Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

9.4.19

Μάχη για επιβίωση (Κεφάλαιο 3)

Παρόν…
Όσο κι αν ο Αλεχάντρο πιέζει το αμάξι να ξεκινήσει, αυτό κάνει απλώς μερικές έντονες κινήσεις μπρος – πίσω και μετά σταματά. Δεν λέει με τίποτα να προχωρήσει. Τελικά, μετά από πολλή προσπάθεια, ακόμα κι ο κινητήρας σταματά ν’ ανταποκρίνεται. Είναι πια επίσημο: η απόφασή του να διασχίσει το ρέμα μέσα στην κακοκαιρία ήταν εντελώς λανθασμένη και τώρα θα πληρώσει τις συνέπειες. Πρέπει να βγει γρήγορα από το αμάξι του γιατί σε λίγο δεν θα μπορεί ούτε την πόρτα ν’ ανοίξει.


Κάποτε, η κατάσταση στην οποία βρίσκεται αυτήν τη στιγμή δεν θα τον ανησυχούσε ιδιαίτερα. Τώρα, όμως, έχει κι ένα προσθετικό μέλος να λάβει υπόψη. Εδώ μετά δυσκολίας περπατάει σε κανονικό δρόμο, πώς θα καταφέρει να διασχίσει ορμητικά νερά; Επιπλέον, δεν θυμάται καθόλου αν είχε συζητήσει με τους κατασκευαστές το ενδεχόμενο της επαφής του με το νερό. Και τι να κάνει, όμως; Τώρα πια είναι αναπόφευκτο.

Αποθηκεύει, λοιπόν, το κινητό του σε μια αδιάβροχη θήκη που κουβαλά πάντα μαζί του για παν ενδεχόμενο, την τοποθετεί μέσα στο επίσης αδιάβροχο σακίδιό του, το οποίο περνά χιαστά γύρω από το κορμί του, και προσπαθεί ν’ ανοίξει την πόρτα. Δεν είναι και τόσο εύκολο μιας και το νερό έχει ανέβει ήδη στη μέση της και η ορμή του είναι δυνατή, οπότε αναγκάζεται να σπάσει το τζάμι του παραθύρου κλωτσώντας προς τα έξω. Έπειτα, αφού σκεπάζει καλά το χέρι του με το μανίκι του μπουφάν του, καθαρίζει την τρύπα από τα σπασμένα τζάμια και περνά από μέσα της το σώμα του.

Με το που τα πόδια του ακουμπούν στον πάτο του ρέματος, ο αέρας τον σπρώχνει δυνατά στο αμάξωμα και τον ρίχνει με τα γόνατα μες στο νερό. Το νερό τον χτυπά με μένος και τον παρασύρει, αλλά εκείνος, χάρη στη ρώμη του κορμιού του που με τόσο κόπο έχτισε όλα αυτά τα χρόνια, καταφέρνει να σταθεί όρθιος και με αποφασιστικά βήματα προσπαθεί να διασχίσει το ρέμα προς την απέναντι όχθη. Τα νερά έχουν παρασύρει κάθε λογής πράγματα κι αυτό κάνει την προσπάθειά του ακόμα πιο δύσκολη, ενώ και το πονεμένο του γόνατο δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο την κατάσταση.

Η μανία του ανέμου μοιάζει σαν να έχει οριστεί εκδικητής της φύσης ενάντια του ανθρώπου. Οι φράντζες από τα μαλλιά του πέφτουν βρεγμένες στο πρόσωπό του εμποδίζοντας την όρασή του, τα ρούχα του έχουν κολλήσει πάνω του λες κι είναι δεύτερη επιδερμίδα του, το σακίδιό του μοιάζει να βαραίνει με το κάθε λεπτό που περνάει και τα πόδια του, που τα χτυπά η ορμή του νερού, μοιάζουν σαν να κουβαλούν πέτρες τόσο αργά που προχωρά. Το προσθετικό μέλος τρίβει το γόνατό του και νιώθει ότι σχηματίζεται πληγή. Με αυτά τα βρώμικα νερά να εισχωρούν στην ένωση, νιώθει σίγουρος ότι η μόλυνση δεν θα αργήσει να εμφανιστεί.

Εν τέλει, ασθμαίνοντας, με την αδρεναλίνη να έχει φτάσει στα ύψη, το νερό να κοντεύει στη μέση του και νιώθοντας όλο του το κορμί να τρέμει από την κούραση και την προσπάθεια, καταφέρνει να περάσει στην απέναντι όχθη. Η όλη προσπάθεια τον έχει εξουθενώσει. Η ανάσα του βγαίνει με ακανόνιστο ρυθμό και νιώθει τα βλέφαρά του να κλείνουν. «Ποιος ξέρει;» αναρωτιέται. «Ίσως δεν είναι απλά κούραση. Ίσως παρουσιάζω και συμπτώματα υποθερμίας. Το μόνο σίγουρο είναι ότι πρέπει να βρω καταφύγιο άμεσα».

Κοιτάζοντας γύρω του, διαπιστώνει πως δεν υπάρχει κάποιο κτήριο εκεί κοντά και δεν είναι σίγουρος αν τα δέντρα που περιβάλλουν την περιοχή θα μπορούσαν να του παρέχουν το καταφύγιο που ζητάει ή αν θ’ αποδειχθούν ένας ακόμα, μεγαλύτερος κίνδυνος. «Τουλάχιστον κατάφερα να περάσω το ρέμα πριν πνιγώ, δεν είναι και λίγο πράγμα!» αναλογίζεται. Μα πριν προλάβει να πάρει ανάσα και να χαρεί γι’ αυτήν του τη νίκη ενάντια στα στοιχεία της φύσης, νιώθει ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του και τα πάντα γύρω του μαυρίζουν, βυθίζοντάς τον σ’ έναν ύπνο τόσο γλυκό που είναι λες και δεν θέλει ποτέ να ξυπνήσει.

***************************************************

   Η Ελπίδα, καθισμένη σε μια πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο, με μάτια κόκκινα και πρησμένα, αγναντεύει τη θέα έξω. Παλιότερα έκλαιγε συνέχεια για τον θάνατο του άντρα της. Τώρα το κάνει πιο σπάνια, μα όχι με λιγότερη ένταση. Ιδίως όταν τη μνήμη της ξυπνούν καιρικά φαινόμενα σαν τα σημερινά. Ακόμα δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει πώς μέσα σε μια μέρα, από εκεί που οι δυο τους μιλούσαν για το μέλλον και γελούσαν, τα πράγματα άλλαξαν κι ο κόσμος που οι δυο τους έχτιζαν μαζί γκρεμίστηκε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

Τις μέρες που ακολούθησαν της τραγωδίας, ο κόσμος προσπαθώντας να της δώσει παρηγοριά, της έλεγε πως ο Θεός θα είχε κάποιον λόγο για να τον πάρει τόσο γρήγορα κοντά του. Μα μαζί με τον Άρη εκείνη τη μέρα έχασε και την πίστη της. Πώς μπορούσαν να της μιλάνε για τον Θεό; Πού ήταν Εκείνος όταν ο Άρης ξεψυχούσε στην αγκαλιά της; Πώς τολμούσαν να της λένε πως ο θάνατός του έγινε για κάποιον λόγο;

Η Ελπίδα ανεβάζει τα πόδια της στην πολυθρόνα, λυγισμένα κοντά στο στήθος της, τ’ αγκαλιάζει με τα χέρια της και ακουμπά το πιγούνι της πάνω τους ενώ συνεχίζει να κοιτά έξω από το παράθυρο. Ούτε που ξέρει πόση ώρα έχει περάσει βυθισμένη στις σκέψεις της, όταν τα έντονα γαβγίσματα των σκυλιών της, την φέρνουν πίσω στην πραγματικότητα. Κοιτάζει το ρολόι της. Έχει βραδιάσει αρκετά κι ο επισκέπτης της ακόμα δεν έχει δώσει σημεία ζωής. Του τηλεφωνεί και για μια ακόμα φορά ακούει το μαγνητοφωνημένο μήνυμα που την ενημερώνει ότι δεν είναι διαθέσιμος.

«Να πάρει!» λέει εκνευρισμένη και βάζει το κινητό της ξανά στην τσέπη της ζακέτας της. Κατευθύνεται προς την κουζίνα και γεμίζει το τσαγερό με νερό για να ετοιμάσει ένα τσάι να χαλαρώσει τα τσιτωμένα της νεύρα. Τα σκυλιά, όμως, συνεχίζουν να γαβγίζουν έντονα και παρόλο που ως τώρα εφησύχαζε τον εαυτό της ότι το έκαναν απλώς από εκνευρισμό λόγω των κεραυνών, τώρα πια δεν μπορεί να τ’ αγνοήσει. Η Ελπίδα βάζει το αδιάβροχο και τις γαλότσες της και πάει να βγει από το αγροτόσπιτό της. Στην πόρτα κοντοστέκεται, το σκέφτεται καλύτερα, γυρνάει πίσω και παίρνει μαζί της την καραμπίνα του Άρη κι έναν φανό. «Δεν ξέρεις ποτέ τι μπορεί να συμβεί», σκέφτεται.

Με μεγάλες δρασκελιές, φτάνει στον στάβλο. Μετά το ατύχημα του Άρη, κράτησε μόνο τα δύο άλογα που επέζησαν της καταστροφής, τον Δρομέα και τη Λευκή, κι έχτισε ένα κτήριο κοντά στο σπίτι για να στεγάζει εκείνα, τα σκυλιά της, Νανά και Φοίβο - που πήρε για φύλακες και συντρόφους της - αλλά και μια αγελάδα κι ένα βόδι. «Τι είναι, καλοί μου σύντροφοι; Γιατί φωνάζετε; Τόσο πολύ σας τρόμαξε η καταιγίδα;», τα ρωτάει καθώς πηγαίνει κοντά τους να τα χαϊδέψει και να τ’ αγκαλιάσει. Μα το χάδι της δεν τα ηρεμεί. Εκείνα κινούνται δεξιά-αριστερά, την κοιτάζουν, μετά κοιτάζουν και τα δύο την πόρτα κι από τον λαιμό τους παράγεται ένας ήχος πολύ διαφορετικός απ’ ό,τι τα έχει ακούσει ως τώρα να κάνουν. Σκέφτεται πως ίσως τον εκνευρισμό τους εντείνει το γεγονός ότι τα έχει δεμένα για να μην πλησιάζουν τον Δρομέα και τη Λευκή. Μέρες σαν κι αυτές, τα άλογα γίνονται ιδιαιτέρως ανήσυχα κι από φόβο να μη χτυπήσουν άθελά τους τα δύο κόλεϊ,  τα δένει. Μα τώρα η Νανά κι ο Φοίβος κάνουν απεγνωσμένες προσπάθειες να ελευθερωθούν, τεντώνοντας τις αλυσίδες τους ως το τέρμα της αντοχής τους ενώ η στάση του σώματός τους αποπνέει ένταση. Η Ελπίδα τα ελευθερώνει κι αυτά τρέχουν κατευθείαν στην πόρτα. Ανασηκώνονται στα δυο τους πόδια, την ξύνουν με τα νύχια τους, γαβγίζουν και γυρνάνε γύρω από τον εαυτό τους. 

«Εντάξει, λοιπόν, αν είναι να μου γκρεμίσετε την πόρτα, καλύτερα να σας αφήσω να βγείτε. Να το ξέρετε, όμως, αν μου αρρωστήσετε μ’ αυτόν τον καιρό, δικό σας θα είναι το φταίξιμο.» Η Ελπίδα τούς ανοίγει την πόρτα και τ’ αφήνει να βγουν έξω. Εκείνα αμέσως ξεχύνονται με κατεύθυνση την έξοδο της φάρμας, όμως, εκεί κοντοστέκονται. Με το που αντιλαμβάνονται ότι η Ελπίδα δεν έχει την πρόθεση να τ’ ακολουθήσει, επιστρέφουν στον στάβλο κι αρχίζουν να την τραβούν από το αδιάβροχο μπουφάν της. «Μα τι σας έχει πιάσει τέλος πάντων;» τους λέει η Ελπίδα. «Δεν σας φτάνει να βραχείτε εσείς; Πρέπει να πάρετε κι εμένα μαζί σας;» Εκείνα δείχνουν αδιάλλακτα και την κοιτούν στα μάτια σαν να θέλουν να της πούνε ότι δεν πρόκειται να την αφήσουν ήσυχη αν δεν τ’ ακολουθήσει. Η Ελπίδα ξεφυσά και τους λέει με αυστηρό ύφος: «Εντάξει, λοιπόν, θα σας ακολουθήσω! Αλλά να ξέρετε πως αν δεν είναι κάτι σημαντικό αυτό που θέλετε να μου δείξετε, θα γίνω πολύ αυστηρή απέναντί σας από εδώ και πέρα!» 

Η πρόθεση των κόλεϊ φαίνεται να είναι μια μακρινή διαδρομή, γι’ αυτό η Ελπίδα αποφασίζει να τ’ ακολουθήσει ιππεύοντας τον Δρομέα. Έτσι θα πάνε πιο γρήγορα κι αν χρειαστεί να κάνει κάποια σκληρή δουλειά, ο Δρομέας θα μπορούσε ν’ αποδειχτεί ιδιαίτερα χρήσιμος. Τα δυο αυτά σκυλιά είναι εκπαιδευμένα από τον παλιό τους κάτοχο στην έρευνα και διάσωση. Ανήκαν στο πυροσβεστικό σώμα ώσπου, κατά τη διάρκεια μιας φωτιάς στην οποία παγιδεύτηκαν για πολλή ώρα, εισέπνευσαν καπνό και κόντεψαν να χάσουν τη ζωή τους. Αφού σώθηκαν, ο κτηνίατρος απαγόρευσε την περεταίρω συμμετοχή τους σε διασώσεις κι έτσι ο ιδιοκτήτης τους άρχισε να ψάχνει για κάποιον να τ’ αναλάβει. Η καλύτερη φίλη της Ελπίδας, η Μαρία, που ήταν και δική του φίλη, ήξερε πως η κοπέλα έβρισκε παρηγοριά στη συντροφιά των ζώων και της πρότεινε να τα κρατήσει εκείνη. Γιατί «Ποιο μέρος θα ήταν καλύτερο από μια φάρμα με τις τόσες ανοιχτές εκτάσεις για να τρέχουν και την πιο στοργική ιδιοκτήτρια για να τα φροντίζει;» της είχε πει η Μαρία και με τούτα και μ’ εκείνα, την έπεισε να τα κρατήσει. Και πραγματικά, η Ελπίδα δεν μετάνιωσε ποτέ της αυτήν της την απόφαση. Πρόκειται για δυο τετραπέρατα σκυλιά που μπορούν να γίνουν άγρια όταν νιώθουν πως πρέπει να την προστατέψουν, μα και απόλυτα γλυκά και τρυφερά όταν της κρατούν παρέα. Επίσης, έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμοι βοηθοί στις καθημερινές της δουλειές και οι επισκέπτες που κατά διαστήματα φιλοξενεί στο κατάλυμά της, τα λάτρευαν αμέσως. Για όλους αυτούς τους λόγους, εμπιστεύεται τυφλά τα ένστικτά τους και είναι διατεθειμένη να τ’ ακολουθήσει. Ξέρει πως τόσο εκείνα όσο κι ο Δρομέας δεν θα επέτρεπαν τίποτα να της συμβεί κι έχοντας αυτό στον νου της, πεζεύει το άλογο κι κάνει νόημα με το κεφάλι της στα δυο σκυλιά να προχωρήσουν μπροστά.

**************************************************

Ο Δρομέας ακολουθεί τα δύο σκυλιά σε μια τρελή και ξέφρενη πορεία. Η ταχύτητα είναι τέτοια που ο άνεμος ρίχνει την κουκούλα από το κεφάλι της Ελπίδας και τα μακριά ξανθά μαλλιά της αρχίζουν ν’ ανεμίζουν σύμφωνα με την κατεύθυνσή του. Τα δρασκελίσματα των σκυλιών τούς οδηγούν στο τέλος του δάσους, στην έξοδο προς τον αυτοκινητόδρομο και συνεχίζουν προς το ρέμα που ουσιαστικά αποτελεί και το φυσικό σύνορο του χωριού με το υπόλοιπο νησί. Η Ελπίδα είναι εκστασιασμένη. Η καρδιά της χτυπά σαν τρελή, η ανάσα της βγαίνει με γρήγορο ρυθμό από το στόμα της ενώ νιώθει τον κρύο αέρα που μπαίνει στους πνεύμονές της να της καίει τα σωθικά. Η βροχή συνεχίζει να χτυπά αλύπητα το έδαφος και η ομίχλη δεν έχει ακόμα διαλυθεί. Τα μπουμπουνητά και οι κεραυνοί κάνουν το τοπίο να μοιάζει με σκηνικό από ταινία θρίλερ κι αυτό είναι που 
κάνει την καρδιά και το μυαλό της να δουλεύουν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες.


Τελικά, τα δυο σκυλιά σταματάνε στις όχθες του ρέματος και πλησιάζουν δίπλα σε μια μαύρη μορφή. Η Ελπίδα σηκώνει τον φανό της και στοχεύει πάνω της. Το θέαμα που αποκαλύπτει το φως κάνει τα γόνατά της να λυγίσουν και μοιάζει σαν η καρδιά της να χάνει έναν χτύπο. «Θεέ μου! Το θέαμα αυτό…» λέει και τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα. Από το μυαλό της ξεπηδάνε μνήμες, εικόνες αμέτρητες από εκείνη την αποφράδα νύχτα που τη στιγμάτισε και που δεν έχει ώρα που ανέσυρε από εκείνο το σημείο του υποσυνείδητου που προσπαθεί μάταια να «κλειδώσει». Αυτό το κορμί έχει την ίδια στάση, την ίδια όψη με το κορμί του Άρη. Και αίματα! Αίματα παντού!
Αυτή η τελευταία σκέψη συνεφέρει την Ελπίδα από το σοκ και την επαναφέρει στην πραγματικότητα. Με αποφασιστικότητα, ξεπεζεύει από τον Δρομέα και πλησιάζει το κορμί του αγνώστου άντρα. Γονατίζει δίπλα του και βάζει το χέρι της στο λαιμό του. «Θεέ μου! Ευτυχώς αναπνέει ακόμα! Είναι ζεστός και νιώθω τους σφυγμούς του! Μα πώς βρέθηκε εδώ; Να είναι ο Αλεχάντρο;» Ανασηκώνει τα μάτια της και κοιτάζει τριγύρω. Το ρέμα είναι πιο γεμάτο από ποτέ, τα νερά που το διασχίζουν έχουν τρομερή ορμή και παρασύρουν από κορμούς δέντρων μέχρι και νεκρά ζώα. Λίγο πιο πέρα, διακρίνει την οροφή από ένα αυτοκίνητο. «Ω θεέ μου!» αναφωνεί συνειδητοποιώντας ότι ο άγνωστος άντρας που κείτεται ακίνητος μπροστά της έφτασε ως εδώ με αυτοκίνητο, αλλά η προσπάθειά του να το διασχίσει με αυτό απέβη άκαρπη. «Για να προσπαθούσες να περάσεις, πρέπει να είσαι ο Αλεχάντρο!» λέει εκείνη και στρέφει την προσοχή της στον άντρα.

Ο καστανομάλλης άγνωστος είναι αρκετά μεγαλόσωμος. Φαίνεται ψηλός και ιδιαίτερα γυμνασμένος. Αυτό μπορεί γενικά να είναι θετικό για εκείνον στην καθημερινότητά του, αυτήν τη στιγμή, όμως, θα της δημιουργήσει πρόβλημα κατά τη μεταφορά του. Περιεργάζεται λίγο ακόμα το σώμα του και παρατηρεί ότι στην δεξιά πλευρά του κεφαλιού του, στην κορυφή, υπάρχει μια αρκετά μεγάλη και βαθιά πληγή από την οποία αναβλύζει πάρα πολύ αίμα. Έχοντας σπουδάσει ειδικότητα σχετική με το σώμα και την ιατρική, ξέρει πως τα χτυπήματα στο κεφάλι, ακόμα και τα πιο επιφανειακά, είναι αυτά που ματώνουν περισσότερο. Στο υπόλοιπο σώμα του, πέρα από εκδορές, δεν φαίνεται να υπάρχει κάτι σοβαρό. Η Ελπίδα βγάζει το αδιάβροχό της και με σουγιά σκίζει τα μανίκια από την μπλούζα που φορά εσωτερικά. Μετά, αφού ξαναφορά το πανωφόρι της, δημιουργεί με τα δυο της μανίκια μια μορφή γάζας για να δέσει προσωρινά το κεφάλι του και να σταματήσει την αιμορραγία. Θα το εξετάσει ακόμα πιο σχολαστικά όταν θα φτάσουνε στη φάρμα.

Κι εδώ, ξεκινά το πραγματικό πρόβλημα: πώς θα καταφέρει να σηκώσει έναν τόσο μεγαλόσωμο άντρα από το έδαφος και να τον φορτώσει στον Δρομέα; Επιπλέον, δεν ξέρει σίγουρα τι του έχει συμβεί και φοβάται μήπως μια απότομη μετακίνηση τού δημιουργήσει κάποιο μόνιμο πρόβλημα στη σπονδυλική του στήλη. Πρέπει να βρει μια γρήγορη λύση να τον μεταφέρει με όσο το δυνατόν πιο ασφαλή τρόπο. Για μια ακόμα φορά, στρέφει το βλέμμα της τριγύρω και παρατηρώντας το περιβάλλον της, ένα σχέδιο αρχίζει να διαμορφώνεται στο μυαλό της.

Η Ελπίδα πλησιάζει στην όχθη του ρέματος κι αρχίζει να περιεργάζεται κάτι ψηλόλιγνους κορμούς δέντρων που έχουν στοιβαχτεί εκεί. Βρίσκει δύο αρκετά γερούς και στο κατάλληλο μέγεθος γι’ αυτό που έχει στο μυαλό της και αρχίζει να τους σέρνει προς το σημείο που είναι ο πληγωμένος άντρας. Έπειτα, την προσοχή της τραβά το πρόχειρο σκέπαστρο που έχει στήσει ένας συγχωριανός της, ο γερο-Απόστολος, για να φυλάσσει τα σπαρτά του. Το σκέπαστρο είναι φτιαγμένο από τέσσερις όρθιους αλουμινένιους στύλους πάνω στους οποίους είναι δεμένο ένα τεντόπανο. Παρόλο που νιώθει κάποιες τύψεις γι’ αυτό που ετοιμάζεται να κάνει, τελικά κατευθύνεται στο χωράφι του κυρ Απόστολου. «Είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου. Σίγουρα όταν του εξηγήσω, θα καταλάβει. Άλλωστε θα τον αποζημιώσω» σκέφτεται από μέσα της και ψάχνει τρόπο να φτάσει το τεντόπανο. Λίγο πιο πέρα, υπάρχει μια σκάλα που προφανώς ο κυρ Απόστολος χρησιμοποιεί όταν μαζεύει τους καρπούς από τα δέντρα στο χωράφι του. Η Ελπίδα τη στερεώνει όσο καλύτερα μπορεί, δεδομένων των συνθηκών, και προσπαθεί να λύσει με τα χέρια της τους κόμπους που κρατούν δεμένο το πανί. Μα όσο κι αν προσπαθεί, οι κόμποι δεν λένε να υποχωρήσουν. Προσπαθεί και με τον σουγιά της, αλλά το πάχος των σχοινιών είναι τέτοιο που ο σουγιάς δεν έχει αποτέλεσμα. Κατεβαίνει από τη σκάλα και κατευθύνεται σ’ ένα άλλο σκέπαστρο που υπάρχει στο χωράφι κι εκεί ανακαλύπτει ένα κλαδευτήρι. Με το κλαδευτήρι στο χέρι, ανεβαίνει και πάλι τη σκάλα και ξαναξεκινά τη μάχη με τα σκοινιά. Εν τέλει, αυτά κόβονται από τη μια πλευρά και η Ελπίδα συνεχίζει την ίδια διαδικασία και με τις υπόλοιπες πλευρές. Προσέχει, όμως, να τα κόψει σε καίρια σημεία, κρατώντας το μεγαλύτερο μέρος τους ανέπαφο γιατί θα το χρειαστεί κι αυτό για την κατασκευή που έχει στον νου της. 

Αφού καταφέρνει να μεταφέρει και το τεντόπανο με το σκοινί δίπλα στους δυο κορμούς που μάζεψε νωρίτερα, ξεκινά να φτιάχνει την κατασκευή της. Σκοπός της είναι να δέσει το τεντόπανο και στους δυο κορμούς με τέτοιον τρόπο που να δημιουργηθεί ένα είδος πλατφόρμας ανάμεσά τους. Μετά από πολλές δοκιμές και προσπάθειες, τα καταφέρνει. Τώρα μένει να δέσει το αυτοσχέδιο φορείο της πίσω από τον Δρομέα, αλλά σε κάποιο ύψος από το έδαφος. Ευτυχώς, ο Δρομέας είναι ακόμα ζωσμένος με τα χάμουρα που του είχε περάσει το πρωί, γεγονός που διευκολύνει τη διαδικασία. Αφού όλη η κατασκευή είναι πια έτοιμη, η Ελπίδα πηγαίνει ξανά δίπλα στον τραυματία που όλη αυτήν την ώρα δεν έχει παρουσιάσει καμιά αντίδραση. Ευτυχώς, όμως, αναπνέει και ο σφυγμός του παραμένει δυνατός. Χιαστί στο κορμί του είναι περασμένο ένα σακίδιο με αδιάβροχη κάλυψη, προφανώς με τα προσωπικά του είδη. Η Ελπίδα το παίρνει προσεκτικά και το δένει γύρω από το δικό της κορμί. Έχει τοποθετήσει τον Δρομέα με το φορείο σε τέτοιο σημείο που βρίσκονται ακριβώς από πίσω από τον τραυματία κι εκείνη τον πιάνει από τις μασχάλες του και τον σέρνει απαλά πάνω στην κατασκευή. Μετά, παίρνει ό,τι έχει περισσέψει από το σκοινί και το δένει γύρω από το σώμα του για να τον σιγουρέψει. 

Όταν είναι σίγουρη ότι όλα είναι έτοιμα, ρίχνει μια τελευταία ματιά στον πληγωμένο άντρα. Οι αναμνήσεις από την ημέρα του δυστυχήματος του Άρη έρχονται ξανά στο μυαλό της. Μόνο που τώρα το σώμα που μεταφέρει δεν είναι άψυχο, αλλά τραυματισμένο. Με περίσσια αποφασιστικότητα ανεβαίνει στη ράχη του Δρομέα. Έτσι, αυτή η περίεργη παρέα, που αποτελείται από δύο σκυλιά, ένα άλογο, μια γυναίκα και έναν άντρα δεμένο σε ένα πρόχειρο φορείο, ξεκινά για το δρόμο της επιστροφής στη φάρμα της Ελπίδας.

Ελεάνθη Μηθυμνιώτη