Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

5.3.19

Μάχη για επιβίωση (Κεφάλαιο 1)


Η Ελπίδα κοιτάζει έξω από το παράθυρο της κουζίνας. Η μέρα είναι ηλιόλουστη, ακριβώς όπως είθισται να είναι μια Αυγουστιάτικη ημέρα: ζεστή, γεμάτη όμορφες εικόνες και ήχους της φύσης. Καμία σχέση με τα όσα προέβλεψαν οι μετεωρολόγοι, στηρίζεται όμως στις προβλέψεις τους. Μισεί τις καταιγίδες και θέλει πάντα να είναι καλά προετοιμασμένη. Ειδικά από τότε που ο Άρης… Όχι, δεν θα πάει εκεί. Δεν επιτρέπει πια στο μυαλό της να πηγαίνει εκεί. Όχι τόσο συχνά όπως άλλοτε, τουλάχιστον. Ο πόνος είναι βαθιά ριζωμένος στο στήθος της και το κενό, συνεχής σύντροφός της από εκείνη την αποφράδα βραδιά που σήμανε το τέλος της ζωής του και μαζί του, το τέλος των ονείρων τους.

Παίρνει βαθιά ανάσα και μαζεύει τα καλάθια με τους καρπούς από το τραπέζι. Ήρθε η ώρα να τακτοποιήσει όσα μάζεψε και να ξεκουραστεί μέχρι την άφιξη του επισκέπτη της. Σήμερα σηκώθηκε πολύ νωρίς το πρωί, ακόμα νωρίτερα απ’ ό,τι συνηθίζει. Ήθελε να είναι όλα έτοιμα: από το δωμάτιο φιλοξενίας ως τις προμήθειες και το κτήριο όπου στέγαζε τα ζώα της, ώστε αν τελικά η θύελλα ξεσπούσε, να μην υπήρχε λόγος για κανέναν να βγει από το σπίτι.
Έτσι, καθάρισε καλά τον ξενώνα και τον αέρισε, άπλωσε τα καθαρά κλινοσκεπάσματα, έλεγξε το κελάρι της για να σιγουρευτεί ότι υπήρχε στη διάθεσή της οτιδήποτε χρειαζόταν για τη σίτιση και διαμονή του φιλοξενούμενού της και βεβαιώθηκε ότι όλες οι πόρτες και τα παράθυρα του στάβλου ασφάλιζαν σωστά, ώστε σε περίπτωση δυνατού αέρα να μένουν σφαλιστά.
Έπειτα από το ατύχημα του Άρη κατά το οποίο έχασε και όλα τα ζώα που έκτρεφαν, εκτός του Δρομέα και της Λευκής, έπαιρνε ιδιαίτερα μέτρα για την ασφάλεια των κτηρίων της φάρμας. Οι προβλέψεις μιλούσαν για πολύ δυνατούς ανέμους και η Ελπίδα ξέρει εκ πείρας ότι «όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος», οπότε προτιμά να είναι προετοιμασμένη καλά, παρά να μετανιώνει για ό,τι δεν προέβλεψε.
Αυτό που την ανησυχεί, όμως, είναι η άφιξη του νέου της επισκέπτη. Τρεις μέρες πριν, ένας νεαρός άντρας, ονόματι Αλεχάντρο Πέρες, της τηλεφώνησε για να την ενημερώσει ότι ένα ηλικιωμένο ζευγάρι - που είχε μείνει πριν ένα μήνα εκεί - του σύστησε το κέντρο της. Της έκανε πολύ καλή πρώτη εντύπωση ο ήρεμος τρόπος που μιλούσε και η βαθιά φωνή του. Της μιλούσε αγγλικά, μα σαν να διέκρινε και μια άλλη αμυδρή προφορά.
Η Ελπίδα, στην αρχή, υπήρξε διστακτική γι’ αυτήν την κράτηση. Από τότε που πέθανε ο Άρης, απέφευγε να φιλοξενεί άντρες μοναχικούς, προτιμούσε να δέχεται ζευγάρια για να νιώθει η ίδια ασφαλής. Κάτι, όμως, στον ευγενικό τρόπο ομιλίας του και στην υπολανθάνουσα μελαγχολικότητά του, προκάλεσε το ενδιαφέρον και την περιέργειά της και εν τέλει, δέχτηκε. Άλλωστε, σπάνια ασθενείς επέλεγαν το κέντρο της για να διαμείνουν κατά την καλοκαιρινή περίοδο κι αυτή δεν ήταν εποχή για να αρνείται πελάτες. «Ναι», της είπε η εσωτερική της φωνή. «Λέγε το αυτό όσο πιο συχνά μπορείς μπας και πιστέψεις ότι αυτός είναι ο λόγος που δέχτηκες να τον φιλοξενήσεις, και όχι το μυρμήγκιασμα που σου προκάλεσε η φωνή του.»

**************************************************

Ο Αλεχάντρο Πέρες μόλις έχει αποβιβαστεί από το αεροπλάνο κι έχει στα χέρια του τα κλειδιά από το ενοικιαζόμενο αμάξι. Προορισμός του όχι μια από τις πιο δημοφιλείς παραλίες του νησιού, αλλά ένα από τα πιο όμορφα και παραδοσιακά χτισμένα χωριά του στα ορεινά. Ίσως εύκολα κάποιος να τον χαρακτήριζε τρελό γι’ αυτήν του την επιλογή. Ποιος, πραγματικά, θα έφτανε σ’ ένα τέτοιο παραδεισένιο νησί καλοκαιριάτικα κι αντί για παραθαλάσσια περιοχή, να επιλέξει το πιο απομακρυσμένο απ’ τον πολιτισμό χωριό του και μάλιστα στα ορεινά; Κι ίσως στο παρελθόν έτσι να χαρακτήριζε την επιλογή του: τρέλα, παρόρμηση της στιγμής, μα όχι τώρα. Τώρα το μόνο που χρειαζόταν ήταν η απομόνωση και η ηρεμία.
Για αρκετά χρόνια, η ομάδα του και εκείνος επισκέπτονταν κοσμοπολίτικα νησιά στις διακοπές τους. Μετά από την ένταση και την αδρεναλίνη που βίωναν επί καθημερινής βάσεως στη δουλειά τους, είχαν ανάγκη να ξεσκάσουν, να ξεδώσουν. Δυστυχώς, όμως, οι τελευταίες εξελίξεις τού είχαν αφαιρέσει τόσα πολλά που δεν του άφησαν άλλη επιλογή. Δεν είχε πια μαζί του ούτε τους φίλους του ούτε ένιωθε την ξεγνοιασιά του τότε. Δεν ήταν πια ο ίδιος ούτε σωματικά ούτε ψυχικά.
Το βλέμμα του Αλεχάντρο επικεντρώνεται στο γόνατό του, που ακόμα δεν έχει πλήρως επουλωθεί από την εγχείρηση, και παρατηρεί το αμυδρό τρέμουλο. Δύσκολο να συνηθίσει κανείς να περπατά με ένα ψεύτικο πρόσθετο μέλος. Ένας ακόμη λόγος που χρειάζεται τη βοήθεια του κέντρου αποκατάστασης.
Ξεφυσώντας αργά, προχωρά προς το τέλος του διαδρόμου με την χειραποσκευή του περασμένη στον ώμο του. Δεν πήρε και πολλά ρούχα μαζί του. Έχει ακούσει πως ο καιρός το καλοκαίρι στην Ελλάδα είναι αρκετά ζεστός και πάντα του άρεσε να ταξιδεύει ελαφρά.
Ελλάδα… Του αρέσει αυτή η χώρα. Ηλιόλουστη, με ζεστούς κι ευγενικούς ανθρώπους, φιλόξενους και διαχυτικούς, παρά τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα τελευταία χρόνια. Και το κερασάκι στην τούρτα; Κανείς δεν τον γνωρίζει εδώ. Κανείς δεν ξέρει πώς ήταν πριν το ατύχημα, κανείς δεν ξέρει πόσους φίλους έχασε. Τώρα, θα κάνει μια νέα αρχή και θα γνωρίσουν αυτό που έμεινε, ένα εξωτερικό κέλυφος κι αυτό ελλιπές, να περιπλανάται δίχως σκοπό.
Πριν λίγες μέρες, όταν έφτασε στην Αθήνα και καθώς έπινε τον καφέ του σε καφετέρια του αεροδρομίου, άκουσε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι σε παρακείμενο τραπέζι να εκθειάζει την ιδιοκτήτρια ενός κέντρου αποκατάστασης. Μιλούσαν για ένα ορεινό χωριό ενός νησιού που είχαν πρόσφατα επισκεφθεί. Η νεαρή κοπέλα τούς είχε κάνει εντύπωση για την ακεραιότητα του χαρακτήρα της, την ποιότητα της φιλοξενίας της και τη δυναμικότητά της, ενώ δεν έπαψαν να περιγράφουν με θέρμη τα υπέροχα τοπία που περιέβαλαν το χωριό, τα στενά καλντερίμια που το διέσχιζαν, τα πετρόχτιστα σπίτια του και την απόλυτη ηρεμία που επικρατούσε. Επιπλέον, η ιδιοκτήτριά ήταν και η ίδια φυσικοθεραπεύτρια. Ειδικευόταν στην υδροθεραπεία και παρείχε τις υπηρεσίες της τόσο σε ατομικό επίπεδο, όσο και σε μικρές ομάδες ασθενών σε πισίνα που λειτουργούσε αποκλειστικά γι’ αυτόν τον σκοπό.
Ήταν αυτό ακριβώς που έψαχνε κι εκείνος κι έτσι πλησίασε το ηλικιωμένο ζευγάρι και τους ζήτησε λεπτομέρειες για το μέρος που περιέγραφαν και τη διεύθυνση του κέντρου. Το ζευγάρι ήταν παραπάνω από πρόθυμο να του παρέχει αυτές τις πληροφορίες καθώς, όπως είπαν, η κοπέλα είχε «μαγικά χέρια» και τους είχε βοηθήσει πολύ να ξεπεράσουν σωματικούς πόνους που τους ταλαιπωρούσαν χρόνια. Ζούσε μόνη της και είχε πολλά έξοδα να βγάλει εις πέρας, οπότε σίγουρα χρειαζόταν νέους πελάτες.
Την επόμενη κιόλας ώρα, είχε πάρει τηλέφωνο στο κέντρο και η φωνή της ιδιοκτήτριας τον ξάφνιασε ευχάριστα. Είχε μια όμορφη, ζεστή χροιά, σχεδόν μελωδική. Αναρωτιόταν τι πρόσωπο συνόδευε αυτή τη φωνή, από τι χείλη έβγαινε. Κι οι τρόποι της ήταν πολύ ευγενικοί. Αν και γέννημα θρέμμα ελληνικό, κατείχε καλά την αγγλική γλώσσα και η προφορά της τής προσέδιδε μια γλυκύτητα που τον ιντρίγκαρε ακόμα περισσότερο. Μα όταν παζάρεψαν την τιμή του προγράμματος που ήθελε να ακολουθήσει, τη γλυκύτητα αντικατέστησε ο δυναμισμός και ο Αλεχάντρο υπέκυψε στον πειρασμό να την πιέσει για κάποια προσφορά, μόνο και μόνο για ν’ απολαύσει ακριβώς αυτόν της τον δυναμισμό και να την ακούσει να υπερασπίζεται αυτό που θεωρούσε δίκαιο.
Ιδού λοιπόν ο Αλεχάντρο, τρεις μέρες μετά στο αεροδρόμιο της πρωτεύουσας του νησιού, έτοιμος να ξεκινήσει για τον άγνωστο προορισμό του. Λίγο πριν του παραδοθούν τα κλειδιά του ενοικιαζόμενου αυτοκινήτου του, ζητά οδηγίες από τους πράκτορες για πώς θα φτάσει στο χωριό και με μια μικρή απογοήτευση διαπιστώνει πως η διαδρομή που έχει να διασχίσει δεν είναι και τόσο εύκολη. Εν τέλει, φορτώνει την χειραποσκευή του και πληκτρολογεί στο κινητό του το τηλέφωνο του κέντρου.
Το τηλέφωνο χτυπά μόλις δυο φορές πριν το σηκώσει εκείνη: «Παρακαλώ;», λέει λογικά στα ελληνικά αφού εκείνος δεν μπορεί να καταλάβει την ερώτηση.
- «Ελπίδα, εσείς είστε;» της απαντά εκείνος στ’ αγγλικά.
- «Κύριε Πέρες, εσείς;»
- «Ναι, εγώ. Πήρα να σας ενημερώσω ότι μόλις κατέβηκα από το αεροπλάνο, έχω φορτώσει τις αποσκευές μου στο ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο και ξεκινώ για εσάς.»
- «Ελπίζω να είχατε ένα καλό ταξίδι κι η διαδρομή να μη σας επιφυλάσσει εκπλήξεις. Η αλήθεια είναι ότι το δελτίο καιρού προειδοποίησε για ισχυρούς ανέμους και έντονα καιρικά φαινόμενα, γι’ αυτό σας παρακαλώ να είστε ιδιαίτερα προσεκτικός. Αν χρειαστείτε το οτιδήποτε, παρακαλώ μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μου.»
- «Δυνατούς ανέμους και έντονα καιρικά φαινόμενα; Μα ο ουρανός είναι πεντακάθαρος. Σίγουρα η πρόβλεψη θα ήταν λανθασμένη, μην ανησυχείτε. Όπως και να’ χει, σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον. Σε λίγη ώρα θα είμαι εκεί. »
- «Θα σας περιμένω», του απαντά κι εκείνη και κλείνουν το τηλέφωνο.
Ο Αλεχάντρο συνειδητοποιεί ότι, όση ώρα μιλούσε μαζί της, χαμογελούσε κι αυτό τον εκπλήσσει ευχάριστα. Είχε να χαμογελάσει από τότε που η γη σείστηκε κάτω από τα πόδια του και η ζωή που ήξερε ως τότε, έπαψε να υπάρχει. Με τη σκέψη αυτή, αμέσως τα χείλη του παύουν να χαμογελάνε.
*********************************************
Όσο περισσότερο ο Αλεχάντρο πλησιάζει στον προορισμό του, τόσο περισσότερο οι δρόμοι στενεύουν και οι λακκούβες αυξάνονται, ενώ οι στροφές είναι αλλεπάλληλες και απότομες. «Δε θα συνιστούσα αυτή τη διαδρομή σε κάποιον που τον πειράζει τ’ αυτοκίνητο», σκέφτεται με θυμηδία. Από τα δεξιά του, στα πλάγια της κάθε στροφής δεν υπάρχουν παρά μόνο προστατευτικές μπάρες κι από κάτω ακολουθεί γκρεμός που το βάθος του φτάνει όσο μπορεί να φτάσει το μάτι, ώσπου να χαθεί σ’ ένα απέραντο γαλάζιο. Από τ’ αριστερά του εκτείνονται βραχώδεις περιοχές με θάμνους και ελαιόδεντρα. Είχε διαβάσει πως τα ελαιόδεντρα και οι πλάτανοι είναι τα δέντρα που συναντιούνται συχνότερα στο νησί. Όπου δεν υπάρχουν δέντρα, ξεφυτρώνουν θάμνοι. Το χώμα έχει ένα έντονο σταχτί χρώμα, αποτέλεσμα μιας έκρηξης ηφαιστείου που είχε γίνει δισεκατομμύρια χρόνια πριν, κι όμως, ακόμα επηρεάζει τη βλάστηση του νησιού.
Ο ουρανός, από γαλάζιος που υπήρξε όταν ξεκίνησε ο Αλεχάντρο τη διαδρομή, έχει πια σκοτεινιάσει και συννεφιάζει. Δεν θυμίζει σε τίποτα τον καθάριο ουρανό και την ηλιόλουστη μέρα που τον καλωσόρισε λίγες ώρες νωρίτερα στο νησί. Ξαφνικά, χοντρές σταγόνες αρχίζουν να χτυπούν το παρμπρίζ του αυτοκινήτου και ο Αλεχάντρο ενεργοποιεί τους υαλοκαθαριστήρες. Όταν, εν τέλει, φτάνει στο ρέμα που ο χάρτης δείχνει ότι πρέπει να διασχίσει λίγο πριν μπει στο χωριό που είναι ο τελικός του προορισμός, έντονος άνεμος φυσά μανιασμένος, ενώ η βροχή πέφτει τόσο πυκνή που του είναι αδύνατο να δει πέρα από το ένα μέτρο. Το ρέμα που του είπαν πως συνήθως είναι άδειο το καλοκαίρι, τώρα είναι γεμάτο νερό και η στάθμη του φαίνεται να αυξάνεται ραγδαία.
Ο Αλεχάντρο σταματά το αμάξι του και παίρνει το κινητό του από το καντράν του αυτοκινήτου. Δυστυχώς δεν έχει σήμα. Βγαίνει διστακτικά έξω και κοιτά το ρέμα. Η στάθμη του έχει ανέβει αρκετά, όμως, φαίνεται πως ακόμα μπορεί να το διασχίσει με τ’ αμάξι. Μπαίνει ξανά μέσα, ανοίγει τον χάρτη του και επιβεβαιώνει ότι το κοντινότερο χωριό πριν από το ρέμα απέχει μία ώρα το λιγότερο. Δεν έχει πολλές εναλλακτικές: είτε θα μείνει μέσα στ’ αμάξι του στριμωγμένος χωρίς φαΐ, νερό ή δυνατότητα ξεκούρασης μέχρι να καταλαγιάσει η κακοκαιρία είτε θα τολμήσει να διασχίσει το ρέμα, όσο ακόμα μπορεί, και θα συνεχίσει αργά και σταθερά για τον προορισμό του.
Αφού το σκέφτεται για λίγο, επιλέγει τη δεύτερη εναλλακτική.

***********************************************

Η Ελπίδα ξεφυσά αγχωμένη και ανασηκώνεται από την καρέκλα της. Με το δεξί της χέρι παραμερίζει την κουρτίνα κι αντικρίζει τον κατάμαυρο ουρανό μπροστά της. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένας κεραυνός σχίζει τον ουρανό και φωτίζει τα πάντα γύρω ενώ η βροντή που ακολουθεί αμέσως μετά, κάνει τα τζάμια να τρίζουν. Οι στάλες της βροχής, που ώρες – ώρες μοιάζουν με χαλάζι, χτυπούν βίαια πάνω στα παράθυρα.
Νιώθει όλο της το κορμί ν’ αναριγεί και την καρδιά της να σφίγγει μες στο στήθος της. Όλα της θυμίζουν εκείνο το βράδυ. Εκείνο το τραγικό βράδυ που ο Άρης έχασε τη ζωή του τόσο άδικα. Τα μάτια της βουρκώνουν κι ευθύς τα σκουπίζει, μα μέσ’ απ’ τη θαμπάδα των δακρύων της, σαν σε ταινία ξετυλίγονται στο μυαλό της τα γεγονότα εκείνης της καταραμένης νύχτας…


Ελεάνθη Μηθυμνιώτη