Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

27.1.19

Η κραυγή του αετού (Κεφάλαιο 6)

Το χιόνι έπεφτε πιο πυκνό από ποτέ. Μα και πάλι δεν ήταν αρκετό για να σταματήσει τα μαθήματά μας. Ακόμα και με τις χιονοθύελλες ήμασταν αναγκασμένοι να περιφερόμαστε στα δάση και στις βουνοπλαγιές, να μαθαίνουμε τα μυστικά της φύσης και των κατοίκων της αλλά και πώς να τα εκμεταλλευόμαστε σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Μία ανάγκη που ήμουν απόλυτα σίγουρη πως δε θα καθυστερούσε να εμφανιστεί.
           
Από την ημέρα που ο Τέτσου μου έκανε το μάθημα ιστορίας, άρχισα να καταλαβαίνω αρκετά πράγματα τα οποία αγνοούσα στο παρελθόν. Πράγματα που κανείς δεν τολμούσε να ξεστομίσει έστω και για πλάκα.  Για κάποιον περίεργο λόγο ό, τι και να μου έλεγαν να κάνω, το ακολουθούσα χωρίς αντίδραση. Απλά το υπέμενα και έπραττα. Όσο και να έλεγαν πως αυτό δεν πρόκειται για παιχνίδι επιβίωσης και πως τίποτα δεν ήταν όπως τότε στη φυλακή, εγώ βαθειά μέσα μου είχα την ανάγκη να επιβιώσω και να βρεθώ πάνω από όλους. Για μερικούς, η αναζήτηση της αλήθειας ήταν άσκοπο παιχνίδι και ακολουθούσαν τυφλά. Εγώ πάλι ήθελα να μάθω τι συνέβαινε. Όσο και να μου έπαιρνε, ο τι και να χρειαζόταν να κάνω· το είχα βάλει πείσμα. Ίσως και να με είχε επηρεάσει το παρελθόν αυτού του τόπου, ίσως να ήθελα να εξιλεωθώ για τα λάθη που είχα κάνει, ίσως πάλι απλά η αναζήτηση να ήταν μια δικαιολογία. Ίσως να είχα ανάγκη να απασχολήσω τον εαυτό μου με κάτι που το μυαλό μου το ’χε θεωρήσει ιερό σκοπό εις το όνομα της πατρίδας.  Όποιος και να ήταν ο λόγος, εγώ συνέχισα. Είχα βρει πλέον τη σωματική και την ψυχική δύναμη να ανταπεξέλθω στα τυραννικά διδάγματα των δύο δασκάλων μας. 

           
«Με όλο τον σεβασμό, άρχοντά μου! Αδυνατώ να καταλάβω τη λογική πίσω από αυτή σας την απόφαση. Αυτά…Αυτά είναι αγρίμια!»
Του ήταν πλέον ακατόρθωτο να συλλάβει με το νου του την απόφαση του αφέντη του. Όσο και να σεβόταν το πρόσωπό του, τους αγώνες και τον ίδιο τον σκοπό, για τον Μάο ήταν αδιανόητο να προσλάβει κατάδικους για να τον βοηθήσουν. Αυτοί δεν βοηθούσαν φίλους, κάρφωναν στην πλάτη συγγενείς και δολοφόνησαν την ανθρωπιά τους. Πως μπορούσε να πιστεύει πως— 
           
«Ειλικρινά Μάο, για πόσο ακόμα θα αμφισβητείς την κάθε κίνηση του άρχοντά μας? Για πόσο ακόμα θα χάνεις την πίστη σου προς εκείνον που θα καταφέρει όσα όλοι μας δεν μπορέσαμε χρόνια και χρόνια; Για πόσο;» - τον διέκοψε ο Σίμα με έναν προκλητικό τόνο στη φωνή του, ο οποίος με αργούς ρυθμούς έχανε την ψυχραιμία του.

 «Α, μα φυσικά. Ο μεγαλύτερος οπαδός. Πως θα μπορούσα να τολμήσω να πω κάτι τόσο προσβλητικό μπροστά σου, Σίμα;»
Η οικειότητα· αυτή ή καταραμένη και ειρωνική οικειότητα προς το πρόσωπό του εκνεύριζε σε απίστευτο βαθμό τον Χαγκεγουάσι. Ήταν περήφανος άντρας. Προερχόταν από μια γενιά μεγάλων πολεμιστών και πιστών ακόλουθων της οικογένειας Ινουγουάσι. Παρόλο που βρισκόταν σε αρκετά νεαρή ηλικία, οι αρχές του παρέμεναν ίδιες με εκείνες των παππούδων του. Μπορεί ο Μάο να είχε αποκτήσει τη θέση του συμβουλάτορα αλλά δεν του έδινε κανένα δικαίωμα να συμπεριφέρεται με τόση αγένεια· ιδίως μπροστά στον ίδιο τον άρχοντα Ινουγουάσι. Κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες να μην οξύνει περισσότερο τα πνεύματα. Αυτό θα έδινε αφάνταστη ευχαρίστηση στον πάντοτε γελαστό και ευδιάθετο Μάο. Πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπέρασε την κάθε του ακατάλληλη σκέψη. Βρισκόταν πλέον σε θέση να απαντήσει πολιτισμένα.
           
«Αυτό που θα σε, συμβούλευα αξιότιμε Μάο – σαν, είναι να συμπεραίνεις βάση του αποτελέσματος και όχι του μέσου»
           
«Αυτή η λογική…» - η φωνή του Μάο είχε υψωθεί αρκετά και η περηφάνια του τού επέτρεψε να συνεχίσει δίχως να λάβει υπόψιν την παρουσία των υπολοίπων στην αίθουσα - «..μας οδήγησε σε αυτή ακριβώς τη θέση. Τα μέσα που άγιασαν τον σκοπό έδιωξαν μακριά τις αξίες και τα ήθη της Ιαπωνίας και την οδήγησαν στην καταστροφή!»
           
Ο επιβλητικός του τόνος και η προκλητική του στάση δεν τρόμαξαν καθόλου τον Σίμα. Αντιθέτως, τον ευχαριστούσαν. Του έδιναν την ευκαιρία να αποδείξει στον άρχοντά τους πόσο λάθος επιλογή ήταν ο Μάο και πόσο υπερόπτης πραγματικά ήταν.    Αλλά ο αφέντης τους σήκωσε το χέρι του με ένα μικρό χαμόγελο να τονίζει τα λεπτά του χείλη.
           
«Ευχαριστώ για την συνεχόμενή σου προστασία, Χαγκεγουάσι –σαν, αλλά θαρρώ πως δεν υπάρχει τρόπος να αποτρέψεις την αμφιβολία με λόγια παρά μόνο με πράξεις» είπε κι η ματιά του επέστρεψε στον Μάο. «Σε διαβεβαιώ, αγαπητέ μου σύμβουλε, πως το αποτέλεσμα θα σε εκπλήσσει σε άριστο βαθμό»
Η φωνή του ήταν απαλή και δεν διακρινόταν ίχνος θυμού ή ενόχλησης. Αντίθετα, ο άρχοντας Ινουγουάσι ήταν αρκετά περήφανος με την εξέλιξη του προγράμματος και πίστευε πως το αποτέλεσμα που θα έφερνε όχι μόνο θα άλλαζε τη μοίρα όσων είχαν πάρει μέρος αλλά και ολόκληρης της Χώρας. Το χαμόγελό του πλάτυνε και με ένα ακόμα νεύμα διέταξε τους δύο άντρες να αποχωρήσουν από την αίθουσα.
           
«Επιτρέψτε μου να πω πως το βρίσκετε…»
Έκανε μια παύση καθώς βημάτισε πλάι στον νεαρό άρχοντα. Έτριψε το πηγούνι του και ένα σιγανό γελάκι ξέφυγε από τα ξεραμένα του χείλη.
«…διασκεδαστικο!» βρήκε την κατάλληλη λέξη και αισθάνθηκε ιδιαίτερα περήφανος για αυτό του το επίτευγμα.
           
«Τη διαδικασία τους τελευταίους μήνες ή τη συνεχόμενή τους διαμάχη?» ήταν σειρά του Σάντο να γελάσει μα πιο φωναχτά· πιο εύθυμα.
«Και τα δυο…» σχολίασε το ίδιο ευδιάθετα.
           
«Ίσως…»
Ο άρχοντας σηκώθηκε και πλησίασε την παλιά πανοπλία που στόλιζε το δωμάτιο. Κάποτε, σκέφτηκε, ήταν η ασπίδα ενός μεγάλου πολεμιστή. Κάποτε προστάτευε όσους έδιναν τη ζωή τους για την ελευθερία τούτης της γης· εκείνους που ονειρεύονταν το αύριο μα δεν ξεχνούσαν το χθες. Τα καφετιά του μάτια δάκρυσαν καθώς αναπολούσαν τις πιο πολιτισμένες μα και πιο ένδοξες μέρες. Εάν οι συνθήκες ήταν πιο ευνοϊκές δε θα δίσταζε λεπτό να την φορέσει και να υπερασπιστεί τις χαμένες αξίες και ιδανικά που κατακερμάτισε η Νέα Ιαπωνία.
           
Τα μακριά του δάχτυλα άγγιξαν τον παγωμένο κοκκινωπό θώρακα και τον περιεργάστηκαν σαν να ήταν η πρώτη τους φορά. Το μέταλλο ήταν άγριο και ταλαιπωρημένο, σχεδόν φθαρμένο από τον χρόνο και την κακουχία προτού φθάσει στα χέρια του Σάντο. Βέβαια, φιλοξενούσε αρκετές γρατζουνιές και γδαρσίματα από μάχες των παλαιών χρόνων. Μα δεν ήταν αρκετά.
           
«Δεν έχω γονείς. Οι γονείς μου είναι ο ουρανός και η γη.
 Δεν έχω ισχύ. Η τιμή μου είναι η μόνη ισχύς μου.
 Δεν διαθέτω όπλα. Η πειθαρχία είναι το μόνο όπλο μου.
 Δεν έχω μαγικές δυνάμεις. Η  συνείδησή μου είναι η μόνη μαγεία μου.
 Δεν έχω ούτε ζωή, ούτε θάνατο. Ζω και πεθαίνω μόνο μέσα στο Αιώνιο.
  Δεν έχω σώμα. Η ανδρεία μου είναι το μόνο σώμα μου.
  Δεν έχω μάτια. Η αστραπή είναι το μοναδικό μάτι μου.
  Δεν έχω αυτιά. Η ευαισθησία μου είναι το μοναδικό αυτί μου.
  Δεν έχω πόδια και χέρια. Η ταχύτητά μου είναι τα πόδια και τα χέρια μου.
 Δεν έχω στόχο. Η ευκαιρία είναι ο μόνος στόχος μου.
 Δεν περιμένω θαύματα. Το πεπρωμένο μου είναι το μόνο θαύμα μου.
 Δεν έχω δεσμεύσεις. Η προσαρμοστικότητά μου είναι η μόνη μου δέσμευση.
 Δεν έχω στήριγμα. Ο νους μου είναι το μόνο στήριγμά μου.
 Δεν έχω αντίπαλο. Η αφροσύνη είναι ο μόνος αντίπαλός μου.
 Δεν έχω πανοπλία. Η βούληση και η δικαιοσύνη αποτελούν την πανοπλία μου.
 Δεν έχω κάστρα. Η αταραξία είναι το μόνο κάστρο μου.
 Δεν έχω σπαθί. Η αυτογνωσία είναι το μόνο μου σπαθί.»
Ο Μάσουμα άκουσε προσεκτικά τις δεκαεπτά Ομολογίες που απήγγειλε ο άρχοντάς του με απόλυτη ακρίβεια. Οι όρκοι των πολεμιστών σαμουράι όπως ακριβώς τους όριζε ο κώδικας Μπουσίντο· μια φιλοσοφία που είχε χαθεί στην πάροδο των χρόνων και των γεγονότων. Δεν τόλμησε να μιλήσει. Γνώριζε πως ο Σάντο έτρεφε βαθιά και αγνή αγάπη για τους μεγάλους πολεμιστές· γνώριζε πως και ο ίδιος είχε ανατραφεί με παρόμοιες διδασκαλίες, τη θλίψη και την πίκρα που του έτρωγαν τα σωθικά σαν όρνεα.
           
«Είναι άτιμο να κρύβομαι πίσω από πολεμιστές που χάνονται στις σκιές και μάχονται με βρόμικα κόλπα και τεχνάσματα…» πρόφερε και σώπασε για λίγο, η σιωπή ωστόσο δεν διήρκησε όσο πίστευε ο δάσκαλος Μάσουμα. Αναστέναξε και πλησίασε τον προβληματισμένο αφέντη του.
           
«Μπορεί να υπάρχει μια δόση αλήθειας στα λόγια σας, άρχοντά μου. Αλλά είναι δύσκολοι καιροί και πρέπει να προσαρμοστούμε στις εν λόγω συνθήκες εάν θέλουμε να πετύχουμε τον σκοπό μας»
Έκανε μια ακόμα παύση. Δε μπορούσε να σκεφτεί τις κατάλληλες λέξεις μονομιάς. Δεν ήταν φιλόσοφος ή τεχνίτης του λόγου. Δεν του άρεσαν τα πολλά λόγια και οι ανούσιες συζητήσεις που χάνανε το νόημά τους και συνεχίζονταν μονάχα για να γεμίζουν τα κενά της ώρας. Χρειαζόταν χρόνο να βρει εκείνη τη μία, μα κατάλληλη φράση, που θα έπαιζε μεγάλο ρόλο.
«Σάντο – σαν, μπορεί τώρα να κρύβεσαι πίσω από αυτούς αλλά όταν έρθει εκείνη η ευλογημένη ώρα, να είσαι σίγουρος πως το δικό σου σώμα θα προστατεύσει τούτη η στολή και τον σκοπό σου τούτη η λεπίδα θα υπηρετήσει»
Έβαλε τα χέρια του πίσω από την πλάτη του και στάθηκε με ίσιο τον κορμό του, θέλοντας να δώσει θάρρος και ελπίδα στον άρχοντά του.
«Να είσαι σίγουρος πως η κραυγή του Αετού θα εισακουστεί σε ολόκληρη την Ιαπωνία ύστερα από πολλά χρόνια και θα διώξει μακριά τους εχθρούς της»
           
«Αυτή και μόνο αυτή η σκέψη με βοηθά να ζω την κάθε μέρα με περισσότερο σθένος…» αναστέναξε μελαγχολώντας εκείνες τις καλύτερες μέρες· αναστέναξε θρηνώντας όλες εκείνες τις ψυχές που σύντομα θα έρχονταν αντιμέτωπες με την μοίρα. «Είναι όλοι τους ικανοί» σχολίασε καθώς τραβούσε απαλά την κουρτίνα πίσω από το κάθισμά του. Το παράθυρο αυτό, το μόνο σε ολόκληρο το δωμάτιο, του πρόσφερε ως θέα όχι μόνο τα απέραντα βουνά και το άφθονο πράσινο εκείνου του τόπου, αλλά και το μέρος στο οποίο εκπαιδεύονταν ελεύθερα οι υποψήφιοι αυτού του προγράμματος.
           
Ο Μάσουμα κοντοστάθηκε πλάι του και παρακολουθούσε με λιγότερο δέος από αυτό του άρχοντά του, τον έξω κόσμο. Τους ήξερε έναν – έναν και γνώριζε τις ικανότητές τους. Μπορούσε να τους διαβάσει σαν να ήταν απλωμένα μπροστά του δεκάδες ανοιχτά βιβλία. Ήξερε τι καθάρματα ήταν όλοι και πόσο αδέξιοι. Δύο είχαν ήδη πέσει καταγής, παρατώντας την κάθε προσπάθεια ενώ τρείς είχαν κάνει ένα μικρό διάλειμμα πιστεύοντας πως σε λίγο θα τους έφερναν κάποιο εξαίσιο έδεσμα για δεκατιανό. Άλλοι απλά συνέχιζαν να ρεζιλεύουν τους εαυτούς τους με ανούσιες απότομες κινήσεις και κραυγές που δεν έβγαζαν νόημα. Παιδιά, το λιγότερο με το οποίο μπορούσε να τους χαρακτηρίσει. Παιδιά δίχως επίγνωση της σοβαρότητας της κατάστασης.
«Διαλέξατε τον… νικητή;»
           
«Όχι…» έκλεισε τα μάτια του και χαμήλωσε το πρόσωπό του. Ο Τέτσου έτριψε το σαγόνι του και πήρε μια βαθιά ανάσα. Ο χρόνος που τους είχε απομείνει τελείωνε και έπρεπε να βιαστούν. Οι επιλογές δεν ήταν πολλές μα η δυσκολία πίσω από την απόφαση ήταν όντως υψηλή. Δεν του έδινε άδικο που καθυστερούσε.
           
«Αυτή η κοπέλα, όμως…» έδειξε ο Σάντο στον Δάσκαλο τη μορφή που καθόταν κάτω από το υπόστεγο και διαλογιζόταν. Του είχε κάνει εντύπωση. Δεν την έβλεπε να παίρνει μέρος στις ανούσιες μάχες των υπολοίπων. Δεν την είχε δει ποτέ να φωνάζει, να ξεπερνάει τα όρια και να προκαλεί όπως τότε, στην πρώτη τους συνάντηση. Η ψυχή της, αν και ταραγμένη είχε βρει κάποια γαλήνη. Το διαισθανόταν.
           
«Η Ρέιτο;» σήκωσε ο Μάσουμα το ένα του φρύδι. Τη γνώριζε όσον καιρό εκείνη βρισκόταν στις φυλακές. Ήταν επιπόλαιη και πολλές φορές είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό της, γεγονός που συχνά την έφερνε αντιμέτωπη με πολλούς μπελάδες. Πίστευε πως είχε το πάνω χέρι και ποτέ δεν λογάριαζε τη δύναμη του αντιπάλου της. Ήταν…
«Όχι και τόσο κακή επιλογή» χασκογέλασε και στήριξε την πλάτη του στο παγωμένο τζάμι. «Είναι μικρή και ανόητη και το λέω όσο πιο τρυφερά μπορώ. Όπως θα μιλούσε ένας πατέρας για το παιδί του»
           
«Και ανησυχείς όπως ένας πατέρας, αν μου επιτρέπεις» συμπλήρωσε ο Σάντο με έναν ευγενικό τόνο που σε άβολη θέση τον Τέτσου. Δεν το είχε συνειδητοποιήσει ποτέ, ή μάλλον δεν είχε επιτρέψει στον εαυτό του να το συνειδητοποιήσει. Εκείνος απλά χαμήλωσε το βλέμμα του, σταυρώνοντας τα χέρια του στο στήθος και χαμογελώντας πικρά.
«Δε χρειάζεται να κρύβεσαι, αγαπητέ Δάσκαλε» έστρωσε ο νέος άρχοντας τη ρόμπα του και ξεκούρασε τα χέρια του πίσω από την πλάτη του. Η χαρούμενη αυτή ατμόσφαιρα ήταν αδύνατον να διαρκέσει παραπάνω. Γνώριζε πως κάποιος αναθεματισμένος τρίτος θα έκανε την εμφάνισή του. Απεσταλμένος ίσως από τον Μάο ή κάποιον άλλον συμβουλάτορα. Δεν του επέτρεπαν τόση στενή επαφή με κανέναν. Δεν του επέτρεπαν καν να αναπνεύσει μονάχος για παραπάνω από μισή ώρα. Έτσι, όλες οι λιγόλεπτες στιγμές με τον Δάσκαλο Μάσουμα αποκτούσαν αξία ίση με εκείνη του χρυσού και του μεταξιού: ανεκτίμητη.
           
Έκανε ένα βήμα πίσω, γύρισε την πλάτη του στο παράθυρο και στον άλλον άντρα και απομακρύνθηκε. Τα σκούρα του μάτια στράφηκαν σε ένα κενό, στο πλάι, πάνω στα κειμήλια της οικογένειάς του: πίνακες, είδη καθημερινής χρήσης, ένα ξίφος τοποθετημένο σε ξύλινη βάση με την μεταξένια του κόκκινη κορδέλα να χαϊδεύει την επιφάνεια που το στήριζε. Ήταν η στιγμή που του άρμοζε να γίνει κι αυτός ένα με τούτα τα άβουλα αντικείμενα που με έναν μαγικό και άγνωστο τρόπο όριζαν την όλη του ζωή. 
«Την επιλογή μου θα τη μάθετε σύντομα. Είστε ελεύθερος από εμένα, Δάσκαλε Μάσουμα» δήλωσε έπειτα. Ο Μάσουμα τον κοίταξε και τον επεξεργάστηκε διακριτικά, μα προσεκτικά. Το πρόσωπό του είχε αφήσει πίσω τα εύθυμα χαρακτηριστικά του και φόρεσε εκείνη τη μάσκα που παρουσίαζε σε όλους τριγύρω του. Όλη του η στάση άλλαξε ριζικά. Είχε ισιώσει το σώμα του· μια στάση τόσο επιβλητική και αρχοντική που στα μάτια του Τέτσου θύμιζε όντος τις φιγούρες από τα παλιά· ένας άρχοντας για τον οποίο χιλιάδες πολεμιστές θα θυσίαζαν μέχρι και την τελευταία τους πνοή. Ένας άρχοντας ο οποίος δε δείλιαζε και δεν κρυβόταν πίσω από συμβούλους και στρατηγούς. Μέσα του όμως καταπίεζε τον νεαρό άνδρα που ήταν στην πραγματικότητα. Δεν του επέτρεπε να πάρει ανάσα, μονάχα ελάχιστες στιγμές, όταν βρισκόταν με άτομα που εμπιστευόταν και με όσους δεν φοβόταν, κι αυτή η μετάβαση πάντα τον τρόμαζε και τον έθλιβε.
           
Ο Μάσουμα, αφού υποκλίθηκε,  έστρεψε το βλέμμα του για ακόμα μια φορά στην αγαπητή του μαθήτρια Ρόζου. Δεν είχε κουνήσει καθόλου το σώμα της, ούτε είχε χαλάσει κάπως τη στάση της. Η ισορροπία της ήταν τέλεια. Αισθανόταν περήφανος και έκπληκτος ταυτόχρονα. Θα ήταν ειλικρινής με τον εαυτό του· ποτέ δεν πίστευε πως το συγκεκριμένο κορίτσι θα αποκτούσε τόση μεγάλη αυτοπειθαρχία μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες. Από όσο τη θυμόταν, δεν είχε υπομονή και έχανε τον έλεγχο του εαυτού της με το παραμικρό. Όταν την προκαλούσαν, χωνόταν με τα μούτρα στον βούρκο και δεν την ενδιέφεραν οι συνέπειες. Εάν θα την κλείδωναν στην απομόνωση ή θα της επέβαλαν με τον δικό τους ανεκδιήγητο τρόπο την πειθαρχία, της ήταν παντελώς αδιάφορο. Πόσες χιλιάδες φορές την είχε παρακολουθήσει να επιστρέφει στο κελί της γδαρμένη ολόσωμα από μαστίγια και γκλομπς; Πόσες φορές την είχε επιπλήξει και πόσες ακόμα τον είχε αγνοήσει; Στην αρχή πίστευε πως γύρευε μπελάδες και πως η ένταξή  της σε τούτη την σκοτεινή και σαδιστική φυλακή ήταν από καθαρά δικιά της ανοησία. Μα είχε κάνει λάθος να την κρίνει προτού έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με την αλήθεια. Η ιστορία της ήταν πιο θλιβερή και από την ίδια της τη φιγούρα.  Μα ακόμα πιο θλιβερό ήταν να βλέπει μια κοπέλα στην ηλικία της Ρόζας, όταν την πρωτογνώρισε, να έχει χάσει κάθε ελπίδα και κάθε ανθρωπιά. Ο τολμηρός, ο άφοβος, αυτός που δεν νιώθει πόνο και ο αδιάφορος δεν είναι απλά κουτός. Έχει χάσει τα όσα αποτελούν το άτομό του· τα όσα του δίνουν τον τίτλο του ανθρώπου. Αλλά, ποιος στην εποχή που τούτη, θυμόταν την αίσθηση της ελπίδας για κάτι καλύτερο;
 
Ο ίδιος, τουλάχιστον, την είχε πλέον ξεχάσει.

Χριστίνα Ξενάκη