Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

25.1.19

Η άργυρος χορδή (Κεφάλαιο 7 - Μέρος 1)


Ευτυχώς το «πάρτι» μετά την παράσταση κράτησε λίγο. Περιορίστηκε περισσότερο σε συγχαρητήρια προς τους δύο ηθοποιούς και ύστερα κίνησε ο καθένας για το δωμάτιό του, καθότι την επόμενη ημέρα είχαμε όλοι υποχρεώσεις και μαθήματα. Αφού χαιρέτισα για άλλη μια φορά τον Ρέτζι και τη Ρεγγίνα, αναζήτησα την ησυχία του δωματίου μου, την οποία ένιωθα πως είχα τόση ανάγκη. Όλες οι πληροφορίες που καλούμουν να αφομοιώσω τις τελευταίες μέρες έκαναν το κεφάλι μου να βουίζει και το μόνο που ήθελα ήταν να ξαπλώσω στο κρεβάτι και να μη σηκωθώ ποτέ. Στρίβοντας στη γωνία του διαδρόμου όμως συνειδητοποίησα πως θα καθυστερούσε περισσότερο η συνάντησή μας.

Το βλέμμα μου διασταυρώθηκε με του Σεμπάστιαν τη στιγμή που έστριβε και εκείνος από την αντίθετη πλευρά. Δίπλα του μία γυναικεία φιγούρα μιλούσε, έχοντας ένα χαμόγελο να φωτίζει τα χαρακτηριστικά της, και εκείνος έδειχνε να διασκεδάζει με όσα του έλεγε. Όταν κατάλαβε πως το βλέμμα του σοβάρεψε απότομα, γύρισε κι εκείνη προς το μέρος μου και εγώ έβριζα από μέσα μου για την αναπόφευκτη συνάντηση που επρόκειτο να συμβεί. Φόρεσα το πιο αληθινό χαμόγελο που μπορούσα και τους χαιρέτισα.

Φυσικά ο Σεμπάστιαν δεν περιορίστηκε μόνο σε έναν απλό χαιρετισμό, αλλά σταμάτησε να δει πώς είμαι.

«Προσπαθώ να προσαρμοστώ. Σήμερα ήταν μια πολύ γεμάτη ημέρα» δικαιολογήθηκα, ελπίζοντας να πιάσουν το νόημα και να με αφήσουν να φύγω.

«Δεν ξεκουράστηκες όλο το απόγευμα;» ρώτησε εκείνος με εμφανή περιέργεια.

«Ε, όχι ιδιαίτερα. Με είχαν καλέσει σε μία παράσταση και δεν μπορούσα να αρνηθώ».

Η γυναίκα δίπλα του είχε αρχίσει να δυσανασχετεί με τη συνεχιζόμενη συζήτηση και εγώ δεν μπορούσα να αντέξω το βλέμμα της, που φώναζε «τελειώνετε». Το ψηλότερο ανάστημά της με έκανε να νιώθω ακόμη πιο άβολα δίπλα της και η γενικότερα εντυπωσιακή της εμφάνιση δυσχέραινε την κατάσταση.

«Παράσταση; Ωραία. Ο Ρετζινάρντο σε κάλεσε;»

Δεν μπορούσα να καταλάβω ακριβώς γιατί τον ένοιαζε, όμως απάντησα θετικά παρ'όλα αυτά.

«Μάλιστα» σχολίασε ανέκφραστα, γεμίζοντάς με με ερωτηματικά. Ο τόνος του ήταν πιο σοβαρός όταν συμπλήρωσε: «Έχεις χαθεί».

Κοίταξα αυτόματα γύρω μου για να διαπιστώσω πως δεν είχα ιδέα αν είχε όντως δίκιο ή όχι. Αυτή η μανία της Ακαδημίας να έχει τόσο πανομοιότυπους διαδρόμους δε βοηθούσε καθόλου.

«Για να το λες» ξεφύσηξα ηττημένη.

«Ναι, είσαι κοντά στα δικά μας δωμάτια. Θα γυρίσεις πίσω και θα στρίψεις αριστερά αυτήν τη φορά».

Η συνειδητοποίηση πως έμεναν σε κοντινή απόσταση έφερε μία ενόχληση στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Ένευσα θετικά και τους καληνύχτισα, βλέποντας την ανακούφιση να διαγράφεται επιτέλους στο πρόσωπο της γυναίκας. Γύρισα την πλάτη και έφυγα πρώτη, αποφεύγοντας να προχωρήσουμε παρέα σε όση κοινή διαδρομή μάς απέμενε και εκείνοι ξεκίνησαν με διαφορά λίγων δευτερολέπτων.

Είχα ενοχληθεί από την παρουσία της δίπλα του και κυρίως από αυτό το μικρό χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη της, όταν ο Σεμπάστιαν ανέφερε ότι χάθηκα. Τα νεύρα μου γενικότερα δεν ήταν και στην καλύτερή τους κατάσταση με όλα αυτά που συνέβαιναν, όμως έπρεπε να ηρεμήσω και να σταματήσω να σκέφτομαι οτιδήποτε με απέτρεπε από αυτό. Μετά από λίγο ακόμη εκνευρισμένο περπάτημα στους διαδρόμους, εντόπισα την πόρτα του δωματίου μου και κλείστηκα μέσα, ευχόμενη να μη με ενοχλήσει άλλος για το υπόλοιπο της ημέρας.

Δυστυχώς το επόμενο πρωί ήρθε πιο γρήγορα από ό,τι θα ήθελα, όμως ετοιμάστηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και έφυγα για το πρώτο μάθημα της ημέρας: Ιστορία της Αστρικής Προβολής Ι. Η «αίθουσα» αποδείχθηκε πως ήταν ένα μικρό, βολικό δωμάτιο, με βιβλία τακτοποιημένα στις βιβλιοθήκες που έντυναν τον χώρο και πολυθρόνες αντί για θρανία. Παρατήρησα πως οι θέσεις δεν ήταν πολλές, χωρούσαν μετά βίας δέκα άτομα, πράγμα που με έκανε να συνειδητοποιήσω πως το συγκεκριμένο μάθημα δεν είχε πολλούς μαθητές αυτή την περίοδο. Στις μισές περίπου πολυθρόνες κάθονταν ήδη γνωστές φυσιογνωμίες, ενώ μία πολυθρόνα βρισκόταν απέναντι από τις άλλες, σχηματίζοντας έναν άτυπο και άτσαλο κύκλο.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Σεμπάστιαν, μέχρι στιγμής θα έπρεπε να είχα κατακτήσει το τελευταίο στάδιο ύλης, ώστε να ξεκινήσω κανονικά τις παρακολουθήσεις των μαθημάτων μου. Με έναν γρήγορο επαναϋπολογισμό κατέληξε στο ότι θα μπορούσα να παρακολουθήσω τα θεωρητικά μαθήματα, για να μη χάνω άλλο χρόνο και μένω πίσω. Πίστευε ότι αν μάθαινα πληροφορίες, θα μπορούσα να καθοδηγήσω τον εαυτό μου καλύτερα και θα τα κατάφερνα. Κάπου μέσα μου δεν ήθελα να τον απογοητεύσω. Εξάλλου αυτό που μου ζητούσε σχετιζόταν άμεσα και με την επιβίωσή μου. Αν είχα μία ελπίδα να επιστρέψω στο σώμα και στη ζωή μου, αυτή ήταν να σταθεροποιηθώ πρώτα στο αστρικό πεδίο και να μη χαθώ στην άβυσσο.

Βολεύτηκα σε μία από τις άδειες πολυθρόνες και ακούμπησα τα βιβλία μου στο βοηθητικό τραπεζάκι στα δεξιά της. Είχα φτάσει νωρίς από ό,τι φαινόταν, καθώς οι θέσεις άρχισαν να γεμίζουν αρκετά αργότερα. Ευτυχώς όλοι οι «συμμαθητές» μου δεν είχαν όρεξη για γνωριμίες και συζητήσεις και έτσι περιοριστήκαμε σε απλούς χαιρετισμούς και μερικά «καλωσόρισες». Έξι πολυθρόνες συμπληρώθηκαν και λίγα λεπτά αργότερα η καθηγήτρια εισήλθε στο δωμάτιο. Ήταν μέσης ηλικίας, δε φαινόταν πάνω από σαράντα χρονών, με λίγα παραπανίσια κιλά που έκαναν το πρόσωπό της να μοιάζει καλοσυνάτο και γλυκό. Τα καστανά μαλλιά της ήταν πιασμένα σε έναν ψηλό κότσο, ένα χτένισμα βγαλμένο από άλλη εποχή, ενώ λίγες τρίχες ξέφευγαν ατημέλητες από την κορυφή, όση προσπάθεια και αν είχε καταβάλει για να τις τιθασεύσει. Αναρωτήθηκα πόσο καιρό βρισκόταν στο αστρικό πεδίο, ενώ διάβαζα το όνομά της στο πρόγραμμά μου: Τζοάννα Σάλιβαν.

Αφού κάθισε και εκείνη στην πολυθρόνα απέναντί μας, άφησε τα πράγματά της και στράφηκε προς το μέρος μας λέγοντάς μας μια ένθερμη καλημέρα. Ανταποδώσαμε όλοι και ύστερα ήρθε η σειρά μου να λάμψω:

«Εσύ πρέπει να είσαι η... Ναντίν» είπε διστακτικά ενώ κοιτούσε και ένα χαρτί στο οποίο πιθανότατα είχε σημειώσει τα στοιχεία μου.

«Ναντίν Βιλνέβ» επιβεβαίωσα.

«Καλώς μας ήρθες, κορίτσι μου. Σίγουρα θα έχεις πολλές απορίες, όμως αν θέλεις κράτα τες για το τέλος του μαθήματος, γιατί είμαι σίγουρη ότι θα καλύψουμε αρκετές. Πριν αρχίσουμε, όμως, θέλεις να μας πεις λίγα πράγματα για εσένα;»

Δεν ήθελα, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Όμως η ευγένεια και οι καλοί τρόποι το πρόσταζαν, οπότε δεν μπορούσα να πράξω διαφορετικά. Ευτυχώς δε χρειάστηκε να σηκωθώ όρθια για να παρουσιαστώ. Περιορίστηκα στα βασικά: στην ηλικία μου, από πού ερχόμουν, πόσα χρόνια έκανα αστρικά ταξίδια, στις σπουδές και στα χόμπι μου. Τα κορίτσια δίπλα μου με άκουγαν προσηλωμένα, δείχνοντας ενδιαφέρον. Υπέθεσα πως για να παρακολουθούν ακόμη το συγκεκριμένο μάθημα, δεν είχαν πολύ καιρό στο αστρικό πεδίο, οπότε ίσως με έβλεπαν σαν μία σύνδεση με τον πραγματικό κόσμο. Εγώ τουλάχιστον στη θέση τους αυτό θα σκεφτόμουν.

Μόλις έγινε αντιληπτό από όλους πως δε σκόπευα να μοιραστώ κάτι περαιτέρω έπεσε σιωπή και τον λόγο πήρε πάλι η καθηγήτρια. Το μάθημα από ό,τι καταλάβαινα γινόταν υπό μορφή συζήτησης και όχι με τον κλασικό, πατροπαράδοτο τρόπο. Γι' αυτό και ο χώρος ήταν διαμορφωμένος αντίστοιχα.

«Ναντίν, αυτή την περίοδο συζητάμε σχετικά με την αστρική προβολή, τις δυνατότητες και την ιστορία της. Όπως θα έχεις υποθέσει και εσύ, η αστρική προβολή είναι ένα χάρισμα που κατέχουν λίγοι».

Το υποσυνείδητό μου έκανε κάποια κακεντρεχή σχόλια στο άκουσμα της λέξης «χάρισμα» αλλά αποφάσισα να μη δώσω περισσότερη σημασία.

«Είναι μία δυνατότητα που προέρχεται από τα βάθη των αιώνων και μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Αυτό από μόνο του είναι η περίτρανη απόδειξη πως το γεγονός ότι βρισκόμαστε εδώ αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την επιβίωση όλου του υπαρκτού κόσμου. Κρατάμε τις ισορροπίες και, αν σταματήσουμε να το κάνουμε, το σκότος θα κυριαρχήσει. Είμαστε, αν θες, οι φύλακες του κόσμου». Έκανε μία μικρή δραματική παύση και έπειτα συνέχισε. «Οι πρώτοι άνθρωποι δυσκολεύονταν να πραγματοποιήσουν αστρικά ταξίδια, καθότι απαιτείται αρκετά διευρυμένο νοητικό επίπεδο και τα τότε δεδομένα δεν επαρκούσαν για να το καλλιεργήσουν. Οι πρώτοι φύλακες του αστρικού πεδίου ήταν λίγοι και με τα έργα τους οδήγησαν τον αστρικό κόσμο εδώ που είναι σήμερα. Για χρόνια βρίσκονταν μαζί με τους Άνιμους που έρχονταν στο αστρικό πεδίο, τους καθοδηγούσαν και τους εκπαίδευαν, έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν όλοι μαζί το απόλυτο κακό. Κάποια στιγμή αποχώρησαν και άφησαν τους πρώτους μαθητές τους να αναλάβουν τα ηνία».

«Τι εννοείτε αποχώρησαν; Πού πήγαν;» ρώτησε εύλογα η κοπέλα που καθόταν στην τρίτη πολυθρόνα.

«Δε γνωρίζουμε ακριβώς. Ο μύθος λέει πως ένωσαν τις ενέργειές τους με το ίδιο το αστρικό πεδίο, κάνοντας τις συνθήκες επιβίωσης εδώ πιο άνετες για εμάς».

«Την Ακαδημία εκείνοι τη δημιούργησαν;» ρώτησα, πριν προλάβω να σταματήσω τον εαυτό μου.

«Α, όχι. Δημιουργήθηκε πριν από πάρα πολλά χρόνια από τον κύριο Κέιντελ, τον διευθυντή».

Ήταν λίγο παράξενο αυτό που συνέβαινε στην Ακαδημία. Δεν ήταν εύκολο να συνειδητοποιήσεις πως κάποιος μπορεί να φαινόταν σαράντα ή πενήντα χρονών, αλλά να βρισκόταν εδώ για εκατονταετίες. Η σκέψη αυτή με σόκαρε, κυρίως διότι σκέφτηκα το ενδεχόμενο να παραμείνω εγώ εγκλωβισμένη εδώ για τόσα χρόνια. Από ένα σημείο και έπειτα δεν υπάρχει καν νόημα να γυρίσεις πίσω. Ο τόπος, η πατρίδα σου είναι εκεί που βρίσκονται οι άνθρωποί σου. Αν αυτοί χαθούν, ποιος ο λόγος να γυρίσεις.

«Για να επανέλθουμε στο θέμα μας, είτε το εξετάσουμε από θεολογική σκοπιά είτε από επιστημονική, ο Δημιουργός του σύμπαντος, που στην πρώτη περίπτωση είναι κάποιος θεός και στη δεύτερη η φύση, έφτιαξε τον υπαρκτό κόσμο συνθέτοντας τα πρωτόνια και τα ηλεκτρόνια που βρίσκονταν σκόρπια στο σύμπαν, αναγκάζοντάς τα να ενωθούν και να δημιουργήσουν τα στοιχεία που γνωρίζουμε. Παράλληλα, δημιούργησε λεπτά στρώματα γύρω του, σαν πέπλα, τα οποία θα τον συντηρούσαν και θα τον προστάτευαν. Σε ένα από αυτά τα πέπλα βρισκόμαστε και εμείς. Εδώ όμως δεν υπάρχουν έτοιμες ενώσεις στοιχείων και έτσι αναγκαζόμαστε να τα δημιουργήσουμε εμείς, χρησιμοποιώντας τη δική μας ενέργεια. Μην ανησυχείτε, θα εκπαιδευτείτε άρτια για αυτό» κατέληξε, όταν είδε πως οι περισσότερες την κοιτούσαμε αποσβολωμένες.

Ο καταιγισμός των πληροφοριών όλες αυτές τις ημέρες δε βοηθούσε καθόλου το νευρικό μου σύστημα και κάτι μου έλεγε πως έτσι θα συνεχιζόταν η κατάσταση και τον επόμενο καιρό. Ευτυχώς η κ. Σάλιβαν μας αποδέσμευσε, αφού μας διαβεβαίωσε πως η συζήτηση θα συνεχιζόταν στο επόμενο μάθημα, στο οποίο θα μπορούσαμε να εκφράσουμε συγκεντρωτικά όλες τις απορίες μας. Είχα μόλις ετοιμαστεί για να φύγω, όταν φώναξε το όνομά μου. Πήγα προς το μέρος της και εκείνη έτεινε το χέρι της, στο οποίο κρατούσε ένα βιβλίο.

«Ξέρω πως σου είπα ότι θα σου απαντήσω στο τέλος του μαθήματος, όμως δε σε ξέχασα. Απλώς θα σου ζητήσω μία χάρη. Να κρατήσεις τις απορίες σου προς το παρόν, να τις καταγράψεις σε ένα χαρτί και ύστερα να διαβάσεις αυτό το βιβλίο. Όποιες δε σου λυθούν μετά από αυτό, θα έρθεις να τις συζητήσουμε».

Δεν ήξερα αν συμμεριζόμουν τη μέθοδό της, όμως την ευχαρίστησα, πήρα το βιβλίο και κίνησα προς την κουζίνα για την πρώτη δόση φίλτρου της ημέρας. Είχα πληροφορηθεί πως η Ακαδημία διέθετε εσωτερική αυλή και αποφάσισα πως μία επίσκεψη θα με χαλάρωνε αρκετά, πριν συνεχίσω στο πρακτικό κομμάτι της εκπαίδευσής μου. Βγαίνοντας στον υπαίθριο χώρο, πήρα μια βαθιά ανάσα τη στιγμή που αντίκρισα το υπερθέαμα που ξεπρόβαλε μπροστά μου –κάποιος είχε κάνει υπερβολικά καλή δουλειά στο συγκεκριμένο σημείο. Η αυλή ήταν κατάμεστη με λουλούδια, δέντρα και φυτά, τα οποία κάλυπταν μία έκταση που δεν μπορούσε εύκολα το βλέμμα μου να ορίσει το τέλος της.

Η Ακαδημία ήταν πραγματικά στη μέση του πουθενά. Ήταν ένα τεράστιο κτίριο γεμάτο χρώματα και ύλη που σχεδόν δεν ήξερες αν στέκεται στο «έδαφος» ή αν αιωρείται. Οι τοίχοι καλύπτονταν με κάποιο είδος κισσού, το οποίο έκρυβε τις όμορφες πέτρες πίσω του. Το τοπίο έρχονταν να συμπληρώσουν κάποια στέγαστρα με παγκάκια, άλλα κυκλικά, άλλα τετράγωνα, όλα βαμμένα στο χρώμα του ξύλου. Ρυάκια με τρεχούμενο νερό σε λίμνες με μικρές και μεγάλες πέτρες έδιναν μια γαλάζια νότα στο κατά τα άλλα πράσινο και καφέ τοπίο. Ήταν μαγευτικό.

Προχώρησα σε ένα από τα πιο κοντινά στέγαστρα και κάθισα στο παγκάκι που βρισκόταν εκεί. Άνοιξα το μπουκάλι μου και συλλογιζόμουν διάφορα, ενώ έπινα το μαγικό μου φίλτρο. Γέλασα στον παραλληλισμό με το γαλατικό χωριό. Όλα εδώ ήταν τόσο πρωτόγνωρα. Οι μέρες περνούσαν κι εγώ ένιωθα ότι βλέπω ένα μεγάλο όνειρο διαρκείας, περιμένοντας στωικά να ξυπνήσω στη φυσιολογική μου ζωή. Ίσως γι' αυτό είχα καταφέρει να δείξω τόση υπομονή με όλα τα περίεργα που συνέβαιναν.

Είχα απορροφηθεί στις σκέψεις μου, όταν μια σχετικά γνώριμη φωνή με έβγαλε βίαια από αυτές.

«Το φαντάστηκα ότι θα σε έβρισκα εδώ».

Γύρισα και είδα τον εκπαιδευτή μου να στέκεται όρθιος με τα χέρια του να στηρίζονται σταυρωμένα στο στήθος του. Πόση ώρα είχε περάσει; Κοίταξα το μπουκάλι μου και συνειδητοποίησα πως το υγρό μέσα είχε τελειώσει.

«Τι... τι ώρα είναι;»

«Περασμένη» μου είπε δήθεν θυμωμένα. Καταλάβαινα ότι προσπαθούσε λίγο παραπάνω απ' ό,τι συνήθως να μείνει αυστηρός.

«Συγγνώμη, Σεμπάστιαν» είπα βιαστικά και κατέβηκα τα δύο ξύλινα σκαλοπάτια για να βρεθώ δίπλα του.

«Τουλάχιστον δε θα χαθείς σήμερα» είπε και ξεκίνησε να προχωράει.

Ήταν πιο κακόκεφος από ό,τι συνήθως.

«Έχεις κάτι;» ρώτησα μην μπορώντας να συγκρατήσω την απορία για τον εαυτό μου. Σκέφτηκε για μερικά δευτερόλεπτα.

«Διάφορες σκοτούρες» μου απάντησε ανασηκώνοντας τους ώμους του.

Αποφάσισα να μη δώσω συνέχεια στην κουβέντα, οπότε συνεχίσαμε την υπόλοιπη διαδρομή σιωπηλά. Φτάσαμε στο γνωστό δωμάτιο με την πόρτα μπουντρουμιού και μέσα βρήκαμε την ίδια, συνηθισμένη κατά κάποιο τρόπο πια, εικόνα.

Αγγελίνα Παπαδημητρίου