Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

17.4.19

Μάχη για επιβίωση (Κεφάλαιο 4)

Με το που φτάνουν στη φάρμα, η Ελπίδα οδηγεί τον Δρομέα μπροστά στην πόρτα του αγροτόσπιτού της. Λύνει προσεκτικά το αυτοσχέδιο φορείο από τα χάμουρα του αλόγου και το σύρει προσεκτικά στο εσωτερικό του σπιτιού μέχρι το δωμάτιο φιλοξενίας που είχε ετοιμάσει για τον Αλεχάντρο. 

Αμέσως μετά, βγαίνει έξω και οδηγεί τους δυο σκύλους και τον Δρομέα στον στάβλο. Βγάζει τα χάμουρα από τον Δρομέα και αγκαλιάζει ένα – ένα τα ζώα που τη βοήθησαν στη διάσωση αυτού του ανθρώπου. Τα στεγνώνει καλά και τους προσφέρει φαγητό. Αφού σιγουρεύεται ότι οι σύντροφοί της έχουν βολευτεί και είναι ζεστοί, επιστρέφει στο σπίτι και ψάχνει ανάμεσα στα φαρμακευτικά της αποθέματα για να βρει ό,τι θεωρεί ότι θα χρειαστεί. Πριν αρχίσει τις προετοιμασίες, παίρνει μια βαθιά ανάσα και προσπαθεί να συγκεντρώσει τις σκέψεις της. Έπειτα, αφού ανάβει φωτιά στο τζάκι και αλλάζει στα γρήγορα τα ρούχα της, επιστρέφει στον τραυματισμένο άντρα.

Τα βρεγμένα ρούχα του είναι κολλημένα πάνω στο κορμί του. Για ν’ αποφύγει την περίπτωση της υποθερμίας, πρέπει να του τα βγάλει. Ξέρει πολύ καλά ότι το βάρος αυτού του άντρα δεν είναι εύκολο να το σηκώσει και γι’ αυτό αποφασίζει ότι η καλύτερη λύση θα είναι απλώς να του τα κόψει. Πηγαίνει στο καλάθι με τα ραφτικά της, παίρνει το ψαλίδι και αρχίζει με ιδιαίτερη προσοχή να κόβει αρχικά το παντελόνι του και μετά την μπλούζα και τα εσώρουχά του. Τα ρούχα φαντάζουν αρκετά καλής ποιότητας και ακριβά, δείγμα ευμάρειας, κι αυτό την κάνει να μετανιώνει λίγο που αποφάσισε να του τα βγάλει κόβοντάς τα. Ελπίζει να μην της θυμώσει γι’ αυτό όταν ξυπνήσει. Κατά τη διαδικασία παρατηρεί φευγαλέα ότι πρόκειται για έναν άντρα ιδιαίτερα γυμνασμένο.

Σκανάρει με τα μάτια της το σώμα του βιαστικά για να διαπιστώσει την έκταση των τραυμάτων του. Παρατηρεί το προσθετικό μέλος και η καρδιά της σφίγγεται, όχι από αηδία αλλά από συμπόνια για αυτόν τον νεαρό άνδρα προφανώς έχει περάσει πολλά. «Ποιος ξέρει πώς διαχειρίζεται αυτή του την απώλεια!» σκέφτεται. 

Το μόνο σίγουρο είναι ότι πρέπει να του αφαιρέσει το προσθετικό μέλος και να φροντίσει το δέρμα του ακρωτηριασμένου σημείου γιατί μετά από μια τέτοια περιπέτεια έχει σίγουρα ερεθιστεί. Η Ελπίδα είναι συνηθισμένη από τη δουλειά της ως φυσιοθεραπεύτρια να έρχεται σε επαφή με ανθρώπους που φορούν προσθετικά μέλη, αλλά δεν είχε υπάρξει ποτέ λόγος να τους βοηθήσει να τα αφαιρέσουν ή να τα φορέσουν. Το κοιτάζει και προσπαθεί να βρει τον τρόπο που «ξεκουμπώνει» από το σώμα του. Μετά από πολλές προσπάθειες, τα καταφέρνει. 


Παρατηρεί ότι στο γόνατό του φέρει «άγρια», κόκκινα σημάδια, ουλές προφανώς από την πρόσφατη επέμβαση, κι αρχίζει ν’ αναρωτιέται ποιο να ήταν το πρόβλημα που οδήγησε σ’ αυτήν. Τα υπόλοιπα κοψίματα και εκδορές είναι επιφανειακά, ακριβώς όπως είχε προβλέψει κι αρχικά, αλλά και πάλι μπορεί να διατρέχουν κίνδυνο μόλυνσης. Η μόλυνση, όμως, δεν είναι το άμεσο πρόβλημα. Το πρήξιμο στο πλάι του κεφαλιού του και η πληγή που και πάλι αιμορραγεί είναι αυτά που έχουν προτεραιότητα. 

Πιέζοντας το σημείο, πλένει την πληγή χρησιμοποιώντας μια αποστειρωμένη γάζα βουτηγμένη σε αντισηπτικό. Καθαρίζει το τραύμα σχολαστικά και διαπιστώνει πως τελικά πρόκειται για ένα απλό, αν και βαθύ, κόψιμο που μπορεί να το διορθώσει επιτόπου με ράμματα. Ευτυχώς, ανάμεσα στ’ αποθέματά της έχει ό,τι είναι απαραίτητο για τη διαδικασία, φορά γάντια μιας χρήσης και προχωρά στη συρραφή του τραύματος. Έπειτα, προσθέτει κρύα κομπρέσα στο πρησμένο σημείο, την οποία στερεώνει δένοντας γύρω από το κεφάλι του με μια γάζα. Αφού μένει ικανοποιημένη με το αποτέλεσμα, προχωρά στο καθάρισμα των υπόλοιπων πληγών και τον σκεπάζει.

Τον στηρίζει  προσεκτικά στο σώμα της και με δυσκολία τον μεταφέρει στο κρεβάτι, αφού πρώτα έχει τραβήξει τα σκεπάσματα στην άκρη. Η όλη προσπάθεια την έχει εξουθενώσει και ιδρώτας μαζί με το νερό της βροχής τρέχουν από πάνω της. Νιώθει πολύ κουρασμένη, όμως, δεν έχει χρόνο για να κοιτάξει τον εαυτό της. Το μυαλό της είναι επικεντρωμένο στον τραυματία. Η αδρεναλίνη της έχει φτάσει στα ύψη και προσπαθεί να ανασύρει από τη μνήμη της όλα όσα έχει μάθει στη σχολή της.


Την ανησυχεί ιδιαίτερα ότι όλη αυτή την ώρα δεν έχει αντιδράσει κι αμέσως τηλεφωνεί στον γιατρό του χωριού, τον κο Δημόπουλο, ο οποίος της υπόσχεται ότι θα έρθει στη φάρμα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Ευτυχώς, το σπίτι του δεν απέχει ιδιαίτερα από το δικό της.

Η Ελπίδα θυμάται το σακίδιο του τραυματία και πηγαίνει να το πάρει από το δωμάτιό της. Το ανοίγει και βλέπει ότι τελικά η εξωτερική αδιάβροχη κάλυψη έχει καταφέρει να διατηρήσει τα πράγματά του ανέπαφα από το νερό. Ψάχνοντας, βρίσκει το κινητό και το πορτοφόλι του. Ανοίγει το πορτοφόλι και επιβεβαιώνει αυτό που υποψιαζόταν: ο τραυματισμένος άντρας που είναι αυτνή τη στιγμή ξαπλωμένος στον ξενώνα της δεν είναι άλλος από τον Αλεχάντρο Πέρες, τον άντρα που μέρες πριν έκανε την κράτηση. Παρατηρεί τη φωτογραφία της ταυτότητάς του. Είναι πράγματι ένας αρκετά αρρενωπός και όμορφος άντρας. Τα χαρακτηριστικά του μοιάζουν αρκετά με τους Ινδιάνους που βλέπει στην τηλεόραση. Να είναι άραγε απόγονος κάποιας φυλής; Ίσως έτσι εξηγείται το ιδιαίτερο χρώμα της επιδερμίδας του. Δεν είχε ποτέ της την ευκαιρία να γνωρίσει ινδιάνο από κοντά και η προοπτική την ενθουσιάζει. 

Παίρνει το σακίδιο μαζί της στο δωμάτιο του Αλεχάντρο, τοποθετεί τα ρούχα που βρίσκει μέσα στην ντουλάπα και τα προσωπικά του αντικείμενα στο συρτάρι του κομοδίνου που βρίσκεται δίπλα από το κρεβάτι του. Όταν κλείνει το συρτάρι, ίσως από τον θόρυβο, ο Αλεχάντρο σαλεύει, μουρμουρίζει κάτι ακατάληπτο και ανοίγει τα μάτια του. Η Ελπίδα παγώνει και τον κοιτά κι εκείνη. Μετά από κάποια αμήχανα δευτερόλεπτα, τον πλησιάζει και του μιλά με απαλή φωνή στ’ αγγλικά: «Γεια σου, είμαι η Ελπίδα. Είχες κάνει κράτηση στο κέντρο μου κι ερχόσουν εδώ όταν ξέσπασε καταιγίδα. Στην προσπάθειά σου να περάσεις το ρέμα που διασχίζει την είσοδο του χωριού, προφανώς κάτι σε χτύπησε στο κεφάλι κι έχασες τις αισθήσεις σου. Τα σκυλιά μου κατάφεραν να με οδηγήσουν σ’ εσένα και σε φέραμε κατευθείαν εδώ. Έχω καλέσει τον γιατρό για να σ’ εξετάσει. Πονάς; Θυμάσαι τι σου συνέβη;» Ο Αλεχάντρο, όμως, δεν απαντά. Απλώς κάνει έναν μορφασμό πόνου και ξαναπέφτει σε λήθαργο. Η Ελπίδα ακουμπά το μέτωπό του με το χέρι της και διαπιστώνει ότι έχει πυρετό. «Μα πού είναι επιτέλους αυτός ο γιατρός;» αναρωτιέται.
*******************************************************
Μετά από δέκα λεπτά από το τηλεφώνημα, ο γιατρός φτάνει στο αγροτόσπιτο. Η Ελπίδα τον οδηγεί στον Αλεχάντρο και μετά από ενδελεχή έλεγχο τη διαβεβαιώνει ότι εκείνη έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε και τώρα το μόνο που μένει είναι να τον ξυπνά συνεχώς κατά τη διάρκεια της νύχτας, ώστε σε περίπτωση διάσεισης να μην υπάρξει κίνδυνος για τη ζωή του. «Όλα δείχνουν πως δεν έχει κάποιο σοβαρό χτύπημα είτε στη σπονδυλική του στήλη είτε στο κεφάλι του, όμως, για να είμαστε σίγουροι θα πρέπει να τον πάμε στο νοσοκομείο αμέσως μόλις καταλαγιάσει η καταιγίδα και πέσει η στάθμη του νερού στο ρέμα. Ως τότε, ξέρεις πολύ καλά ότι δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι περισσότερο. Να τον έχεις στον νου σου όλη τη νύχτα και αν προκύψει το οτιδήποτε, μη διστάσεις να με πάρεις τηλέφωνο ό,τι ώρα κι αν είναι, εντάξει;» της λέει ο γιατρός. «Φυσικά, γιατρέ μου. Σας ευχαριστώ πολύ που ήρθατε τόσο γρήγορα με τέτοιες συνθήκες» του απαντάει εκείνη και τον οδηγεί στην εξώπορτα.

Μόνο τότε αφήνει η Ελπίδα τον εαυτό της να χαλαρώσει έστω και λίγο. Πάει κοντά στον Αλεχάντρο και κάθεται στο στρώμα δίπλα του. Βάζει και πάλι το χέρι της στο κεφάλι του και με ανακούφιση διαπιστώνει ότι ήδη ο ορός που ο γιατρός τού έχει τοποθετήσει βοηθά στην ανακούφιση του πυρετού του. Τότε, αρχίζει για πρώτη φορά να τον παρατηρεί πραγματικά. Το πρόσωπό του χαρακτηρίζεται από ψηλά ζυγωματικά και η μύτη του είναι πλατιά με ψηλή ράχη. Τα χείλη του είναι αρκετά γεμάτα για άντρα και έχει πλατύ πιγούνι. Τα σκιστά μάτια του σκιάζονται από φρύδια πυκνά με έντονες γωνίες. Τα χαρακτηριστικά του αυτά του δίνουν μια απαράμιλλη εξωτική ομορφιά. Δεν έχει ξαναδεί άνθρωπο σαν κι εκείνον από κοντά κι η αλήθεια είναι ότι της εξάπτει την περιέργεια να μάθει τι ιστορία κρύβεται πίσω από τα χαρακτηριστικά του.


Τα μαλλιά του είναι πυκνά και καστανόχρωμα. Της αρέσουν έτσι κοντοκουρεμένα όπως είναι στα πλάγια και μακρύτερα στο πάνω μέρος, τόσο ώστε τούφες να πέφτουν στο μέτωπό του. Θεωρεί ότι του τονίζουν ακόμα περισσότερο τις γωνίες του προσώπου του και του προσδίδουν ακόμα περισσότερη αρρενωπότητα. Της θυμίζει πολύ τον ηθοποιό Rick Mora στην πρώιμη εποχή του. Χαμογελάει καθώς σκέφτεται πόσο μεγάλη πέραση θα έχει ένας τέτοιος άντρας στο γυναικείο φύλο και αναρωτιέται πώς και έκανε κράτηση στο απομονωμένο χωριό της κι όχι σ’ έναν από τους δημοφιλέστερους προορισμούς του νησιού.


Κατόπιν, τα μάτια της ταξιδεύουν στο κορμί του. Η ερυθρωπή επιδερμίδα του έρχεται σε άκρα αντίθεση με τη λευκή δική της.  Είναι ένας αρκετά ψηλός άντρας, με καλοσχηματισμένους μυς, ιδιαίτερα στα πόδια και τα χέρια του. Το στέρνο του είναι πλατύ και στο κέντρο του σχηματίζεται ένα τρίγωνο από ένα απαλό μαύρο χνούδι που η γραμμή του συνεχίζει ως τον αφαλό του. Οι κοιλιακοί του είναι εντυπωσιακοί και φαίνεται αθλητικός τύπος. «Με τι άθλημα να ασχολιόταν άραγε;» αναρωτιέται. 

Της ίδιας αρέσει η κολύμβηση, γι’ αυτό και εξειδικεύτηκε στην υδροθεραπεία. Στο κέντρο, εκτός από την εσωτερική πισινούλα που έχει για τις θεραπευτικές συνεδρίες, έχει διαμορφώσει κι έναν εξωτερικό χώρο με πισίνα ανοιγόμενης οροφής, ώστε τόσο η ίδια όσο και οι επισκέπτες της να μπορούν ν’ απολαμβάνουν τ’ αγαπημένο της άθλημα όλον τον χρόνο. 

Όταν ο Αλεχάντρο την κάλεσε για την κράτηση, της είπε ότι η πισίνα ήταν μια από τις παροχές του καταλύματος που τον ενδιέφερε περισσότερο. Αλλά κρίνοντας από το σώμα του, το άθλημα που το είχε διαμορφώσει δεν ήταν η κολύμβηση. «Ποιος ξέρει; Ίσως είναι απ’ αυτούς τους τύπους που περνάνε όλη τη μέρα τους κλεισμένοι σ’ ένα γυμναστήριο» σκέφτεται, μα η ιδέα την απωθεί.  Αν όντως προέρχεται από τους Ινδιάνους, τότε σίγουρα θα του ήταν πιο ταιριαστό αν ασχολούταν με δραστηριότητες που τον φέρνουν σ’ επαφή με τη φύση.

Η τελευταία της σκέψη την οδηγεί να σκεφτεί τους συγγενείς του. Σίγουρα κάποιος θα έχει ανησυχήσει για εκείνον και στεναχώρια πλημμυρίζει την καρδιά της. Ξέρει τι σημαίνει ν’ αγωνιάς για έναν αγαπημένο σου και πραγματικά θα ήθελε να ήξερε περισσότερες λεπτομέρειες για τον Αλεχάντρο, ώστε να μπορούσε να τους τηλεφωνήσει και να τους καθησυχάσει. Ξαναφέρνει το χέρι της στο πρόσωπό του και χαϊδεύει το μάγουλό του. Δεν ξέρει γιατί νιώθει την ανάγκη να το κάνει, όμως, αυτή η επαφή της επιδερμίδας της με τη δική του σαν να την καθησυχάζει λιγάκι. Μα φαίνεται πως η επαφή αυτή δεν έχει μόνο επίδραση σ’ εκείνη, αλλά και σ’ εκείνον, γιατί αυτήν ακριβώς τη στιγμή ξανανοίγει τα μάτια του. 

«Eres un ángel» της λέει. Η Ελπίδα είναι σίγουρη ότι της μίλησε στα ισπανικά και την είπε άγγελο, πράγμα που σημαίνει ότι ακόμα έχει πυρετό, σκέφτεται από μέσα της.
«Μάλλον παραληρείς ακόμα από τον πυρετό. Χαίρομαι, όμως, που άνοιξες τα μάτια σου. Θες λίγο νερό;» του απαντά στα αγγλικά.

Της γνέφει θετικά κι όσο εκείνη γεμίζει το ποτήρι του από την κανάτα που υπάρχει δίπλα του στο κρεβάτι, τη ρωτά: «Πονάω σε όλο μου το κορμί. Τι μου συνέβη;»

«Βασικά… την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα περιμένω να μου τη δώσεις εσύ. Το μόνο που ξέρω είναι ότι προσπάθησες να περάσεις το ρέμα με τ’ αμάξι σου για να έρθεις στο κατάλυμά μου, όπως είχαμε κανονίσει, αλλά δεν τα κατάφερες, το πέρασες πεζός, κάτι σε χτύπησε κι έπεσες αναίσθητος. Σε βρήκα τυχαία, χάρη στους σκύλους μου που κάτι πρέπει ν’ αντιλήφθηκαν και με οδήγησαν σ’ εσένα. Είμαι η Ελπίδα, παρεμπιπτόντως.»

«Η Ελπίδα;» Την κοιτά για μια στιγμή σαν να μην μπορεί να συνειδητοποιήσει τι του λέει, αλλά μετά από λίγα δευτερόλεπτα γνέφει δείχνοντας πως συνειδητοποιεί ακριβώς ποια είναι. «Θα το ήθελα πολύ να μιλάγαμε λίγο ακόμα, αλλά ειλικρινά αυτήν τη στιγμή νιώθω πολύ άσχημα και νυστάζω.»

«Χρειάζεσαι ξεκούραση για να επουλωθεί το σώμα σου. Πέρασες μεγάλη περιπέτεια. Κοιμήσου και θα σε ξανασηκώσω λίγο αργότερα. Είναι αναγκαίο…» 

«… για να σιγουρευτούμε ότι δεν έχω διάσειση βαριάς μορφής. Ναι, καταλαβαίνω. Σ’ ευχαριστώ πολύ για ό,τι κάνεις» της λέει και ξαναπέφτει σε λήθαργο.

Κι έτσι η Ελπίδα μένει άγρυπνη όλη τη νύχτα, ξυπνώντας κι εκείνον κάθε λίγο, θέτοντάς του ερωτήσεις γενικής φύσεως για να βεβαιωθεί ότι μπορεί να συντονίσει τις σκέψεις του, ότι είναι καλά κι ελπίζοντας ότι θα του πέσει ο πυρετός. Δυστυχώς, όμως, κοντεύει σχεδόν να ξημερώσει όταν η θερμοκρασία του σώματός του ανεβαίνει στο ανώτατο όριό της. Αφού του πλένει λίγο το μουσκεμένο από τον ιδρώτα κορμί του με δροσερό νερό και ξύδι με τη βοήθεια μιας μικρής πετσέτας και του αλλάζει τα στρωσίδια και τους επιδέσμους, ο Αλεχάντρο δείχνει να κοιμάται πιο ήσυχα. Έτσι, βρίσκει κι εκείνη την ευκαιρία να ξαπλώσει για λίγο πλάι του στο πάτωμα και να κοιμηθεί στο πρόχειρο στρώμα που έχει αποθέσει εκεί.

Λίγο αργότερα ανοίγει τα μάτια της και βλέπει το λαμπερό φως του ήλιου να μπαίνει από τα παράθυρα. Χτες το βράδυ, μετά απ’ όλη αυτή την περιπέτεια, ξέχασε να κλείσει τα παραθυρόφυλλα. Ευτυχώς, όμως, ο Αλεχάντρο συνεχίζει να κοιμάται. Πιάνει το μέτωπό του και η χαρά της είναι απερίγραπτη όταν διαπιστώνει ότι είναι δροσερό.

Αν και νιώθει ιδιαίτερα κουρασμένη, αφού δεν έχει κοιμηθεί και πολύ καλά όλο το βράδυ, ξεκινά την καθημερινή ρουτίνα της. Όσο κι αν θα το ήθελε να μείνει χαλαρή, τα ζώα και τα σπαρτά της φάρμας εξαρτώνται από εκείνη, το ίδιο κι ο τραυματισμένος φιλοξενούμενός της. Η πρώτη της δουλειά είναι να του ετοιμάσει το πρωινό μέσα στον δίσκο κρεβατιού και να βεβαιωθεί πως έχει έτοιμα τα φάρμακα που συνέστησε ο γιατρός. Μόλις τα έχει όλα έτοιμα, πάει να κάνει γρήγορα και τις υπόλοιπες δουλειές της ώστε να γυρίσει αμέσως κοντά του. 

Ελεάνθη Μηθυμνιώτη