Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

8.5.19

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 1)


Βιολέτα

Ήταν το απόγευμα της επομένης των Χριστουγέννων, πράγμα που δυστυχώς
σήμαινε πως έμεναν μόλις οκτώ μέρες πριν ανοίξουν πάλι τα σχολεία. Παλιότερα νομίζω πως μου άρεσε το σχολείο. Όταν σκεφτόμουν τα παιδικά μου χρόνια στο
πατρικό μου στην Ελλάδα, μερικά σκόρπια πρόσωπα, που πάντοτε υπέθετα ότι ήταν
φίλοι μου, ξεπετάγονταν από διάφορα μέρη του μυαλού μου. Όμως ποτέ δε
μπορούσα να τα βάλω σε μια σειρά, να καταλάβω ποια ήμουν πριν από το ατύχημα.
Ούτε το ίδιο το ατύχημα θυμόμουν. Οι γονείς μου πάντοτε απέφευγαν να μιλούν γι΄
αυτό, αλλά ήταν ένας από τους λόγους που μετακομίσαμε στο τωρινό μου σπίτι, στη
Μινεσότα. Οι αναμνήσεις μου άρχιζαν να καθαρίζουν από τη στιγμή που
μετακομίσαμε. Θυμόμουν καθαρά την επιγραφή Λιτλ Φολς την οποία περάσαμε με το
αυτοκίνητο, θυμόμουν την πρώτη φορά που περάσαμε μπροστά από το πάρκο στα
περίχωρα της πόλης. Θυμόμουν την πρώτη φορά που αντίκρισα το νέο σπίτι, κοντά
στο μουσείο ψαρέματος, μόλις δύο δρόμους μακριά από το πάρκο. Ναι, τα πράγματα
ήταν πολύ πιο ξεκάθαρα αφότου φύγαμε. Όπως ήταν πλέον ξεκάθαρο πόσο
μισούσα το σχολείο εδώ.


Δεν ήξερα πότε άρχισα να το μισώ, απλώς έγινε. Μισούσα που έπρεπε να
ξυπνώ πρωί, που έπρεπε να ακούω τους καθηγητές να μιλούν για πράγματα που
είτε ήδη ήξερα είτε δε με ενδιέφεραν. Μισούσα που στο σχολείο μου, το μοναδικό
λύκειο της περιοχής, διευθύντρια ήταν η μητέρα μου, γεγονός που ποτέ δε βοήθησε
με τη δημοτικότητα μου. Και τέλος, μισούσα όλους μου τους συμμαθητές. Δηλαδή
όλους εκτός από μια, που ήταν και ο λόγος για τον οποίο περπατούσα μέσα στο
κρύο του χειμώνα. Την έλεγαν Ηλέκτρα και ήταν ο λόγος που η ζωή μου είχε
αποκτήσει λίγο χρώμα. Ήταν μια κινούμενη τρέλα, γεμάτη ζωντάνια και όρεξη, πάντα
με ένα νέο σχέδιο για βόλτες και περιπέτειες. Ήταν μια αναζωογονητική παρουσία
που με βοηθούσε από όταν ήρθα, να βάλω μια σειρά στο κεφάλι μου, τότε που το
άγχος να θυμηθώ κόντευε να με κάνει κομμάτια. Πλέον, είχα εγκαταλείψει την παλιά
μου ζωή, και τις αναμνήσεις που τη συνόδευαν.
Ο αέρας ήταν όπως πάντα διαπεραστικός. Αν και η διαδρομή από το σπίτι μου
μέχρι τις όχθες του ποταμού Μισισιπή όπου βρισκόταν το παλάτι, εννοώ το σπίτι της
Ηλέκτρας, δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, η χαμηλή θερμοκρασία, πολύ κάτω του
μηδενός, έκανε τους πνεύμονές μου να πονούν στην προσπάθειά τους να
αναπνεύσουν. Από μέσα μου παρακαλούσα η θερμοκρασία να σκαρφάλωνε λίγο πιο
ψηλά, αλλά κάτι τέτοιο ήταν πρακτικά αδύνατο στη μικρή μας πόλη. Βέβαια, αν και η
θερμοκρασία ήταν χαμηλή, δεν είχε ρίξει πολύ χιόνι. Υπήρχαν μόνο λίγα ίχνη χιονιού
στην άκρη του δρόμου και πάγος σε μερικά σημεία του πεζοδρομίου. Αυτός ο καιρός
με έκανε να αναπολώ τον ήλιο του σπιτιού μου, εκείνον τουλάχιστον τον θυμόμουν.
Πάντα μου έκανε μεγάλη εντύπωση πόσα λίγα θυμόμουν. Όταν είχα ξυπνήσει
στο νοσοκομείο, την πρώτη μέρα μετά από καιρό, θυμόμουν δύο πράγματα, το
όνομά μου και τον λαμπερό ήλιο που καψάλιζε το δέρμα μου, ενώ ένα απαλό αεράκι
έκανε τα μαλλιά μου να λικνίζονται σε ένα τεράστιο χωράφι γεμάτο γρασίδι και
ανθάκια. Δε θυμόμουν ούτε τα ονόματα των ίδιων μου των γονιών, ποτέ δεν τα
θυμήθηκα, αλλά θυμόμουν ένα λιβάδι που δεν ήξερα πλέον πού βρισκόταν, ή αν
ήταν αληθινό. Μετά από μερικές μέρες, οι γονείς μου είχαν συστηθεί από την αρχή,
Τζέιμς και Σαβάνα. Ήθελαν να κάνουν μια νέα αρχή, σε μια νέα πόλη και τα ονόματα
ήταν το πρώτο βήμα για να ταιριάξουν. Δεν έμαθα ποτέ τα πραγματικά τους ονόματα,
δε ρώτησα. Το δικό μου πάντως δεν το άλλαζα. Το Βάιολετ απλώς δεν ήταν το ίδιο
καλό όσο το Βιολέτα.
Με μεγάλη προσοχή και μικρά μετρημένα βήματα κατάφερα να φτάσω στην
εξώπορτα του σπιτιού της Ηλέκτρας, της κολλητής μου, χωρίς να πέσω και να
τσακιστώ. Χτύπησα το κουδούνι και περίμενα μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να μου
ανοίξει. Η πόρτα άνοιξε και η Ηλέκτρα πετάχτηκε πάνω μου και με αγκάλιασε, σαν να
είχαμε να συναντηθούμε μια αιωνιότητα και όχι δύο μέρες. Τα μακριά καστανά μαλλιά
της, που τα είχε κάνει ανάλαφρες μπούκλες, έπεφταν στους λεπτούς ώμους της σαν
χείμαρρος. Τα μάτια της, ανοιχτά πράσινα με διάσπαρτες καστανές πιτσιλιές,
έλαμψαν όταν με είδε και τα λεπτά χείλη της σχημάτισαν ένα χαμόγελο, που
περισσότερο το ένιωσα παρά το είδα καθώς με έσφιγγε κοντά της.
Έπειτα απομακρύνθηκε και έκανε μια στροφή για να δω το νέο της φόρεμα, για
το οποίο με είχε ζαλίσει δύο εβδομάδες. Ήταν ένα μακρύ μαύρο φόρεμα που
αγκάλιαζε το λεπτό κορμί της, μαζί με ένα αστραφτερό κολιέ που προσπαθούσα να
μη σκέφτομαι από τι υλικό ήταν φτιαγμένο. Από κάτω φορούσε τις αγαπημένες της
ψηλοτάκουνες μπότες, ζεστές και γούνινες, ιδανικές για το χειμώνα. Βέβαια, μόνο η
Ηλέκτρα θα μπορούσε να τις περπατήσει πραγματικά στα χιόνια.
«Κούκλα είσαι Ηλέκτρα μου, όπως πάντα. Δεν πιστεύω να με πρόλαβε κανείς,
έτσι; Ήθελα να είμαι η πρώτη που θα σου δώσει το δώρο γενεθλίων σου φέτος.
Χρόνια πολλά φιλενάδα» είπα γρήγορα και πήρα μία ανάσα.
«Ευχαριστώ Βιολέτα μου. Ναι πρώτη ήρθες. Tι μου πήρες; Τι είναι αυτό που
φοράς; Θεέ μου, στο πιο hot πάρτι της χρονιάς ήρθες με μπότες, τζιν και φούτερ; Αν
είναι δυνατόν. Έλα μέσα, θα σου βρούμε άλλα ρούχα» είπε και πήρε με τη σειρά της
μια ανάσα. Τους συνηθίζαμε κάτι τέτοιους μονολόγους, που δεν προλάβαινες ούτε
ανάσα να πάρεις μεταξύ των προτάσεων. Με τράβηξε από το μπράτσο και μπήκαμε
μέσα. Έπειτα έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω μας.
Οι γονείς της ήταν πολύ πλούσιοι. Δεν είχα καταλάβει τι δουλειά έκαναν, αν και
μου είχε εξηγήσει πάρα πολλές φορές. Το σπίτι τους ήταν τεράστιο, σαν παλάτι με
θέα τον ποταμό. Είχε τρεις ορόφους και μια αξιαγάπητη σοφίτα. Είχε μια μεγάλη
πισίνα στην πίσω αυλή, μονίμως παγωμένη το χειμώνα, που χρησίμευε και ως
ιδιωτική πίστα πατινάζ. Μπαίνοντας στο σπίτι, το πρώτο που έβλεπε κανείς ήταν το
σαλόνι το οποίο ήταν στολισμένο ειδικά για τις γιορτές. Ένα μεγάλο
χριστουγεννιάτικο δέντρο βρισκόταν στην άκρη του σαλονιού, γεμάτο μπάλες σε κάθε
μέγεθος και χρώμα. Το λάτρευα εκείνο το πολύχρωμο δέντρο. Εμείς στο σπίτι δε
στολίζαμε από τότε που έφυγε ο μπαμπάς. Τουλάχιστον στόλιζαν εκείνοι και με το
παραπάνω. Υπήρχαν δύο μεγάλοι δερμάτινοι καναπέδες στο χρώμα του δέρματος
και δύο πολυθρόνες. Η διαρρύθμιση του χώρου ήταν τέτοια ώστε να σχηματίζονται
δύο ίδια μικρά χωριουδάκια - όπως τα αποκαλούσαμε. Στους τοίχους υπήρχαν κάθε
λογής κάδρα από πολλούς ζωγράφους, αλλά και οικογενειακά πορτρέτα. Το
αγαπημένο μου πορτρέτο ήταν εκείνο στη μέση των δύο καναπέδων. Ο μπαμπάς
της, η μαμά της, η Ηλέκτρα και ο σκύλος. Όλοι τους χαμογελούσαν και φαινόταν τόσο
αυθόρμητο και φυσικό, που μου δημιουργούσε μια αίσθηση ηρεμίας και γαλήνης.
Η κουζίνα βρισκόταν σχεδόν κρυμμένη στο πίσω μέρος του σαλονιού.
Χρησιμοποιούνταν μόνο από το προσωπικό. Οπότε ήταν εύκολο απλώς να ξεχνάμε
πως υπήρχε. Δεν είχα μπει ποτέ εκεί μέσα. Τη φανταζόμουν με τεράστιους άσπρους
πάγκους εργασίας.
Περάσαμε το σαλόνι και ανεβήκαμε τρέχοντας τις σκάλες μέχρι τη σοφίτα. Στον
πρώτο όροφο βρισκόταν το υπνοδωμάτιο των γονιών της. Ναι, ένας ολόκληρος
όροφος μόνο για το υπνοδωμάτιο. Στην είσοδό του, είχε μια μεγάλη καμάρα
στολισμένη με γιρλάντες και άσπρα φωτάκια. Στη μέση του δωματίου υπήρχε ένα
διπλό κρεβάτι με ουρανό καλύτερο και από ταινίες. Γύρω γύρω στο δωμάτιο
υπήρχαν μεγάλα παράθυρα και βελούδινες κουρτίνες. Αριστερά του κρεβατιού,
υπήρχε ένα μπάνιο που ανήκε στη μαμά της. Είχε μια μπανιέρα υδρομασάζ, ένα
τεράστιο νιπτήρα και όλων των ειδών τα καλλυντικά. Ήταν πραγματικά ένας
παράδεισος εκεί μέσα. Μια πανδαισία χρωμάτων από μανό, κραγιόν και σκιές. Στα
δεξιά του κρεβατιού ήταν το μπάνιο του μπαμπά της, που ήταν πιο λιτό. Είχε μια
ντουζιέρα και ένα νιπτήρα. Ήταν ευρύχωρο και εύχρηστο. Πιο πολύ του στυλ μου.
Στο δεύτερο όροφο υπήρχε το γραφείο του μπαμπά της και τα δωμάτια του
προσωπικού, καθώς και ένα μικρό σαλόνι ομορφιάς. Ήμουν σίγουρη πως η Ηλέκτρα
είχε περάσει ώρες εκεί μέσα για να τελειοποιήσει τα ήδη τέλεια φρύδια της, για να
φτιάξει τα νύχια της, τα μαλλιά της και ίσως να κάνει ένα χαλαρωτικό μασάζ. Μόλις
περάσαμε τον δεύτερο όροφο φτάσαμε στο δωμάτιο της, στη σοφίτα.
«Αχ, τι θα σε κάνω εγώ εσένα; Βρε, σε πάρτι είσαι, όλο το σχολείο θα μαζευτεί
εδώ και εσύ μου ήρθες με το φούτερ;» Όσο μιλούσε έψαχνε γρήγορα τις ντουλάπες
της για κάτι που θα μπορούσα να φορέσω. Εγώ δεν έδινα σημασία. Δε με ένοιαζε τι
θα βάλω ούτε ποιοι θα έρθουν, αλλά κάτι μου έλεγε πως δεν ήταν η ώρα να
γκρινιάξω για τους συμμαθητές μας. Ήταν μέρα χαράς και δεν ήθελα να της χαλάσω
το κέφι. Οπότε έμεινα αμίλητη και περίμενα τι σύνολο θα έβρισκε εκείνη τη φορά.
Όσο έψαχνε σαν τρελή το δωμάτιο - κάνοντάς το άνω κάτω - εγώ κάθισα στο
κρεβάτι και ξάπλωσα κοιτώντας το ταβάνι. Όλοι οι τοίχοι ήταν ξύλινοι, κάτι που έδινε
στο δωμάτιο μια αίσθηση θαλπωρής και ζεστασιάς. Είχε ένα διπλό κρεβάτι στην
άκρη του δωματίου και μια συρταριέρα με καθρέφτη ακριβώς απέναντι. Σε όλους
τους υπόλοιπους τοίχους του δωματίου υπήρχαν ντουλάπες και ράφια με τσάντες,
αξεσουάρ και παπούτσια. Το πάτωμα ήταν ξύλινο και καλυπτόταν από ένα μωβ χαλί,
το αγαπημένο της χρώμα. Εγώ προτιμούσα το λαχανί, ενώ η Ηλέκτρα ήταν φανατική
οπαδός του μωβ. Παράξενο που προτιμούσε εκείνη το βιολετί, ενώ εμένα με έλεγαν
Βιολέτα.
Η τσιμπιά στο μπράτσο με έβγαλε απότομα από τις σκέψεις μου. Με τράβηξε
για να σηκωθώ από το κρεβάτι και μου πέταξε ένα κοντό κόκκινο φόρεμα με μια
λεπτή μαύρη ζώνη κάτω από το στήθος. Έβγαλα απρόθυμα το τζιν και το φούτερ και
φόρεσα το φόρεμα. Ήταν η μόνη που μπορούσε να με αναγκάσει να φορέσω
φόρεμα. Μου έδωσε ένα ζευγάρι μαύρες γόβες, από τις πολύ χαμηλές όμως, και
βάλθηκε να με βάφει. Λίγο μέικ-απ, ρουζ, μαύρο μολύβι ματιών, μάσκαρα και ένα
κόκκινο κραγιόν με γεύση κεράσι. Πριν καν προλάβω να γλείψω τα χείλη μου, με
κοίταξε άγρια και με έπιασε από το χέρι. Μαζί κατεβήκαμε τις σκάλες πάνω στην ώρα
για τον επόμενο καλεσμένο. Όσο η Ηλέκτρα άνοιγε την πόρτα και μιλούσε με όλους,
εγώ είχα αναλάβει να πηγαίνω τα δώρα στην ντουλάπα.
Κατά τις δέκα και μισή, σβήσαμε τα κεράκια. Είχαμε μαζευτεί πάνω από εκατό
άτομα. Μια φορά κλείνει κανείς τα δεκαεπτά είχε πει, όταν έστελνε διαδικτυακά τα
προσκλητήρια για το πάρτι δυο βδομάδες πριν. Αφότου έσβησε τα κεράκια και της
τραγουδήσαμε το τραγούδι των γενεθλίων σε ραπ, άρχισε ο χορός. Η μουσική ήταν
τόσο δυνατή που τα ηχεία έτρεμαν από την ένταση, ενώ όλοι απολάμβαναν τη
σπάνια ευκαιρία να πιουν αλκοόλ. Εγώ από την άλλη, ούτε απολάμβανα ιδιαίτερα το
αλκοόλ, εκτός από τη σαμπάνια που έπινα, και μιας και δε χόρευα, καθόμουν ήσυχη
στον καναπέ κοιτάζοντας τα αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα γύρω μου.
Τα λεπτά περνούσαν ήρεμα και το μυαλό μου ταξίδευε σε άλλους τόπους με τη
μουσική οδηγό. Το μυαλό μου διαχώριζε τις μελωδίες και τα μουσικά όργανα σε κάθε
νέο ρυθμό που έπαιζε και τα μάτια μου έβλεπαν σχεδόν τις νότες γύρω μου. Κάθε
νότα είχε και από ένα δικό της μοναδικό χρώμα, είχε μια ταυτότητα. Τα χρώματα
γύρω μου πάλλονταν και στροβιλίζονταν και είχα σχεδόν ξεχάσει το πάρτι γύρω μου,
μέχρι που ένιωσα τον καναπέ να βουλιάζει δίπλα μου από το βάρος ενός
καλεσμένου. Γύρισα απότομα το κεφάλι μου και αντίκρισα κάποιον που δεν ήξερα.
Ένα αγόρι καθόταν πλέον δίπλα μου και με κοιτούσε με περιέργεια. Τελικά άρπαξε το
ποτήρι μου και το ήπιε με μερικές μεγάλες γουλιές κάνοντας με να συμπεράνω πως
το μόνο που τον ενδιέφερε πάνω μου ήταν το ποτήρι μου. Βασικά το περιεχόμενό
του, διότι το ίδιο το ποτήρι κατέληξε γρήγορα στο πάτωμα. Από την άλλη άκρη του
σαλονιού είδα την Ηλέκτρα να μου κλείνει το μάτι αδιαφορώντας όπως πάντα για τη
διακριτικότητα στη συμπεριφορά της, όμως έπειτα την έχασα μέσα στο τσούρμο των
παιδιών που χόρευαν στο ρυθμό της μουσικής.
«Γιατί δε χορεύεις; Δε σου αρέσει;» ρώτησε ο μυστηριώδης νεαρός.
«Μου αρέσει, αλλά έχει πολύ κόσμο και ντρέπομαι» έπιασα τον εαυτό μου να
λέει και ένιωσα ακόμη πιο ξαφνιασμένη με αυτά που είπα απ’ ό,τι το αγόρι απέναντι
μου. Δεν ήξερα καν πώς έγινε, απλώς οι λέξεις ακούσια ξεχύθηκαν από το στόμα
μου. Ήταν σαν το μυαλό μου να αφαίρεσε ξαφνικά το φίλτρο ανάμεσα στις σκέψεις
και τα λόγια αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Ντροπιασμένη σηκώθηκα γρήγορα και
εξαφανίστηκα με κατεύθυνση το μπαρ. Μόλις ένιωσα αρκετά μακριά από την επιρροή
και το βλέμμα του, πήρα μερικές βαθιές ανάσες. Γιατί πάθαινα τέτοιο μπλοκάρισμα
μπροστά σε αγόρια; Ήταν δυνατόν να του πω ότι ντρέπομαι; Τα αγόρια ήθελαν
κοπέλες με αυτοπεποίθηση και μόλις απέδειξα πως δεν είχα καθόλου. Κούνησα
σπασμωδικά το κεφάλι μου. Δεν έπρεπε να τα βάζω έτσι με τον εαυτό μου. Ήπια
μονορούφι ένα ποτήρι σαμπάνια και, αφού πήρα άλλο ένα, κίνησα ξανά για το
σαλόνι.
Το κορμί μου είχε σχεδόν καθίσει ξανά στο ίδιο σημείο, μα ο ξένος είχε άλλα
σχέδια. Με έπιασε από το χέρι και με τράβηξε στη μέση του δωματίου μακριά από
κάθε καρέκλα ή καναπέ και με έκανε λίγες στροφές μέχρι που ένιωσα μια ελαφριά
ζαλάδα και ξέσπασα σε γέλια. Εκείνος τότε μου χαμογέλασε και άρχισε να χορεύει
όσο πιο χαζά μπορούσε. Τα γέλια μας ακούγονταν σχεδόν πάνω από τη μουσική και
σε λίγα λεπτά κρατούσαμε τις κοιλιές μας. Όμως είχε πετύχει αυτό που ήθελε, δεν
ντρεπόμουν πια. Σταδιακά το σώμα μου άρχισε να ανταποκρίνεται στη μουσική και
εκείνος άρχισε να χορεύει κανονικά δίπλα μου.
Ο ρυθμός της μουσικής τότε άρχισε να αλλάζει και έγινε αργός. Το αγόρι με
έπιασε από τη μέση και αρχίσαμε να χορεύουμε μαζί. Το κεφάλι μου βολεύτηκε στον
ώμο του και τα χέρια του χάιδεψαν απαλά τη μέση μου κρατώντας με κοντά του. Η
αναπνοή μου άρχισε να γίνεται ακανόνιστη και τα χέρια μου σφίχτηκαν και άλλο
γύρω από το λαιμό του, το ίδιο και τα χέρια του και ο χορός κατέληξε σε μια σφιχτή
αγκαλιά μεταξύ μας. Το κορμί του εξέπεμπε θερμότητα και μια γλυκιά μυρωδιά. Μου
ήταν τόσο γνωστά και τα δύο. Δεν ήξερα πώς, αλλά το άρωμά του το ήξερα,
σκέφτηκα για ένα λεπτό, πριν απορρίψω τη σκέψη. Όλα ήταν στο μυαλό μου, πάντα
ήταν.
Τα χέρια μου τότε χαλάρωσαν λίγο την πίεση γύρω από το λαιμό του και
απομακρύνθηκα ελαφρώς, αρκετά για να σηκώσω το κεφάλι μου και να τον κοιτάξω
στα μάτια, πρώτη φορά εκείνο το βράδυ. Το βλέμμα του ήταν διερευνητικό και
ανυπόμονο σαν να περίμενε από εμένα κάτι να καταλάβω, μα εγώ έβλεπα απλώς τα
πιο γαλάζια μάτια, καθαρά σαν τον πάγο, και το πιο ζεστό βλέμμα. Απομάκρυνα το
βλέμμα μου από το δικό του και κοίταξα τα μαύρα του μαλλιά που πετάγονταν
ατίθασα εδώ και εκεί. Ήταν πολύ όμορφος και γλυκός παρά το ύψος και το
γεροδεμένο σώμα του. Τελικά απέστρεψα το βλέμμα μου με κατακόκκινα μάγουλα
από την ντροπή. Δεν ήθελα να νομίζει πως τον καρφώνω με τα μάτια, παρόλο που,
στην ουσία, αυτό έκανα.
Το τραγούδι τελείωνε, όμως έπιασα τον εαυτό μου να παρακαλεί να μην
τελειώσει, να κρατήσει λίγη ώρα παραπάνω. Δεν είχα αισθανθεί έτσι ποτέ, για
κανέναν. Η μυρωδιά του, η κορμοστασιά του, ο άνετος χαρακτήρας του τον έκαναν
ακαταμάχητο. Ύστερα ήταν και εκείνη η περίεργη αίσθηση πως τον ήξερα, παρόλο
που τον έβλεπα για πρώτη φορά. Ήξερα τη μυρωδιά του, το σώμα του και τον τρόπο
που με κοιτούσαν τα μάτια του, παρότι γνώριζα πως όλα αυτά ήταν αδύνατο να
συμβαίνουν πραγματικά. Τον κοίταξα ξανά στα μάτια και ήξερα ότι θα με φιλούσε
πριν γείρει προς το μέρος μου, πριν πιάσει το μάγουλό μου και του χαρίσει ένα
απαλό χάδι, σαν να είχε ακουμπήσει φτερό. Το κεφάλι μου έγειρε στο πλάι άθελά
μου και εκείνος μου χαμογέλασε και έσκυψε ενώνοντας τα χείλη μας. Το φιλί ξεκίνησε
αργά, σαν μια γλυκιά, διερευνητική αναζήτηση. Το απαλό άγγιγμα του στόματός του
με μάγευε. Ανταπέδωσα το φιλί. Εκείνο το απαλό φιλί, το γλυκό και μεθυστικό. Δεν
ήθελα να τελειώσει. Μόλις ακούστηκε και η τελευταία νότα του τραγουδιού είχε
εξαφανιστεί. Ήμουν μόνη μου προσπαθώντας να ξαναβρώ την ανάσα μου και τα
λογικά μου. Τι στο καλό είχε μόλις συμβεί;
Η ώρα ήταν τέσσερεις, όταν έφυγαν οι τελευταίοι καλεσμένοι. Εγώ με την
Ηλέκτρα ξαπλώσαμε στον καναπέ εξαντλημένες. Εκείνη είχε κλείσει τα μάτια της και
σιγοτραγουδούσε, ενώ εγώ κοιτούσα με φρίκη το σαλόνι που είχε μετατραπεί σε
θάλασσα από πλαστικά κόκκινα και άσπρα ποτήρια. Φυσικά, η ίδια δε χρειαζόταν να
τα μαζέψει, αφού αύριο θα ερχόταν το συνεργείο καθαρισμού και ούτε γάτα ούτε
ζημιά. Η δική μου μαμά θα είχε τρελαθεί βλέποντάς το πάντως. Τελικά αποφάσισα
και εγώ να αγνοήσω την ακαταστασία και χάιδεψα τα μαλλιά της Ηλέκτρας
τραγουδώντας μαζί της.
«Βιολέτα, ποιος ήταν;» ρώτησε σπάζοντας πρώτη την ησυχία.
«Δεν ξέρω, εννοώ δε μιλήσαμε ιδιαίτερα. Απλώς χορέψαμε ένα χορό και
έφυγε» είπε πάλι το στόμα μου και τότε ένιωσα πιο μπερδεμένη από ποτέ. Πάντοτε
τα μοιραζόμασταν όλα και ήθελα τόσο πολύ να της πω όσα με έκανε ο άγνωστος
νεαρός να νιώσω. Ήθελα να την ακούσω να μου λέει πως δεν ήμουν τρελή και πως
μπορεί όντως να τον ήξερα πριν από το ατύχημα. Όμως δε μπορούσα να της πω
τίποτε. Το μυαλό μου είχε ήδη αποφασίσει ότι έπρεπε να τα κρατήσω όλα για τον
εαυτό μου χωρίς να με ρωτήσει.
«Για εσένα πες μου» είπα τελικά και προσπάθησα να μη μοιάζω όσο
αισθανόμουν. Η Ηλέκτρα όμως δεν πρόσεξε τίποτα. Μόνο κοκκίνισε και έσκασε ένα
τεράστιο χαμόγελο.
«Ήταν το πιο υπέροχο πάρτι γενεθλίων».
«Απλώς πες μου ποιος ήταν» της είπα ξέροντας πια τα σημάδια της
«Φιλήθηκα με το Φίλιππο».
«Είμαι πολύ χαρούμενη για εσένα» της είπα και ήμουν πραγματικά. Της άρεσε
τόσους μήνες. Απλώς φοβόμουν λίγο μην την πληγώσει. Ο Φίλιππος είχε τη φήμη
του γυναικοκατακτητή, αλλά η Ηλέκτρα διέφερε από τις κοπέλες που συνήθως
επέλεγε. Ελπίζω να άλλαζε τον τρόπο που ενεργούσε στις σχέσεις του, έστω και για
μια φορά. Λιγάκι απίθανο βέβαια, αλλά τότε θυμήθηκα κάτι που έλεγε πάντα ο
μπαμπάς: «Δώσ’ του το πλεονέκτημα της αμφιβολίας». Αναστέναξα και αποφάσισα
να του δώσω μια ευκαιρία. Εξάλλου, μόνο ο χρόνος μπορεί να δείξει, σκέφτηκα και
τότε κοίταξα πανικόβλητη το ρολόι. Έπρεπε να φύγω, αλλιώς θα αργούσα σίγουρα
και τότε ποιος την άκουγε τη μαμά.
«Πρέπει να φύγω».
«Σίγουρα δε θες να πω στον σοφέρ μου να σε πάει στο σπίτι;»
«Όχι, όχι. Θέλω να πάρω λίγο καθαρό αέρα» απάντησα καθώς φορούσα το
σκουφί και το παλτό μου πάνω από τα χοντρά ρούχα που φορούσα και το απόγευμα.
Μόλις βγήκα έξω από το σπίτι, το τσουχτερό κρύο με διαπέρασε. Ήδη από τα πρώτα
βήματα, μου ήταν αδύνατο να νιώσω τα δάχτυλα των ποδιών μου. Ίσως τελικά
έπρεπε να με γυρίσουν στο σπίτι. Εγώ και η ξεροκεφαλιά μου όπως πάντα,
σκέφτηκα και άρχισα να περπατάω πιο γρήγορα.



Έλενα Παπαδοπούλου