Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

15.5.19

Η κατάρα του ορφανού - Το πετράδι του Βαλιμάρ (Κεφάλαιο 2)

Η σχολή της Επινουά, έμοιαζε περισσότερο με έναν υπέροχο, λευκό πύργο, μακριά από το κέντρο της Βέρνια, που δέσποζε σε ένα μικρό κομμάτι γης το οποίο ενωνόταν με την στεριά μέσω μίας τεράστιας, πέτρινης γέφυρας. Σε όλο το μήκος της θρυλικής αυτής κατασκευής υπήρχαν δεξιά και αριστερά τα πέτρινα αγάλματα των πιο αρχαίων μάγων της ιστορίας, όπως αυτό του Όσβαλντ Κας. Εκείνο όμως του Κέναρντ Γκρερ είχε γκρεμιστεί.
Η Επινουά δεχόταν εκτός από τους μάγους και άλλα μαγικά πλάσματα όπως οι Άρπιες, οι οποίες χαρακτηρίζονταν και ως  ξωτικά των δασών αλλά και γνώμους και Γουέντιγκος. Φυσικά, ο καθένας παρακολουθούσε διαφορετικά μαθήματα ανάλογα με το είδος του αλλά είχαν και μερικά κοινά, όπως η ιστορία της μαγείας και η παγκόσμια ιστορία της ανθρωπότητας, ενώ ανάλογα με τον κλάδο που ο καθένας ήθελε να ακολουθήσει, μερικοί παρακολουθούσαν και μαθήματα των κοινών ανθρώπων της Γαλλίας. Για να μπορέσει όμως ένας μάγος να εργαστεί στο Παρίσι ή σε κάποια άλλη πόλη, τόσο της Γαλλίας όσο και του κόσμου γενικότερα, θα έπρεπε να φτιάξει ανθρώπινο διαβατήριο και ταυτότητα με τα αποτυπώματά του και ένα νέο όνομα, καθώς τα μαγικά ήταν περίπλοκα και δύσχρηστα στον ανθρώπινο κόσμο. Τα παιδιά, έπρεπε να είναι από δέκα χρονών και πάνω, ενώ περνούσαν πρώτα από εξετάσεις για να τους κατατάξουν στο ανάλογο επίπεδο. Αρχικά, το είδος του μάγου δεν έπαιζε ρόλο, ωστόσο αργότερα ανάλογα με την έφεση του καθενός και το χρώμα του χωρίζονταν στις ανάλογες τάξεις.
Όσο για την θάλασσα γύρω από το Επινουά έκρυβε μέσα της πολλά μυστικά. Γιγάντια στρείδια βρίσκονταν κολλημένα στα αβυσσαλέα της βάθη και μέσα τους έκρυβαν ολοστρόγγυλα μαργαριτάρια. Τα τζίραβουντ, που έμοιαζαν εκπληκτικά στα μυθικά κράκεν, αγαπούσαν τους πολύτιμους λίθους και συχνά έπεφταν θύματα των ανθρώπων, οι οποίοι τα σκότωναν για να ανακαλύψουν στο στομάχι τους τα κρυμμένα μαργαριτάρια που ήταν δύσκολο να αποκτήσουν οι ίδιοι εξαιτίας του βάθους στο οποίο βρίσκονταν. Οι μαγικές ομάδες υπέρ της επιβίωσης των Τζίραβουντ είχαν κατακλύσει τους δρόμους όλων των μαγικών πόλεων, προκειμένου να μην περάσουν και αυτά στη λίστα των εξαφανισμένων ζώων.
Ήταν μία ηλιόλουστη μέρα και ο Σιμεόν Ο Κάιν βάδιζε στους διαδρόμους του Επινουά με τα βιβλία του στο χέρι. Ήταν καθηγητής φιλοσοφίας και ανίχνευσης ξορκιών μαύρης μαγείας. Δίπλα του βάδιζε ο νεαρός Ιταλός καθηγητής Κρίστοφερ Πεζούλι.
«Σύντομα θα μας επισκεφθεί η νέα γενιά μικρών μάγων και μαγικών πλασμάτων. Έχεις καθόλου ιδέα για το ποιοι είναι;» ρώτησε ο Κρίστοφερ.
«Για την ακρίβεια, σκεφτόμουν να επισκεφθώ εγώ ο ίδιος τα ορφανοτροφεία και να γνωρίσω τα παιδιά. Τσιμουδιά στην Άσα» του είπε ο Σιμεόν δείχνοντας με τρόπο την καθηγήτρια  Άσα Φάνινγκ της Αντιμετώπισης της Μαύρης Μαγείας και Γενικής Ίασης.
«Η αλήθεια» συνέχισε ο Κρίστοφερ «πως λέγεται γενικά ότι στον κόσμο υπάρχει μία λευκή μάγισσα. Ακούει στο όνομα Κένταλ»
Ο Σιμεόν τον κοίταξε χαμογελαστός, με ένα πλάγιο βλέμμα.
«Φυσικά έχεις ήδη ενημερωθεί» σχολίασε ο Κρίστοφερ γελώντας «Είσαι πάντοτε ένα βήμα πιο μπροστά»
«Αγαπημένε μου, όταν έχεις σε καθημερινή βάση ένα πλάσμα σαν τον Άινταν στα πόδια σου, θαρρώ πως δεν έχεις καμία άλλη επιλογή παρά να βρίσκεσαι όχι μονάχα ένα βήμα μπροστά, αλλά μίλια. Σύντομα θα ενημερωθεί και εκείνος για την ύπαρξη της Κένταλ, το ίδιο και το αυτάκι του, η Άσα, που φυσικά θα είναι και μελλοντική της καθηγήτρια, αφού η Ίαση και η Αντιμετώπιση της Μαύρης Σαμχαϊκής Μαγείας, είναι ένα γενικό μάθημα για όλους» απάντησε ο Σιμεόν ελαφρώς προβληματισμένος.
«Τα λυπάμαι τα παιδιά. Κάθε χρόνο, βέβαια, καταλήγω να λέω την ίδια ατάκα. Το Επινουά θα ήταν σαφώς πολύ καλύτερο, αν απουσίαζε αυτή η γεροντοκόρη» τελείωσε και ο Σιμεόν πνίγηκε με το ρόφημα της γλυκιάς κολοκύθας που έπινε, καθώς του είχε βάλει και μία επιπλέον ποσότητα πιπεριού και μπαχαρόριζας.
«Σε καλό σου Κρίστοφερ! Θα με στείλεις και δεν έχει έρθει ακόμη η ώρα μου» σχολίασε και οι δύο μάγοι πέθαναν στην κυριολεξία στα γέλια, με την Άσα να τους στραβοκοιτάζει, κάτω από τα μικρά, αυστηρά μυωπικά γυαλιά της.


Ντορθόριεν  

Όλο το βράδυ έμεινα ξάγρυπνη να σκέφτομαι χίλιους, διαφορετικούς τρόπους, ώστε να μπορέσω να ανακτήσω το φυλαχτό μου πίσω. Από την άλλη, είχε κλονιστεί η ψυχολογία μου εξαιτίας της τελευταίας απειλής του Σκορπιού, πως η εκδίκησή του για την συμπεριφορά μου είχε πάρει κυριολεκτικά την άμαξα και ερχόταν να με συναντήσει. Το πρωί με βρήκε να στριφογυρίζω στο κρεβάτι μου, μέχρι που οι χαρούμενες φωνές των παιδιών με σήκωσαν για τα καλά. Αναμαλλιασμένη, προχώρησα στο κοινό μπάνιο των κοριτσιών, για να δω στην πόρτα του να στέκεται τον Νίκολας, παρέα με την Κριστιέλα και να κουνούν τα χέρια τους χαρούμενοι.
«Τι έγινε;» ρώτησα νυσταγμένα «Έχουμε μήπως τσουρέκι με μερέντα στο πρωινό μας;» συνέχισα για να τους δω να γελούν.
«Κάτι καλύτερο» είπαν τα παιδιά με μία φωνή.
«Καλύτερο από τη μερέντα;» επέμεινα.
«Ναι! Εκδρομή σε ένα μεσαιωνικό Αβαείο. Το Μον Σαιν Μισέλ στις ακτές της Νορμανδίας, στη Γαλλία» είπε η Κριστιέλα.
«Δηλαδή θα πάμε στο κόσμο των ανθρώπων;» ρώτησα ξανά.
«Ε, τι σου λέμε;» πρόφερε με ενθουσιασμό ο Νίκολας. «Άντε κατέβα κάτω γιατί θα μας μοιράσουν ρούχα, ώστε να μοιάζουμε φυσιολογικοί. Επίσης, πρέπει να φτιάξουμε και χαρτιά για την είσοδο στις παρισινές κατακόμβες και μετά θα τηλεμεταφερθούμε με Ανιχνευτές ως εκεί» ολοκλήρωσε η Κριστιέλα.
Αρχικά, οφείλω να ομολογήσω πως μία τέτοια εκδρομή μου έφτιαξε τη διάθεση. Στη συνέχεια ωστόσο, έχοντας ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό μου και έχοντας ξυπνήσει φυσικά όλες μου τις αισθήσεις, ξεκίνησε να κάνει την εμφάνισή του ένα κακό προαίσθημα. Γενικά, από τότε που ακόμη ήμουν μικρή, είχα το χάρισμα να βλέπω κάποιες εικόνες του μέλλοντος μέσα στο μυαλό μου. Ήταν κάτι σαν προειδοποίηση, για να αποφεύγω τις κακοτοπιές, προτού μου χτυπήσουν την πόρτα. Όπως κάθε άλλη φορά λοιπόν, έτσι και τώρα, ξεκίνησαν να ξεπηδούν μέσα στο κεφάλι μου διάσπαρτες εικόνες, όλες τους άσχημες. Έβλεπα τα κυανά μάτια του Σκορπιού να με κοιτάζουν με κακία και κατόπιν εμένα να ουρλιάζω το όνομα της Κριστιέλας σε έναν τόπο που έμοιαζε με μεσαιωνικό κάστρο. Υπέθεσα λοιπόν αμέσως πως θα ήταν το μοναστήρι. Ιδρωμένη και λαχανιασμένη, έτρεξα στην τραπεζαρία όπου μοιράζαν τα ρούχα, για να ειδοποιήσω την φίλη μου. Τη βρήκα να φορά ένα λευκό πουκαμισάκι και μία φούστα, όπως όλα τα κορίτσια, σε αντίθεση με τα αγόρια που φορούσαν σκούρο μπλε τζιν παντελόνι και γαλάζιο πουκάμισο με μία γραβατούλα.
«Είναι τέλεια!» αναφώνησε η Κριστιέλα κοιτάζοντας τα νέα της ρούχα.
«Δεν πρέπει να πάμε!» φώναξα όσο πιο χαμηλόφωνα μπορούσα για να μη μας ακούσει κανείς.
«Τι λες καλέ; Είσαι καλά;» με ρώτησε το κορίτσι.
«Κριστιέλα, από πιο μικρή έχω οράματα με κάποια γεγονότα που ίσως και να συμβούν. Συνήθως βλέπω τα άσχημα, σαν να προσπαθεί το ίδιο μου το μυαλό να με προστατέψει. Αυτή τη φορά είδα εσένα και τον Σκορπιό μπλεγμένους σε μία περίεργη ιστορία. Σε παρακαλώ, θα πούμε πως είμαστε άρρωστες και δεν θα πάμε» της ανακοίνωσα αποφασιστικά.
«Φιλενάδα, νομίζω πως ο Σκορπιός σε έχει επηρεάσει πιο πολύ από ό,τι θα έπρεπε. Ξέχασε τον βλάκα και πάμε να περάσουμε καλά» μου απάντησε, μα εγώ με την άκρη του ματιού μου διέκρινα από μακριά τον Σκορπιό, χαμένο μέσα στο πλήθος των παιδιών, να με κοιτάζει απόκοσμα, σαν να έχει μόλις διαβάσει τη σκέψη μου. Τότε, η απειλή της εκδίκησης με χτύπησε ξανά. “Αυτό ήταν!” σκέφτηκα “Θα έκανε κακό στη φίλη μου, για να πονέσει εμένα. Ε, λοιπόν δεν θα του το επέτρεπα. Θα είχα τα μάτια μου ανοιχτά” σκέφτηκα θαρραλέα και πήρα την απόφαση να τον αντιμετωπίσω επιτέλους σε αυτήν την εκδρομή.
Δεν γνωρίζω ειλικρινά τι άποψη έχει ο κόσμος για τη γαλλική γραφειοκρατία, ωστόσο το να ετοιμάσεις τριάντα ορφανά και να τους φτιάξεις ταυτότητες για να τους επιτραπεί η είσοδος στις παρισινές κατακόμβες στην Πόλη του Φωτός ήθελε πολύ κόπο και υπομονή. Λίγη ώρα αργότερα, πήρα στα χέρια μου ένα μικρό, κίτρινο χαρτί με το όνομα Κένταλ Μορς. Η μητέρα μου ήταν η Γουιλαμπέλα Μορς και ο πατέρας μου ονομαζόταν Έλτον Μορς. Ως παιδιά που απλώς θα επισκεπτόμασταν έναν τόπο, δεν χρειαζόταν να αλλάξουμε το ονοματεπώνυμό μας, καθώς δεν θα μέναμε μόνιμα. Για κάποιον λόγο, η ματιά μου φτερούγισε προς το μέρος του χαρτιού που κρατούσε ο Σκορπιός. Στη θέση του ονόματος των γονιών του, υπήρχε μία παύλα. “Τι στο καλό;” σκέφτηκα “Εξ ουρανού ήρθε αυτό το παιδί; Ή μάλλον από τα βάθη του εφιάλτη με αυτήν την προσωπικότητα που διαθέτει”
Η πολύτιμη στιγμή είχε φθάσει και εμείς βγήκαμε έξω, ενώ ξύλινες άμαξες μας καρτερούσαν για να μας μεταφέρουν με οδηγούς τα ακέφαλα Γκέρμπιλ. Μέσα στο μυαλό μου μπορούσα να ακούσω το χλιμίντρισμά τους, παρά το γεγονός πως το κεφάλι απουσίαζε. Η Βέρνια είχε πολύ κίνηση εκείνο το πρωινό και εμείς διασχίζαμε σαν μία ομάδα στοιχισμένη τον κεντρικό, πλακόστρωτο δρόμο της με τα χιλιάδες μαγαζιά. Η Κριστιέλα με κρατούσε σφιχτά και μου έδειχνε με ενθουσιασμό ένα μαγαζί με μανδύες μάγων και μαγισσών. Έχω ξεχάσει φυσικά να αναφέρω πως οι μαγικοί μανδύες έχουν και δική τους μόδα. Τα δικά μου μάτια, είχαν καρφωθεί σε έναν λευκό, βελούδινο, με ροζ απαλό τελείωμα. Προοριζόταν εμφανέστατα για γυναίκα, λευκή μάγισσα και εγώ με την Άρπια βαλθήκαμε να παριστάνουμε τις βασίλισσες μπροστά από τη βιτρίνα, με τη διευθύντρια να κουνά χέρια και πόδια προκειμένου να προχωρήσουμε.
Τη στιγμή που επιστρέφαμε στην ομάδα μας, το βλέμμα μου διασταυρώθηκε στιγμιαία με εκείνο ενός πανέμορφου, μικρού αγοριού στην ηλικία μου, που ήταν παρέα με την μητέρα του και ψώνιζαν. Μου χαμογέλασε στιγμιαία, ωστόσο η οπτική μας επαφή διακόπηκε αιφνιδίως από τις φωνές την κυρίας Εμίλια. Όπως όμως ήταν αναμενόμενο, το παιδικό, κοριτσίστικο μυαλό μου είχε μόλις βρει τον πρίγκιπά του. Η εικόνα του θα με συντρόφευε τις δύσκολες στιγμές που θα αισθανόμουν μοναξιά και αδυναμία ενάντια στο κακό που με περιτριγύριζε σαν όρνεο. Γιατί είχα δει τα μάτια του που με κοιτούσαν με μίσος λες και ευθυνόμουν εγώ για την δυστυχία του. Ο Σκορπιός ήταν πάντοτε εκεί, κρυμμένος στις σκιές και περιτριγυρισμένος από μυστήριο. Σιωπηλός και σκυθρωπός, παρέα αυτή τη φορά με ένα άλλο αγόρι από το ορφανοτροφείο το οποίο φαινόταν να αισθάνεται αρκετά άβολα δίπλα του. Η διαδρομή μας συνεχίστηκε και εγώ ειλικρινά ήθελα να δοκιμάσω τα κέικ κερασιού που έφτιαχνε κάποτε η μητέρα μου, λίγο πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων. Θυμήθηκα τον Γουίλ να τρώει τέσσερα και όλο το βράδυ η μητέρα μου να παλεύει να ετοιμάσει ένα φίλτρο ίασης για τον ελαφρόμυαλο υιό της. Για λίγο σταθήκαμε σε ένα σημείο δίπλα από το Υπουργείο της Βέρνια, το οποίο έμοιαζε με έναν πολύ μικρό ναό. Η είσοδός του είχε σκαλοπάτια που οδηγούσαν κάτω από τη γη. Η κυρία Εμίλια, είχε μαζέψει από όλους μας τα χαρτιά της ταυτότητάς μας και ενημέρωνε τους Ανιχνευτές οι οποίοι θα μας οδηγούσαν υπογείως στις κατακόμβες και από εκεί με τηλεμεταφορά, θα οδηγούμασταν στο Αββαείο.
Για πρώτη φορά, καθώς περιμέναμε, είδα τον Σκορπιό να έχει απομακρυνθεί από την ομάδα και να έχει σταθεί ακίνητος μπροστά από έναν πάγκο που πουλούσε μεταχειρισμένα, πάνινα τόπια. Αρχικά δεν είχα καταλάβει, τι το τόσο σπουδαίο θα μπορούσαν να έχουν, όταν είδα τον Σκορπιό να καρφώνει την ματιά του σε έναν πατέρα και στο υιό του, που είχε μόλις αγοράσει ένα. Την ίδια ώρα, η διευθύντριά μας, παρατήρησε την κίνηση και πλησίασε το μοναχικό αγόρι για να το αγκαλιάσει, όμως ο Σκορπιός τραβήχτηκε απότομα από δίπλα της και εν συνεχεία έφυγε. Όχι όμως και η Εμίλια, η οποία ρώτησε στα κρυφά τον πωλητή πόσο κοστίζουν, αγοράζοντας τελικά ένα και προσφέροντάς το στον Σκορπιό που περίμενε σιωπηλός στη σειρά μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά. Τότε, έστρεψα αδιάκριτα τη ματιά μου προς το μέρος του, απλώς και μόνο από περιέργεια για το αν θα υπήρχε κάποια συναισθηματική αντίδραση, ένα χαμόγελο, έστω μία γκριμάτσα που να θύμιζε σε αυτό το παιδί πως ήταν άνθρωπος και όχι ένας στρατιώτης ψυχρός και καλά εκπαιδευμένος να μην αντιδρά.
Ωστόσο, προς μεγάλη μου απογοήτευση δεν είδα τίποτε απολύτως. Ο Σκορπιός πήρε την μπάλα στα χέρια του και απλώς κοίταξε ανέκφραστος την Εμίλια που του χαμογελούσε γλυκά και του χάιδευε το κεφάλι λίγο πριν επιστρέψει στους Ανιχνευτές, για να συνεχίσει με τα υπόλοιπα χαρτιά. Από εκείνη τη στιγμή, είχα λατρέψει την Εμίλια και είχα μισήσει ακόμη περισσότερο εκείνον. Πώς μπόρεσε να μην ξεστομίσει ούτε ένα ευχαριστώ; Όπως ήταν αναμενόμενο, ο θυμός μου κόπασε, καθώς προχωρήσαμε και ξεκινήσαμε να κατεβαίνουμε τα απόκρυμνα και στενά σκαλοπάτια του μικροσκοπικού ναού.
 Οι τοίχοι γύρω μας ήταν γεμάτοι υγρασία και μούχλα, ενώ η Εμίλια με τους δύο Ανιχνευτές φώτισαν τα χέρια τους για να μπορούμε να προχωρήσουμε. Τα βήματά μας αντιλαλούσαν στην κούφια γη, ενώ όσο πλησιάζαμε στις παρισινές κατακόμβες μέσα από τον λαβύρινθο των χιλιάδων στενών που διέσχιζαν τις υπόγειες στοές και από ένα σημείο και μετά, άκουγα ουρλιαχτά και επιφωνήματα, όταν την εμφάνισή τους έκαναν τα χιλιάδες οστά των ανθρώπων, μπηγμένα στον τοίχο. Ο Νίκολας και η Κριστιέλα από δίπλα μου είχαν σχεδόν σφιχταγγαλιαστεί τρομοκρατημένοι, ενώ κάποιος άλλος φαινόταν να απολαμβάνει το θέαμα. Λίγο πριν από την έξοδο, ξεκίνησαν οι οδηγίες από την Εμίλια.
«Λοιπόν, ακούστε με προσεκτικά. Θα σας χωρίσω σε τετράδες και θα ήθελα να κρατηθείτε γερά ο ένας από τον άλλο. Καταρχάς, η τηλεμεταφορά, είναι κάτι δύσκολο και από τη στιγμή που εσείς οι ίδιοι δεν έχετε αναπτύξει ακόμη αυτήν την ικανότητα για να κουβαλήσετε το σώμα σας, αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να το κάνουν άλλοι στη θέση σας. Για να μην τους επιβαρύνετε, όσο γίνεται θα φροντίσετε να βαστάτε γερά τον διπλανό σας, ώστε όταν φθάσουμε να έχετε τηλεμεταφερθεί με όλα σας τα μέλη στη θέση τους. Επίσης, καθώς το συγκεκριμένο μνημείο είναι πολύ τουριστικό, έχουμε φροντίσει να παγώσουμε τον χρόνο για να μη γίνουμε αντιληπτοί την ώρα που θα φθάνουμε. Κατά τα άλλα δεν υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα» ολοκλήρωσε με στόμφο και ξεκίνησε να χωρίζει τις μικρές ομάδες για να την δω να δείχνει στον Σκορπιό τη δική μας.
“Όχι...” ψέλλισα σιγανά, όταν ο Σκορπιός στάθηκε δίπλα μου με ένα ειρωνικό βλέμμα. Φυσικά, εξαιτίας του πείσματος και του θυμού, ούτε που τόλμησα να σκεφτώ να του δώσω το χέρι μου.
«Μικρή, λευκή μάγισσα, πιάσε το χέρι μου γιατί αλλιώς θα σκοτωθείς» τον άκουσα να ψιθυρίζει στο αυτί μου.
«Μπα; Έχεις φωνή εσύ τελικά;» πετάχτηκε ο Νίκολας, για να δω τον Σκορπιό να τον κοιτάζει άψυχα.
«Και φωνή και δύναμη, που εσύ δεν έχεις. Οπότε μην τα βάζεις μαζί μου… » ξεκίνησε ο καβγάς.
«Πάψτε!» ψώναξα και με κρύα καρδιά και φόβο, έπιασα διστακτικά το χέρι του.
Η αλήθεια, περίμενα να διαπεράσει το κορμί μου μία παγωνιά και ανατριχίλα, ωστόσο το χέρι του, ήταν ζεστό και ανθρώπινο. Ότι δεν ήταν η καρδιά του. Την ώρα της τηλεμεταφοράς, με έσφιξε περισσότερο, ώστε να αντέξουμε τη δύναμη του ξορκιού. Το κεφάλι μου το ένιωσα να χάνεται και την όρασή μου να θολώνει Την επόμενη στιγμή, το σκοτάδι των υπόγειων τούνελ έσβησε, για να μας υποδεχτεί το φως και ο ήχος του θαλασσινού κύματος. Ήταν μία υπέροχη μέρα, με τη θάλασσα να έχει επιτρέψει στη στεριά να δημιουργήσει τη γνωστή πρόσβαση προς το μικρό νησάκι, όπου πάνω του ήταν χτισμένο το μοναστήρι. Ο Σκορπιός φαινόταν εξαφανισμένος, ωστόσο διόλου με απασχολούσε. Ήμουν έτοιμη να περάσω μία ξέγνοιαστη μέρα με τους φίλους μου, παλεύοντας για πρώτη φορά να αγνοήσω, ακόμη και τις προειδοποιήσεις του μυαλού μου.
Το θέαμα μπροστά μας κυριολεκτικά σου έκοβε την ανάσα. Ως μάγισσα, δεν είχα μάθει να εκτιμώ τη δύναμη της φύσης και τη δική της κρυμμένη μαγεία. Το φαινόμενο της άμπωτης και της παλίρροιας, καθώς και του ωκεανού να αποτραβιέται, αφήνοντας πίσω του μία κινούμενη άμμο, η οποία φημολογούταν πως είχε καταπιεί πολλούς ανθρώπους. Αρχικά, ο χρόνος γύρω μας φαινόταν να έχει σταματήσει. Εξάλλου, τόσο οι Ανιχνευτές όσο και η Εμίλια είχαν φροντίσει γι'αυτό, ώστε να μας προσφέρουν μία ασφαλή είσοδο στο μεσαιωνικό μοναστήρι. Εμείς συγκεντρωθήκαμε και στοιχηθήκαμε σαν μία ομάδα μαθητών και οι δύο Ανιχνευτές με μία κίνηση του χεριού τους επανέφεραν τη ροή του χρόνου στο φυσιολογικό της, προκειμένου να μην κινήσουμε τις υποψίες των απλών ανθρώπων.
Διακριτικά, περάσαμε από την είσοδο, για να έρθουμε αντιμέτωποι με ένα μεσαιωνικό παραμύθι, με τα στενά, λιθόστρωτα σοκάκια, τα πέτρινα σπίτια και τα γραφικά πανδοχεία, που σου έδιναν την εντύπωση πως από κάπου, αργά ή γρήγορα θα ξεπρόβαλλαν οι ιππότες.
Εγώ, μαζί με την Κριστιέλα και τον Νίκολας, απολαμβάναμε τη θέα καθώς ανεβαίναμε προς την κορυφή. Για κάποιον λόγο όμως, όσο περνούσε η ώρα, τόσο τα βήματά μου γίνονταν προσεκτικά και ίσως ασταθή, ενώ παράξενες εικόνες κατέκλυζαν το μυαλό μου, σε σημείο να αρχίσω να ζαλίζομαι. Ο κόσμος γύρω μας ήταν ήδη αρκετός και το άγχος μου αυξανόταν αργά και μεθοδικά.
«Είσαι καλά;» άκουσα την φωνή της Κριστιέλλας, μα τη στιγμή που γύρισα για να την κοιτάξω, η εικόνα της ήταν θολή.
«Είμαι μία χαρά» προσπάθησα να την καθησυχάσω για να μην την τρομοκρατήσω.
Η ξενάγηση συνεχίστηκε κανονικά, ωστόσο η φωνή της Εμίλιας γινόταν όλο και πιο μακρινή μέχρι που μεταμορφώθηκε σε ψίθυρο. Τα σκοτεινά οράματα με βομβάρδιζαν, με τον Νίκολας να εξαφανίζεται, παγιδευμένος σε μία μοναχική, μακρινή έρημο. Χέρια απόκοσμα τον άρπαζαν με βία, ενώ ταυτόχρονα πάλευαν να τον πνίξουν. Πισωπάτησα τρομαγμένη και πλησίασα την ομάδα των παιδιών, αναζητώντας ταραγμένη την εικόνα του ψυχρού αγοριού που στοίχειωνε τους εφιάλτες μου, ωστόσο δεν φαινόταν πουθενά. Δίπλα μου η κυρία Εμίλια μας κατέβαζε αργά αργά από το μοναστήρι, για να κατευθυνθούμε προς την έξοδο και να συνεχίσουμε την εκδρομή μας, πιθανότατα σε κάποια άλλη μεσαιωνική πόλη. Προς μεγάλη μου ανακούφιση, η όρασή μου είχε ελαφρώς επανέλθει, ωστόσο τότε δεν ήμουν σε θέση να κατανοήσω τον λόγο των οραμάτων, ούτε την παράξενη δύναμη που με έλκυε να κατευθυνθώ προς τη μεριά της θαλάσσιας ερήμου.
Ο αέρας φυσούσε μεταφέροντας μαζί του την υγρασία της θάλασσας, ωστόσο εγώ το μόνο πράγμα που άκουγα μέσα στο κεφάλι μου ήταν φωνές ελκυστικές να με καλούν να τις ακολουθήσω σαν να είχε αποκτήσει άξαφνα ο άνεμος δική του θέληση και με έσπρωχνε προς την κατεύθυνση που ήθελε εκείνος. Μπροστά μου, η ομάδα των παιδιών μαζί με την Εμίλια τραβούσαν φωτογραφίες, με τη διευθύντρια να τους εξηγεί την ιστορία του μοναστηριού. Κανείς τους δεν  φάνηκε να έχει αντιληφθεί την απουσία μου. Προχώρησα λίγα ακόμη βήματα, στο μέρος όπου κάποτε κυριαρχούσε ο ωκεανός, ενώ τώρα το μόνο πράγμα που είχε απομείνει, ήταν η νωπή άμμος. Είχα περπατήσει αρκετά, όταν άξαφνα οι φωνές κόπασαν και ο ήχος του ανέμου τις αντικατέστησε.
«Φύγε» άκουσα μία ψυχρή, παγωμένη φωνή.
Ύψωσα ευθύς το βλέμμα μου μπροστά, για να αντικρύσω τον Σκορπιό.
«Πάλι εσύ;» τον ρώτησα «Οι φωνές! Άκουγα φωνές και είμαι βέβαιη πως και εσύ τις άκουγες αλλιώς δεν θα ήσουν τώρα εδώ» τελείωσα για να δω το πρόσωπό του να συσπάται.
«Τότε, Κένταλ, κλείσε τα αυτιά σου και φύγε» συνέχισε να με προστάζει.
«Δεν θα μου πεις εμένα τι θα κάνω!» ούρλιαξα για να τον δω να έρχεται προς το μέρος μου, ενώ τα χαρακτηριστικά του προσώπου του είχαν αλλοιωθεί από τον θυμό.
«Είσαι πολύ ξεροκέφαλη» ξεκίνησε να μουρμουρίζει, μα τη στιγμή που ετοιμάστηκα να απαντήσω, ένιωσα τα πόδια μου να βουλιάζουν, ενώ δύο σάπια χέρια τα τραβούσαν προς τα κάτω.
Ο πανικός μού χτύπησε την πόρτα αμέσως, ενώ πάλευα να ξεφύγω με μανία. Ωστόσο, η άμμος είχε μετατραπεί σε ένα ασταθές και ρευστό έδαφος, ενώ οι φωνές και τα χέρια συνέχιζαν να με τραβούν. Τη στιγμή εκείνη γύρισα για να κοιτάξω τον Σκορπιό, ο οποίος φαινόταν άξαφνα να χλωμιάζει. Στην απελπισία μου, φώναξα το όνομά του για βοήθεια, ενώ προς μεγάλη μου έκπληξη, εκείνος άπλωσε το χέρι του και πάλεψε να με γλυτώσει. Από την άλλη μεριά, κόντρα στη δύναμη ενός δεκάχρονου παιδιού, τα χέρια με τραβούσαν με μανία και μίσος, όταν είδα τα μάτια του Σκορπιού να αλλάζουν χρώμα, υιοθετώντας ένα χρυσαφένιο, στην θέση του κυανού.
« Relegatioάκουσα τον Σκορπιό να φωνάζει και τα χέρια αποτραβήχτηκαν μονομιάς απελευθερώνοντάς με.
Τότε, τον είδα να διπλώνεται στα δύο, ενώ κρύος ιδρώτας ξεκίνησε να κυλά από το μέτωπό του. Προσπάθησα να τον πλησιάσω, όταν από μακριά άκουσα τη φωνή του Νίκολας, που ούρλιαζε το όνομά μου. Τη στιγμή που με πλησίαζε, κάρφωσε τα μάτια του στον Σκορπιό με μίσος.
«Τι της έκανες; Λέγε!» του φώναξε, με εμένα να μπαίνω μπροστά.
«Νίκολας, δεν συνέβη τίποτε απολύτως» του είπα και γύρισα προς την μεριά του αγοριού που με κοιτούσε με απέχθεια. «Ευχαριστώ που σε έσωσες. Είσαι καλά;» τον ρώτησα μα εκείνος τραβήχτηκε μακριά μου.
«Παράτα με! Φύγε, εξαφανίσου!» τσίριξε, μα τότε είδα τον Νίκολας να ουρλιάζει και τα χέρια να τον τραβούν.
Πάλεψα με όλη μου την δύναμη να τον βοηθήσω, κάνοντας σήμα στον Σκορπιό να τον τραβήξει όπως πριν. Ωστόσο, το χλωμό αγόρι, το οποίο είχε μόλις συνέλθει από κάποια κρίση φριχτών πόνων, απλώς χαμογέλασε ειρωνικά και απομακρύνθηκε. Αρχικά, πίστεψα πως θα φώναζε τους υπόλοιπους για βοήθεια, ωστόσο εκείνος απλώς συνέχισε το αμέριμνο βάδισμά του. Τότε, με όλη μου τη δύναμη φώναξα την Εμίλια, η οποία μόλις αντιλήφθηκε τον κίνδυνο, ξεκίνησε να τρέχει προς το μέρος μας. Ωστόσο, έφθασε πολύ αργά. Τα χέρια κατάπιναν τον Νίκολας, του οποίου το πρόσωπο είχε μελανιάσει παλεύοντας να σταθεί στην επιφάνεια. Η κυρία Εμίλια, πάλεψε με όλη της την δύναμη σκάβοντας με ορμή, μήπως και ξέθαβε το σώμα του αγοριού, ενώ δίπλα μου η Κριστιέλα έκλαιγε με λυγμούς.
Σύντομα, μαζεύτηκαν γύρω μας και άλλοι, απλοί άνθρωποι οι οποίοι προσπαθούσαν και εκείνοι με τη σειρά τους να σκάψουν για να βοηθήσουν. Κάποιοι μάλιστα μας είπαν, πως δεν ήταν η πρώτη φορά που ήταν μάρτυρες τέτοιου γεγονότος και πως εξαφανίσεις τόσο παιδιών, όσο και ενηλίκων συνέβαιναν συχνά. Θεωρούσαν πως η άμμος εξαιτίας του νερού, μετατρεπόταν σε κινούμενη όπως στις ερήμους, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να παγιδεύονται και να βυθίζονται, Ωστόσο, το πιο σοκαριστικό από όλα ήταν πως το έδαφος τώρα πια φαινόταν στέρεο και απολύτως φυσιολογικό, σε αντίθεση με πριν που είχε μία ρευστή μορφή. Ωστόσο, την εικόνα των απόκοσμων χεριών συνοδευόμενων από παράξενες φωνές αδυνατούσα να την ξεχάσω. Τελικά τα οράματα που είχα δει με την Κριστιέλα να φωνάζει, ήταν το αποτέλεσμα των γεγονότων, αλλά το θύμα ήταν άλλο. Το είχα δει εξάλλου στο δεύτερο όραμά μου. Τότε, δάκρυα κύλησαν από τα μάτια μου, ψιθυρίζοντας ταυτόχρονα το όνομα του Νίκολας. Πίσω μου, φάνηκε η εικόνα ενός Σκορπιού, ταλαιπωρημένου και πιο οργισμένου από ποτέ. Σκεφτόμουν την αντιφατική του συμπεριφορά, την προσπάθειά του να με σώσει και λίγο αργότερα την απόλυτη αδιαφορία του για την τύχη του Νίκολας. Ίσως ήθελε να με εκδικηθεί. Να με αφήσει να ζήσω, για να βιώσω τον χαμό του φίλου μου. Αυτή ήταν και η εκδίκησή του για τη στιγμή που τον είχα κατηγορήσει για κλοπή. Τότε, έσφιξα τις γροθιές μου μέχρι που άσπρισαν και ορκίστηκα πως θα τον μισώ για πάντα.


Η επιστροφή φάνταζε δύσκολη και ήταν τυλιγμένη στη σιωπή και την αμηχανία. Με τη γνωστή μέθοδο της τηλεμεταφοράς, φθάσαμε στις κατακόμβες του Παρισιού, μονάχα που η όψη τους ήταν τώρα πια, πιο σκοτεινή και πιο απόκοσμη. Εγώ κράτησα σφιχτά το χέρι της Κριστιέλας, μονάχα που μεταξύ μας δεν είχαμε ανταλλάξει ούτε μισή κουβέντα. Ήταν τόσες οι κρυφές και αναπάντητες ερωτήσεις που βάραιναν το στήθος και την καρδιά μας, που πήραμε την απόφαση να τις αφήσουμε για λίγο στην άκρη, καθώς το πέπλο του πένθους τρυπούσε τις καρδιές μας, κάνοντάς τες να αιμορραγούν. Κάποτε, ήμασταν τρεις που κρατούσαμε σφιχτά ο ένας το χέρι του άλλου, προκειμένου να μην χαθούμε στη διαδρομή. Τώρα, είχαμε απομείνει μονάχα δύο. Η Άρπια είχε αρχίσει να αλλάζει χρώμα εξαιτίας του έντονου άγχους και της βαθιάς στεναχώριας, με το λευκό, αλαβάστρινο δέρμα της να δίνει την θέση του σε ένα ωχρό και αρρωστημένο, με χιλιάδες, μικροσκοπικά, πράσινα ποτάμια, να σχηματίζουν επάνω της, τον δικό τους χάρτη. Τα μάτια της ήταν ελαφρώς πρησμένα, ενώ άκουγα την ανάσα της να γίνεται πότε πότε κοφτή και μετρημένη, ακανόνιστη, συνοδευόμενη από ένα έντονο ρούφηγμα της μύτης. Ήθελα ειλικρινά να τη ρωτήσω πώς ένιωθε, καθώς η μητέρα μου κάποτε μου έλεγε πως τα ψυχικά βάρη όταν τα μοιραζόμαστε, αυτομάτως γίνονταν ελαφριά σαν πούπουλα. Τη στιγμή εκείνη συνειδητοποίησα, πόσο πολύ μου είχε λείψει. Πόσο θα ήθελα να ήταν δίπλα μου και να χωνόμουν στην προστατευτική της αγκαλιά. Να άφηνα τα δάκρυα να κυλήσουν αβίαστα, για όλες τις φορές που είχα φοβηθεί.
Οι ξύλινες άμαξες και τα φρικτά Γκέρμπιλ, μας περίμεναν για να μας μεταφέρουν πίσω στο ορφανοτροφείο. Στη διαδρομή, ο άνεμος μούγκριζε απειλητικά και τα σύννεφα σχημάτιζαν μορφές στον ουρανό. Το παιδικό μου μυαλό πάλευε να δώσει στην όψη της καταιγίδας, μία μορφή πιο φωτεινή, μετατρέποντας τα ζοφερά σύννεφα, σε λευκούς μονόκερους και γλυκά πόνυ. Άξαφνα, η ιδέα της φυγής καρφώθηκε στο μυαλό μου σαν σφήνα και εν συνεχεία, σαν σαράκι μου έσκαβε τον νου. Ναι, λοιπόν ήθελα να φύγω μακριά από όλους. Μακριά από το παγερό και ψυχρό, απομονωμένο κτίριο του Ντορθόριεν. Ωστόσο, παρατηρώντας την εύθραυστη, ψυχική κατάσταση της φίλης μου και φοβούμενη για τα χειρότερα, πήρα τελικά τη γενναία απόφαση να παραμείνω και να αντιμετωπίσω το σκληρό και αβέβαιο μέλλον.
Η βροχή είχε δυναμώσει αισθητά, όταν τελικά μπήκαμε στο επιβλητικό κτίριο του Ντορθόριεν. Οι στρουμπουλές κόμπολτς μας καρτερούσαν με χαμόγελο και με πήλινα, μικρά μπολ που περιείχαν ζεστή μανιταρόσουπα. Βγάλαμε όλοι αμέσως τους βρεγμένους μας μανδύες και καθήσαμε στην τεράστια, σκαλιστή, ξύλινη τραπεζαρία. Οι περισσότεροι, έπαιζαν σκυθρωποί με το γεύμα τους, ενώ εγώ πάλευα να καταπιώ έστω και μία κουταλιά. Τότε, σήκωσα δειλά το βλέμμα μου και αναζήτησα τον Σκορπιό, ο οποίος δεν φαινόταν πουθενά. Η θέση του παρέμενε κενή, το ίδιο όμως και εκείνη του Νίκολας. Λίγα λεπτά αργότερα και έχοντας ολοκληρώσει το γεύμα μου, η κυρία Εμίλια μου έκανε σήμα να κατευθυνθώ στο γραφείο της. Σιωπηλή την ακολούθησα, βλέποντας το ζεστό τζάκι να είναι αναμμένο, δημιουργώντας μία όμορφη ατμόσφαιρα, κόντρα στα τελευταία γεγονότα. Παρατήρησα για λίγο τον χώρο, με την τεράστια, μπορντό μοκέτα και τα χιλιάδες, παλιά βιβλία να κοσμούν τα ράφια της βιβλιοθήκης.
«Με ζητήσατε;» τη ρώτησα κάπως αμήχανα.
«Ναι, Κένταλ μου, κάθησε» είπε γλυκά, δείχνοντάς μου μία ξύλινη πολυθρόνα, της οποίας το μαξιλάρι σηκώθηκε αυτόματα, για να καταλήξει να στηθεί όρθιο στην πλάτη της καρέκλας. «Καθώς γνωρίζεις, έπειτα από το τραγικό συμβάν του χαμού του Νίκολας, μία θέση θα παραμείνει κενή στο Ντορθόριεν. Αυτό σημαίνει, πως ο Γουίλ σύντομα θα βρίσκεται κοντά σου» τελείωσε και ένιωσα ένα κύμα χαράς και ανακούφισης να κατακλύζει το κορμί και την ψυχή μου.
Επιτέλους, ο αδερφός μου θα βρισκόταν κοντά μου. Θα είχα κάποιο στήριγμα, έναν προστάτη. Τόσο εγώ, όσο κι η καλύτερή μου φίλη.
«Είμαι πολύ χαρούμενη» σχεδόν μουρμούρισα και είδα την Εμίλια να μου χαμογελά και να με πλησιάζει, ελαφρώς προβληματισμένη.
«Κένταλ, μπορείς να μου εξηγήσεις τι συνέβη;» με ρώτησε και κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά. Η αλήθεια, δεν ήθελα να ανακαλέσω στη μνήμη μου εκείνες τις φριχτές στιγμές. Ωστόσο, το απαιτούσαν οι περιστάσεις.
«Όλα ξεκίνησαν, από κάποια παράξενα οράματα λίγο πριν ξεκινήσουμε την εκδρομή. Έβλεπα σκόρπια στιγμιότυπα, με την Κριστιέλα να ουρλιάζει και τον Νίκολας να βρίσκεται μόνος και χαμένος σε μία έρημο. Ωστόσο, τα οράματα τα έβλεπα από μικρή. Λειτουργούσαν πάντοτε σαν ένστικτο για να με προστατέψουν. Εγώ όμως αυτή τη φορά αποφάσισα να μη δώσω σημασία. Ίσως, αν το είχα κάνει, ο Νίκολας να ήταν ζωντανός» πρόφερα με φωνή που έσπαγε, ενώ πάλεψα να σκουπίσω ένα δάκρυ.
Η Εμίλια με έσφιξε στην αγκαλιά της, προτρέποντάς με να μην κατηγορώ τον εαυτό μου για κάτι που ήταν πολύ πιο πάνω από τις δυνάμεις μου.
«Συνέχισε» μου ψιθύρισε και εγώ πήρα εκ νέου μία βαθιά ανάσα.
«Οι φωνές, ήταν σαν να με καλούσαν να τις ακολουθήσω. Βρέθηκα στο σημείο, όπου ο ωκεανός είχε υποχωρήσει, αφήνοντας πίσω του μονάχα την βρεγμένη άμμο. Τότε, εμφανίστηκε ο Σκορπιός και μου φώναξε να απομακρυνθώ και να σταματήσω να δίνω σημασία στις φωνές. Προτού προλάβω να αντιδράσω, χέρια βγήκαν μέσα από την άμμο και ξεκίνησαν να με τραβούν. Ο Σκορπιός πανικοβλημένος με πλησίασε και ούρλιαξε ένα ξόρκι. Τα χέρια τραβήχτηκαν πίσω απότομα, μα τότε εμφανίστηκε ο Νίκολας και εκείνα ξεπετάχτηκαν και τον άρπαξαν. Ο Σκορπιός δεν έκανε τίποτε για να τον βοηθήσει, ούτε καν κάλεσε κάποιον σε βοήθεια» τελείωσα και την είδα να βάζει το χέρι της στο μέτωπό της.
«Κατάλαβα μικρή μου. Αύριο, θα μας επισκεφθούν από το Υπουργείο. Ίσως ζητήσουν κατάθεση. Θα μπορέσεις να τους τα αφηγηθείς όπως τώρα;» με ρώτησε και ένευσα καταφατικά.Με χάιδεψε τρυφερά στο κεφάλι και μου έδειξε τον δρόμο για το δωμάτιό μου. Τη στιγμή που έμπαινα, μου φαινόταν παγωμένο, μάλλον εξαιτίας του φόβου των όσων είχαν προηγηθεί. Όντας σχεδόν έτοιμη να κοιμηθώ, άκουσα ομιλίες έξω ακριβώς από την πόρτα μου. Περπατώντας στις μύτες, στάθηκα ακριβώς πίσω της και προσπάθησα να κρυφακούσω. Ήταν η φωνή της Εμίλια.
«Είναι πολύ άρρωστος...» ψιθύρισε.
«Μα, τι θα μπορούσε να προκαλέσει μία τέτοια σωματική κόπωση και αδιαθεσία;» άκουσα ξανά τη φωνή της νοσοκόμας, ενώ από την κλειδαρότρυπα, τους είδα να σηκώνουν το σώμα του αγοριού του δωματίου τρία, για να το μεταφέρουν στο αναρρωτήριο.
Περίμενα να περάσει λίγη ώρα, ώστε να κατευθυνθώ κρυφά, στο δωμάτιο του αναρρωτηρίου, το οποίο είχε μία παράξενη μουσική υπόκρουση που θύμιζε κύματα της θάλασσας. Γλίστρησα αθόρυβα μέσα, ώσπου στο τελευταίο κρεβάτι, αντίκρυσα το χλωμό σώμα του Σκορπιού, με χιλιάδες, μαύρες φλέβες να έχουν συγκεντρωθεί σε ένα σημείο του στήθους του, δημιουργώντας ένα απόκοσμο θέαμα. Το αγόρι ανάσαινε με ιδιαίτερη δυσκολία και εγώ δεν ήμουν καθόλου σίγουρη για το πώς ένιωθα. Ήθελα να τον λυπηθώ, σχεδόν το προσπάθησα, όταν η εικόνα του Νίκολας να πνίγεται και να βουλιάζει αβοήθητος, με χτύπησε σαν κεραυνός.
“'Ίσως αυτή να είναι και η τιμωρία σου, που άφησες ένα αθώο αγόρι να πεθάνει”

Την επομένη, το Υπουργείο της αγγλικής πόλης Κλίφγκειτ, είχε στείλει έναν δικό της απεσταλμένο, προκειμένου να διερευνηθεί εξονυχιστικά ο θάνατος του αγοριού. Στο Υπουργείο της Βέρνια επικρατούσε εξίσου αναταραχή με τον Σιμεόν να είναι από το πρωί κλεισμένος στο γραφείο του, αποφεύγοντας να ανταμώσει τον σκοτεινό Άινταν, ο οποίος βρισκόταν εξίσου κλεισμένος στο δικό του, συζητώντας με τον βοηθό του, Βαν Μπάμφορντ. Το Γουέντιγκος, είχε αναστατωθεί και στον Άινταν δεν άρεσε καθόλου ο πανικός.
«Αφέντη μου, αυτό που συνέβη στο αγόρι, ήταν τραγικό» ψέλλισε ο Βαν.
«Ειλικρινά Βαν, αυτό που παριστάνεις τον πονόψυχο, πραγματικά με ξεπερνάει. Γνωρίζεις πολύ καλά, τι του συνέβη και πιστεύω πως δεν θα ήθελες να βρεθείς στη θέση του. Αφαίμαξη ονομάζεται και ειλικρινά λυπάμαι που ήταν μάγος το θύμα μας και όχι ένας απλός θνητός. Ωστόσο, η αλήθεια είναι, πως το μαγικό αίμα είναι τόσο αναζωογονητικό, που επιταχύνει την διαδικασία» τελείωσε ο Άινταν.
«Ποια διαδικασία;» ρώτησε ο Βαν προσπαθώντας να κρύψει τον φόβο του και κάνοντας τον Άινταν να καγχάσει ειρωνικά.
«Τόσα χρόνια, δίπλα σε έναν καλά καμουφλαρισμένο, μαύρο μάγο, θα έπρεπε να μην έθετες καν αυτές τις ερωτήσεις. Σύντομα οι πρόγονοί μου, οι Σάμχαϊν οι Παλαιοί, θα βρίσκονται εν ζωή και τότε πολύ αμφιβάλλω αν θα υπάρξει κάποιος να μας σταματήσει. Όλοι αυτοί, οι υποδεέστεροι μάγοι των διαφόρων χρωμάτων, θα υποταχθούν σε εμάς, είτε το θέλουν, είτε όχι. Να δεις τότε το πρόσωπο του γερο-Σιμεόν, να παραλύει από τον φόβο και την απελπισία» μούγκρισε σιγανά ο Άινταν.
«Ωστόσο, αφέντη μου, ξεχνάς κάτι πολύ βασικό. Πως υπάρχει στον κόσμο μία λευκή μάγισσα και μάλιστα, εγώ πιστεύω ακράδαντα πως δεν είναι και η μόνη» συμπλήρωσε ο Βαν, κάνοντας τον Άινταν έξαλλο.
«Αυτό το γνωρίζω πολύ καλά, μίασμα!Δεν χρειάζεται να μου το υπενθυμίζεις. Ωστόσο, μην ξεχνάς πως μέχρι σε ένα σημείο τη χρειαζόμαστε για να επαναφέρουμε στη ζωή τον Κέναρντ. Αφού πραγματοποιηθεί η μαύρη τελετή, τότε θα μας είναι πλέον άχρηστη και θα μπορούμε να την σκοτώσουμε. Πρώτα όμως θα γίνει η αφαίμαξη και μετά» του απάντησε ο Άινταν.
«Πώς έχεις κατορθώσει να κρύβεσαι τόσον καιρό από τους Ανιχνευτές; Ειδικά αυτοί που δουλεύουν εδώ στο Υπουργείο, είναι οι καλύτεροι» συνέχισε ο Βαν τις ερωτήσεις.
«Κάποια γεγονότα, παραμένουν επτασφράγιστα μυστικά. Ή μήπως είσαι τόσο ηλίθιος ή τόσο ονειροπόλος να πιστεύεις πως θα σου αποκαλύψω τα πάντα; Δεν εμπιστεύομαι ούτε τον αέρα που αναπνέω. Όσο για την ταυτότητά μου, αυτό ήταν σχετικά εύκολο. Έπλασα το παραμύθι του φτωχού πλην τίμιου νέου, ο οποίος χάρη στην ευστροφία του και το πείσμα του απέκτησε μία καλή δουλειά και δόξα, ώστε να μπορέσει να μπει στο Υπουργείο, αποκτώντας παράλληλα και ένα όμορφο σπίτι. Ένα σπίτι, οφθαλμαπάτη, καθώς είναι περιτριγυρισμένο με ισχυρά ξόρκια, προκειμένου να προστατεύει τόσο τον ιδιοκτήτη του, όσο και την ίδια του την ταυτότητα από εξωτερικούς εισβολείς. Όταν φυσικά αναφέρομαι σε ξόρκια, εννοώ ισχυρή, μαύρη μαγεία» τελείωσε συλλαβίζοντας σχεδόν τις τελευταίες του λέξεις. «Απόψε, ο Σιμεόν θα επισκεφθεί τα ορφανά του Ντορθόριεν. Μέσα εκεί, υπάρχει ο θησαυρός μου, του οποίου το όνομα, είναι τόσο φαρμακερό, όσο και η καρδιά του. Ο Σκορπιός. Θα τον έχει μαθητή της η Άσα, καθώς εικάζω και θα είναι από τους καλύτερους. Το αγόρι διαθέτει υπερβολική δύναμη για να περάσει απαρατήρητη. Θα τον περιμένουμε με αγωνία λοιπόν, καθώς προβλέπεται πως θα είναι ο σημαιοφόρος, όλου αυτού του μεγάλου γεγονότος που πλησιάζει» γουργούρισε ο Άινταν και ο Βαν γέλασε, για να του κοπεί ωστόσο το γέλιο στη μέση τη στιγμή που η πόρτα τους άνοιγε, έχοντας προηγηθεί ένα χτύπημα.
Στο κατώφλι στεκόταν ο Σιμεόν με την αιώνια επιβλητική του όψη.
«Έχω έρθει να σε ειδοποιήσω Άινταν, καθώς κατέφθασαν από το Κλίφγκειτ και μας καρτερούν στην αίθουσα του χρόνου. Μην αργήσεις σε παρακαλώ» ήταν η τελευταία του λέξη, προτού αποσυρθεί στην αίθουσα με τα εκατό διαφορετικά ρολόγια, τα οποία έδειχναν διαφορετικές ώρες, ανάλογα με την πόλη, την ήπειρο ή τη χώρα.
«Βαν, θα με ακολουθήσεις σιωπηλός κουβαλώντας μονάχα τα χαρτιά μου. Δεν θα με κοιτάζεις και προς Θεού δεν θα θέτεις ερωτήσεις. Έγινα κατανοητός;» ρώτησε και το Γουέντιγκος κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.
 Μάζεψε αμέσως τα βασικά χαρτιά που θα χρειαζόνταν, καθώς και ένα σημειωματάριο, όπου ο Άινταν κατέγραφε λεκτικά πάντα, όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. Κατόπιν, εκείνες σβήνονταν άμεσα, κλειδώνοντας το μικρό βιβλίο.
Σιωπηλοί, πέρασαν μέσα στην αίθουσα, με το οβάλ, μαρμάρινο τραπέζι, το οποίο στο κέντρο του είχε έναν μαύρο κύκλο και από εκείνον ξεκινούσαν όλα τα υπόλοιπα χρώματα που αφορούσαν τα είδη των μάγων. Το λευκό, το εκρού, το πορφυρό και το γκρίζο. Σε αντίθεση με ό,τι πίστευε τόσο ο κόσμος των μάγων, όσο και ο υπόλοιπος των κοινών θνητών, η μαύρη μαγεία, ήταν η ισχυρότερη και η παλαιότερη, μητέρα όλων των υπολοίπων. Η λευκή, που βρισκόταν στην ακριβώς απέναντι πλεύρα της μαύρης, αποτελούσε στην ουσία μία εξέλιξη της γκρίζας. Οι λευκοί μάγοι, ήταν ισχυρότεροι από τους γκρίζους, ή αλλιώς τους μάγους της ασημένιας πένας, ωστόσο στον θρόνο της απόλυτης δύναμης ήταν οι Σάμχαϊν.
Παραταύτα, όπως συμβαίνει στις πιο πολλές περιπτώσεις, η απόλυτη εξουσία και δύναμη οδηγούν σε άσχημα και ανεξερεύνητα, σκοτεινά μονοπάτια. Οι Σάμχαϊν χρησιμοποίησαν τις γνώσεις και δυνάμεις τους για το κακό. Αρχικά, αναζήτησαν πληροφορίες γύρω από τον άνθρωπο και το σώμα του. Αυτός ήταν και ο λόγος που αρκετοί Σάμχαϊν είχαν απίστευτες γνώσεις στην ιατρική και στα φίλτρα ίασης. Η ιστορία δεν θα μπορούσε να ξεχάσει πως κέντρο της μαγείας ήταν το χρώμα το εβένινο, από το οποίο απορρέουν και όλα τα υπόλοιπα. Αυτό ακριβώς αντικατοπτριζόταν και στο οβάλ τραπέζι της αίθουσας του χρόνου. Ομιλητές ήταν ένας μάγος από κάθε στοιχείο, με τον Άινταν να κάθεται στο γκρίζο χρώμα, τον Σιμεόν στο πορφυρό, τον απεσταλμένο από το Κλίφγκειτ, Λέιτον Χέμπερτ να κάθεται στο εκρού, ενώ το λευκό παρέμενε κενό, το ίδιο και το μαύρο. Πρώτος, πήρε φυσικά τον λόγο, ο Σιμεόν.
«Κύριοι, μαζευτήκαμε εδώ απόψε, καθώς τελευταία τα περιστατικά της αφαίμαξης, όσο πάνε και πληθαίνουν. Γνωρίζουμε πολύ καλά, πως η αφαίμαξη ανήκει καθαρά στη μαύρη μαγεία. Στο παρελθόν, ο Όσβαλντ Κας και ο υιός του, πολέμησαν θυσιάζοντας τη ζωή τους, προκειμένου να εξαφανίσουν τον κλάδο των Σάμχαϊν. Ωστόσο, δυστυχώς τα ορφανά του Ντορθόριεν, υπήρξαν μάρτυρες και θύματα μίας αποτρόπαιας πράξης. Ένα αγόρι σκοτώθηκε εχθές με τον πιο φρικτό τρόπο» τελείωσε και ο Άινταν ύψωσε το χέρι του για να πάρει τον λόγο.
«Πολυαγαπημένε Σιμεόν, έχω την εντύπωση πως τρομοκρατείς τον κόσμο χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Ουσιαστικά ισχυρίζεσαι, πως οι Σάμχαϊν υπάρχουν, κάτι που όλοι μας γνωρίζουμε πως δεν είναι αλήθεια. Το περιστατικό με το αγόρι, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ατύχημα» τελείωσε με τον Σιμεόν να ισιώνει την γενειάδα του.
«Οι Σαμχαϊν χάθηκαν, ωστόσο δεν εξαφανίστηκαν. Γνωρίζεις, καθώς είσαι έξυπνος άντρας, πως παλεύουν να αποκτήσουν εκ νέου δύναμη και σαρκικό σώμα. Το αγόρι, ήταν θύμα τους» τελείωσε και βαθιά σιωπή βασίλεψε στην αίθουσα.
«Το ίδιο συνέβη και στο Κλίφγκειτ. Περίεργες δυνάμεις κατατρέχουν ένα νεαρό αγόρι, λευκό μάγο επίσης. Για χρόνια τον καλύπταμε για να μη θέσουμε τη ζωή του σε κίνδυνο, ωστόσο σύντομα θα γίνει μαθητής του Επινουά. Μετακόμισε με τους γονείς του στη Βέρνια» ακούστηκε η αυστηρή φωνή του Λέιτον.
«Υπάρχει και ένα αγόρι  ακόμη, μυστήριο στο ορφανοτροφείο του Ντορθόριεν. Από όσο έχω ενημερωθεί, η δύναμή του είναι μεγάλη και η φήμη του περίεργη» ακούστηκε η φωνή του Σιμεόν. «Σκοπεύω να συναντήσω τόσο εκείνον, όσο και την λευκή μάγισσα της Βέρνια. Αυτά τα δύο παιδιά, η Κένταλ και ο νεαρός από το Κλίφγκειτ, είναι η ελπίδα μας, για την συνέχεια της λευκής μαγείας και για τη στιγμή που αυτή εδώ η θέση, θα έχει δικό της εκπρόσωπο» τελείωσε ο Σιμεόν δείχνοντας την κενή θέση του Λευκού μάγου.

Ιφιγένεια Μπακογιάννη