Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

6.12.18

Η κραυγή του αετού (Κεφάλαιο 5)

Η οικογένεια Ινουγουάσι ήταν η τελευταία που ανέβηκε στο θρόνο ύστερα από τον θάνατο του Αυτοκράτορα. Τα χρόνια τότε ήταν πολύ δύσκολα και η αναρχία δεν αργούσε να εμφανιστεί. Οι σύμβουλοι είχαν ήδη καταχραστεί την εξουσία τους και επέβαλλαν σκληρά μετρά στον λαό της Ιαπωνίας. Η δικτατορία τους κράτησε περίπου τρεις δεκαετίες, όταν το καθεστώς των Αυτοκρατόρων και τον φεουδαρχών καταρρίφθηκε από τη μεγάλη εξέγερση  που προκλήθηκε από τον λαό των Νήσων. Η Δημοκρατία έμελλε να ξεκινήσει μία καινούργια εποχή.

           
Αυτό το νέο καθεστώς υποσχέθηκε ευημερία, πλούτο και άφθονα αγαθά: καλή ζωή για όλους όσους ζούσαν υπό τον έλεγχο της Κυβέρνησης. Κανένας δεν θα υπέφερε εάν υπάκουγε στην κάθε εντολή τους. Φυσιολογικά αιτήματα του οποιοδήποτε σωτήρα. Και όπως ήταν αναμενόμενο, όλοι ακολούθησαν τυφλά χωρίς ενδοιασμούς και απορίες. Προτιμούσαν να ζούνε μέσα στην ευημερία, ακόμα και αν αυτό απαιτούσε την απόλυτή τους αφοσίωση ή την οποιαδήποτε θυσία. Θα έκανα τα πάντα για λίγο παραπάνω ψωμί και νερό. Ήταν τότε λογικό. Σε εκείνους, αυτό φάνηκε απόλυτα λογικό και δεν άργησαν να μαζεύονται μεγάλοι αριθμοί οπαδών σε κάθε γωνιά της χώρας. Σταδιακά, οι δέκα έγιναν είκοσι, οι είκοσι πενήντα, εβδομήντα, εκατό: όσο περνούσαν οι μήνες η δύναμη των δημοκρατικών όλο και μεγάλωνε, και αποτελούταν κυρίως από τους φτωχούς και τους απεγνωσμένους, από όλους εκείνους που αναζητούσαν και απαιτούσαν μια λύση στα χρόνια προβλήματά τους.
           
Ήταν λογικό.
Μα οι Ινουγουάσι είχαν καταφέρει να δουν την εξαπάτηση και την προδοσία που επακολούθησε. Προσπάθησαν να προειδοποιήσουν τον λαό, να εξηγήσουν και να θυμίσουν το καλό που είχε κάνει η οικογένεια στην Ιαπωνία και στους ανθρώπους της. Κανείς ποτέ δεν πείνασε, κανείς ποτέ δε γνώρισε τα βάσανα μιας καταπιεστικής ζωής.  Η αλλαγή που αναζητούσαν ήταν αναμενόμενη και το κατανοούσαν το κάθε αίτημά τους, όμως, εάν ακολουθούσαν εκείνο τον δρόμο που σιγά – σιγά τους χάραζαν οι δημοκράτες, θα οδηγούνταν στην καταστροφή και όσα είχαν ιερά και αγαπημένα θα τα παρακολουθούσαν να χάνονται και να καίγονται από τα ίδια τους τα χέρια.
Η φωνή τους ήταν δυναμική και αποφασιστική, αλλά λίγοι τους άκουσαν και ακόμα λιγότεροι υπάκουσαν σε τούτη την προειδοποίηση. Ναι, η αλλαγή ήταν κατανοητή, μα αυτή τους η δίψα τους είχε τυφλώσει και δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής.  
Ήταν θλιβερό να παρακολουθείς όλους εκείνους που κάποτε είχαν ορκιστεί και είχαν πιστέψει σε εσένα, όλους εκείνους των οποίων οι γονείς και οι παππούδες είχαν δώσει τη ζωή τους για εσένα και για τα πιστεύω σου που τα είχαν κάνει και δικά τους, να σου γυρνάνε απότομα την πλάτη και ύστερα να σε μαχαιρώνουν κατάστηθα.  Όμως δεν μπορούσε κανείς να τους αλλάξει γνώμη. Σύντομα χάθηκε η πειθαρχία σε κάθε νήσο της Χώρας.  Παιδιά, αδέρφια, συγγενείς και φίλοι βρέθηκαν αντιμέτωποι, με όπλα και μαχαίρια να τους χωρίζουν. Όλοι είχαν τυφλωθεί από τις υποσχέσεις μιας Νέας Ιαπωνίας, και αργότερα Κόσμου, από Εκείνους.  Όλοι είχαν πιστέψει και είχαν παθιαστεί και στο μυαλό τους επικρατούσε μόνο μια διαταγή: όσοι έμεναν πιστοί στην αυτοκρατορική οικογένεια θα έπρεπε να πεθάνουν. Και αυτό έγινε. Δολοφόνοι είχαν σταλεί σε κάθε Νήσο· έψαχναν απεγνωσμένοι τους προδότες μα και τα μέλη της Οικογένειας, η οποία είχε σκορπιστεί και κρυφτεί στην ίδια τους την πατρίδα. Κρύβονταν από τους συνανθρώπους τους...
           
«Και καθώς το φεγγάρι στέκει αγέρωχο σε έναν γκρίζο ουρανό,
νιώθω την καρδιά μου να τη διαπερνάνε χιλιάδες λεπίδες, ενώ πόνος αβάσταχτος κατακρεουργεί το μυαλό μου. Τι είναι πλέον ιερό σε αυτή τη ζωή που διανύουμε, εάν
στο τέλος κάθε μονοπατιού ο φίλος γυρνάει το μαχαίρι σε εμάς;
Το σκότος και οι παγίδες παραμονεύουν σε κάθε γωνιά και αισθάνομαι το κρύο της νύχτας πιο έντονο, μα δε λυγάω. Έως το τέλος, λεπίδα και μαχαίρι κοφτερό στον φίλο δεν θα σημαδέψω…  » (Ινουγουάσι Χότζο, 2…, για τη μάχη της Νήσου Μόσιρ)

Η σφαγή κράτησε πάνω από έξι φεγγάρια. Κάθε βράδυ οι γυναίκες έκλαιγαν  τους χαμένους γιούς, κόρες και συζύγους τους, ενώ οι άντρες προετοιμάζονταν για το επόμενο ξημέρωμα. Ίσως ο ήλιος να ανέτελλε με κάτι καινούργιο. Κάτι πιο ευχάριστο και ελπιδοφόρο…  Όμως τι συμβαίνει σε περίοδο μεγάλου μίσους, έχθρας και οργής? Η ισορροπία χάνεται και όλα τα καταπίνει το χάος:
           
«12 Ιουνίου, 2…
Ο χρόνος δεν έχει πλέον το ίδιο νόημα που κάποτε μας είχε διδάξει. Τα λεπτά περνάνε με απίστευτη ταχύτητα, ίση με εκείνη των σφαιρών από τα όπλα. Οι ώρες… Οι ώρες δεν έχουν καμία σημασία.  Δεν υπάρχουν οι τελετουργίες που κάποτε τις καθόριζαν: το μεσημέρι, το σούρουπο, έννοιες κάποτε τόσο αγαπητές, έχουν χαθεί και πλέον το πρωινό βάφεται στο κόκκινο και η νύχτα το ξεπλένει με το σκοτάδι που σπέρνει σε κάθε γωνιά της πατρίδας. Όλα χάθηκαν και μόνη μας σκέψη είναι ο ήλιος ανατείλει για εμάς ακόμα μία φορά.[…]
           
Τίποτα δεν υπάρχει πλέον για να σταματήσει αυτή την κόλαση. Έχουμε χάσει τον έλεγχο και μαζί τα λογικά μας. Οι περισσότεροι έχουν ξεχάσει για ποιο λόγο σκοτώνουν και σφάζουν. Με το που αντικρίσουν με τα παγερά τους μάτια κάποιον να τους προσπερνάει, δε διστάζουν. Πατάνε τη σκανδάλη και το αίμα χύνεται άφθονο σε δρόμους και στους ίδιους. Και αισθάνονται ηδονή. Τους έχω δει να χαμογελάνε και να πυροβολούν δεκάδες φορές τα πτώματα, μόνο και μόνο για να ικανοποιηθούν έως ότου περάσει από κάποια γωνιά το επόμενό τους θύμα. Έχουν χάσει την ανθρωπιά τους και έχουν μεταμορφωθεί σε τέρατα που διψάνε για αίμα. 
           
[…] Χθες… χθες ένα κοριτσάκι … θα πρέπει να ήταν εφτά χρονών, το ροζ του φορεματάκι ήταν σκισμένο, σχεδόν αδύνατο να στηριχτεί στο μικροσκοπικό του κορμί. Κόκκινες κηλίδες το στόλιζαν μα… μα έμοιαζαν σαν παπαρούνες που φυτρώνουν στην καρδιά της άνοιξης. Τί μεγάλη ειρωνεία μπροστά στα μάτια μου! Το σώμα του αδύνατο και αδύναμο. Έτρεμε μέσα στην ψύχρα του καλοκαιριού. Το δέρμα του είχε χάσει το χρώμα του από τις πολλαπλές μελανιές και τη βρόμα. Δεν είμαι σίγουρος εάν θυμόταν την αίσθηση του γάργαρου νερού να κυλάει πάνω της. Είχε φωνή όμως. Την άκουσα. Ήταν βραχνή, μα βροντερή και χωρίς λυγμούς.  Φώναζε. Φώναζε τον αδερφό της. Τον έψαχνε, και από την εμπειρία μου επέτρεψα στον εαυτό μου να τον θεωρήσω νεκρό. Μα εκείνη σχεδόν τη στιγμή, ευχήθηκα να είχε πεθάνει και εκείνη ή καλύτερα να μην είχε βρεθεί σε τούτο τον σκληρό και άψυχο κόσμο:. Κρατούσε στο χεράκι του ένα εξάσφαιρο, όπως ακριβώς θα το κουβαλούσε ένας έμπειρος άντρας … Ίσως να της το είχε δώσει ο νεκρός αδερφός της, ή ο πατέρας της. Ίσως να το είχε αρπάξει από κάποιο νεκρό σώμα για να αμυνθεί… Ίσως πάλι να μην ήθελα να κατανοήσω τον τρόμο της αλήθειας που κρυβόταν πίσω από εκείνη τη φιγούρα.  Πόσο αποκρουστική εικόνα! Ο τρίχες του σώματός μου σηκώθηκαν στα ύψη και ήθελα να ξεράσω… το ήθελα τόσο απεγνωσμένα σαν να είχα καταβροχθίσει τόνους σάπιου ψαριού.
           
Τα πράγματα έπρεπε να ήταν διαφορετικά. Στη θέση του όπλου έπρεπε να βρισκόταν μία πάνινη κούκλα, με μαύρες μπούκλες για μαλλιά, πολύχρωμα κουμπιά για τα δυο της μάτια και ένα φορεματάκι με χιλιάδες σχέδια ζωγραφισμένο.  Η καρδιά μου… η καρδιά μου έσπασε όταν αντίκρισα το όπλο. Η αθωότητα είχε πλέον εξαφανιστεί από της καρδιές και το μυαλό μας, και τώρα… τώρα τα παιδιά και τα εγγόνια μας αναγκάζονται να ζουν σε μία πύρινη λαίλαπα που εμείς οι ίδιοι προκαλέσαμε. Όχι, δεν κατηγορώ τους μεγάλους και όσους πιστεύουν πως μας εξουσιάζουν, αλλά εμάς που τους δώσαμε το δικαίωμα να μας ελέγξουν σαν μαριονέτες και να μας παίξουν στο μικρό τους θεατράκι…»
           
«01 Ιουλίου 2…,
Παραμένω ζωντανός αλλά αμφιβάλω εάν θα δω το αποτέλεσμα αυτής της σφαγής. Οι νύχτες έχουν γίνει ακόμα πιο κρύες και ο ήλιος μόνιμα κρυμμένος πίσω από τα γκρίζα σύννεφα… Η τότε Χώρα Του Ανατέλλοντος Ηλίου μετατράπηκε στη Χώρα του Θανάτου και της Λήθης. […]
           
Καθώς, λοιπόν, τα στοχάζομαι όλα αυτά και τα γράφω κάτω από το χλομό φως ενός σπάνιου φεγγαριού, κάποιοι στοίχοι από το παρελθόν, ξεπετάγονται στο μυαλό μου…και ειλικρινά δεν θα μπορούσαν να περιγράψουν τις σκέψεις μου καλύτερα:
Φθινοπωρινέ άνεμε του δειλινού,
διώξε μακριά τη συννεφιά που καλύπτει
του φεγγαριού την αγνή λάμψη
και τις ομίχλες που συννεφιάζουν το νου μας
και εξαφανίσου μαζί και συ
Τώρα που φεύγουμε, λοιπόν,
τί αρμόζει να σκεφτούμε?
Κατεβήκαμε από τον ουρανό
Τώρα ίσως και να επιστρέψουμε.
Είναι, δεν είναι ένας ευχάριστος τρόπος σκέψης? Θα επιστρέψουμε στη μία πατρίδα που αγαπήσαμε και ζήσαμε τα παιδιά μας και αναρωτιέμαι: μας αξίζει; Γιατί εκείνη την πατρίδα εμείς φέραμε στο χείλος της καταστροφής…
Σαν ένα σάπιο κούτσουρο
θαμμένο μισό στο έδαφος -
η ζωή μου, η οποία
δεν έχει ανθίσει-  φθάνει
σε τούτο το θλιβερό τέλος…»
 Με αυτούς τους στοίχους, το ημερολόγιο του ατυχές ανώνυμου άνδρα, σταματά απότομα την διήγησή του και στο κενό του χαρτιού κηλίδες αίματος που θυμίζουν ανθισμένες παπαρούνες στην καρδιά της άνοιξης.
Μα αυτή ήταν η ζωή όσων τόλμησαν να επιβιώσουν. Κάθε πρωινό εφιάλτης και κάθε βράδυ αλησμόνητη προσμονή για τον ανώδυνο θάνατο.  Τα παιδιά έγιναν στυγνοί δολοφόνοι της ίδιας τους της αθωότητας και όσων οι γονείς τους τούς δίδαξαν. Οι γονείς πρόδωσαν τους δικούς τους και τα όσα ο θάνατός τους δίδαξε τα παλαιά χρόνια. Η ιστορία διαγράφηκε και επαναχαράχτηκε με τη θυσία πολλών.
           
Στις 25 Σεπτεμβρίου Εκείνοι έγιναν και επίσημα οι εξουσιαστές της Νέας Ιαπωνίας, ενώ οι προδότες καταδικάστηκαν σε θάνατο και τα πτώματά τους πετάχτηκαν σε χωματερές. Καμία τιμή για όσους υπηρετούσαν την δυναστεία των ευγενών και των φεουδαρχών, ενώ η οικογένεια Ινουγουάσι ξεκληρίστηκε από τα χέρια εκείνων που κάποτε τους αγαπούσαν και τους τιμούσαν. Το μολυσμένο, όπως αποκαλούσαν Εκείνοι, αίμα των αυτοκρατόρων  χάθηκε για πάντα και τίποτα δεν τους εμπόδιζε από το να συνεχίσουν το σχέδιό τους.
           
Μα τίποτα δεν είχε φτάσει σε τέλος. Δύο χρόνια αργότερα ο λαός ξεσηκώθηκε ακόμα μια φορά. Η Νέα Ιαπωνία δεν έμοιαζε σε τίποτα με εκείνη που είχαν χτίσει στο μυαλό τους. Ήταν γκρίζα, παρακμιακή, χωρίς αλήθειες και χωρίς ελεύθερη βούληση. Το κράτος  δεν υπηρετούσε τον λαό μα τα αφεντικά του, και εκείνοι ικανοποιούσαν μονάχα τις δικές τους ανάγκες. Οι κάτοικοι ήταν υποχρεωμένοι να κοπιάζουν και να χάνουν τις ζωές τους από τις άθλιες συνθήκες εργασίας μόνο και μόνο για να δίνουν χωρίς κάποιο ίσο αντάλλαγμα. Πείνα, φτώχεια, αθλιότητα και βρόμα είχαν επιτάξει κάθε σπιτικό.  Αυτό δεν ήταν καθόλου αρεστό και ανεκτό. Η Χώρα για ακόμα μία φορά βυθίστηκε στον εμφύλιο και ο θάνατος περιπλανιόταν σε κάθε γωνιά, έτοιμος να κατασπαράξει την κάθε ψυχή χωρίς ενδοιασμό και έλεος.
           
Τρία χρόνια. Τρία χρόνια συνεχόμενης σφαγής και πίκρας. Τρία χρόνια ενός δράματος το οποίο έμελλε να τελειώσει  πιο οδυνηρά από ποτέ. Η αποκαλούμενη Μάχη της Νήσου Μόσιρ έβαλε ένα οριστικό τέλος στις άκαρπες προσπάθειες του λαού να γλυτώσει από την κόλαση που ο ίδιος είχε κάποτε προκαλέσει. Η Νήσος Μόσιρ, η οποία αργότερα ονομάστηκε «Πατρίδα των Φαντασμάτων»,  θεωρούνταν η μεγαλύτερη πηγή των εξεγέρσεων και έπρεπε να την εξολοθρεύσουν όσο γρήγορα γινόταν. Δεν ήθελαν να γευτούν  το ίδιο τους το φαρμάκι. Γνώριζαν πως, όσο καθυστερούσαν την επίθεσή τους, τόσο οι επαναστάτες θα μεγάλωναν σε δύναμη, και ύστερα τι; Όλος αυτός ο μόχθος για την εξουσία θα πήγαινε στράφι….
Μία νύχτα. Μόνο μια νύχτα χρειάστηκαν για να ποτίσουν το χώμα με αίμα και να κάψουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Οι Κυβερνητικοί  υπερτερούσαν κατά χιλιάδες, ενώ οι επαναστάτες, όπως σε κάθε θλιβερή σελίδα της ιστορίας, ανέρχονταν γύρω μονάχα στους χίλιους.  Μα δεν το έβαλαν κάτω και δεν έκαναν πίσω. Γνώριζαν πως ο θάνατος παραμόνευε στο πλάι τους, αλλά δε φοβήθηκαν ούτε λεπτό.
           
«Η μαύρη μορφή του Χάρου μπορεί χίλιους να δαμάσει και να τρομοκρατήσει, μα εμένα δεν θα με κυριέψει ή φοβερίσει. Όποιος πιστεύει και ξέρει για τι πολεμάει και θυσιάζει την πολύτιμη πνοή του, έχει φίλο τον Θάνατο και γνωρίζει την κατάληξή του….
 Ας είναι, λοιπόν, αυτό το τέλος που με περιμένει,
αλλά δε φοβάμαι και ούτε θα λυπηθώ το ταξίδι
που με τόσο κόπο έχω διανύσει…»
(Χότζο Ινουγουάσι, για την μάχη της Νήσου Μόσιρ) 
           
Οι νεκροί σε εκείνοι την μάχη υπολογίζονταν γύρω στους πεντακόσιους χιλιάδες, και οι πιο πολλοί ήταν νεαρά παιδιά που δεν είχαν καταφέρει να πάρουν μια γεύση μονάχα από τη ζωή ενός ενήλικα… Περισσότεροι από τους μισούς ήταν οικογενειάρχες οι οποίοι θυσιάστηκαν για να σώσουν τις οικογένειές τους από την πείνα και τη μιζέρια. Ένα μεγάλο ποσοστό, μάλιστα, ανήκε σε εκείνους που θεώρησαν τον θάνατο σωστή τιμωρία για τους ίδιους, επειδή κάποτε γύρισαν την πλάτη στους πραγματικούς σωτήρες τους. Η Νέα Κυβέρνηση ανέβηκε στην εξουσία την επόμενη ακριβώς ημέρα και μαζί της επιβλήθηκε μία σειρά νόμων που ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να χαρακτηρίσει τυραννικούς, με πρόσχημα την άνοδο και την ευημερία της χώρας.
Πράγματι, η Νέα Ιαπωνία γνώρισε μεγάλη άνθιση, μέσα όμως από το μαράζωμα των ίδιων των κατοίκων της.

Χριστίνα Ξενάκη