Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

19.12.18

Η άργυρος χορδή (Κεφάλαιο 6)


Αισθανόμουν σαν να βρισκόμουν στο σχολείο. Είχε εξαπλωθεί μέσα μου αυτή η αίσθηση του αβέβαιου, η οποία σε ωθεί να κάνεις πολλές ερωτήσεις και να αναρωτιέσαι ακόμη και για τα πιο απλά πράγματα της καθημερινότητας. Προς υπεράσπισή μου, όμως, η Ακαδημία δεν απείχε και πολύ από αυτό. Είχε τάξεις, τμήματα, αίθουσες μαθημάτων και προπόνησης, ειδικότητες, χώρους κοινής χρήσης και όλα τα καλά. Για όλες αυτές τις λεπτομέρειες με πληροφόρησε ο Ρετζινάρντο, όση ώρα προχωρούσαμε προς τη βιβλιοθήκη, αναλύοντάς μου όσο πιο απλά μπορούσε το σύστημα με το οποίο λειτουργούσαν τα πράγματα.
Η μέγιστη διαφορά ήταν ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένος χρόνος φοίτησης, σύμφωνα με τη γνωστή έννοια, όπου όλα τα παιδιά ξεκινούσαν ταυτόχρονα την καινούρια χρονιά, για τον απλό λόγο ότι δεν κατέφθαναν όλοι μαζί την ίδια περίοδο. Για αυτό οι υπεύθυνοι είχαν καταλήξει στο σύστημα της προσωπικής αρχικής εκπαίδευσης, στην οποία σου παρείχαν τις βασικές γνώσεις και, αφού κατακτούσες τα αρχικά στάδια, σε ενέτασσαν στα ανάλογα τμήματα. Για την «αποφοίτηση» απαιτούνταν η παρακολούθηση εφτά κύκλων σπουδών, με αυξανόμενο βαθμό δυσκολίας και διάρκειας φοίτησης. Παράλληλα με όλα τα θεωρητικά μαθήματα υπήρχε και σωματική εκπαίδευση –στο γυμναστήριο που βρισκόμουν κι εγώ πριν από λίγο– κυρίως για την ενδυνάμωση του αστρικού σώματος και τη σύνδεσή του με την ψυχή. Υπήρχαν και τρεις ειδικότητες ή κατευθύνσεις, οι οποίες επιλέγονταν στον τρίτο κύκλο φοίτησης. Όλες ακούγονταν ενδιαφέρουσες και εξαιρετικά χρήσιμες για τον κόσμο. Η μία εκ αυτών ήταν οι κατασκευαστές: άτομα που αναλάμβαναν τη δημιουργία όλων των υλικών πραγμάτων στο αστρικό πεδίο με τη χρήση της ενέργειάς τους. Η δεύτερη ήταν οι Επιδρομείς, οι πιο άγριοι της υπόθεσης, οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για την προστασία της Ακαδημίας και την εξάλειψη των κινδύνων, και τρίτη, οι Ερευνητές· άτομα που τους άρεσε το διάβασμα, η έρευνα και η ανακάλυψη.
Δεν μπορούσα να κρύψω από τον εαυτό μου ότι οι δύο ειδικότητες μου κέντριζαν κατά πολύ το ενδιαφέρον, ενώ οι Επιδρομείς όχι και τόσο. Πάντα με ενθουσίαζαν οι περισσότερο θεωρητικές σπουδές, πράγμα που αποδεικνυόταν και από τη μέχρι τώρα κατάρτισή μου.
«Ακούγεται πολύ απαιτητική η ειδικότητα των Κατασκευαστών πάντως» σχολίασα, ενώ εισήλθαμε στον χώρο της βιβλιοθήκης.
«Είναι. Για αυτό και έχω σχεδόν αποφασίσει πως αυτό θέλω να ακολουθήσω. Είναι ένας συνδυασμός γνώσεων και ικανοτήτων. Χρειάζεται τρομερή συγκέντρωση και χρήση ενέργειας για να φτιάξεις το παραμικρό. Πόσο μάλλον όλα αυτά» με μια μεγάλη κίνηση των χεριών του έδειξε τον χώρο που μας περιέβαλλε.
Εκείνην τη στιγμή συνειδητοποίησα τα λεγόμενά του. Σε αυτό τον κόσμο τίποτα δε θεωρούνταν δεδομένο, τίποτα δεν υπήρχε a priori. Όλα έπρεπε να δημιουργηθούν από το μηδέν. Όλα όσα βρίσκονταν γύρω μου είχαν φτιαχτεί από την ενέργεια άλλων ανθρώπων που είχαν βρεθεί εκεί πριν από εμένα. Πολύ πριν από εμένα.
«Μην ανησυχείς» συμπλήρωσε «έχεις χρόνο να τα συνειδητοποιήσεις όλα σιγά σιγά, σε βαθμό που θα τα θεωρείς όλα δεδομένα. Προς το παρόν κάθισε εδώ μέχρι να μαζέψω όλα τα βιβλία που χρειάζεσαι».
Υπάκουσα στην εντολή του και βολεύτηκα στο κάθισμά μου, ενώ τον παρακολουθούσα σιωπηλά να περιφέρεται ανάμεσα στους διαδρόμους και να γεμίζει την αγκαλιά του με διάφορους χρησιμοποιημένους τόμους. Πότε πότε επέστρεφε και άφηνε όσα βιβλία είχε συγκεντρώσει επάνω στο τραπέζι δίπλα μου, δημιουργώντας μικρές στοίβες. Είχα ρίξει μια ματιά σε κάποια από αυτά, όμως δεν πολυκαταλάβαινα σε τι αναφέρονταν.
Σε λίγα λεπτά είχε τελειώσει. Ομολογουμένως έκανε όλη τη δουλειά τόσο διακριτικά, που ορισμένοι από αυτούς που μελετούσαν στη βιβλιοθήκη δε σήκωσαν καν το κεφάλι τους να δουν τι συμβαίνει γύρω τους. Ο χώρος ήταν όμορφος, με τα έπιπλά του να φαίνονται πως είχαν βγει από μιαν άλλη εποχή. Ο Ρετζινάρντο κάθισε δίπλα μου και μου έτεινε ένα διπλωμένο χαρτί· το πρόγραμμα των μαθημάτων μου. Του έριξα μια ματιά και αυτά που αντίκρισα μου δημιούργησαν ανάμεικτες αντιδράσεις. Δεν ήξερα αν ήθελα να γελάσω ή αν θα έπρεπε να φοβηθώ. Από ό,τι φαινόταν τις αμέσως επόμενες μέρες και για κάποιο χρονικό διάστημα θα έπρεπε να παρακολουθήσω θεωρητικά μαθήματα το πρώτο μισό της ημέρας μου, όπως «Ιστορία Αστρικού Κόσμου Ι: Η Απαρχή», «Ύλη και Ψυχή», «Παρασκευή Φίλτρων για Αρχάριους» και «Διανοητική Άμυνα», ενώ το δεύτερο μισό απαρτιζόταν από πρακτικά μαθήματα όπως «Σωματική Πάλη», «Γυμναστική», «Αυτοσυγκέντρωση και Αντιπερισπασμός», «Επανενεργοποίηση», «Χρήση Ενέργειας του Περιβάλλοντος Ι» και ούτω καθεξής. Είχα σαστίσει. Και παραπονιόμουν για την Ιστορία και τη Γεωγραφία όταν ήμουν στο σχολείο.
«Μη φρικάρεις» είπε γελώντας με τη γελοία έκφραση που κατά πάσα πιθανότητα είχε απλωθεί στο πρόσωπό μου. «Τα περισσότερα θα τα λατρέψεις. Ξέρεις, στο αστρικό πεδίο είναι σαν να είσαι μάγος. Ελέγχεις την ύλη, κάνεις ενεργειακά ξόρκια, εκμεταλλεύεσαι δυνάμεις που ούτε στη φαντασία σου δε θα μπορούσες. Αν εξαιρέσεις τους κινδύνους, είναι γαμάτα εδώ».
«Για αυτό έμεινες;» Ο τόνος μου ήταν επικριτικός, κάτι που δεν πρόλαβα να καλύψω επαρκώς. Όσο ιδανικά και αν ήταν τα πράγματα στο αστρικό πεδίο, όση δύναμη και να αποκτούσα, δε θα έμενα στιγμή παραπάνω, αφήνοντας τον τόπο μου και τους ανθρώπους που αγαπούσα πίσω.
«Εν μέρει ναι. Βέβαια, οι δικοί μου αποτέφρωσαν το σώμα μου, λίγο καιρό αφότου αποκόπηκα, οπότε δεν είχα και σε τι να επιστρέψω, αλλά αυτό είναι μόνο μια μικρή τεχνική λεπτομέρεια. Πιο πολύ έμεινα για το φίλτρο με γεύση μπίρας».
Ειρωνευόταν, όμως στα μάτια του είδα μια σκιά να περνάει φευγαλέα, τη στιγμή που μιλούσε για την αδύνατη επιστροφή του· πονούσε ακόμη. Αυτόματα ένιωσα μια ακόμη μεγαλύτερη συμπάθεια για αυτό το αγόρι μέσα μου. Ήταν τόσο εύστροφος και ευχάριστος, όλη την ώρα χαμογελαστός, όμως να που κάπου βαθιά έκρυβε έναν πόνο, μεγαλύτερο από κάθε αστείο του. Ήταν καταπληκτικός.
Του χαμογέλασα και αποφάσισα να συνεχίσω το πείραγμα.
«Είσαι σίγουρος πως έμεινες για το φίλτρο και όχι για την Άντρεα;»
Ξαφνιάστηκε. Τα γουρλωμένα μάτια του το μαρτύρησαν αμέσως, παρότι προσπάθησε να το κρύψει αμέσως.
«Τι εννοείς; Γιατί να μείνω για την Άντρεα;» ο τόνος του ήταν επιτηδευμένα αδιάφορος. «Είμαστε καλοί φίλοι, αλλά όχι και τόσο ώστε να κάνω μια τέτοια θυσία».
«Είδα πώς την κοιτούσες, Ρέτζι. Τα μάτια σου έλαμπαν όταν έμπαινε στο οπτικό σου πεδίο. Ψυχολόγος είμαι, ξέρω από αυτά».
«Μάλιστα. Αν το κατάλαβες από την πρώτη μας συνάντηση, φαντάσου οι άλλοι τι ξέρουν».
«Δεν είναι απαραίτητο. Εγώ απλώς σε έπιασα σε μια στιγμή αδυναμίας. Εξάλλου, φαίνεται πως ξέρεις να κρύβεις πολύ καλά όσα νιώθεις».
Δεν ήξερα τι με είχε πιάσει και του έλεγα τόσα πολλά, όμως ο Ρέτζι με έκανε να νιώθω πως βρισκόμουν με τον παιδικό μου φίλο –όχι τον φανταστικό, τον κανονικό– και, παρόλο που τον γνώριζα πολύ λίγο, τον εμπιστευόμουν αρκετά.
«Πάλι καλά» σχολίασε ανακουφισμένος. «Ώρα να σε πάω για ξεκούραση όμως». Κάτι μου έλεγε πως δεν ήθελε να συνεχίσουμε αυτή την κουβέντα.
Με συνόδευσε ως το δωμάτιό μου και εγώ δεν απομνημόνευσα τίποτα από όλη τη διαδρομή. Θα μου έπαιρνε πολύ καιρό να προσανατολιστώ σε αυτό το μέρος. Ίσως δεν προλάβαινα να μάθω όλα τα μέρη, μιας και ήμουν πεπεισμένη πως θα έφευγα το συντομότερο δυνατό από εκεί μέσα, οπότε μάλλον δεν εφιστούσα την απαιτούμενη προσοχή.
Λίγο πριν φύγει και αφού τοποθετήσαμε τα βιβλία μου στη βιβλιοθήκη, με προσκάλεσε το βράδυ στο εντευκτήριο της Ακαδημίας. Προσπάθησα να αρνηθώ ευγενικά, όμως ο Ρέτζι ήταν πολύ καλός στο να παίρνει αυτό που ήθελε.
«Αν μου έχεις την παραμικρή εμπιστοσύνη, θα δεις ότι θα περάσουμε τέλεια. Απλώς έλα».
Η αλήθεια ήταν πως ντρεπόμουν αρκετά να συναντήσω ένα μάτσο αγνώστους, ακόμη και αν ήταν φίλοι δικοί του, και να μην μπορώ να δώσω το χέρι μου ούτε για χειραψία, αλλά δεν ήθελα να νομίσει ο Ρέτζι πως δεν τον συμπαθούσα. Γιατί όντως τον είχα εκτιμήσει ήδη πάρα πολύ. Συνήθως έκρινα τους ανθρώπους από τα πρώτα λεπτά της γνωριμίας μας και σχημάτιζα μια γνώμη που δεν άλλαζε εύκολα. Δεν ήμουν κακοπροαίρετος άνθρωπος, αλλά το ένστικτό μου τις περισσότερες φορές δεν έκανε λάθος.
Δέχτηκα την πρότασή του.
«Μόνο πρόσεχε μη χαθείς στον δρόμο» είπε χαριτολογώντας.
«Αυτό είναι ένα θέμα. Θα προσπαθήσω».
«Να μείνω ήσυχος ότι θα έρθεις;» ρώτησε καθώς έβγαινε από το δωμάτιό μου.
Ένευσα καταφατικά και τον αποχαιρέτισα. Και παρόλο που δεν είχα κάνει και πολλά πράγματα εκείνη την ημέρα, ένιωθα έτοιμη να καταρρεύσω και το κρεβάτι μου μου φαινόταν πιο θελκτικό από ποτέ. Ξάπλωσα και έκλεισα τα μάτια μου, έτοιμη να αφεθώ στην αγκαλιά του Μορφέα, όταν ονειρεύτηκα ξανά πως βρισκόμουν πίσω στο σπίτι μου.
Αυτήν τη φορά ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου και κοιτούσα ανόρεχτα το ταβάνι, όταν το χτύπημα της πόρτας ανέβασε τα επίπεδα του θυμού μου στο ζενίθ. Ήξερα πως πίσω της βρισκόταν η μητέρα μου, για ακόμη μία φορά μέσα στις τελευταίες ώρες, η οποία ήρθε να ελέγξει αν ήμουν καλά και να με πιέσει να φάω. Λες και δεν έφταναν οι προηγούμενες τρεις φορές που την είχα διώξει.
«Φύγε!» φώναξα απότομα, προσπαθώντας να απαλλάξω τον εαυτό μου από τη διαδικασία να σηκωθώ.
«Ναντίν, πρέπει να φας κάτι. Άνοιξέ μου, σου έχω φέρει κρουασάν».
Κρουασάν! Κάτι μέσα μου έσπασε και μόνο στη σκέψη του. Μπορεί να ήταν όνειρο, αλλά ένιωσα το σώμα μου να το λιγουρεύεται ασύστολα. Ο εαυτός μου στο όνειρο όμως είχε άλλη άποψη.
«Δεν πεινάω, σου είπα. Όταν πεινάσω, θα φάω».
Ο τόνος μου ήταν απότομος χωρίς προφανή λόγο και η αλήθεια ήταν πως εγώ σπάνια μιλούσα απότομα στη μητέρα μου. Ο τόσο πρόωρος χαμός του πατέρα μου είχε ως αποτέλεσμα να αποκτήσουμε ένα διαφορετικό και πιο δυνατό δέσιμο. Καταλαβαίναμε πολύ καλά η μία την άλλη και οι φορές που μαλώναμε ήταν μετρημένες στα δάχτυλα. Βέβαια, εντάξει, ένα όνειρο ήταν, και στα όνειρα συμβαίνουν τα πιο τρελά πράγματα.
Λίγα χτυπήματα αργότερα η μητέρα μου παράτησε την προσπάθεια της σίτισής μου και εγώ συνέχισα τον ύπνο μου χωρίς να έχω άλλα περίεργα όνειρα.
Ξύπνησα ξανά με αυτήν τη χαρακτηριστική αίσθηση στο στομάχι, αυτό το απαίσιο κενό που δημιουργείται από την έλλειψη των ανθρώπων που αγαπάς και από την ανάγκη σου να επικοινωνήσεις μαζί τους, να τους δείξεις πως είσαι καλά… Όσο καλά ήμουν τέλος πάντων. Τουλάχιστον ήμουν ζωντανή, σύμφωνα με τα λεγόμενα όλων. Φυσικά και οι τρελοί δεν παραδέχονται πως είναι τρελοί, όμως στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο με συνέφερε πολύ περισσότερο να θεωρήσω πως είχαν δίκιο, παρά να αμφιβάλλω και για αυτό. Ό,τι και να ίσχυε, ήμουν κολλημένη κάπου που δεν ήθελα να βρίσκομαι και έπρεπε πάση θυσία να βρω τρόπο να φύγω από εκεί. Και ο μοναδικός τρόπος ήταν να δυναμώσω και να γίνω καλύτερη στα πάντα· ειδικότης μου.
Σηκώθηκα από το κρεβάτι σχεδόν το ίδιο κουρασμένη με όταν ξάπλωσα σε αυτό. Είχα δώσει όμως μια υπόσχεση στον Ρέτζι και σκόπευα να την τηρήσω. Ντύθηκα γρήγορα και έστρωσα τα μαλλιά μου με λίγο νερό. Μετά από μία σύντομη περιπλάνηση έφτασα στο εντευκτήριο της Ακαδημίας, όπου βρήκα πολλούς συμμαθητές μου να κάθονται ήδη στις θέσεις ενός αυτοσχέδιου θεάτρου.
Χαιρέτησα μερικές γνωστές φυσιογνωμίες και κάθισα σε μία σχετικά απομονωμένη θέση στην τελευταία σειρά από τις καρέκλες, περιμένοντας στωικά τη συνέχεια. Ο τόνος του Ρέτζι υποδείκνυε πως δεν έπρεπε να το χάσω, οπότε σίγουρα θα ήταν κάτι καλό. Ήλπιζα τουλάχιστον.
Είχα αρχίζει να απελπίζομαι, καθώς η ώρα περνούσε και η παράσταση δεν ξεκινούσε, πράγμα που σήμαινε πως ο κόσμος είχε αρχίσει να κοινωνικοποιείται και ήταν πολύ πιθανό να έρθει κάποιος και προς το μέρος μου. Δεν ήθελα να συναναστραφώ καινούριο κόσμο, η πνευματική μου κατάσταση δεν ήταν και στα καλύτερά της. Ευτυχώς, λίγα δευτερόλεπτα πριν το άγχος μου ανέβει σε επικίνδυνα επίπεδα, εμφανίστηκαν στο κέντρο της «σκηνής» δύο φιγούρες. Ήταν ο Ρετζινάρντο με μία κοπέλα που γνώριζα μόνο εξ όψεως, όμως… ήταν φαντάσματα.
Όχι περιπλανώμενες-ψυχές-με-σεντόνι φαντάσματα. Όμως η μορφή τους ήταν τόσο διάφανη που έβλεπες κανονικά από μέσα τους. Ήταν ντυμένοι με ρούχα από μιαν άλλη εποχή και, αφού χαιρέτησαν το κοινό τους, ξεκίνησαν την παράσταση. Δε μου πήρε πολύ να αντιληφθώ πως έπαιζαν μια διασκευή της γνωστής ταινίας του «Τιτανικού», όμως μπορούσα να παραδεχτώ πως οι ικανότητές τους ξεπερνούσαν κάθε προσδοκία μου. Όταν κύλησε το πρώτο μου δάκρυ, δεν υπήρχε γυρισμός.
Η αλήθεια είναι πως όντως ήταν συγκινητικά όσα εκτυλίσσονταν μπροστά μου, όμως από ένα σημείο και έπειτα δεν ήξερα για τι από όλα έκλαιγα: για την υπόθεση του θεατρικού, για την κατάστασή μου, για την οικογένειά μου; Ίσως για όλα. Τόσες ημέρες είχα σταθεί στα πόδια μου, δεχόμενη τη μία πληροφορία μετά την άλλη, ώσπου μία μικρή σπίθα ήταν ικανή να τροφοδοτήσει ένα τέτοιο ξέσπασμα μέσα μου. Το καλό ήταν πως όλοι πίστευαν πως με έχει επηρεάσει η παράσταση, μιας και πολλοί ήταν αυτοί που έκλαιγαν, ακόμη και περισσότερο από εμένα, εξαιτίας της.
Η παράσταση τελείωσε, ο κόσμος σηκώθηκε όρθιος και ξέσπασε σε χειροκροτήματα και εγώ άφησα για λίγο τον εαυτό μου και τα προβλήματά του στην άκρη και προσπάθησα να φανώ χαρούμενη. Εξάλλου η παράσταση ήταν τέλεια. Μόνο στο τέλος συνειδητοποίησα πώς ακριβώς «δούλεψε» η παράσταση: ο Ρετζινάρντο και η συμπρωταγωνίστριά του βρίσκονταν πίσω από το παραβάν και εμείς παρακολουθούσαμε τις προβολές τους. Έκαναν αστρική προβολή στο ίδιο το αστρικό πεδίο… Κράτησα με το ζόρι το στόμα μου από το να χάσκει ανοιχτό, ενώ ο Ρετζινάρντο κατέβηκε από τη σκηνή μετά τη βαθιά υπόκλισή του και ήρθε προς το μέρος μου χαιρετώντας διάφορους ανθρώπους στην πορεία.
Σιγά σιγά όλοι σηκώθηκαν από τις θέσεις τους και άρχισαν να τοποθετούν τις καρέκλες και τις πολυθρόνες εκεί που βρίσκονταν πριν τις μετακινήσουν. Ο χώρος γρήγορα άρχισε να μοιάζει πιο φυσιολογικός. Εγώ από την άλλη άφησα τη δική μου καρέκλα στη μοίρα της, καθώς δεν είχα ιδέα ποια ήταν η θέση της και, αφού πήρα λίγες ανάσες για να αισθανθώ καλύτερα, χαιρέτισα τον φίλο μου.
«Τι πρέπει να κάνει κάποιος για να πάρει αυτόγραφο;» τον πείραξα.
«Αν θέλεις στο μπράτσο σου ή κάπου πιο ιδιαίτερα, το συζητάμε. Συμβατικά αυτόγραφα δε δίνω» αντιγύρισε χαμογελώντας.
Φαινόταν τόσο πλήρης και γεμάτος ενέργεια που μου μετέδωσε και σε εμένα ένα κύμα ενθουσιασμού. Δεν μπορούσα να είμαι άκεφη δίπλα του. Ο άνθρωπος ακτινοβολούσε. Ήταν η χαρά της ζωής.
Ξαφνικά άρπαξε μια γυναικεία φιγούρα που περνούσε από δίπλα του και, αφού τη στριφογύρισε με τα χέρια του, την έφερε στην αγκαλιά του, στρέφοντας το πρόσωπό της προς τη μεριά μου. Ήταν η συμπρωταγωνίστριά του.
«Να σου συστήσω τη μούσα μου. Την καλύτερη συνεργάτη έβερ. Την πιο όμορφη και γλυκιά και ευγενική ψυχή. Ρεγγίνα Κινγκ».
Η κοπέλα χαμογέλασε και ο Ρετζινάρντο έκανε σε κλάσματα του δευτερολέπτου κάτι που θα θυμάμαι για πάντα: τη στιγμή που συνειδητοποίησε πως η Ρεγγίνα έτεινε το χέρι της προς το μέρος μου, το έπιασε διακριτικά και το κράτησε κοντά του, συμπληρώνοντας την αγκαλιά τους. Η κοπέλα θεώρησε πως ήταν μία από τις κλασικές κινήσεις του και εγώ ξαφνικά πλημμύρισα από ευγνωμοσύνη για το πρόσωπό του. Ήταν αυτή η στιγμή που οι ματιές μας διασταυρώθηκαν και σιωπηλά ανταλλάξαμε την πρώτη συνωμοσία της φιλίας μας.

Αγγελίνα Παπαδημητρίου