Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

24.5.19

Η κατάρα του ορφανού - Το πετράδι του Βαλιμάρ (Κεφάλαιο 3)

Η Βέρνια θεωρούταν αναμφισβήτητα η πόλη των χιλίων χρωμάτων και των ποικίλων αρωμάτων. Σε αντίθεση με την μουντή διάθεση του Κλίφγκεϊτ, η Βέρνια ήταν σχεδόν μονίμως ηλιόλουστη και στην ατμόσφαιρά της πλανιόταν πάντοτε η μυρωδιά του φρέσκου, θαλασσινού ανέμου. Οι ακτές της φιλοξενούσαν ποικίλα πλάσματα, όπως τα απόκοσμα και τερατώδη, μη ανθρωποφάγα Τζίραβουντ, τους λεγόμενους θησαυροκυνηγούς και είδος υπο εξαφάνιση, καθώς και ένα υποείδος δελφινιού που ονομαζόταν “κόκκινος δαίμονας”, καθώς από την ράχη του εξείχε αντί για το συνηθισμένο πτερύγιο, ένα κόκκινο κέρατο με το οποίο προκαλούσε ζημιά στα καράβια που πηγαινοέρχονταν στις περιοχές του. Απεχθανόταν την ανθρώπινη παρουσία και ιδιαίτερα την περίοδο του ζευγαρώματος γινόταν ακόμη πιο επιθετικό.
Στο εσωτερικό της πόλης, στο κέντρο της δηλαδή, με τα χιλιάδες, χρωματιστά μαγαζιά, η Βέρνια είχε σαν νόμο να βάφει ο καθένας το μαγαζί του ανάλογα με το εσωτερικό περιεχόμενο. Έτσι, τα βιβλιοπωλεία είχαν ένα σκούρο, κυπαρισσί χρώμα, τα μαγαζιά με τα μπαχάρια είχαν το κεραμιδί, ενώ εκείνα που πουλούσαν μαγικά αντικείμενα το καφέ. Ο κόσμος που κατοικούσε στο κέντρο ανήκε κυρίως στη μεσαία τάξη, ενώ υπήρχε και ένα προάστιο που ονομαζόταν Χάμλετ Πλέινς και ανήκε στους πλούσιους μάγους. Σε αυτήν λοιπόν ακριβώς την περιοχή, στην πεδιάδα των λευκών σπιτιών με τους τεράστιους κήπους και τα μυρωδάτα νούφαρα, είχε πρόσφατα μετακομίσει μία οικογένεια από το Κλίφγκεϊτ. Ήταν ήσυχοι άνθρωποι και ο πατέρας της οικογένειας εργαζόταν στον χώρο Εύρεσης Σπάνιων και Αρχαίων, Μαγικών Αντικειμένων. Μαζί με την γυναίκα του είχαν έναν υιό, τον Άλαν, ο οποίος, όπως είχε επιβεβαιωθεί, ήταν λευκός μάγος. Επειδή το τεστ από τους Ανιχνευτές είχε γίνει όταν ο Άλαν ήταν ακόμη βρέφος, η οικογένεια απαίτησε άκρα μυστικότητα, προκειμένου να διαφυλαχθεί τόσο η ασφάλεια η δική τους, όσο και του παιδιού.
Ωστόσο, ο Άλαν ήταν τώρα δέκα χρονών και σε λίγο καιρό θα έμπαινε στη Σχολή Μαγείας Επινουά της Βέρνια. Καθώς λοιπόν τα περιστατικά αφαίμαξης και βιασμού μάγων ή  ανθρώπων είχαν αρχίσει να πολλαπλασιάζονται στο Κλίφγκεϊτ, η οικογένεια αποφάσισε να μετακομίσει στην πιο μικρή και μαζεμένη πόλη της Βέρνια, ώστε να νιώθουν και οι ίδιοι μεγαλύτερη ασφάλεια.
Το πρωινό εκείνο, ο απέραντος κήπος ήταν καλυμμένος από το πέπλο της πρωινής πάχνης. Τα πλάσματά του έδειχναν να μισοκοιμούνται, ζαλισμένα ακόμη από την αλλόκοτη μουντάδα της ημέρας. Ο Άλαν ήταν ένα ψηλό και πανέμορφο αγόρι με σταρένιο δέρμα και έντονα μελοπράσινα μάτια, όπως το μέλι το γλυκό των αγριόπευκων της Βέρνια. Περπατούσε ανέμελα βαστώντας πάντοτε ένα βιβλίο στο χέρι. Από το βάθος του κήπου, άκουσε μουγκρητά, ωστόσο διόλου πανικοβλήθηκε. Ήταν ο Σέρλοκ, η τίγρης που είχε δημιουργήσει η μητέρα του πριν από έναν μήνα, όταν αποφάσισε να κουρέψει τον μπροστινό θάμνο δίνοντάς του το σχήμα του άγριου ζώου και μία δική του ψυχή. Φυσικά, η ποικιλία των πλασμάτων δεν σταματούσε εκεί, καθώς στην κεντρική λίμνη υπήρχαν και τέσσερις πάπιες από το ίδιο υλικό με τον Σέρλοκ.
«Καλημέρα» είπε ο Άλαν κοιτάζοντας τον σοφό Σέρλοκ.
«Καλημέρα, λευκό αγόρι. Ποιος καλός άνεμος σε φέρνει στην αυλή από τόσο νωρίς; Ήρθες για να εξασκηθείς;» ρώτησε ο Σέρλοκ.
«Για την ακρίβεια, είναι το μοναδικό πράγμα που κάνω, καθώς σε μερικούς μήνες ξεκινώ την φοίτηση στην Επινουά. Επίσης, εκτός από εσένα δεν έχω άλλους φίλους» πρόφερε ελαφρώς κακόκεφα ο μικρός και ο Σέρλοκ γουργούρισε όπως η γάτα, προκειμένου να δείξει κατανόηση.
«Έχω την εντύπωση πως προχθές έκανες κάποια γνωριμία, καθώς όταν επέστρεψες με την κυρά μου και μητέρα σου, σε είδα ενθουσιασμένο» συνέχισε ο Σέρλοκ, για να δει τα πράσινα μάτια του Άλαν να γυαλίζουν από ευτυχία.
«Λοιπόν, δεν ήταν ακριβώς έτσι. Γνώρισα ή καλύτερα είδα ένα κορίτσι στην ηλικία μου. Είχε κατέβει μαζί με μία φίλη της και μία ομάδα παιδιών στο κέντρο της Βέρνια. Ήταν πολύ όμορφη αλλά βιαστική και έτσι δεν πρόλαβα να τη ρωτήσω πώς τη λένε. Ωστόσο, μου φάνηκε πως ήταν περίπου στην ηλικία μου και ίσως τότε να φοιτήσουμε μαζί στην Επινουά. Θα ήθελα πολύ μία φίλη, καθώς ποτέ μου δεν είχα κάποιον σταθερό. Οι δικοί μου φοβόντουσαν μήπως κάποιος Σάμχαϊν μου κάνει κακό εξαιτίας της διαρροής της ταυτότητάς μου» τελείωσε για να δει τον Σέρλοκ να προβληματίζεται.
«Άλαν, οι Σάμχαϊν δεν υπάρχουν πια. Εξοντώθηκαν μέχρι και τον τελευταίο. Ή μήπως όχι; Γιατί, αν η κυρά και ο κύριός μου φοβούνται, τότε θα έχουν σοβαρές ενδείξεις για τυχόν επιστροφή ή ύπαρξή τους» πρόφερε ο Σέρλοκ σχεδόν σαν να μιλούσε στον εαυτό του.
«Λοιπόν, εγώ πάω να συνεχίσω με τη συγκέντρωση και μετακίνηση ενέργειας. Προτιμώ να εξασκηθώ μέσα στο σπίτι, καθώς την τελευταία φορά έκαψα ένα μέρος από το φύλλωμά σου. Η μαμά θα έρθει σε λίγο να σας δει» του είπε το αγόρι και ο Σέρλοκ υποκλίθηκε, για να επιστρέψει στην γνωστή του θέση που ήταν η είσοδος του σπιτιού.
Το εσωτερικό της μονοκατοικίας έμοιαζε με παλιό αρχοντικό. Επικρατούσαν τα σκούρα και πομπώδη χρώματα, ενώ με μία κίνηση του χεριού του, ο Άλαν άνοιξε την πόρτα, για να βρει τη μητέρα του να καθαρίζει, φυσικά δίνοντας απλές εντολές στα αντικείμενα.
«Βρε αγάπη μου, πάλι τριγυρνάς αγκαλιά με την εγκυκλοπαίδεια;» τον ρώτησε πειρακτικά η μητέρα του και εκείνος ένευσε καταφατικά.
«Μαμά, ήρθα για να εξασκηθώ στη συγκέντρωση και μετακίνηση ενέργειας και επειδή λυπήθηκα τον Σέρλοκ, αποφάσισα να έρθω εδώ» της δήλωσε,
«Και δεν λυπάσαι μήπως προκαλέσεις γενική διακοπή ρεύματος στην περιοχή; Απαιτεί πολύ συγκέντρωση, Άλαν, το συγκεκριμένο ξόρκι. Αλλά βέβαια, ο πατέρας σου σε αποκαλεί συνέχεια θαύμα και σου έχει φουσκώσει τα μυαλά. Ζορίζεσαι πολύ για ένα παιδί στην ηλικία σου. Εξάλλου, τα πιο πολλά θα τα διδαχθείς και στην Επινουά. Δεν σε στέλνω για να πας να πάρεις την ίδια στιγμή το πτυχίο και να μου το φέρεις πίσω» συνέχισε να μουρμουρίζει η μητέρα του μέχρι που αποσύρθηκε στον επάνω όροφο, αφήνοντας μονάχο του τον Άλαν παρέα με ένα φωτιστικό.
Το αγόρι το κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα απλώνοντας το χέρι του, θαρρείς για να το αγγίξει. Κατόπιν, ξεκίνησε να εμφανίζεται κοντά στην παλάμη του μία μικρή, ερυθρή μπίλια η οποία ολοένα και μεγάλωνε, μέχρι που κατέληξε να μοιάζει με σφαίρα ηλεκτρισμού. Ο Άλαν είχε σβήσει πρώτα όλα τα φώτα και κατόπιν, κρατώντας στα χέρια του την ηλεκτρική σφαίρα, έβαλε στόχο τον μεγάλο πολυέλαιο του ταβανιού και προσπάθησε να κατευθύνει τη σφαίρα πάνω του. Η μητέρα του κρυφοκοιτούσε από την ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στους πάνω ορόφους, προσευχόμενη να μην πάθει ολόκληρη η γειτονιά μπλακ άουτ. Την τελευταία φορά οι γείτονες είχαν σχηματίσει ουρά έξω από το σπίτι τους για να διαμαρτυρηθούν. Τελικά, με ανακούφιση είδε τη σφαίρα ηλεκτρισμού να κατευθύνεται και να ανάβει τον πολυέλαιο. Εν συνεχεία, ο μικρός ήθελε να πάρει από εκεί τον ηλεκτρισμό και να τον πάει στο διπλανό φωτιστικό.
Φυσικά μία τέτοια ενέργεια θεωρήθηκε επικίνδυνη για το δικό του επίπεδο και η μητέρα του επενέβη αμέσως.
«Να θυμάσαι ένα πράγμα, Άλαν» του είπε καθώς τον σταματούσε. «Ο τίτλος σου δεν πρέπει να σε βαραίνει και να σε ωθεί να αποδείξεις στους άλλους το ποιος είσαι. Άφησε τον εαυτό σου ελεύθερο και όλα θα γίνουν όπως πρέπει» ολοκλήρωσε και αφού άφησε ένα φιλί λατρείας στο κεφάλι του αγοριού, αποσύρθηκε για να συνεχίσει τις δουλειές της.
Ο Άλαν την κοίταξε καθώς απομακρυνόταν, ενώ στο μυαλό του ήρθε ξανά η εικόνα του κοριτσιού στην αγορά της Βέρνια. Διέθετε το χάρισμα της φωτογραφικής μνήμης που αυτό για έναν μάγο σήμαινε πως μπορούσε να απομνημονεύσει μία εικόνα με απόλυτη λεπτομέρεια, σαν να ήταν το μυαλό του κάρτα μνήμης μίας φωτογραφικής μηχανής. Χαμογέλασε παιδικά και βγήκε στην αυλή να συναντήσει τον Σέρλοκ.


Αργά το απόγευμα, βάδιζε μονάχος του, με το βλέμμα μονίμως κατεβασμένο στη γη, προκειμένου να κρύψει την τρέλα και το μίσος του για τον κόσμο. Ο Άινταν έφθασε στο γνωστό σταυροδρόμι και κοίταξε με ικανοποίηση προς το μέρος του εγκαταλελειμμένου σπιτιού το οποίο κάποτε φιλοξενούσε την οικογένεια της Γουιλαμπέλα και του Έλτον. Με ένα απόκοσμο χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη του, προχώρησε βαδίζοντας στο χωμάτινο μονοπάτι και τον ξεραμένο κήπο της δικής του έπαυλης, ενώ έβγαλε από το σακάκι του ένα κλειδί, ένα τάλισμαν, φτιαγμένο από ανθρώπινα οστά και άνοιξε την κεντρική της πόρτα. Η λέξη “τάλισμαν” αναφερόταν στα φυλαχτά που έχει δημιουργήσει ο ίδιος ο μάγος για τον εαυτό του και του χρησίμευε αρχικά ως απλό κλειδί του φρικαλέου σπιτιού του. Παρά το γεγονός πως η συγκεκριμένη έπαυλη ανήκε στο δικό του οικογενειακό δέντρο περνώντας από γενιά σε γενιά, το παρελθόν της ήταν βαμμένο με αίμα. Με αίμα αγαπημένου μέλους της οικογένειας και το σπίτι το θυμόταν, καθώς ήταν συνδεδεμένο με το συγκεκριμένο άτομο που τόσο άδικα είχε χάσει τη ζωή του και μάλιστα με άσχημο τρόπο.
Στην είσοδο της πόρτας υπήρχε μία λέξη χαραγμένη. Η λέξη “runeπου σημαίνει μυστήριο ή μυστικό στις αγγλοσαξονικές γλώσσες. Η αλήθεια, η συγκεκριμένη λέξη ταίριαζε απόλυτα στη φύση και το παρελθόν αυτού του καταραμένου σπιτιού, το οποίο στα μάτια ενός απλού διαβάτη φαινόταν σαν ένα υπέροχο αρχοντικό με έναν εξίσου όμορφο και περιποιημένο κήπο. Η πραγματικότητα ωστόσο, ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη. Η όψη της έπαυλης θύμιζε ένα μακάβριο θέαμα, βγαλμένο από τους εφιάλτες, ωστόσο, μονάχα ο Άινταν μπορούσε να δει την αληθινή της όψη ή κάποιος ακόλουθός του από τη στιγμή που θα του το επέτρεπε ο Σάμχαϊν. Το εσωτερικό της ήταν σκοτεινό και η σκόνη είχε κατακαθίσει σε κάθε πιθανό και απίθανο σημείο. Με μία κίνηση του χεριού του ο Άινταν άναψε το τζάκι δίχως να ενοχλείται από την ακαταστασία και την αίσθηση της εγκατάλειψης. Εξάλλου, ο ίδιος κατοικούσε μονάχα στον επάνω όροφο όπου βρισκόταν η βασιλικού μεγέθους κρεβατοκάμαρά του και η τεράστια βιβλιοθήκη του με όλα σχεδόν τα απαγορευμένα βιβλία, τα οποία περιελάμβαναν από ξόρκια για ερωτικά δεσίματα μέχρι επικλήσεις σκοτεινών υπάρξεων.
 Ωστόσο, εκείνος αναζητούσε ένα βιβλίο-θρύλο. Τόσο σκοτεινό και απαγορευμένο, γραμμένο από το ίδιο το χέρι του Κέναρντ Γκρερ, ο οποίος ήξερε πως υπήρχε η πιθανότητα να σκοτωθεί στον πόλεμο των μάγων που είχε ξεσπάσει, όχι και πολλά χρόνια πριν και έτσι αποφάσισε με κάποιον τρόπο να γράψει ένα εγχειρίδιο διασφαλίζοντας τη μελλοντική του επιστροφή.
Με μία αργή κίνηση, ο Άινταν άφησε το γκρίζο του παλτό να πέσει σε έναν καναπέ, ο οποίος μετακινήθηκε προς το μέρος του. Από τη μεριά της κουζίνας αιωρήθηκε ένα φλυτζάνι με αχνιστό τσάι πιπερόριζας. Στον Άινταν άρεσαν τα καυτερά ροφήματα, τον βοηθούσαν να σκεφτεί καλύτερα. Το βλέμμα του πλανήθηκε για λίγο στους ζοφερούς πίνακες του σπιτιού, οι οποίοι απεικόνιζαν την ιστορία του. Μία ιστορία με πολύ καταπίεση και θάνατο. Ο Άινταν είχε υιοθετήσει το επίθετο Γουέτμορ, για να μπορεί να κινείται στον κόσμο των μάγων και να εργάζεται με μία πλαστή ταυτότητα, ώστε να μην κινήσει τις υποψίες για τις αληθινές του ρίζες. Για την ακρίβεια, το αληθινό του επίθετο ήταν Γκρερ, από τον παππού του, τον σκοτεινό Σάμχαϊν Κέναρντ, ο οποίος δεν είχε δεχθεί να πάρει ο μικρός το επίθετο του πατέρα.
Η ιστορία ξεκινά από το πρώτο και σκοτεινό ζευγάρι μαύρων μάγων, Κέναρντ και Κρίστα Γκρερ. Οι δυο τους είχαν μία κόρη, τη Μάρλοου Γκρερ, την οποία πίεζαν να παντρευτεί έναν εξίσου απεχθή και μαύρο μάγο, τον Έβιν Μπλοκ. Ωστόσο, σε αντίθεση με τους δύο γονείς της, η Μάρλοου, ήταν μία υπέροχη γυναίκα, παρά το γεγονός πως ανήκε στους Σάμχαϊν. Διαφωνούσε κάθετα με την πολιτική απόλυτης και δικτατορικής εξουσίας του πατέρα της και προκειμένου να γλιτώσει από την οικογενειακή καταπίεση και έναν γάμο που δεν ήθελε, έβγαλε ανθρώπινη ταυτότητα και πέρασε μέσα από τις κατακόμβες στο Παρίσι, για να εργαστεί εκεί δύο χρόνια ως καθηγήτρια σε πανεπιστήμιο στη Σορβόννη. Εκεί, γνώρισε έναν πανέμορφο νεαρό συνάδελφο, τον Μπαστιέν και τον ερωτεύθηκε, όπως και εκείνος. Ωστόσο, οι δύο τους δεν πρόλαβαν να ζήσουν μαζί ούτε για μία ημέρα, καθώς ο πατέρας της την ανακάλυψε και την απείλησε πως αν δεν γύριζε πίσω, θα σκότωνε τον νεαρό.
Αποκαρδιωμένη εκείνη και με ραγισμένη καρδιά, επέστρεψε στο πατρικό της, στη σημερινή έπαυλη, όπου τελικά εξαναγκάστηκε να παντρευτεί τον Έβιν Μπλοκ και μαζί απέκτησαν έναν υιό, τον Άινταν.Ο πατέρας της τη θεωρούσε δύσμορφη εξαιτίας των άσχημων χαρακτηριστικών του προσώπου της, της ημιτελούς, σχεδόν ανύπαρκτης μύτης της και του δεξιού ματιού που ήταν σχεδόν κλειστό. Τη θεωρούσε επίσης ανίκανη να βρει κάποιον να την αγαπήσει και πίστευε πως ο γάμος της με τον Έβιν θα ήταν δώρο θεού.
Ωστόσο, τα χρόνια εκείνα έγιναν σκοτεινά και η φήμη γύρω από τα εγκλήματα των Σάμχαϊν ολοένα και μεγάλωνε, μέχρι που η Μάρλοου αποφάσισε να δώσει για ασφάλεια τον Άινταν στον αδερφό του Κέναρντ, ο οποίος ήταν πορφυρός μάγος στη φύση και δεν ήθελε να έχει καμία σχέση μαζί του. Ωστόσο, την Μάρλοου την αγαπούσε γιατί έβλεπε σε εκείνη το φως και την καλοσύνη που απουσίαζαν από τον πατέρα της. Έτσι, δέχτηκε να κρύψει τον υιό της, τον Άινταν, καθώς ξέσπασε τελικά ο πόλεμος και οι Σάμχαϊν κυνηγήθηκαν από όλη τη μαγική κοινότητα όλων των πλασμάτων. Η Μάρλοου, διέφυγε για ακόμη μία φορά στο Παρίσι και από εκεί πήγε στη Σορβόννη για να αναζητήσει τον αγαπημένο της Μπαστιέν, αφού τελικά ο Έβιν βρέθηκε κρεμασμένος ένα πρωινό στην αυλή του πατρικού της.
Προς μεγάλη της έκπληξη, ο Μπαστιέν εξακολουθούσε να είναι μόνος. Τόσα χρόνια την καρτερούσε, καθώς από την ημέρα που την είχε ανταμώσει στο Πανεπιστήμιο και παρά τη δυσμορφία της, σε αντίθεση με τα υπέροχα, κυανά της μάτια, η εικόνα της του είχε εντυπωθεί στο μυαλό και την καρδιά του. Έτσι, αποφάσισαν να παντρευτούν σε καθολική εκκλησία και να ζήσουν μαζί σε ένα υπέροχο σπίτι. Εκείνη έμεινε έγκυος έπειτα από πολύ καιρό, ωστόσο τα μαύρα σύννεφα της οικογένειάς της και του παρελθόντος της ξεκίνησαν να τη στοιχειώνουν.
 Ο πατέρας της ήταν και επισήμως νεκρός και η ίδια φοβούμενη για τη ζωή του πρώτου της παιδιού, το οποίο ήθελε να φέρει στο Παρίσι, επέστρεψε έπειτα από χρόνια, έγκυος στο δεύτερο παιδί της στη Βέρνια, για να πάρει μαζί της τον Άινταν. Διέσχισε τις κατακόμβες, εννέα μηνών έγκυος όταν πέρασε στην πόλη της Βέρνια. Ο πόλεμος είχε φυσικά τελειώσει εδώ και καιρό, μα δεν είχε νέα από τον θείο της. Ο λόγος ήταν, πως αυτός δεν ζούσε πια. Είχε πεθάνει βάναυσα από το χέρι του ίδιου του Άινταν που είχε πια ενηλικιωθεί. Η ίδια, έτρεξε στην έπαυλη να τον βρει και φυσικά ο υιός της, είχε γίνει ίδιος ο παππούς του. Πανέμορφος, αλλά σάπιος στην ψυχή. Το βράδυ εκείνο, μπήκε στην έπαυλη και δεν επέστρεψε ποτέ της. Στα σπλάχνα της, κουβαλούσε ακόμη τον αγέννητο Σκορπιό και ετεροθαλή αδερφό του Άινταν. Το μωρό, αμέσως μετά την γέννησή του σχεδόν, δόθηκε στο ορφανοτροφείο, καθώς ο Άινταν δεν είχε καμία όρεξη απολύτως να το μεγαλώσει και να στέκεται εμπόδιο στα σατανικά του σχέδια και τις ειδεχθείς του πράξεις. Εξάλλου, εξαιτίας της δικής του παρέμβασης, το μέλλον του μικρού ήταν προδιαγεγραμμένο από την ημέρα της γέννησής του. Ο Άινταν ήξερε πολύ καλά, πως θα είχε έναν δυνατό και πιστό στρατιώτη στο πλευρό του. Έστειλε λοιπόν δύο ακολούθους του να αφήσουν το μωρό, του οποίου η ταυτότητα και οι ρίζες, θα παρέμεναν άγνωστα.

Oι αχτίδες του ήλιου τρύπωναν παιχνιδιάρικα μέσα από τις γκρίζες κουρτίνες του αναρρωτηρίου. Ο Σκορπιός είχε καρφώσει τα διαπεραστικά του μάτια στον λευκό τοίχο, στον οποίο σχηματίζονταν εικόνες από μαγικά ζώα που έτρεχαν και έπαιζαν. Ήταν μία μέθοδος που είχαν εφεύρει στο Ντορθόριεν, για να μειώνουν το άγχος των άρρωστων παιδιών. Μολαταύτα, διόλου είχε μειωθεί το άγχος και η ταχυπαλμία του μικρού, ο οποίος έπαιρνε κοφτές ανάσες, όποτε του το επέτρεπε το πονεμένο του στήθος. Αυτή τη φορά, το χτύπημα ήταν πιο δυνατό από ποτέ. Όχι πως το είχε νιώσει και πολλές φορές δηλαδή, καθώς είχε μάθει να προστατεύεται, παρά το γεγονός πως δεν γνώριζε τη σκοτεινή του προέλευση. Κοίταξε ξανά τον τοίχο ξέπνοα και τότε με το βλέμμα του εντόπισε τη μικρή, λευκή μάγισσα να στέκεται στο κατώφλι και να τον παρατηρεί. Ευθύς αμέσως, έκλεισε τα μάτια του και παρίστανε τον κοιμισμένο. Δεν ήθελε αυτή η κοπέλα να τον πλησιάσει ούτε στο ελάχιστο. Λίγο αργότερα, άκουσε τα βήματά της να απομακρύνονται και ευθύς η καρδιά του ηρέμησε, για να υποδεχτεί τη νοσοκόμα αγκαλιά με ένα βαθύ πιάτο κοτόσουπας.
Το μέγεθός της ήταν περίπου όσο και του ίδιου του παιδιού, ενώ το δέρμα της είχε ένα καταπράσινο χρώμα, το οποίο ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τα καροτένια, μακριά μαλλιά της. Στο κεφάλι της, όπως και όλοι στη φυλή της, φορούσε έναν σκούφο από πλατανόφυλλο. Η φυλή ονομαζόταν Ναΰρι και οι πιο πολλοί, αν εξαιρέσεις πως ζούσαν στα δάση και τρέφονταν αποκλειστικά από τους καρπούς των δέντρων, είχαν το χάρισμα να μετρούν με απόλυτη επιτυχία και ακρίβεια τη θερμοκρασία του σώματος. Επομένως, αρκετές φορές δούλευαν σε αναρρωτήρια και νοσοκομεία, όπου μαγείρευαν και φαγητά στα οποία έριχναν φαρμακευτικά βότανα για ταχύτερη ανάρρωση.
«Ο πυρετός σου δεν λέει να πέσει… » διαπίστωσε η γυναίκα ταραγμένη. «Πες μου, αγόρι μου, πώς νιώθεις; Τι αισθάνεσαι, προκειμένου να μπορέσω να σε βοηθήσω με το κατάλληλο σκεύασμα;» του είπε η Φαλένιελ, όπως ήταν το όνομά της.
«Δεν θέλω φάρμακα. Άσε με να πεθάνω» της απάντησε απότομα, μα αποφασιστικά.
«Τι είναι αυτά που λες, μικρέ; Τρελάθηκες;» τον ρώτησε ξανά, μα ο Σκορπιός κάρφωσε τα υπέροχα μάτια του στα δικά της και της απάντησε σχεδόν συλλαβιστά :
«Θέλεις ειλικρινά να μάθεις τι αισθάνομαι; Θυμό. Μίσος.» ξεκίνησε και τότε της Φαλένιελ της έπεσε άξαφνα το πιάτο από τα χέρια και έγινε χίλια κομμάτια, σκορπίζοντας στο πάτωμα όλη την ποσότητα της σούπας. «Εσύ βοηθάς να εκκολαφθεί ένα τέρας και θα το φέρεις βάρος στην συνείδησή σου μετά» τελείωσε και με μία κίνηση του χεριού του τη σήκωσε ψηλά, ενώ κλείνοντας την παλάμη του, ένα αόρατο χέρι ξεκίνησε να της σφίγγει τον λαιμό. «Θα σου σβήσω τη μνήμη για ξεχάσεις τα όσα είδες και άκουσες μόλις τώρα» είπε ο νεαρός και τα κυανά του μάτια έλαμψαν.
Τη στιγμή που το μαρτύριο της δόλιας γυναίκας λάμβανε τέλος, στο δωμάτιο εισήλθε τρέχοντας η Εμίλια, η οποία αντίκρυσε το θέαμα της χυμένης στο πάτωμα σούπας.
«Συ- συγγνώμη κυρία. Δεν ξέρω πώς μου έπεσε. Εγώ ερχόμουν στον μικρό για να του την προσφέρω και φαίνεται μου γλίστρησε από τα χέρια» ξεκίνησε να τραυλίζει εξαιτίας του άγχους της.
«Αμάν βρε Φαλένιελ, κορίτσι μου! Λίγη προσοχή δεν βλάπτει» τη μάλωσε γλυκά η Εμίλια, ενώ ένα ειρωνικό χαμόγελο αυλάκωσε το πρόσωπο του μικρού. «Μην ανησυχείς Σκορπιέ μου, θα σου φέρω εγώ άλλη» τελείωσε η Εμίλια και ο Σκορπιός αναδεύτηκε στη θέση του ευχαριστημένος.
Τη στιγμή που οι δυο τους εγκατέλειπαν το δωμάτιο, ο Σκορπιός τράβηξε από την τσέπη του, το μικρό, πάνινο τόπι. Το κοίταξε προσεκτικά και πάλεψε στιγμιαία να χαμογελάσει, φοβούμενος πως και αυτό ακόμη, θα του χάριζε μία γερή σουβλιά στην καρδιά. Εν συνεχεία, αποφάσισε να το κρύψει. Δεν είχε ανάγκη από δώρα, δεν είχε ανάγκη από τον οίκτο και τη συμπάθεια κανενός. Το να βοηθήσει την Κένταλ, πίσω στο μοναστήρι, ήταν απλώς ένα λάθος τραγικό, καθώς είχε προκαλέσει ίσως την συμπάθειά της και δεν ήθελε. Θα φρόντιζε λίαν συντόμως να την εξαφανίσει, όπως και το χαμόγελο από το ομολογουμένως όμορφο πρόσωπό της.
Ο παράξενος ήχος του κουδουνιού του Ντορθόριεν ήχησε δύο φορές. Με την Κριστιέλα βρισκόμασταν στην τραπεζαρία, όταν λίγο αργότερα μπήκε μέσα η Εμίλια και μου έκανε σήμα να την ακολουθήσω.
«Ωχ, ήρθαν για την ανάκριση;» άκουσα την μπουκωμένη Κριστιέλα να μου ψιθυρίζει.
«Δεν έχω ιδέα» της απάντησα κάπως νευρικά και σηκώθηκα από τη θέση μου για να ακολουθήσω τη διευθύντρια.
Στην είσοδο στεκόταν ένας θεόρατος, μάγος με μία υπέροχη πορφυρή αμφίεση και μακριά γενειάδα. Πίσω του ακριβώς, ξεπρόβαλε ο Γουίλ, ο οποίος τη στιγμή που με αντίκρισε, έτρεξε τσιρίζοντας το όνομά μου ξανά και ξανά για να καταλήξει στο τέλος στην αγκαλιά μου.
«Λυπάμαι που η επιστροφή μου ήταν… θανάσιμη» μου ψιθύρισε στο αυτί, καθώς μου εξηγούσε πως είχε πληροφορηθεί για τον θάνατο του Νίκολας και ακόμη χειρότερα, πως εγώ ήμουν παρούσα καθόλη τη διάρκεια του χαμού του.
«Καλησπέρα, Κένταλ» άκουσα τη φωνή του γέροντα. «Ονομάζομαι Σιμεόν Ο΄ Κάιν και ελπίζω πως σύντομα θα σε έχω στην τάξη μου, στη Φιλοσοφία για Αρχάριους, καθώς το μάθημα Ανίχνευσης της Μαύρης Μαγείας, είναι για λίγο μεγαλύτερα παιδιά. Στον δρόμο συνάντησα την άμαξα που μετέφερε τον αδερφό σου και είπα τελικά να τον συνοδεύσω εγώ μέχρι εδώ και να συζητήσουμε κιόλας μιας και τυχαίνει να είναι και εκείνος πορφυρός, όπως εγώ» τελείωσε και ειλικρινά ήθελα να του χαμογελάσω, όμως ντρεπόμουν.
«Έχετε έρθει για να με ανακρίνετε; Να ξέρετε δεν έκανα κάτι κακό… » ξεκίνησα να λέω, αλλά ο Σιμεόν με σταμάτησε αμέσως.
«Κένταλ, δεν χρειάζεται να απολογείσαι για κάτι που δεν έκανες. Πίστεψέ με, είμαι αρκετά μεγάλος πια και διαθέτω πολλές γνώσεις και δυνάμεις, ώστε να μπορώ να διακρίνω την ενοχή σε ένα παιδικό βλέμμα. Θα ήθελα απλώς να συζητήσουμε οι δυο μας, μέχρι να τακτοποιηθεί και ο αδερφός σου. Τι λες;» με ρώτησε ευγενικά και εγώ ένευσα καταφατικά.
Ο επιβλητικός μάγος κινήθηκε προς τη μεριά του γραφείου της Εμίλια και ευθύς με μία κίνηση του χεριού του άναψε το τζάκι, ενώ εμφάνισε από το πουθενά ένα κουτί με τα αγαπημένα μου ζαχαρούχα μπισκότα.
«Κάθισε μικρή μου» μου είπε ενώ είδα την κουνιστή πολυθρόνα να με πλησιάζει και να σταματά λίγα εκατοστά πριν από τα πόδια μου. «Αρχικά, θα ήθελα να σου ξεκαθαρίσω πως όσο υπάρχω θα έχεις στη ζωή σου έναν σύμμαχο και έναν φίλο, αν ποτέ χρειαστείς κάποια συμβουλή. Βλέπεις, εσύ είσαι μικρή και δεν με θυμάσαι, ωστόσο εγώ γνώριζα πολύ καλά τον πατέρα σου, ο οποίος ήταν κάποτε και μαθητής μου, όπως επίσης γνώριζα και τον παππού σου. Να ξέρεις πως κάποια πράγματα, Κένταλ, δεν είναι τυχαία. Η μητέρα σου, η Γουιλαμπέλα ήταν πορφυρή μάγισσα, όπως ο αδερφός σου, ωστόσο ο Έλτον, ο πατέρας σου, ήταν λευκός μάγος, όπως εσύ, όπως και ο παππούς σου και πατέρας του» Έκανε μία παύση για να δει αν αντιλαμβάνομαι όλες τις πληροφορίες που μου παραθέτει.
«Μα εγώ νόμιζα πως ήταν εκρού. Δηλαδή και εμένα έτσι μου είχαν πει…» ξεκίνησα να αντιστέκομαι στα γεγονότα, ωστόσο είδα τον Σιμεόν να χαμογελά.
«Το ξέρω. Εγώ τους το είχα ζητήσει. Όπως επίσης τους είχα συμβουλέψει να αλλάξουν το επίθετό τους, για να παραμείνουν στην αφάνεια. Ο πατέρας σου δεν ονομάζεται Έλτον Μορς, όπως πιστεύεις, αλλά Έλτον Κας, υιός του μεγάλου λευκού μάγου, Όσβαλντ Κας, αδερφός του Κάρολους Κας και εσύ ονομάζεσαι φυσικά Κένταλ Κας. Ωστόσο, η συγκεκριμένη αλήθεια θα παραμείνει σφραγισμένη μέσα σε αυτούς τους τοίχους. Κανένας δεν πρέπει να μάθει το αληθινό σου όνομα. Αρκεί που έχει διαδοθεί η αληθινή σου φύση» μου είπε και εγώ είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό.
Μου ήταν σχεδόν αδύνατο να σκεφθώ πως εγώ ήμουν η εγγονή του πιο διάσημου, λευκού μάγου της ιστορίας του μαγικού κόσμου. Κοίταξα ξανά τον πορφυρό μάγο που στεκόταν απέναντί μου και με κοιτούσε ελαφρώς σκυθρωπός, ενώ εγώ πάλευα να βάλω σε μία τάξη τις σκέψεις μου. Τότε, για κάποιον λόγο ξεπήδησε από το μυαλό μου μία θεωρία. Πως, αν κάποιος είχε ανακαλύψει την ταυτότητα των γονιών μου, τότε ο θάνατός τους μόνο τυχαίος δεν ήταν.
«Κύριε Σιμεόν, μπορώ να σας ρωτήσω κάτι;» πρόφερα και εκείνος ένευσε σιωπηλά.
«Ο θάνατος των γονιών μου δεν ήταν ατύχημα, έτσι;»
«Όχι, Κένταλ. Πολύ φοβάμαι πως οι γονείς σου δολοφονήθηκαν»
Πίσω από την κλειστή την πόρτα ωστόσο, ο Σκορπιός, ο οποίος είχε νιώσει καλύτερα, είχε βγει κρυφά από το αναρρωτήριο κόβοντας βόλτες στους διαδρόμους, όταν τυχαία αντιλήφθηκε τον ερχομό του Σιμέον. Τον είδε λοιπόν, να κατευθύνεται προς το γραφείο της διευθύντριας και καθώς ο Σκορπιός δεν άφηνε τίποτε απολύτως στην τύχη του, τους ακολούθησε πατώντας στις μύτες των ποδιών του.
“Audivi[1]” μουρμούρισε το ξόρκι πίσω από την πόρτα, διπλασιάζοντας τον ήχο, για να μπορεί να ακούει καλύτερα και φυσικά, η πολύτιμη πληροφορία δεν άργησε να έρθει.
Αυτή η ενοχλητική κοπέλα ήταν απόγονος του ίδιου του Όσβαλντ Κας. Του πιο λαμπρού μάγου της εποχής του, ο οποίος κονταροχτυπιόταν στο ταλέντο μονάχα με τον Γκρερ. Επομένως, ο θάνατος της οικογένειάς της πράγματι δεν ήταν τυχαίος, υπέθεσε, για να ακούσει την πόρτα να ανοίγει και έναν ενοχλημένο Σιμεόν να τον κοιτάζει διερευνητικά.
«Τα άκουσες όλα μικρέ κατάσκοπε;» τον ρώτησε, αλλά το αγόρι δεν απάντησε, μονάχα κοίταξε στιγμιαία την Κένταλ κοκκινίζοντας.
«Δεν θα σε σώσει η φίλη σου, επομένως αδίκως προσμένεις βοήθεια» του είπε ξανά πειρακτικά ο Σιμεόν και γυρνώντας προς την Κένταλ, τής έκανε νόημα να τον περιμένει καθώς ήθελε να μιλήσει και στον αδερφό της.
«Δεν είναι φίλη μου αυτή!» απάντησε απότομα το αγόρι «και όχι δεν προσμένω κανενός τη βοήθεια κύριε. Κρυφάκουγα» του πέταξε και ο Σιμεόν κοίταξε το αγόρι με δέος και προβληματισμό.
«Πρέπει να είσαι ο Σκορπιός. Πέρασε μέσα, σε ήθελα και εσένα» άκουσε τη φωνή του Σιμεόν και υπακούοντας μπήκε και κάθησε με θράσσος στην κουνιστή πολυθρόνα, σχεδόν γυρνώντας του την πλάτη.
Ο Σιμεόν ωστόσο, εμφάνισε καλοσυνάτα ένα ζαχαρούχο κουλούρι και του το πρόσφερε, μα το αγόρι δίστασε να το πάρει.
«Δεν είμαστε όλοι εχθροί σου, Σκορπιέ. Υπάρχουν άνθρωποι που σε νοιάζονται» του είπε, μα ο νεαρός δεν έστρεψε το βλέμμα του στον μάγο.
«Εσύ, δεν ξέρεις τίποτε απολύτως» του ήρθε η απάντηση.
«Ξέρω όμως, πως είσαι ένα αρκετά μοναχικό παιδί και επίσης ξέρω πως ήσουν παρών στο θάνατο του Νίκολας, ενώ έσωσες την Κένταλ.
«Ψέματα, εγώ δεν έσωσα κανέναν. Απλώς αυτά τα χέρια τραβούσαν και εμένα μαζί και έτσι στην προσπάθειά μου να σώσω τον εαυτό μου, έσωσα καταλάθος και το κορίτσι. Όσο για τον Νίκολας, αδιαφόρησα και έφυγα. Η τύχη των άλλων δεν με ενδιαφέρει» του απάντησε και ο Σιμεόν τον κοίταξε προβληματισμένος, δίχως ωστόσο να χάνει τη γλυκύτητα στη χροιά της φωνής του.
«Καλώς, ωστόσο θα μου πεις από πού γνωρίζεις το ξόρκι για να διπλασιάζεις την ακοή σου;» ρώτησε τελικά και αυτό το θέμα φάνηκε να έλκει τον νεαρό.
«Λοιπόν, κύριε, διαβάζω πολύ. Ξέρετε πως εδώ μας έχουν διδάξει γραφή και ανάγνωση, προκειμένου να είμαστε έτοιμοι για το πρώτο έτος στην Επινουά. Προσωπικά, δεν βλέπω την ώρα να φύγω και να μην ξαναπατήσω ποτέ εδώ. Το ξόρκι το διάβασα στα διάφορα βιβλία που μελετώ για να περνά η ώρα μου ευχάριστα»
«Ωστόσο, κάποια ξόρκια οφείλουμε να τα αφήνουμε μονάχα στη σφαίρα της γνώσης. Εσύ έμαθα πως δοκίμασες το ξόρκι του εμετού σε ένα αγόρι» τον στρίμωξε ο Σιμεόν.
«Δεν έκανα απολύτως τίποτε κύριε, σας είπαν ψέματα» είπε ξανά.
«Βλέπω, πως είσαι ελαφρώς φοβισμένος. Μπορείς να φύγεις, ωστόσο δεν θα ήθελα να ακούσω κάποια άλλη αταξία που να αναμειγνύει και το δικό σου όνομα και ας είναι ψέματα» τελείωσε ο Σιμεόν και τότε, καθώς ο Σκορπιός απομακρυνόταν και ο μάγος ήταν βέβαιος πως είχε χαλαρώσει αρκετά, ώστε να μην κρύβει τον εαυτό του, ενεργοποίησε το ξόρκι ανίχνευσης της αύρας του, η οποία συνέπιπτε συνήθως με εκείνη των Ανιχνευτών. Καθώς το αγόρι του γύριζε την πλάτη, τα μάτια του Σιμεόν έλαμψαν πορφυρά, μα ο Σκορπιός δεν το πρόσεξε.
Τότε, ο γέροντας ταραγμένος, έπιασε στα χέρια του τον φάκελο με όλα τα χαρτιά του μικρού και τα κοίταξε προσεκτικά. Είδε το αποτέλεσμα των Ανιχνευτών, πως τον χαρακτήριζαν γκρίζο μάγο.
Τι στο καλό;” σκέφτηκε σχεδόν με τρόμο “Πώς είναι δυνατόν ένα τόσο μικρό παιδί να ξεγελάσει τους Ανιχνευτές και τη μαγεία τους; Ο Σκορπιός είναι Σάμχαϊν… τι θα πω στην Εμίλια; Αν μαθευτεί, αυτό το παιδί θα οδηγηθεί απευθείας για εκτέλεση με καύση! Θα πανικοβληθεί ο κόσμος! Όχι, ο Σκορπιός θα είναι κάτω από την αυστηρή μου επίβλεψη. Η μάσκα της καλοσύνης του απέναντι στην Εμίλια δεν θα κρατήσει για πολύ. Έχει ταλέντο στη μαγεία και αυτό φαίνεται… υπό άλλες συνθήκες θα γινόταν ένας εξαιρετικός μάγος, όμως...”
«Σιμεόν, με ακούς;» τον έβγαλε από τις σκοτεινές του σκέψεις η Εμίλια. «Λοιπόν, πώς σου φάνηκε ο μικρός;» ρώτησε εννοώντας τον Σκορπιό.
Ο Σιμεόν ξεροκατάπιε, κατόπιν ίσιωσε μηχανικά τη γενειάδα του και της απάντησε :
«Είναι ένα πολύ ιδιαίτερο παιδί και πολύ ταλαντούχο για την ηλικία του. Θέλω ωστόσο να μου πεις πώς συμπεριφέρεται στον χώρο του ιδρύματος» της είπε σχετικά σοβαρά.
«Μου ακούγεσαι προβληματισμένος. Έγινε κάτι;» ρώτησε η Εμίλια ξαφνιασμένη.
«Απολύτως τίποτε. Από απλό ενδιαφέρον ρωτώ» της χαμογέλασε ο Σιμεόν.
«Η αλήθεια, έχουν υπάρξει κάποια θέματα, όπως για παράδειγμα το γεγονός πως κάποια παιδιά τον φοβούνται, ενώ ένα άλλο παιδί μου είπε πως του προκάλεσε εμετό με ένα ξόρκι, γιατί την προηγούμενη ημέρα είχαν διαφωνήσει. Ωστόσο, ποτέ μου δεν τον έχω δει με τα μάτια μου να δημιουργεί πρόβλημα, πράγμα που με προβληματίζει, καθώς ή πολύ καλός ηθοποιός είναι ή πράγματι είναι ψέματα των υπόλοιπων παιδιών. Επίσης, είναι κλειστός. Δεν μιλά ποτέ του και σε κανέναν, δεν έχει φίλους. Πίστεψα για κάποια στιγμή πως αυτό θα άλλαζε με τον ερχομό της Κένταλ, καθώς για πρώτη φορά τον είδα να απευθύνει τον λόγο από μόνος του σε ένα άλλο παιδί, για παραπάνω από μία φορά. Συνήθως, έχω καταλάβει πως κάποιους απλώς τους χρησιμοποιεί για να πετύχει τον στόχο της σκανταλιάς του και να μην ενοχοποιηθεί ο ίδιος και κατόπιν δεν τους απευθύνει ποτέ ξανά τον λόγο» τελείωσε εκείνη και ο Σιμεόν συμπλήρωσε :
«Επομένως, παραδέχεσαι έμμεσα πως ο Σκορπιός έχει κάποια παραβατική συμπεριφόρα»
«Την οποία ποτέ δεν έχουμε δει με τα μάτια μας, απλώς κάνουμε εικασίες βγάζοντας έμμεσα συμπεράσματα» ολοκλήρωσε τη σκέψη του εκείνη.
«Αυτό είναι το θέμα μας, Εμίλια, να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά και εύχομαι καλή επιτυχία στα παιδιά, τα οποία αύριο ξεκινούν επισήμως τα μαθήματα στη Σχολή Επινουά, όπου θα διαμένουν κιόλας» τελείωσε.
Ο Γουίλ παρέμενε δίπλα μου, καθώς περιμέναμε και οι δύο την εμφάνιση του πορφυρού μάγου.
«Ο Σιμεόν μου τα είπε όλα. Για τον μπαμπά και τη μαμά. Ο παππούς μας ήταν ο Όσβαλντ! Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό;» του φώναξα και μου έκανε νόημα να σωπάσω.
«Μη λες εδώ μέσα αυτό το όνομα, υπάρχουν αυτιά και στους τοίχους και νομίζω το διαπίστωσες και μόνη σου αυτό» με μάλωσε ο Γουίλ, εννοώντας φυσικά τον Σκορπιό.
«Ξέρω, εννοείς αυτόν τον.…» πήγα να πω.
«Δεν μου αρέσει καθόλου αυτό το παιδί, Κένταλ. Τώρα που ήρθα, θα σε προσέχω εγώ. Σε πείραξε καθόλου; Λέγε μου και θα τον βάλω στη θέση του» συμπλήρωσε.
«Όχι, Γουίλ και μην του δίνεις σημασία»
«Κένταλ και Γουίλ. Έτοιμοι για την αυριανή ημέρα;» άκουσα τον Σιμεόν.
«Τι εννοείτε κύριε;» ρωτήσαμε και οι δύο.
«Αύριο θα αντικρύσετε από κοντά τη Σχολή Επινουά. Ξέρω πως ο Γουίλ έκανε μαθήματα κατ΄οίκον και νομίζω είναι καιρός να ανοιχτείτε πια στο κόσμο. Από αύριο θα τα λέμε στην τάξη» ολοκλήρωσε και μας αποχαιρέτησε με ένα μπισκότο από ζάχαρη ακόμη.
Η ιδέα της Σχολής με ενθουσίαζε. Επιτέλους, ο κόσμος ανοιγόταν μπροστά μου και ήμουν απολύτως έτοιμη να τον εξερευνήσω.
Τα συναισθήματά μου ήταν ανάμεικτα εκείνη την ημέρα. Η χαρά μου που αντίκριζα τον αδερφό μου ήταν κυριολεκτικά απερίγραπτη, ωστόσο το ζήτημα του θανάτου των γονιών μας, καθώς και η αποκάλυψη της ταυτότητάς μας ταλάνιζαν το μυαλό μου αδιάκοπα.
Μαζί με την Κριστιέλα, καθόμασταν οκλαδόν στο κρεβάτι μου και παίζαμε με τις μαγικές της κάρτες. Όπως και στο γνωστό επιτραπέζιο, καλούμασταν να μαντέψουμε το πρόσωπο στην κεντρική καρτα που είχαμε τοποθετήσει στη μέση, μονάχα που, όποτε βρίσκαμε κάποιο χαρακτηριστικό του, η κάρτα άλλαζε αυτόματα και ζωγραφιζόταν μονάχη της.
«Φιλενάδα, είναι κούκλος ο Γουίλ! Το έχετε στην οικογένειά σας. Είναι ψηλός για την ηλικία του και αδύνατος
και λατρεύω τα ελαφρώς σγουρά, καστανά του μαλλιά. Δεν μοιάζετε πολύ, η αλήθεια» αναστέναξε με νάζι, για να κατορθώσει να με πετάξει τελικά από τις σκέψεις μου.
«Πού ταξιδεύεις πάλι; Ελπίζω κάπου όμορφα και όχι εφιαλτικά όπως η Επαρχία του
Αντίστροφου Χρόνου» μου είπε πειρακτικά.
«Κάποια στιγμή θα σου εξηγήσω. Για την ώρα ακόμη και εγώ η ίδια παλεύω να καταλάβω πολλά πράγματα» της είπα θλιμμένα, όταν άκουσα ένα χτύπημα στην πόρτα και μπήκε μέσα ο Γουίλ χαρωπός.
«Τι συζητάτε; Ξέχασα να συστηθώ πριν, με λένε Γουίλ και εσύ εισαι η.… »
«Κριστιέλα και είμαι Άρπια» ακούστηκε η απάντηση του κοριτσιού που συνοδεύτηκε με ένα κοκκίνισμα στο πρόσωπο.
«Χάρηκα πολύ. Ελπίζω να πρόσεχες τη μικρή μου από εδώ, γιατί έμαθα πως κυκλοφορούν τραμπούκοι» ολοκλήρωσε ο Γουίλ
κοιτάζοντάς με με νόημα.
« Αχ, δεν λες τίποτε και κλέφτες και τραμπούκοι» συνέχισε η Άρπια με εμένα να της κουνώ τα χέρια πίσω από την πλάτη του αδερφού μου, εκλιπαρώντας την να σταματήσει.
«Μα, γιατί; Τι κλάπηκε;» άρχισε ο αδερφός μου και ένιωσα να με λούζει ο ιδρώτας.
«Της Κένταλ το φυλαχ...» δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει η φίλη μου και της έκλεισα το στόμα.
« Μην της δίνεις σημασία» προσπάθησα να το καλύψω, για να τον δω να οργίζεται.
«Κένταλ, πού είναι το φυλαχτό της
μαμάς;» με ρώτησε αναψοκοκκινισμένος. «Ξέρεις, αυτό που κρεμόταν πάντοτε στο στήθος σου»
«Ε, κάπου εδώ θα βρίσκεται» άρχισα να μασάω τα λόγια μου, μέχρι που η Κριστιέλα με διέκοψε εξίσου οργισμένη.
«Για τον Θεό, Κένταλ! Σταμάτα να τον καλύπτεις επιτέλους! Φοβάσαι να πεις την αλήθεια στον Γουίλ; Πως ήρθε και στο έκλεψε με θράσος κάτω από τη μύτη σου; Ή μήπως φοβάσαι να του πεις τι πέρασες, όταν ο Νίκολας σκοτώθηκε μπροστά σου;» τελείωσε με το βλέμμα του Γουίλ να σαρώνεται από μία σκιά. Μία σκιά μίσους την οποία πάλευα εμφανώς να αποφύγω, καθώς ήξερα την αδυναμία που μου είχε και πως την υπόθεση θα την έφθανε με βεβαιότητα στα άκρα.
«Αυτό το τέρας έτσι; Γιατί δεν μου είπες τίποτε; Λέγε αυτή τη στιγμή, πού είναι!» Ούρλιαξε, ωστόσο εγώ δεν τον άκουγα. Είχα απλώς κατεβάσει το βλέμμα μου στη γη, για να μη φανούν τα μάτια μου που είχαν βουρκώσει εξαιτίας της ταραχής μου.
«Απέναντι» έδωσε την περιφρονητική απάντηση η
Άρπια, για να δω έναν Γουίλ να εξαφανίζεται χτυπώντας πίσω του την πόρτα.
Με δύο δρασκελιές, είχε βρεθεί μπροστά από την πόρτα με τον αριθμό τρία. Ο Σκορπιός ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του κοιτάζοντας το κενό και με το στομάχι του να ανακατεύεται εξαιτίας της αδυναμίας που είχε νιώσει λίγες ώρες πριν. Η αλήθεια, ο ξαφνικός πόνος που είχε νιώσει να του τρυπά τα σωθικά, συνάμα με την απώλεια ενέργειας, τον είχε τρομοκρατήσει. Ακόμη ένα λάθος θα του κόστιζε τη ζωή ή θα τον οδηγούσε στον θάνατο αργά και βασανιστικά. Μολαταύτα, ένα ειρωνικό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του, κάνοντας τα να κυρτώσουν τη στιγμή που αντιλήφθηκε το βήμα του αγοριού έξω ακριβώς απο την πόρτα του.
Με όση δύναμη διέθετε, σηκώθηκε και με μία κίνηση του χεριού του, άνοιξε την πόρτα του δωματίου του ξαφνιάζοντας τον Γουίλ.
«Μη στέκεσαι έξω» του μούγκρισε.
«Θα περάσω και μέσα κλέφτη. Λοιπόν, για να τελειώνουμε, δώσε πίσω το φυλαχτό της αδερφής μου!» του φώναξε ο Γουίλ, ωστόσο ο Σκορπιός δεν φάνηκε να μετακινείται ούτε εκατοστό από την θεση του.
«Δεν έχω κανένα φυλαχτό» ήταν η απάντησή του, μα ο Γουίλ εισέβαλε στο δωμάτιο σπρώχνοντάς τον με φόρα και ξεκίνησε να ανοίγει τις ντουλάπες, όταν Σκορπιός τέντωσε μπροστά τα χέρια του, σφίγγοντας ταυτόχρονα τις γροθιές του και πνίγοντας τον Γουίλ.
Τα κυανά του μάτια για λίγο έχασαν το γλυκό τους χρώμα, εκείνο της αλμυρής θάλασσας, υιοθετώντας για δευτερόλεπτα μία κοκκινη λάμψη.
«Με τους εισβολείς δεν τα πάω καλά. Μου προκαλούν εκνευρισμό» τελείωσε τη φράση του, εκτοξεύοντάς τον στον τοίχο και ξεσηκώνοντας και τους υπόλοιπους.
Τη στιγμή που ο Γουίλ σηκωνόταν, ένα άλλο κορίτσι που παρακολουθούσε τη διαμάχη, ετοιμάστηκε να ειδοποιήσει την Εμίλια. Ταυτόχρονα, ο Γουίλ αποφάσισε να αμυνθεί και ο Σκορπιός να τον αφοπλίσει, με αποτέλεσμα το ξόρκι να χτυπήσει τη μικρή, ρίχνοντάς την από τις σκάλες. Το δύστυχο κορίτσι χτύπησε το κεφάλι του στην κουπαστή και όπως αποδείχτηκε, το χτύπημα ήταν μοιραίο κοστίζοντάς της τη ζωή.
Τότε, ο Σκορπιός άκουσε την Κένταλ να ουρλιάζει το όνομα του αδερφού της, την
Κριστιέλα να
κλαίει και την Εμίλια σαστισμένη να τρέχει στο πεσμένο σώμα του κοριτσιού.
«Γκλοέρια!» Φώναζε απεγνωσμένα η Εμίλια «Τι συνέβη; Τι της συνέβη; Κένταλ; Γουίλ; Σκορπιέ; Κάποιος ας μου πει τελοσπάντων!»
«Για την ακρίβεια κυρία, ο Γουίλ μπήκε με τη βία στο δωμάτιό μου και μου επιτέθηκε» ξεκίνησε ο Σκορπιός.
«Είναι ένας κλεφτης! Έχει κλέψει το φυλαχτό της αδερφής μου!» Ξεκίνησε να ωρύεται το αγόρι.
«Δεν έχεις αποδείξεις! Μη με αναγκάσεις να σε κάνω ρεζίλι μπροστά σε όλους! Μπορείτε να ψάξετε το δωμάτιό μου και σας υπόσχομαι, δεν θα βρείτε τίποτε απολύτως»
«Το κορίτσι; Σας ακούω! Τι της συνέβη!» Φώναξε η Εμίλια ξανά και ο Σκορπιός χαμογέλασε μειλίχια. Ήταν έτοιμος να υποδυθεί τον ρόλο του ξανά.
«Βλέπετε, μερικοί ακόμη δεν ήρθαν και αποφάσισαν να δημιουργήσουν προβλήματα! Τάραξε το καημένο το κορίτσι και έπεσε από τις σκάλες, ενώ ερχόταν να σας βρει»
«Λες ψέματα! Χρησιμοποίησες ξόρκι επάνω του» άκουσε τη φωνή της Κένταλ και γύρισε αργά το κεφάλι του για να την κοιτάξει.
«Ο αδερφός σου πήγε να με πνίξει…» άρχισε ο Σκορπιός, όταν η Εμίλια πνιγμένη στο κλάμα κοίταξε και τα δύο αγόρια αυστηρά.
«Απόψε, χάθηκε μία ζωή. Σε αυτό το ίδρυμα προσφέρουμε σε όλους σας ασφάλεια, στέγη και φαγητό, δεν υποθάλπτουμε εγκληματίες. Δεν το δέχομαι αυτό και δεν θα το αφήσω να συμβεί» ξεκίνησε, όταν τη διέκοψε το κουδούνι της εξώπορτας.
Τρεκλίζοντας ακόμη, πήγε να ανοίξει, για να αντικρύσει τα σκιώδη μάτια του Άινταν να την καρφώνουν.
«Καλησπέρα, Εμίλια. Ήρθα και εγώ για να γνωρίσω τα παιδιά, μιας και αύριο ξεκινά η σχολική τους χρονιά στην Επινουά» πρόφερε με ένα ψεύτικο χαμόγελο να αυλακώνει το πρόσωπό του.
«Ήρθες σε λάθος στιγμή» πρόφερε η γυναίκα, όταν από πίσω της εμφανίστηκαν τα δύο αγόρια, ο Σκορπιός και ο Γουίλ. «Απόψε συνέβη κάτι τραγικό Άινταν. Χάσαμε ένα παιδί» του είπε η Εμίλια και ο άνδρας κάρφωσε το βλέμμα του στον Σκορπιό. Ο μικρός του το ανταπέδωσε με τον ίδιο αυστηρό τρόπο και τότε ο Άινταν τον πλησίασε ακόμη λίγο.
«Γεια σου, Σκορπιέ» τού ψιθύρισε σχεδόν έχοντας ένα σατανικό χαμόγελο μόνιμα αποτυπωμένο στο αλαβάστρινο πρόσωπό του.
Ο Άινταν κοιτούσε τον μικρό Σάμχαϊν με μάτια που γυάλιζαν. Καθώς και ο ίδιος ήταν μάγος του ερέβους, απόγονος μάλιστα του ίδιου του
Γκρερ. Διέθετε τη δύναμη να διακρίνει την ολόμαυρη αύρα του αγοριού, στις φλέβες του οποίου κυλούσε το ίδιο αίμα με το δικό του.
«Ήρθες τη χειρότερη ώρα, Άινταν. Τα αγόρια είναι τιμωρημένα από αυτή τη στιγμή» του είπε η Εμίλια.
«Θα μπορούσα να μάθω τον λόγο; Θέλω να πω, ένα ίδρυμα όπως το Ντορθόριεν, πρέπει να διακρίνεται από ηθική και καλή συμπεριφορά, ενώ εσείς φθάσατε στο σημείο να μιλάτε για θάνατο, ίσως και υποψία φόνου εκ προμελέτης. Ήταν ατύχημα τελικά;» ρώτησε δήθεν αθώα.
«Όλα έτσι δείχνουν. Τα αγόρια μάλωναν και η δύστυχη Γκλοέρια φοβήθηκε και έτρεξε να με ειδοποιήσει, γλιστρώντας ωστόσο από τις σκάλες» ξεκίνησε να μονολογεί σχεδόν, σκουπίζοντας τα βουβά δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια της.
«Θα μπορούσα να μιλήσω λίγο με τον νεαρό; Μου φαίνεται αρκετά αγχωμένος και ίσως να κατόρθωνα να του αποσπάσω και κάποιες πληροφορίες, προτού φυσικά τιμωρηθεί» τη ρώτησε μελιστάλακτα και εκείνη ένευσε καταφατικά.
Ο Άινταν με τα ολοστρόγγυλα, σμαραγδένια του μάτια έκανε νόημα στον Σκορπιό να τον ακολουθήσει στο πρώτο δωμάτιο που ήταν διαθέσιμο, το γραφείο της Εμίλιας, μουρμουρίζοντας ένα ξόρκι που να μην επιτρέπει στον ήχο να δραπετεύσει.
«Ξόρκι της σιωπής» άκουσε τη φωνή του αγοριού. «Πώς ξέρεις το όνομά μου;» τον ρώτησε ψυχρά.
«Ω, είσαι πιο διάσημος από όσο πιστεύεις μικρέ, ταλαντούχε μάγε. Εσύ και η Κένταλ είστε ήδη γνωστοί στο Υπουργείο» του απάντησε.
«Η Κένταλ είναι λευκή μάγισσα. Λογικό να είναι διάσημη. Εγώ γιατί; Ελπίζω να μου πεις την αλήθεια, γιατί είμαι καλός ανιχνευτής ψέματος» συνέχισε ο Σκορπιός με ψυχρότητα κοιτάζοντας τον Άινταν στα μάτια.
«Έχεις πολύ θράσος για την ηλικία σου, μα και γνώσεις και ικανότητες. Καλά θα κάνεις όμως να μην εκδηλώνεσαι και πολύ. Λίγοι θα εκτιμήσουν τις δυνατότητές σου και λιγότεροι τον χαρακτήρα σου. Μάθε να προσποιείσαι, εξάλλου, ένας γνήσιος Σάμχαϊν πρέπει να είναι ικανός να προσαρμόζεται και στο ανάλογο περιβάλλον, όσο ανθυγιεινό και αν φαντάζει» τελείωσε καγχάζοντας ειρωνικά.
Το βλέμμα του Σκορπιού σκλήρυνε και σκούρυνε σαν να επικρατούσε θύελλα τόσο στην ψυχή, όσο και στα μάτια του.
«Δεν είμαι Σάμχαϊν, κύριε. Δεν υπάρχουν. Τουλάχιστον, όχι εν ζωή» απάντησε κοφτά ο μικρός γυρνώντας του την πλάτη προκειμένου να αποφύγει το διαπεραστικό του βλέμμα.
«Είσαι απόλυτα σίγουρος; Δεν σου έτυχε ποτέ να νιώσεις την ύπαρξη της μαύρης μαγείας;» ρώτησε τραγουδιστά ο Άινταν και τότε, στο μυαλό του Σκορπιού ήρθε η εικόνα των χεριών που τραβούσαν την Κένταλ. Φυσικά και είχε νιώσει το κάλεσμα της μαύρης μαγείας και γι’αυτό είχε τρέξει να βοηθήσει το κορίτσι. Γιατί είχε νιώσει τον κίνδυνο. Ακριβώς την ίδια αίσθηση είχε και με τον άντρα απέναντί του. Ένιωθε τη μαγεία του ερέβους να χορεύει στις φλέβες του και ολόγυρά του.
«Ίσως και να την είχα νιώσει» του απάντησε κάπως αόριστα, μη θέλοντας να ανοιχτεί περισσότερο.
Ο Άινταν χαμογέλασε ευχαριστημένος.
«Τότε, γνωρίζεις ήδη την απάντηση. Η Ανίχνευση της Μαύρης Μαγείας είναι ένα μάθημα που διδάσκεται και στην Επινουά. Ωστόσο, οι μαύροι και οι λευκοί μάγοι διαθέτουν εκ γενετής την ικανότητα να την ανιχνεύουν. Μοιάζει με φωνή που τους καλεί» του απάντησε και ο Σκορπιός γύρισε απότομα το κεφάλι του και τον κοίταξε.
«Είσαι από το Υπουργείο, σωστά;» τον ρώτησε και ο Άινταν ένευσε. «Σε ποιον τομέα;» ρώτησε ξανά το αγόρι.
«Στον τομέα Εσωτερικών Υποθέσεων» απάντησε κοφτά ο άντρας.
«Τότε, θα έχεις σίγουρα ασχοληθεί με τα γενεαλογικά μας δέντρα. Θα γνωρίζεις τι απέγινε η οικογένειά μου» του είπε και ο Άινταν υιοθέτησε ένα δήθεν θλιμμένο βλέμμα.
«Ήλπιζα να μη φθάναμε ποτέ σε ετούτη την ερώτηση» πρόφερε προβληματισμένος.
«Είναι μία ερώτηση που κάθε ορφανό κρύβει μέσα του, περιμένοντας μία ημέρα να απαντηθεί. Σε ακούω» συνέχισε ο Σκορπιός και ο Άινταν τον πλησίασε ακουμπώντας το ένα του χέρι στον ώμο του.
«Νομίζω πως η απάντηση, είναι προφανής μικρέ. Οι γονείς σου σε εγκατέλειψαν και έφυγαν με προορισμό τον κόσμο των κοινών ανθρώπων» του είπε σε έναν τόνο ελαφρώς αδιάφορο.
«Γιατί; Τους ήμουν βάρος; Δεν είχαν μήπως χρήματα να με συντηρήσουν; Είχαν πολλά παιδιά;» ξεκίνησε τις απανωτές ερωτήσεις και ο Άινταν άφησε να του ξεφύγει ένας αναστεναγμός.
«Γιατί ήξεραν πως ήσουν Σάμχαϊν και κανένας δεν επιθυμεί ένα τέτοιο παιδί» του απάντησε.
«Όμως εγώ, δεν έκανα κακό σε κανέναν. Δεν θα μπορούσα άλλωστε. Ήμουν βρέφος» συνέχισε.
«Το ξέρω αγόρι μου και είναι και ο λόγος που ζήτησα να σου μιλήσω ιδιαιτέρως. Ακόμη δεν έχεις καταλάβει πως εμάς τους Σάμχαϊν πάντοτε μας ζήλευαν γιατί ήμασταν οι γνώστες της πιο αρχαίας μαγείας. Εκείνης των ρούνων. Ίσως ούτε καν οι λευκοί δεν την κατέχουν. Εμείς όμως είχαμε τη δύναμη να διαβάζουμε και να γράφουμε στα αρχαία ρουνικά και να δημιουργούμε πανίσχυρα ξόρκια. Ο κόσμος όμως, μας θεώρησε απειλή και ο Όσβαλντ διέδωσε φήμες πως ήμασταν επικίνδυνοι με αποτέλεσμα να κάψουν ζωντανούς όσους πιο πολλούς μπόρεσαν, γιατί καθώς λέγεται πως για να μην ξαναγεννηθεί ένας μάγος, θα πρέπει να καεί ζωντανός» τελείωσε ο Άινταν και ο Σκορπιός τον κοιτούσε σιωπηλός.
«Υπάρχει δηλαδή περίπτωση να αναστηθεί νεκρός μάγος;» τον ρώτησε και το χαμόγελο του Άινταν έγινε πλατύτερο.
«Ίσως και να υπάρχει, μα είναι πολύ δύσκολο και απαιτεί γνώσεις σπάνιες και ένα τελετουργικό, καλά κρυμμένο σε μία Επαρχία απαγορευμένη για τις ψυχές των ζωντανών. Μου αρέσει όμως που ενδιαφέρεσαι και ρωτάς. Όπως θα κατάλαβες, αν πεις σε κάποιον πως είσαι μαύρος μάγος, θα σε εκτελέσουν με δημόσιο κάψιμο» πρόφερε ο άντρας.
«Σωστά, εδώ δεν με αποδέχτηκαν οι ίδιοι μου οι γονείς…» συλλογίστηκε ο Σκορπιός και ο Άινταν κούνησε το κεφάλι του με κατανόηση.
«Οι χειρότεροι εχθροί μας είναι οι λευκοί μάγοι. Είναι εξίσου ισχυροί με εμάς, ωστόσο κανένας τους δεν δέχτηκε να γίνει σύμμαχός μας. Ευτυχώς, η γενιά του Κας εξοντώθηκε» μούγκρισε ο Άινταν, μα τότε στο μυαλό του Σκορπιού ήρθε ο διάλογος του Σιμεόν και της Κένταλ. Η κοπέλα ήταν απόγονος του Όσβαλντ Κας. Εγγονή του για την ακρίβεια. Ωστόσο, ο νεαρός αποφάσισε για κάποιον παράξενο λόγο να μην ομολογήσει ποτέ στον Άινταν αυτήν την πληροφορία. «Να ξέρεις πως, αν χρειαστείς ένα στήριγμα και έναν δάσκαλο, εγώ θα είμαι εδώ για εσένα. Να με θεωρείς οικογένειά σου. Εξάλλου και οι δύο καταγόμαστε από κάποια γενιά Σάμχαϊν. Να θυμάσαι όμως, πως αυτήν την πληροφορία θα πρέπει να την κρατήσεις για τον εαυτό σου, αλλιώς κινδυνεύει η ζωή σου» τελείωσε ο Άινταν και μαζί με τον Σκορπιό βγήκαν από το γραφείο για να αντικρύσουν την Εμίλια να τους καρτερά.
«Λοιπόν; Πώς πήγε;» τον ρώτησε.
«Ο νεαρός πιστεύω πως είναι αθώος. Μου μίλησε με πολύ πόνο για το καημένο το κορίτσι» της είπε ο Άινταν»
«Ωστόσο, καθώς επιτέθηκε με ξόρκι στον νεαρό Γουίλ, ο οποίος ανταπέδωσε τη χειρονομία, θα πρέπει να τιμωρηθούν αμφότεροι. Λοιπόν, νεαροί μου, στα δωμάτιά σας και δεν θα βγείτε από εκεί, αν δεν σκεφτείτε καλά τι κάνατε. Δεν θα γευματίσετε μαζί με τους υπόλοιπους απόψε. Επίσης, στα κρεβάτια σας σάς έχω αφήσει τις αυριανές στολές που θα έχετε κατά την μεταφορά και είσοδό σας στην Επινουά. Καλό βράδυ και φρόνιμα» τους είπε και οι δυο τους ανέβηκαν αμίλητοι και κλειδώθηκαν στα δωμάτιά τους.
Ο Σκορπιός άναψε το φως της λάμπας που βρισκόταν δίπλα από το κρεβάτι του και στάθηκε πλάι στο παράθυρο, ακουμπώντας το μάγουλό του στο παγωμένο τζάμι. Έξω χιόνιζε, καθώς το Ντορθόριεν, βρισκόταν σε ύψωμα, απομονωμένο από την υπόλοιπη πόλη. Με μία πλάγια ματιά, παρατήρησε τη στολή του. Ένα γκρίζο πουλόβερ, με λευκό πουκάμισο από μέσα και παντελόνι υφασμάτινο σε μία λίγο πιο σκούρα, μα γκρίζα απόχρωση. Κανονικά, θα έπρεπε να είναι μαύρο, αλλά ποιος επιθυμεί ένα τέτοιο παιδί, έναν τέτοιο φίλο και μελλοντικά, έναν τέτοιο σύντροφο; Αν κάποιος ανακάλυπτε την ταυτότητά του, θα τον σκότωνε στον ύπνο του ή θα τον έκαιγε ζωντανό και ας ήταν μόλις κοντά στα δέκα. Ωστόσο, το βράδυ εκείνο, παρακολουθώντας τις νιφάδες που έπεφταν πυκνές, στο μυαλό του ήρθε η εικόνα δύο χρόνων πριν.
 Ήταν Χριστούγεννα και το ορφανοτροφείο είχε κατασκευάσει μαγικά ημερολόγια, με τις ζωγραφιές των παιδιών να ζωντανεύουν όποτε γυρνούσε κάποιος την σελίδα, εμφανίζοντας το έλκυθρο του Άγιου Βασίλη να κινείται, τις νιφάδες να πέφτουν και τις φωνές των παιδιών που τραγουδούσαν, να ζωντανεύουν. Όταν όλα ήταν έτοιμα, η Εμίλια μαζί με τα παιδιά είχαν βγει στην πόλη για να πουν τα κάλαντα στα σπίτια και να μοιράσουν τα ημερολόγια. Οι πόρτες άνοιγαν και οι εικόνες που υποδέχονταν τον Σκορπιό ήταν όμορφες και τρυφερές. Ο ίδιος μισούσε να λέει τα κάλαντα, ωστόσο ακολουθούσε πάντοτε τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, μόνο και μόνο για να βλέπει τα σπίτια με τους γονείς και τα παιδιά τους, με τους στολισμούς και τη μυρωδιά της φρέσκιας κρέμας με μαστίχα και κίτρινα μούρα. Κάποτε, αισθανόταν την ανάγκη να χαμογελάσει, μήπως κάποιος τον λυπόταν και τον υιοθετούσε. Εξάλλου, ήταν ένα πανέμορφο αγόρι, ίσως το πιο όμορφο από όλα. Μία φορά όμως που το προσπάθησε, ένιωσε έναν πόνο στο στομάχι που τον έκανε να ζαλιστεί για λίγο, έτσι επέστρεψε ξανά, στην αιώνια, ανέκφραστη μάσκα που στόλιζε το πρόσωπό του.
Σήμερα όμως, η μάσκα αυτή ήταν έτοιμη να ραγίσει. Καθώς οι νιφάδες έπεφταν με τρόπο χορευτικό, μαγικό, ένα και μοναδικό δάκρυ κύλησε από τα μάτια του, για να είναι και το τελευταίο, πριν την θλίψη της απόρριψης αντικαταστήσει ο θυμός και η ανάγκη της εκδίκησης.



[1]. άκουσε


Ιφιγένεια Μπακογιάννη