσωρευμένο φως, το οποίο τρέφεται από την ενέργεια των σωμάτων που βρίσκονται στον χώρο. Όταν υπάρχουν σε αυτόν αστρικά σώματα, απορροφά λίγη από την ενέργεια που εκπέμπουν και το φως δυναμώνει. Όταν δεν υπάρχει κανείς, ατονούν, όμως ποτέ δε σβήνουν τελείως, γι’ αυτό πρακτικά δεν υπάρχει κανένας τελείως σκοτεινός χώρος εδώ».
«Φοβερό» σχολίασα εμβρόντητη. Δεν περίμενα κάτι τέτοιο, βέβαια πλέον δεν ήξερα και τι να περιμένω.
«Νιώθεις έτοιμη να ξεκινήσουμε;»
Αφού συμφώνησα, κατευθυνθήκαμε προς ένα σημείο της αίθουσας, το οποίο δεν είχε σχεδόν καθόλου κόσμο, δίπλα από μια στοίβα με στρώματα γυμναστικής. Ο Σεμπάστιαν πήρε αυτό που βρισκόταν στην κορυφή, το έστρωσε στο πάτωμα και μου υπέδειξε να καθίσω πάνω του, ενώ εκείνος γονάτισε δίπλα μου στο ένα πόδι του, για να τον ακούω.
«Θα κάνεις ασκήσεις συγκέντρωσης σήμερα, για να μπορέσουμε να μεταβούμε στο τρίτο στάδιο ύλης. Θυμάσαι τη διαδικασία από εχθές;»
«Αρκετά».
«Ωραία. Προσπάθησε να απορροφήσεις ενέργεια από τον χώρο γύρω σου. Σε αυτή την αίθουσα υπάρχει πάρα πολλή μαζεμένη, μιας και βρισκόμαστε πολλά άτομα συγκεντρωμένα. Μπορείς να την εκμεταλλευτείς. Αν συναντήσεις οποιαδήποτε δυσκολία, θέλω να με φωνάξεις. Εντάξει;»
Ένευσα και σε λίγα δευτερόλεπτα με είχε αφήσει μόνη μου στο σημείο. Η άκρη του ματιού μου έπιασε τον Ρετζινάρντο και την Άντρεα να εξασκούνται στη σωματική πάλη και κάτι μέσα μου σκίρτησε. Ήθελα να φτάσω και εγώ σε αυτό το στάδιο, να γίνω φυσιολογική, να μην είμαι παράταιρη. Θα έβαζα τα δυνατά μου.
Δεν ήξερα καν πόση ώρα είχα περάσει προσπαθώντας να συγκεντρωθώ, όμως οι προσπάθειές μου ήταν άκαρπες. Δεν είχα κάνει καμία πρόοδο και η απογοήτευση στο βλέμμα του Σεμπάστιαν κάθε φορά που ερχόταν να με ελέγξει και να μου δώσει συμβουλές δεν έκανε την κατάστασή μου καλύτερη. Το μάθημα τελείωσε και εκείνος ήρθε με ένα ίδιο μπουκάλι όπως το χθεσινό.
«Άσπρο πάτο» είπε και μου το έδωσε.
Το πήρα διστακτικά. Η ανάμνηση της χθεσινής νύχτας ήταν πολύ φρέσκια ακόμη.
«Είσαι σίγουρος ότι δε θα έχουμε τις ίδιες επιπτώσεις; Δε μου αρέσει να λιποθυμάω» σχολίασα.
«Είμαι. Πιες» με κοιτούσε έντονα και σταθερά.
Υπάκουσα.
Ακούμπησα το μπουκάλι στα χείλη μου και εκείνος με προέτρεψε με μια κίνηση του κεφαλιού του. Πήρα μια βαθιά ανάσα, έκλεισα τα μάτια μου και ρούφηξα μια γερή γουλιά. Την κατάπια αμέσως, δίχως να προλάβω να το ξανασκεφτώ και περίμενα, ενώ η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή.
Το γνωστό κάψιμο-μούδιασμα ξεκίνησε από τον λαιμό μου και άρχισε να διασκορπίζεται σε κάθε σημείο του κορμιού μου, ενώ παράλληλα ένιωθα ένα προς ένα τα κύτταρά μου να ξυπνούν. Όταν έφτασε στο στομάχι μου άρχισε να καίει και να πονάει, όμως δεν είχε σχέση με τον βαθμό της προηγούμενης νύχτας. Το δωμάτιο στροβιλίστηκε για λίγα δευτερόλεπτα και μετά σταθεροποιήθηκε επαρκώς για να μπορέσω να επικοινωνήσω. Κοιτάζοντας τον εκπαιδευτή μου κατάλαβα ότι είχε αγωνία για το τι θα γινόταν. Μισόκλεισα τα μάτια μου δείχνοντάς του ότι ενοχλούμαι και συνέχισα να πίνω μέχρι που γουλιά τη γουλιά άδειασα όλο το μπουκάλι. Σκούπισα τα χείλη μου με την ανάστροφη της παλάμης μου και του είπα καυστικά:
«Είναι που δε θα συνέβαινε τίποτα! Άσπρος έγινες από την αγωνία σου μέχρι να τελειώσω και να βεβαιωθείς ότι είναι όλα εντάξει!»
Στριφογύρισε τα μάτια του σε ένδειξη απελπισίας και με αποδέσμευσε, στέλνοντάς με να ξεκουραστώ στο δωμάτιό μου, αφού πρώτα αγγάρεψε τον Ρέτζι να με συνοδεύσει στη βιβλιοθήκη, για να πάρω τα βιβλία μου.

Αγγελίνα Παπαδημητρίου