Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

19.3.19

Μάχη για επιβίωση (Κεφάλαιο 2)


Ένας χρόνος πριν…

Είναι ένα όμορφο καλοκαιρινό πρωινό και τα πουλιά έχουν ξεκινήσει το μελωδικό τους τραγούδι. Οι ακτίνες του ήλιου περνούν από τις γρίλιες και ζεσταίνουν το πρόσωπο του Άρη. Έχει μόλις ξυπνήσει με την αγαπημένη του γυναίκα υπέροχα γυμνή στο πλευρό του. Το προηγούμενο βράδυ, όπως και σχεδόν κάθε βράδυ εδώ και τέσσερα χρόνια, μοιράστηκαν μια βραδιά έντονου ερωτισμού και πάθους. Παρά τις μεγάλες απαιτήσεις της φάρμας, οι δυο τους καταφέρνουν πάντα να διατηρούν τον πόθο τους άσβεστο και την αγάπη τους ζωντανή μέρα με τη μέρα. Νιώθει τόσο τυχερός, τόσο ευτυχισμένος, τόσο πλήρης κοντά της! Και θα ένιωθε ακόμα πιο πλήρης αν, μια απ’ αυτές τις μέρες, η λατρεμένη του γυναίκα, η Ελπίδα του, του ανακοίνωνε ότι ήταν έγκυος. Κι οι δυο τους λατρεύουν τα παιδιά και προσπαθούν εδώ και τρία χρόνια ν’ αποκτήσουν, όμως, μέχρι τώρα οι προσπάθειές τους υπήρξαν άκαρπες.

Ο Άρης κουνάει το κεφάλι του. Η μέρα σήμερα είναι αρκετά ιδιαίτερη για να τη χαλάει με μίζερες σκέψεις. Σήμερα κλείνουν τέσσερα χρόνια έγγαμου βίου. Είναι η επέτειός τους και θέλει να κάνει αυτήν τη μέρα ιδιαίτερα ξεχωριστή και ρομαντική. Γυρνά προς το μέρος της και την παρατηρεί. Ένα τσουλούφι έχει πέσει και καλύπτει το υπέροχο πρόσωπό της. Με μια απαλή κίνηση του χεριού του, το μαζεύει στην άκρη. Τα μάτια της είναι σφαλιστά κι έχει μια γαλήνια όψη, αγγελική. Ένα χαμόγελο σχηματίζεται στα χείλη της, δείγμα των ευχάριστων ονείρων της. Και τι δεν θα έδινε αυτήν τη στιγμή να μπορούσε να μπει στο μυαλό της και να γίνει κι εκείνος μέρος τους!
Η Ελπίδα, βγάζει έναν αναστεναγμό και γυρνά ανάσκελα. Το σεντόνι γλιστρά πάνω στο κορμί της αποκαλύπτοντας κι άλλα σημεία της αψεγάδιαστης μορφής της. Με το ζόρι αντιστέκεται στην παρόρμησή του να την ξυπνήσει και να την κάνει και πάλι δική του.
Ανασηκώνεται ράθυμα από το κρεβάτι και με όσο πιο ήρεμες κινήσεις μπορεί, απομακρύνεται από το ζεστό της σώμα. Ντύνεται και κατευθύνεται προς το μπάνιο. Τα γένια του έχουν μεγαλώσει αρκετά και αποφασίζει να τα περιποιηθεί λίγο. Στην Ελπίδα αρέσουν τα γένια του όταν μοιάζουν με τριών ημερών. Δεν τα θέλει ούτε μακρύτερα ούτε κοντύτερα. Αφού φορά την κολόνια του που ξέρει πως την τρελαίνει, χτενίζεται και πλένει τα δόντια του, κατευθύνεται προς την κουζίνα.
Εκεί της ετοιμάζει το αγαπημένο της πρωινό: ομελέτα ισπανική με μπέικον, ψημένη στον φούρνο για να είναι πιο ελαφριά και υγιεινή. Αφού έχει ετοιμάσει κι έναν χυμό από φρεσκοστυμμένα φρούτα, βγαίνει στον κήπο και διαλέγει δυο όμορφα τριαντάφυλλα. Παίρνει τον δίσκο κρεβατιού, τοποθετεί ένα ποτήρι με τα τριαντάφυλλα στο κέντρο του, πετσέτες και μαχαιροπίρουνα και μόλις είναι έτοιμη η ομελέτα, τη σερβίρει στα πιάτα και τα τοποθετεί κι αυτά στον δίσκο μαζί με τα ποτήρια με τον χυμό. Ικανοποιημένος από τ’ αποτέλεσμα, μεταφέρει τον δίσκο στο υπνοδωμάτιό τους και τον ακουμπά στο κομοδίνο  δίπλα από το κρεβάτι τους. Η Ελπίδα συνεχίζει να κοιμάται χαμογελαστή και για μια στιγμή δεν του κάνει καρδιά να την ξυπνήσει. Τελικά, σκύβει στο αυτί της και της ψιθυρίζει: «Ξύπνα, υπναρού».
Το χαμόγελο στα χείλη της πλαταίνει ακόμα περισσότερο και τα μάτια της τρεμοπαίζουν. Τα ανοίγει σιγά – σιγά και τον κοιτάζει. Παρατηρεί ότι φορά εκείνη τη γκρι φόρμα που του αγόρασε πριν κάνα μήνα στα γενέθλιά του. Έχει περιποιηθεί το μούσι του ακριβώς όπως της αρέσει. Της χαμογελάει και τα μάτια του λαμπυρίζουν σκανδαλιάρικα καθώς τη βλέπει να τον περιεργάζεται. Στη μνήμη της φέρνει το χτεσινό βράδυ και τον παθιασμένο τρόπο με τον οποίο την πήρε μπροστά από το τζάκι και τα μάγουλά της κοκκινίζουν.
«Τι ώρα είναι;», ρωτάει κοιτάζοντας το ρολόι δίπλα απ’ το κρεβάτι τους. «Ω Θεέ μου! Πήγε κιόλας εννιά!» αναφωνεί. «Μα, μωρό μου, γιατί δεν με ξύπνησες νωρίτερα; Με παραπήρε ο ύπνος κι έχουμε τόσες δουλειές!», λέει αγχωμένη κι ανασηκώνεται απότομα στο κρεβάτι.
Ο Άρης γονατίζει στο κρεβάτι μπροστά της, σκύβει από πάνω της και την φιλάει απαλά στα χείλη. «Η αλήθεια είναι ότι βλέποντάς σε να κοιμάσαι τόσο βαθειά και με εκείνο το χαμόγελο ευτυχίας που φώτιζε το πρόσωπό σου… δεν ήθελα με τίποτα να σε ξυπνήσω. Άλλωστε, σήμερα είναι μια μέρα ιδιαίτερη και δεν υπήρχε κανένας λόγος να σηκωθείς νωρίς. Μην ξεχνάς ότι έχουμε κι ανθρώπους στη φάρμα που μπορούν να κάνουν όσα πρέπει χωρίς τη δική μας βοήθεια. Τους έδωσα σαφείς οδηγίες κι είμαι σίγουρος ότι δεν θα υπάρξει κανένα θέμα.
Η Ελπίδα πετάει στα σύννεφα. «Ιδιαίτερη μέρα; Ώστε το θυμήθηκες! Πόσο απίστευτο μου φαίνεται ότι πέρασαν κιόλας τέσσερα χρόνια!», αναφωνεί γεμάτη ενθουσιασμό. Γρήγορα, όμως, συνοφρυώνεται. «Είσαι σίγουρος, όμως, ότι οι υπάλληλοί μας θα καταφέρουν να τα βγάλουν πέρα με τις δουλειές; Μην ξεχνάς ότι οι μετεωρολόγοι προέβλεψαν ότι θα ξεσπάσουν ξαφνικά, επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα. Σίγουρα η μέρα είναι ιδιαίτερη, αλλά δεν νιώθω καλά να τους αφήσουμε να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους με τις ετοιμασίες.»
Ο Άρης σκύβει και φιλά το μέτωπό της στο σημείο που έχει συνοφρυωθεί και μετά παίρνει το πρόσωπό της ανάμεσα στα δυο του χέρια. «Σου έχω πει χιλιάδες φορές ότι τίποτα και κανένας δεν έρχεται πριν από εσένα. Σήμερα είναι η επέτειός μας, σου έχω υποσχεθεί ότι θα τη γιορτάζουμε ιδιαίτερα πάντα και δεν σκοπεύω να παραβώ την υπόσχεσή μου για κανέναν λόγο. Ο Ηλίας, η Μαρία κι ο Λευτέρης ξέρουν πολύ καλά τι πρέπει να κάνουν και θα τα βγάλουν πέρα μια χαρά.» Σ’ αυτήν του τη δήλωση, η Ελπίδα χαμογελά ξανά, ενώ λιώνει μέσα στην αγκαλιά του. 
Ο Άρης, περήφανος για τον εαυτό του που κατάφερε να την ηρεμήσει, την κοιτά με το αυτάρεσκο χαμόγελό του και της παρουσιάζει το υπέροχο πρωινό που της έχει ετοιμάσει, σηκώνοντας τον δίσκο από το κομοδίνο. Η Ελπίδα δεν μπορεί να κρύψει την πείνα της και απλώνει τα χέρια για να πάρει τον δίσκο από τον Άρη. «Είμαι έτοιμη να τα σαβουρώσω όλα! Μετά τη… χθεσινοβραδινή μας γυμναστική, πεινάω σαν λύκος!» λέει κι εκείνη την ώρα το γουργούρισμα στην κοιλιά της επιβεβαιώνει τα λεγόμενά της. Ο Άρης δεν μπορεί να συγκρατήσει το γέλιο του, κάθεται δίπλα της οκλαδόν κι αρχίζει κι εκείνος να τρώει από το πιάτο του.
Έπειτα από μισή ώρα, έχουν αδειάσει κι οι δύο τα πιάτα και τα ποτήρια τους και νιώθουν πια την πείνα τους κορεσμένη. Η Ελπίδα ανασηκώνει τον δίσκο και τον τοποθετεί στο κομοδίνο. «Αφού εσύ ετοίμασες το πρωινό μας και μάλιστα το έκανες τόσο νόστιμο, το δίκαιο είναι ν’ αναλάβω εγώ το πλύσιμο των πιάτων», δηλώνει. «Πρώτα, όμως, νομίζω ότι πρέπει να σ’ ανταμείψω για όλη αυτήν την ετοιμασία και τον γλυκό τρόπο που με ξύπνησες», λέει στον Άρη κοιτάζοντάς τον κατάματα με βλέμμα γεμάτο υποσχέσεις και του ορμάει…

**************************************************

Κατά το μεσημέρι, οι δυο τους βρίσκονται στην κουζίνα. Η Ελπίδα πλένει τα πιάτα και τα ποτήρια από το πρωινό και το μεσημεριανό τους κι ο Άρης τη βοηθά να τα σκουπίσει. Κι οι δυο τους νιώθουν χορτασμένοι και αναζωογονημένοι μετά το ερωτικό πρωινό τους και απολαμβάνουν τη συντροφική τους σιωπή.
Τη σιωπή αυτή, όμως, διακόπτει ένα δυνατό μπουμπουνητό που κάνει τα τζάμια του σπιτιού να τρίζουν και το έδαφος στα πόδια τους να τρέμει. Ο Άρης ξαφνιασμένος πηγαίνει στο παράθυρο και βλέπει έκπληκτος τον ουρανό να έχει σκοτεινιάσει και κεραυνούς να διακρίνονται μακριά.
«Φαίνεται πως τελικά οι μετεωρολόγοι δεν υπερέβαλαν καθόλου. Έρχεται θεομηνία, αγάπη μου. Καλύτερα να πάω να δω μήπως χρειάζεται βοήθεια ο Λευτέρης στον στάβλο. Ξέρεις πόσο εκνευρισμό δημιουργούν οι κεραυνοί και τα μπουμπουνητά στα άλογα και ειδικά στη Λευκή», της λέει ο Άρης. Παίρνει το αδιάβροχό του από την κρεμάστρα, τις γαλότσες του δίπλα από την πόρτα και βγαίνει βιαστικός.
Επί μισή ώρα η Ελπίδα παρατηρεί τα πάντα από το παράθυρο, βλέπει τη σκοτεινιά που τους περιτριγυρίζει και νιώθει ανατριχίλα να διαπερνά το κορμί της. Δεν της αρέσουν οι θύελλες. Από μικρό παιδί τής δημιουργούσαν αναστάτωση στο στομάχι. Γυρνά προς το τραπέζι και τότε παρατηρεί ότι ο Άρης ξέχασε το κινητό του. Δεν της αρέσει αυτό, αρπάζει κι εκείνη το δικό της αδιάβροχο και το κινητό του Άρη, φορά τις γαλότσες της και τρέχει προς τους στάβλους για να του το δώσει.
                Οι στάβλοι απέχουν περίπου 20 λεπτά από το σπίτι τους. Μέχρι να φτάσει εκεί, όλο της το πρόσωπο έχει μουσκέψει, ομίχλη έχει σκεπάσει τα πάντα και της είναι αδύνατο να πάρει ανάσα εξαιτίας του δυνατού ανέμου που τη μαστιγώνει σε κάθε της βήμα. Από παντού ακούει τριξίματα. Τα δέντρα που πλαισιώνουν τη φάρμα τους λυγίζουν από την ανελέητη ριπή του ανέμου. Αντικείμενα πετούν από κάθε πλευρά ενώ φαίνεται να έχουν ξεριζωθεί πολλά από τα σπαρτά που εκείνη κι ο Άρης με τόσον κόπο φύτεψαν. Το σφίξιμο στο στομάχι της γίνεται ακόμα πιο δυνατό. Εν τέλει, φτάνει στους στάβλους κι εκεί βρίσκει τον Άρη και τον Λευτέρη να προσπαθούν να ηρεμήσουν τα άλογα.
- «Τι κάνεις εδώ; Γιατί δεν έμεινες στο σπίτι;» τη ρωτά ανήσυχος ο Άρης και την πλησιάζει.
- «Ξέχασες το κινητό σου και φαντάστηκα ότι θα το χρειαζόσουν», απαντά η Ελπίδα.
- «Φαίνεσαι χλωμή, είσαι καλά;»
- «Ξέρεις πόσο νευρική γίνομαι με τις καταιγίδες», του λέει χαμογελώντας για να τον καθησυχάσει. «Σε τι μπορώ να σας βοηθήσω;»
- «Σε τίποτα, όλα εδώ είναι καλυμμένα. Πήγαινε στο σπίτι και θα έρθω σε λίγο κι εγώ. Άλλαξε ρούχα και άναψέ μας το τζάκι, σίγουρα θα χρειαστώ λίγη ζέστη όταν θα τελειώσουμε από εδώ.»
- «Εντάξει, αγάπη μου. Λευτέρη, τι κάνεις; Είσαι καλά; Η Μαρία;»
- «Γεια σου, Ελπίδα! Καλά είμαι, δόξα τω Θεώ. Κι η Μαρία καλά, την άφησα στο σπίτι. Δεν υπήρχε λόγος να τριγυρνά μέσα σε τέτοιον καιρό έξω. Ο Άρης έχει δίκιο, ούτε εσύ πρέπει. Άντε, γύρνα γρήγορα στο σπίτι γιατί κατά πώς φαίνεται, ο καιρός θα χειροτερέψει κι άλλο. Εμείς δεν θα αργήσουμε εδώ. Θα βεβαιωθούμε ότι τα ζώα είναι εντάξει και θα γυρίσουμε πίσω σ’ εσάς» της απαντά χαμογελαστός ο Λευτέρης.
- «Εντάξει, τότε να φεύγω εγώ.»
                Η Ελπίδα παίρνει και πάλι τον δρόμο του γυρισμού προς το σπίτι. Τα καιρικά φαινόμενα γίνονται όλο και χειρότερα σε κάθε λεπτό που περνά. Η επιστροφή της στο σπίτι τής πήρε ακόμα περισσότερη ώρα απ’ ό,τι όταν έφυγε. Όταν πια μπαίνει μες στο σπίτι, βγάζει τις γαλότσες της δίπλα από την πόρτα, τινάζει το αδιάβροχό της και αμέσως κατευθύνεται στο τζάκι για να το ανάψει. Στοιβάζει λίγα ξυλοκάρβουνα και προσάναμμα, από πάνω τα πιο μικρά ξύλα που μπορεί να βρει για ν’ ανάψουν εύκολα και γρήγορα, και βάζει φωτιά.  Νιώθει το κορμί της να παγώνει και τρέχει αμέσως στην κρεβατοκάμαρα για ν’ αλλάξει. «Ποιος θα το περίμενε μια μέρα που ξεκίνησε τόσο όμορφα ότι θα μετατρεπόταν σε τέτοιο χειμωνιάτικο τοπίο;» αναρωτιέται και κουνά το κεφάλι της.

************************************************

Έχουν περάσει τρεις ώρες απ’ όταν η Ελπίδα πήγε να βρει στον στάβλο τον Άρη και τον Λευτέρη. Τρεις ώρες που της φαίνονται ατελείωτες. «Μου είπαν ότι θα γυρίσουν γρήγορα. Τι τους παίρνει τόσο πολλή ώρα;» αναρωτιέται και κοιτά για χιλιοστή φορά το κινητό της: κανένα τηλεφώνημα, κανένα μήνυμα.
«Δεν αντέχω άλλο αυτή την αναμονή, θα πάω να δω τι συμβαίνει κι ας θυμώσει όσο θέλει ο Άρης» μονολογεί. Στοιβάζει μπόλικα ξύλα στο τζάκι για να κρατήσει η φωτιά όσο το δυνατόν περισσότερο μέχρι να γυρίσουν, ξαναφορά τις γαλότσες και το αδιάβροχό της και βγαίνει και πάλι έξω.
               Το τοπίο που αντικρίζει της κόβει την ανάσα. Τα πάντα γύρω της έχουν μετατραπεί σε λάσπη, έχει σκοτεινιάσει τόσο πολύ που μοιάζει με χειμωνιάτικο βράδυ παρόλο που είναι ακόμα Αύγουστος και κανονικά αργεί να σουρουπώσει. Η ομίχλη επιμένει πυκνή, δυσχεραίνοντας τόσο την όραση όσο και την ανάσα, ενώ η βροχή και ο άνεμος συνεχίζουν την επίθεσή τους σε ό,τι στέκεται ακόμα όρθιο. Τα καιρικά φαινόμενα αποδεικνύονται ακόμα πιο άγρια απ’ ό,τι είχε προβλεφθεί.
               Με όση δύναμη διαθέτει, η Ελπίδα προχωρά ενάντια στον άνεμο και πλησιάζει στον στάβλο. Και τότε, το θέαμα που αντικρίζει την κάνει να παραλύσει. Το σκηνικό μπροστά της τής θυμίζει σκηνή από την Αποκάλυψη. Το δέντρο που πάντα στεκόταν περήφανο δίπλα από τον στάβλο έχει πέσει στη μέση της σκεπής, η οποία έχει λυγίσει κάτω από το βάρος του και έχει καταρρεύσει. Παντού διασκορπισμένα ξύλα, δοκάρια, πέτρες, τούβλα… όλα έχουν μετατραπεί σε μια  άμορφη μάζα γύρω από το δέντρο. Η Ελπίδα μένει εκεί πετρωμένη, δεν τολμά να κουνηθεί, δεν τολμά να σκεφτεί, δεν τολμά να φωνάξει. Τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα και το κορμί της σείεται σύσσωμο. Εν τέλει, αντιδρά και τρέχει προς τον στάβλο.
«Άρη! Λευτέρη!» φωνάζει όσο πιο δυνατά γίνεται, με όση ανάσα έχουν οι πνεύμονές της και δεν μπορεί ν’ αναγνωρίσει ούτε η ίδια τη φωνή της. Η ανησυχία κι ο τρόμος έχουν αλλοιώσει τελείως τη χροιά της. «Άρη!» φωνάζει ξανά, μα τίποτα δεν ακούγεται. Ξαφνικά, από πίσω της νιώθει ένα μικρό σπρώξιμο και βλέπει τη Λευκή, τη φοράδα της, και τον Δρομέα, το πουλάρι του Άρη, να βρίσκονται δίπλα της.
«Ξέρετε πού είναι; Βοηθείστε με, βοηθείστε με, σας παρακαλώ» τους λέει με τρεμάμενη φωνή. Τα δύο άλογα, σαν να έχουν καταλάβει τι τους έχει ζητήσει, πηγαίνουν μαζί μπροστά προς τα συντρίμμια. Ανεβαίνουν πάνω στη σκεπή που έχει καταρρεύσει κι έχει καταπλακώσει ό,τι υπήρχε από κάτω της, στέκονται πάνω από ένα σημείο της και αρχίζουν να σπρώχνουν με τις μουσούδες τους. Φαίνεται πως το έκαναν για ώρα και πριν έρθει εκείνη, γιατί εκείνη τη στιγμή η Ελπίδα παρατηρεί πως οι μουσούδες τους είναι ματωμένες από βαθιές πληγές. Πλησιάζει στο σημείο που στέκονται κι αρχίζει κι εκείνη να σκάβει. Ξαφνικά ακούει θόρυβο και βλέπει πέτρες να πετάγονται από το σημείο, από μέσα προς τα έξω. Κάποιος προσπαθεί να βγει!
Ενθαρρυμένη, σκάβει με τα χέρια της με περισσότερη αποφασιστικότητα, χωρίς να δίνει σημασία στα κοψίματα που της δημιουργούνται από την προσπάθεια. Και τότε γίνεται το θαύμα: ένα χέρι βγαίνει από την τρύπα που τώρα έχει ανοίξει και πιάνει το δικό της. Κι οι δυο τους συνεχίζουν να σκάβουν ώσπου η τρύπα γίνεται μεγαλύτερη και η Ελπίδα μπορεί ν’ αντικρύσει τον άνθρωπο που προσπαθεί να βγει. Ο Λευτέρης, καλυμμένος με σκόνη και αίματα, βγαίνει αναπνέοντας με δυσκολία.
«Λευτέρη, τι συνέβη; Πώς νιώθεις;» τον ρωτάει εκείνη. Μα ο Λευτέρης δεν μπορεί να της απαντήσει. Η ανάσα του βγαίνει κοφτή και φαίνεται ξεθεωμένος. Προφανώς, προσπαθούσε αρκετή ώρα να βγει από τα συντρίμμια, ενώ μοιάζει και βαριά χτυπημένος στο κεφάλι. Η Ελπίδα τον βοηθά ν’ ανασηκωθεί και τον οδηγεί με τη στήριξη της Λευκής λίγο πιο μακριά από τα συντρίμμια. Θ’ ασχοληθεί μαζί του αργότερα, προέχει να βρει τον Άρη.
Επιστρέφει κοντά στον Δρομέα, ο οποίος αρνείται ν’ απομακρυνθεί από την τρύπα που έσκαψε πριν λίγο με τη βοήθεια του Λευτέρη, και νιώθει σίγουρη από την αντίδραση του Δρομέα ότι εκεί κοντά είναι κι ο Άρης. «Άρη!»  φωνάζει ξανά με όλες της τις δυνάμεις, μα δεν παίρνει καμία απάντηση. Κοιτά το κινητό της και βλέπει ότι δεν έχει καθόλου σήμα. Κοιτάζει ολόγυρά της. Παντού καταστροφή και η θεομηνία δεν λέει να καταλαγιάσει. Τότε, αποφασίζει να μπει η ίδια μέσα στην τρύπα και να ψάξει σπιθαμή προς σπιθαμή μήπως βρει τον αγαπημένο της.  Για εκείνη δεν έχει τίποτα άλλο σημασία πέρα από εκείνον. Αμυδρά πίσω της ακούει τον Λευτέρη να φωνάζει: «Ελπίδα, πού πας; Είσαι τρελή; Θα σκοτωθείς! Μην πας!», μα δεν σταματάει. Δεν τη νοιάζει η προσωπική της ασφάλεια. Άλλωστε, τι αξία θα έχει η δική της ζωή χωρίς τον Άρη δίπλα της;

************************************************

Δεν ξέρει πόση ώρα βρίσκεται μέσα στον στενό χώρο που έχουν αφήσει τα μέρη από τα δοκάρια που αρνούνται ακόμα να λυγίσουν κάτω από το βάρος της στέγης. Τα χέρια της πονάνε από το έντονο σκάψιμο. Είναι σίγουρη πως οι πληγές είναι βαθιές, αλλά δεν τη νοιάζει τίποτα. Πρέπει να βρει τον Άρη. Έχει σταματήσει πια να τον καλεί, γιατί ο αέρας έχει γίνει αποπνικτικός από τη σκόνη και το χώμα που αιωρούνται, και δεν την αφήνει να μιλήσει.
Ξαφνικά, κάπου κοντά της, ακούει έντονα βογγητά. Στρέφει αμέσως όλη της την προσοχή προς τα εκεί και σέρνεται σιγά - σιγά προς την πηγή τους. Και τότε, αντικρίζει το σώμα του Άρη να κείτεται αιμόφυρτο και ασάλευτο στο έδαφος. Νιώθει την καρδιά της να σταματά για μια ακόμα φορά.
« Άρη! Αγάπη μου! Τι έγινε; Θεέ μου!», λέει καθώς τον πλησιάζει και παίρνει το κεφάλι του στα χέρια της. Δεν τολμά να τον μετακινήσει, το σώμα του είναι πεσμένο σε μια παράξενη στάση. Το όμορφο πρόσωπό του είναι πρησμένο και μορφασμός πόνου αλλοιώνει την έκφρασή του.
Ο Άρης ανοίγει τα μάτια του. Ένα αμυδρό χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπό του, αλλά εκείνη τη στιγμή το σώμα του συνταράσσεται από βήχα και αίμα κατρακυλά από το στόμα του.
- «Μωρό μου, συγγνώμη. Όλα έγιναν τόσο ξαφνικά…» της λέει με τρεμάμενη φωνή.
- «Δεν πειράζει, αγάπη μου! Δε φταις εσύ για τίποτα, μ’ ακούς; Πες μου σε παρακαλώ, πώς νιώθεις;» τον ρωτά η Ελπίδα προσπαθώντας να διατηρήσει σταθερή τη φωνή της και ανέκφραστο το πρόσωπό της για να μην του δώσει να καταλάβει πόσο τρομαγμένη είναι με την κατάστασή του. Ο Άρη της χαϊδεύει το πρόσωπο.
- «Νομίζω… νομίζω ότι έσπασα κάτι… αναπνέω με δυσκολία… Νιώθω κρύο και κούραση… Νιώθω ότι…» Η Ελπίδα βάζει τα δάχτυλά της στο στόμα του και τον διακόπτει. Δεν θέλει ν’ ακούσει ό,τι προσπαθεί να της πει.
- «Σε παρακαλώ, μη μου το λες αυτό! Πού είναι ο Άρης που πάντα αγωνιζόταν;» του λέει και τον παίρνει στην αγκαλιά της. «Μη με εγκαταλείπεις τώρα! Ξεχνάς τι μέρα είναι σήμερα; Έλα, όλα θα πάνε καλά! Κάνε κουράγιο, θα πάω να φέρω βοήθεια» του λέει κι ετοιμάζεται ν’ ανασηκωθεί.
-« Όχι, όχι! Σε θέλω δίπλα μου!» της λέει εκείνος και τη σφίγγει με μια απελπισία που την τρομάζει.
- «Μα πρέπει να φέρω βοήθεια! Δεν… δεν γίνεται να μείνεις εδώ!» του απαντά εκείνη με την ίδια απελπισία να διατυπώνεται στη φωνή της και τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα.
- «Θέλω…» της λέει εκείνος μιλώντας με κόπο και φανερή την εξουθένωσή του «… θέλω να ξέρεις ότι δεν αγάπησα ποτέ κανέναν στη ζωή μου όπως αγάπησα εσένα.»
Η Ελπίδα βάζει το χέρι της στο στόμα του Άρη. Εκείνος το παίρνει και το φιλά. «Σε παρακαλώ, άσε με να συνεχίσω. Θέλω να ξέρεις ότι είσαι η πιο δυνατή γυναίκα που γνώρισα ποτέ. Και δυστυχώς, τώρα καλείσαι να το αποδείξεις. Πρέπει να σταθείς δυνατή και να συνεχίσεις τη ζωή σου. Να συνεχίσεις τα όνειρά σου. Είσαι άξια και είμαι σίγουρος ότι θα καταφέρεις και μόνη σου» λέει κι ένας βήχας διακόπτει τα λόγια του. Κι άλλο αίμα αναβλύζει από το στόμα του κι η Ελπίδα νιώθει την καρδιά της να σκίζεται σε χίλια κομμάτια. Όσο κι αν προσπαθεί, δεν μπορεί να σταματήσει τα δάκρυα που συγκεντρώνονται στην άκρη των ματιών της. Στο τέλος, παραδίνεται και τ’ αφήνει να κυλήσουν στα μάγουλά της.
- «Σε παρακαλώ μη λες τίποτα. Μη χάνεις τις ελπίδες σου, όλα θα πάνε καλά. Το ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ. Ξέρεις πόσο σε έχω ανάγκη. Σε παρακαλώ, μην τα παρατάς, πάλεψέ το, άσε με να φέρω βοήθεια» του λέει σε μια προσπάθεια να του ανεβάσει το ηθικό και να διαβεβαιώσει και τους δυο τους ότι αυτό δεν είναι το τέλος.
- «Σ’ αγαπώ. Λυπάμαι που δεν μπορώ να μείνω μαζί σου. Το θέλω, μα το κορμί μου…», προσπαθεί να της πει κι άλλα, όμως, η ανάσα του είναι λιγοστή. Βγάζει έναν πνιχτό ήχο στην προσπάθειά του να εισπνεύσει κι άλλο οξυγόνο, όμως, τα μάτια του γυρνάνε στο κενό και το σώμα του πέφτει άψυχο στα χέρια της Ελπίδας.
- «Άρη; Άρη! Άρη, όχι. Δεν θα με αφήσεις, μ’ ακούς; Άρη! Άρη, μη!». Απεγνωσμένη γυρνά το κεφάλι της και προσπαθεί να βρει τρόπο να τον βγάλει γρήγορα από εκεί, να τον σώσει, όμως, γύρω της υπάρχει μόνο σκοτάδι και καταστροφή. Το σώμα του Άρη είναι πια ακούνητο και άψυχο στα τρεμάμενα χέρια της. Νιώθει έναν κόμπο στον λαιμό της να την πνίγει. Θέλει να πεθάνει κι εκείνη εκεί, μαζί του. Αρχίζει και πάλι να τον ταρακουνά σε μια απέλπιδα προσπάθεια να τον ξυπνήσει, μα από εκείνον δεν υπάρχει πια καμιά ανταπόκριση. Απελπισμένη αρχίζει να φωνάζει βοήθεια. Επαναλαμβάνει ξανά και ξανά τ’ όνομά του. Άλλοτε σαν να τον ρωτά, άλλοτε σαν να τον παρακαλεί, άλλοτε σαν να τον προκαλεί να σηκωθεί κι άλλοτε σαν να κάνει προσευχή στο Θεό να μην είναι αυτό το τέλος του. Το σώμα του κείτεται ακίνητο στα χέρια της, μέσα στην αγκαλιά της, κι εκείνη νιώθει τον αέρα να τελειώνει από τα πνευμόνια της. Εν τέλει, αποδέχεται τη συμφορά και αφήνει τον πόνο της να ξεχυθεί από τα σπλάχνα της με μια σπαρακτική φωνή που αντηχεί σε κάθε γωνιά μέσα στο κατεστραμμένο κτήριο που έμελλε να γίνει ο τάφος του.

*************************************************

Ώρες μετά, που μοιάζουν με αιώνες, νιώθει χέρια να την τραβούν. Δεν θέλει να ακολουθήσει. Θέλει να μείνει εκεί, μαζί του, αλλά δεν της αφήνουν το περιθώριο. Ο Λευτέρης κατάφερε να φέρει βοήθεια. Με οχήματα άνοιξαν μεγαλύτερη τρύπα και κατάφεραν να τους φτάσουν και να τους βρουν. Βγάζουν την Ελπίδα στο φως. Ο ουρανός έχει καθαρίσει. Είναι σαν η φύση να ξέχασε κιόλας τις δραματικές ώρες της προηγούμενης μέρας.
Αφήνουν την Ελπίδα στο ασθενοφόρο, όμως, εκείνη αρνείται πεισματικά να ακολουθήσει. Περιμένει να δει τον Άρη να βγαίνει από τα συντρίμμια. Ακόμα και τώρα, μετά από τόσες ώρες που πέρασε πλαγιασμένη στο πλάι του μες στη σκοτεινιά των ερειπίων χωρίς να έχει νιώσει ούτε ένα σημάδι ζωής, διατηρεί την ελπίδα ότι ίσως να μην τον έχει χάσει. Δεν αργεί, όμως, η ελπίδα της να καταρριφθεί όταν βλέπει να τον βγάζουν τυλιγμένο σε μαύρη σακούλα. Οι γιατροί έχουν ήδη αποφανθεί. Ημέρα θανάτου: 22α Αυγούστου του 2017…
Η καρδιά της Ελπίδας δεν βαστά άλλο. Το σκοτάδι καλύπτει τα μάτια της και αφήνεται να παρασυρθεί από τον θρήνο και την κούραση.


Ελεάνθη Μηθυμνιώτη