Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

19.3.19

Τιμωρημένος και από τους δύο κόσμους (Κεφάλαιο 1) - "Τάσεις αυτοκτονίας"

      Ξεκούμπωσε το μαύρο του πουκάμισο, αφήνοντας το να πέσει στο έδαφος. Επικρατούσε ησυχία. Ήταν μόνος. Ολομόναχος, στεκόταν στην άκρη του γκρεμού, με το βλέμμα του κολλημένο σε ένα αστέρι. Το κοιτούσε επίμονα∙ δεν ήξερε εάν έπρεπε να προσευχηθεί και, αν προσευχόταν, τι ακριβώς να ψέλλιζε. Να ευχόταν για έναν ήπιο, άπονο θάνατο ή να έχει τουλάχιστον ένα ωραίο πτώμα; Στη πραγματικότητα, δε τον ενδιέφερε τίποτα από τα δύο. Κυρίως τον ένοιαζε να καταφέρει επιτέλους, να πεθάνει.
      Κατέχοντας ήδη βαρύ ιστορικό στις απόπειρες αυτοκτονίας, ευελπιστούσε αυτή τη φορά να πετύχει. Τι κι αν γνώριζε πως κάτι τέτοιο δε θα συνέβαινε –όσο  και αν προσπαθούσε. Άλλα, δεν το έβαζε κάτω. Είχε κουραστεί να ζει. Ζώντας πολλές ζωές, είχε χάσει το ενδιαφέρον του. Σιχαινόταν τους πάντες και τα πάντα. Όλα γύρω του ήταν άθλια και γίνονταν ολοένα χειρότερα. Έκλεισε τα μάτια του, εισπνέοντας βαθιά.
      Είχε ακούσει πως όταν πλησιάζει κανείς τον θάνατο, η ζωή του γίνεται ταινία με μοναδικό θεατή εκείνον τον ίδιο. Όμως, γι’ αυτόν δεν ήταν ακριβώς ζωή… Ήταν η τιμωρία του.

* *  * *
Η ιστορία του έχει την αρχή της, πριν από τη μέτρηση του χρόνου και λίγο αργότερα από την απόφαση του Πατέρα Κόσμου να αποκτήσει διαδόχους.
Από το απόλυτο τίποτα σε συνδυασμό, με τη σκόνη των άστρων δημιούργησε το πρώτο Πνεύμα, που ονομάστηκε Σέραρντ, ο Φύλακας του Όλου.
Ο Σέραρντ θαύμαζε τον Πατέρα Κόσμο, προετοιμαζόταν να γίνει σαν αυτόν. Ιδιαίτερη εκτίμηση επίσης έτρεφε, για τη κόρη του Πατέρα Κόσμου, τη Γη.  Κατάφερε να την επηρεάσει, ώστε να δημιουργήσει τα δικά της Παιδιά. Κάπως έτσι, έγινε η αρχή της Δημιουργίας, που μετέπειτα είχε και άλλες εξελίξεις όπως και επιπλοκές.
Ο Πατέρας Κόσμος (που μετέπειτα μετονομάστηκε σε παππούς των Όλων), για να διευκολύνει τη κατάσταση, δημιούργησε άλλα πέντε πνεύματα: Σίγκολ, Μύραν, Σάχμεθ, Σίμελντ και Λάουντ, που αποτελούσαν τα μέλη τη Διοικητικού Συμβουλίου του Ουρανού.
Άρχοντας του Θρόνου του Ουρανού και Διοικητής του Συμβουλίου, στέφτηκε και ορίστηκε ο Σέραρντ.
Όσο ο χρόνος περνούσε, άλλο τόσο προχωρούσε η εξέλιξη στα εδάφη της Γης, με τις ανάλογες βέβαια παρενέργειες. Για αυτόν τον λόγο χρειάζονταν παραπάνω φύλακες–προστάτες. Έτσι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δημιουργήσαν με τη σειράς τους τους Αγγέλους. Προσωπικοί Φύλακες, των ανθρώπων.
Ο πρωταγωνιστής μας λοιπόν, δημιουργήθηκε από τον τέταρτο Πνεύμα, που είχε την ονομασία Σάχμεθ.
Εξαιτίας του συγκεκριμένου Πνεύματος ο ουρανός βρέθηκε σε κατάσταση πολέμου. Με τον Σάχμεθ να χάνει τον πόλεμο από τον αντίζηλό του, Σέραντ, πέφτοντας στη γη, τραβώντας μαζί του όσους τόλμησαν να τον ακολουθήσουν. Το συγκεκριμένο γεγονός ονομάστηκε Πτώση. Πολλοί άγγελοι έγιναν Έκπτωτοι, αποκτώντας μετέπειτα διαφορετικές μορφές.
Η Γη ανέλαβε να τιμωρήσει τον Σάχμεθ, θάβοντας τον κάτω από την επιφάνεια των Όλων, όπου και φυλακίστηκε. Μην υπολογίζοντας τα Σκοτεινά Πνεύματα, που είχε ξυπνήσει κατά λάθος ενώ έπλαθε τα παιδιά της.
Ο Σάχμεθ κατάφερε να πείσει τις Σκιές να γίνει αρχηγός τους και, μην έχοντας χάσει πολλούς ακόλουθους, κατάφερε εύκολα να γίνει, ο διοικητής του Κάτω Κόσμου.
Σταδιακά, όσοι άγγελοι είχαν βυθιστεί μαζί του, μετατράπηκαν σε δαιμόνια. Όσο για εκείνους που τόλμησαν να τον εγκαταλείψουν, βρήκαν στην πορεία τη δική τους προσωπική τιμωρία.

Υπήρχε όμως ένας έκπτωτος, που αντιστεκόταν στις εντολές του αφέντη του, μη θέλοντας να μετατραπεί σε δαιμόνιο. Παρακαλούσε μάλιστα, τον Δαίμονα αφέντη του να τον απελευθερώσει, αφήνοντας τον να επιστρέψει πίσω στον ουρανό.
«Δε θέλω να γίνω Δαίμονας!» φώναξε μπροστά στον αφέντη του, αγνοώντας τους χλευασμούς των υπόλοιπων καταδικασμένων. «Όλο αυτό που συνέβη ήταν μάταιο». Απευθύνθηκε σε όσους βρισκόταν γύρω του «Δεν οδήγησε πουθενά…» Έπαψε να μιλά, δεχόμενος ένα δυνατό χτύπημα από την ουρά του αφέντη του.
«Άβουλε». Του φώναξε ο αφέντης του, βαθιά εκνευρισμένος. «Ανόητε».
Όλα τα όντα που ήταν παρόντα εκείνη τη στιγμή, κρύφτηκαν όπου βρήκαν, από το φόβο τους. Η οργή και ο θυμός του Αφέντη τους ήταν τόσο μεγάλη, που προκάλεσε μία μικρή διαταραχή στα εδάφη της γης.
«Θέλω να επιστρέψω πίσω…» τόλμησε να  ψελλίσει εκείνος, «Προδότη!».
Ο Σάχμεθ σηκώθηκε από τον θρόνο του, πηγαίνοντας με φόρα προς το μέρος του προδότη.

Τότε ένα δυνατό φως φάνηκε, σαν να καίει τον μεγάλο και τρανό Δαίμονα.
«Τι κάνεις εδώ;» φώναξε ο Σάχμεθ, γυρεύοντας με μανία ένα σημείο για να καλυφθεί. «Δεν έχεις καμία δουλειά εδώ!» Συνέχιζε να φωνάζει. «Εδώ είναι το βασίλειο μου. Το δικό μου βασίλειο!»
Ο Σέραρντ, έχοντας ακούσει τη μεταμέλεια του έκπτωτου αγγέλου, επενέβη, για τον σώσει από το οριστικό του τέλος. Απευθύνθηκε σε εκείνον και μόνο, αγνοώντας τις προσβολές και τις βλαστήμιες του κάποτε συμβούλου του. «Θα σε γλιτώσω από τον οριστικό χαμό σου, που επιθυμεί να προξενήσει ο σκοτεινός αφέντη σου, δίχως όμως να σου χαρίσω την άμεση συγχώρεση μου». Αυτά ήτα τα λόγια του Σέραρντ, προς τον έκπτωτο.
«Δε μπορείς να το κάνεις αυτό». Τον διέκοψε εξοργισμένος ο Σάχμεθ. «Δεν έχεις καμία δύναμη εδώ». Η μαυριδερή σκιά του εισχώρησε μέσα στο δυνατό φως και αμέσως υποχώρησε λίγο πιο αδύναμη.
Ο Σέραρντ συνέχισε να μιλάει στον έκπτωτο. «Θα σου δοθούν πίσω τα φτερά σου. Θα σου δοθεί ζωή».
Μία δυνατή λάμψη περικύκλωσε τον έκπτωτο, όλα γύρω του χάθηκαν, σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Του δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο χρόνος είχε σταματήσει. Μέχρι που τα μάτια του αντίκρισαν τον ήλιο και θαμπώθηκαν από τη λάμψη του. Σήκωσε το χέρι του, να σκιάσει το πρόσωπο του, κατά λάθος άγγιξε το μέτωπο του. Ένιωθε. Κοίταξε τα χέρια του, ανοιγοκλείνοντας τις παλάμες του. Είχε άκρα. Αισθανόταν ζωντανός. Μπορούσε να δει. Να μυρίσει την υπέροχη μυρωδιά του ανοιξιάτικου αέρα, νιώθοντας τους παλμούς της καρδιά τους να χτυπούν σε ήρεμο ρυθμό. Άγγιξε το σώμα του. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που του συνέβαινε. Ήταν άνθρωπος. Έμοιαζε με έναν κανονικό άνθρωπο… εκτός από μία λεπτομέρεια.
Αισθανόταν κάτι να βαραίνει τη πλάτη του. Κούνησε ελαφρώς τους ώμους του και, τότε, δύο τεράστια, πουπουλένια, κάτασπρα φτερά ανοίχτηκαν πίσω από τη πλάτη του. Κούνησε τα φτερά του, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη του. Μετά από το μαρτύριο που πέρασε, είχε ξανά φτερά.
Ανοιγόκλεισε με δύναμη τα φτερά του, πήρε φορά και απογειώθηκε. Πετούσε, ουρλιάζοντας από την χαρά του, κάνοντας κύκλους στον αέρα. «Είμαι στο παράδεισο!» φώναξε, τρομερά ευτυχισμένος.
«Μην είσαι αφελής». Ακούστηκε η φωνή του Σέραρντ. «Δεν υπάρχει παράδεισος για τους τιμωρημένους».
Διέκοψε απότομα το πέταγμα του, προσγειώθηκε στο έδαφος. «Τι εννοείς;» ρώτησε, με το βλέμμα του στραμμένο προς τον ουρανό.
«Δε θα τη γλυτώσεις τόσο εύκολα». Άκουσε τη φωνή του Σέραρντ να του μιλάει με γλυκύτητα.
«Για μισό λεπτό–» ξεκίνησε ο έκπτωτος.
«Εσύ ανήκεις στους προδότες». Τον διέκοψε, με έντονη φωνή ο Σέραρντ. «Δεν μπορώ να σε συγχωρήσω τόσο εύκολα».
«Εντάξει, έχεις δίκιο…» απολογήθηκε ο έκπτωτος. «Είμαι ένας προδότης. Μπορώ να επανορθώσω». Πρότεινε.
«Δε είναι τόσο απλό» του απάντησε ο Σέραρντ.
«Είμαι έτοιμος να κάνω ό,τι χρειαστεί». Αποκρίθηκε εκείνος, πεταρίζοντας γρήγορα και χαριτωμένα τα φτερά του.
«Από ό,τι έχεις ήδη καταλάβει, είσαι ένας άνθρωπος τώρα. Εκτός από αυτή τη λεπτομέρεια». Ξεκίνησε να του λέει ο Σέραρντ. «Τα φτερά σου. Αυτή είναι η τιμωρία σου. Μισός άγγελος - μισός άνθρωπος,  έτσι θα ζεις από εδώ και πέρα. Θα έχεις ζωή, μέχρι να πέσουν τα φτερά σου και να πεθάνεις από βαθιά γηρατειά. Τότε ίσως να υπάρξει μία θέση για εσένα στον παράδεισο». Ολοκλήρωσε την ομιλία του.
«Τότε θα ξανά γίνω προσωπικός Προστάτης;» ρώτησε, επεξεργαζόμενος όσα είχε ακούσει έως εκείνη τη στιγμή.
«Αυτό θα εξαρτηθεί από άλλους παράγοντες», απάντησε αμέσως ο Σέραρντ.
«Και αυτά;» ρώτησε ο έκπτωτος, κουνώντας χαριτωμένα τα όμορφα και υγιή φτερά του. «Δεν είναι και ό,τι πιο διακριτικό».
«Μονάχα τα μαγικά πλάσματα μπορούν να τα διακρίνουν», απάντησε ο Σέραρντ. «Καλή τύχη». Του μίλησε για τελευταία φορά.

Με το σκεπτικό: «Τίποτα χειρότερο δε μπορεί να μου συμβεί. Είμαι ανθεκτικός ακόμη και στον θάνατο».  Ζούσε τη ζωή του στα άκρα, δίχως ηθικές και συναισθηματικές αναστολές. Δοκιμάζοντας ό,τι παράνομο υπάρχει και μπορεί να φανταστεί κανείς. Ώσπου βαρέθηκε και αποφάσισε να δοκιμάσει μία φυσιολογική ζωή. Βρήκε, λοιπόν, δουλειά ως αποθηκάριος, σε μία σχετικά γνωστή επιχείρηση. Με τον πρώτο του μισθό, κατάφερε να νοικιάσει ένα καλό διαμέρισμα. Όλα έβαιναν καλώς. Αλλά, μετά από κάποια έτη, η επιχείρηση έκλεισε και έμεινε άνεργος. Δυσκολευόταν να ξανά βρει δουλειά. Κατρακύλησε. Έγινε αλκοολικός, έχασε τις επαφές που είχε δημιουργήσει με κανονικούς ανθρώπους. Αντικρίζοντας μία μέρα τον εαυτό του κατάματα στον καθρέφτη, πήρε την απόφαση να πάρει τα βουνά. Ήταν μάταιο να προσπαθεί να ζήσει ως ένας φυσιολογικός άνθρωπος.
                   
* *  * *
      Έτσι κατέληξε στο τώρα, στο να είναι να είναι ένας έκπτωτος, τιμωρημένος, εξόριστος, καταραμένος… με τάσεις αυτοκτονίας. Παρέμενε όρθιος στην άκρη του γκρεμού, με κλειστά τα μάτια του και τα πόδια του τρέμουν.
«Δεν έχω τάσεις αυτοκτονίας…»
Ακούστηκε μία φωνή να του τραγουδά, από πίσω του. «Όμως  έλλειψη επικοινωνίας μου έχει κάνει κακό», συνέχισε η φωνή να τραγουδά.
Ήταν ο φίλος του Σκελετός. Ο οποίος ήταν ένας πραγματικός σκελετός, που τον έλεγαν Σκελετό.
Εκείνος αποσυντονίστηκε. Κάνοντας ένα βήμα προς τα πίσω, γύρισε να μιλήσει στον φίλο του. «Από πότε ακούς Βίσση;», τον ρώτησε, σκεπτόμενος από που μόλις είπε. «Βασικά από πότε ακούς μουσική; Αφού δεν έχεις καθόλου αυτιά», του είπε κουμπώνοντας το μαύρο του πουκάμισο.
«Έχω», απάντησε ο Σκελετός. «Εικονικά αυτιά». Τοποθέτησε τους δύο δείχτες από τα ακροδάχτυλα του, στα πλάγια του κρανίου του. 
Εκείνος τίναξε το πουκάμισο του και άνοιξε το βήμα του.
«Δε θα πέσεις;» τον ρώτησε ο Σκελετός, έκπληκτος.
«Όχι», απάντησε εκείνος. «Λέω να το αφήσω για σήμερα».
«Το ενδεχόμενο να πάψεις τελείως;» τον ρώτησε ο Σκελετός, μένοντας στην ίδια θέση.
      «Θέλω να πεθάνω!» ούρλιαξε προς τον ουρανό.
      «Σταμάτα, θα μου ραγίσεις το κρανίο με τις φωνές σου». Παραπονέθηκε ο Σκελετός, πιάνοντας το κούτελο του. «Είσαι αθάνατος», του είπε ο Σκελετός. «Κατάλαβε το».
«Δε θέλω», παραπονέθηκε ο έκπτωτος. «Θέλω να πεθάνω, μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου….».
      «Όχι…» του είπε, πιάνοντας απευθείας το βλέμμα του. «Ούτε να το σκέφτεσαι».
      «Αν μπορούσε να γίνει δεκτή η θυσία». Τόλμησε να του πει, αργά και σιγανά.
«Φίλε δέχτηκα τη συγκεκριμένη πρόταση, επειδή δεν άντεχα να σε βλέπω να είσαι ένας ράκος», ξεκίνησε να του λέει ήρεμα, ο Σκελετός.
«Ωραία, μπορούμε να το ξανά προτείνουμε». Αντέδρασε χαρούμενα εκείνος.
      «Μάταιο», απάντησε αμέσως ο Σκελετός.
«Δε χάνουμε τίποτα στο να προσπαθήσουμε…» Επιχείρησε να τον μεταπείσει.
«Εσύ», του απάντησε σοβαρά. «Πλέον τα σχέδια μου έχουν αλλάξει».
      «Μα θα μπορέσεις να αποκτήσεις μία εξίσου υψηλή θέση, στον Κόσμο των Ζωντανών».
      «Με δουλεύεις;» αντέδρασε με εκνευρισμό, ο Σκελετός. «Σκέφτεσαι μόνο το εγώ σου! Για να γλιτώσεις, θα θάψεις εμένα!».
      «Δεν έχεις καταλάβει καλά…» προσπάθησε να του εξηγήσει εκείνος.
«Εσύ δεν έχεις καταλάβει». Του τόνισε ο Σκελετός. «Δεν είμαι απλά ένας σκελετός, εκπαιδεύομαι. Σε λίγο καιρό θα γίνω θεριστής και ίσως, αργότερα, Χάρος. Δεν πρόκειται να ανταλλάξω τη θέση μου, με έναν… έναν έκπτωτο που πρόδωσε και τους δύο αφέντες του. Είσαι ένας τιμωρημένος. Είμαστε διαφορετικοί. Τότε δεν πίστευα στις δυνάμεις μου, ήμουν απελπισμένος. Τώρα όμως πιστεύω σε εμένα, ξέρω ότι θα φτάσω ψηλά. Δε δίνω τη θέση μου σε κανέναν».

Απέραντη σιωπή.

      Εκείνος αναστέναξε, κοιτάζοντας τις δύο άδεις περιοχές των ματιών του Σκελετού. Είχε δίκιο σε όλα όσα του έλεγε.
      Το γεγονός στο οποίο αναφέρονταν, έγινε πολύ παλιά. Προσπάθησαν να πείσουν τα Πνεύματα να δεχθούν τη μέθοδο της ανταλλαγής. Ο έκπτωτος να γίνει ένας σκελετός και ο σκελετός να γίνει ένας άνθρωπος.
     
      Το πρώτο χρονικό διάστημα της εκπαίδευση του, ο Σκελετός δεν αντεπεξερχόταν καθόλου. Τον δυσκόλευε πολύ η όλη κατάσταση. Πολλές φορές λυπόταν τους ανθρώπους που λιγοψυχούσαν και τους άφηνε να ζήσουν λίγο παραπάνω.
      Όταν ο έκπτωτος του πρότεινε την ανταλλαγή θέσεων, το βρήκε καταπληκτική ιδέα. Παρακολουθώντας τόσες ανθρώπινες ζωές, ήθελε να αποκτήσει και ο ίδιος μία.
      Τα Πνεύματα εξήγησαν τη σοβαρότητα της κατάστασης, μιλώντας προσωπικά στον Σκελετό. «Είσαι σίγουρος για αυτό που δέχθηκες;» Τον είχαν ρωτήσει στην αρχή.
«Ναι». Απάντησε άμεσα ο Σκελετός.
«Το σκέφτηκες καλά;». Τον ρώτησαν τα Πνεύματα.
«Δεν έχω καθόλου μυαλό». Αστειεύτηκε.
«Ξέρεις τι πραγματικά είναι ο φίλος σου;».
«Ένα έκπτωτος άγγελος, που μεταλλάσσεται σε άνθρωπος», απάντησε ο Σκελετός.
«Τον πίστεψες;» τον ρώτησαν τα Πνεύματα.
      «Τι συμβαίνει;». Υποψιαζόταν ότι κάτι δε πήγαινε καλά. «Γιατί θέλατε να μιλήσετε μόνο σε εμένα και όχι και στους δύο;»
      «Είσαι ξεχωριστός. Προορίζουμε για εσένα, έναν σπουδαίο ρόλο. Τώρα δε μπορείς να καταλάβεις, το μεγαλείο των δυνατοτήτων σου. Είσαι λίγο τρομαγμένος. Προσπάθησε να συγκεντρωθείς και θα καταλάβεις πολλά περισσότερα. Αν νοιάζεσαι για εκείνον, άφησε τον στο πεπρωμένο που έχει καθοριστεί».

      «Έχεις δίκιο», του είπε ο Έκπτωτος. «Είσαι σπουδαίος και εγώ είμαι ένας έκπτωτος… ένας τιμωρημένος». Οι βολβοί των γαλανών ματιών του, είχα ερεθιστεί παίρνοντας την απόχρωση ενός απαλού κόκκινου. «Δε θα πεθάνω ποτέ», παραπονέθηκε, υψώνοντας το βλέμμα του, προς το ουρανό.
      «Είσαι αδιόρθωτος», του είπε ο Σκελετός, κουνώντας το κρανίο του. «Γιατί δεν το σκέφτεσαι διαφορετικά;».
      «Δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο από το να κλαίω», απάντησε εκείνος, ήδη βουρκωμένος.
      «Με το να γκρινιάζεις όμως, δεν καταφέρνεις τίποτα», του είπε ο Σκελετός.
«Δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο». Ρούφηξε λίγο τη μύτη του.
      «Μπορείς». Του απάντησε δυναμικά ο Σκελετός. «Τα δαιμόνια βρήκαν τρόπο να βγαίνουν πιο συχνά στην επιφάνεια της γης. Πολλές περιπτώσεις θανάτου, είναι αυτοκτονίες. Δαίμονες παίρνουν ανθρώπινες μορφές, μπερδεύοντας τους ανθρώπους. Το χάος ήδη δημιουργείται».
      «Και εγώ τι μπορώ να κάνω για όλο αυτό;».
      «Με δουλεύεις; Είσαι μαγικό πλάσμα, μπορείς να ξεχωρίσεις τα δαιμόνια, μπορείς να διακρίνεις την διαφορά ενός Δαίμονα από έναν πραγματικό άνθρωπο».
      «Δεν έχω καμία δύναμη», απάντησε με σκυφτό το κεφάλι.
      «Δε σε αναγνωρίζω… Πώς έχεις γίνει έτσι;» ρώτησε εκνευρισμένα, ο Σκελετός.
«Πώς;» Σκούπισε τα μάτια του.
«Τόσο μίζερος», απάντησε ο Σκελετός.
«Η ζωή με έκανε». Τα δάκρυα ξέφυγαν από τα μάτια του.
      «Ω, έλα εδώ μικρέ φουντωτέ… άνθρωπε», του είπε παίρνοντάς τον, στην ψυχρή, κοκάλινη, αγκαλιά του. «Μου σπας πολύ τα νεύρα, αλλά σε λυπάμαι», του είπε, χαϊδεύοντας τα ξανθά του μαλλιά. 


Κωνσταντίνα Τομπουλίδου