Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

7.5.19

Μάχη για επιβίωση (Κεφάλαιο 5)


Έπειτα από δύο ώρες, η Ελπίδα επιστρέφει εξαντλημένη στο σπίτι. Ευτυχώς, η Νανά, ο Φοίβος και ο Δρομέας φαίνονται πολύ καλά στην υγεία τους, παρόλο που το προηγούμενο βράδυ εκτέθηκαν για αρκετή ώρα στα αδυσώπητα καιρικά φαινόμενα κατά τη διάρκεια της διάσωσης του Αλεχάντρο. Σήμερα, η μέρα είναι εντελώς διαφορετική. Μοιάζει λες και δεν έχει προηγηθεί καταιγίδα και το μόνο πειστήριο του τι συνέβη είναι το φουσκωμένο ρέμα, η στάθμη του οποίου έχει φτάσει σε ύψος ρεκόρ. Αυτό καθιστά αδύνατη την όποια μετακίνηση του Αλεχάντρο σε νοσοκομείο.


«Λοιπόν, ας ελπίσουμε ότι δεν θα χρειαστεί κάτι επείγον», μονολογεί η Ελπίδα ενώ ξεντύνεται από τα ρούχα που χρησιμοποιεί για τις αγροτικές της δουλειές και κατευθύνεται στο μπάνιο για να καθαριστεί. Αμέσως μετά, παίρνει τον δίσκο με το πρωινό του Αλεχάντρο και μπαίνει στο δωμάτιό του, όπου τον βρίσκει να κοιμάται ακόμα. Έχουν περάσει πια οι ώρες του κινδύνου και ο γιατρός τη συμβούλευσε να τον αφήνει να ξεκουράζεται όσο θέλει, γιατί αυτός είναι ο πιο φυσικός τρόπος του οργανισμού του να επουλώνεται. Η Ελπίδα αφήνει τον δίσκο στο κομοδίνο, κάθεται στην πολυθρόνα απέναντι από το κρεβάτι του και αρχίζει πάλι να τον παρατηρεί όπως έκανε και το προηγούμενο βράδυ. Φαίνεται πως το να καταγράφει στη μνήμη της κάθε λεπτομέρεια που τον αφορά έχει γίνει η αγαπημένη της ασχολία από τότε που τον γνώρισε. Τελικά, η ξαγρύπνια και ένταση έχουν εξαντλήσει την Ελπίδα και αποκοιμάται.
***********************************************



Ο Αλεχάντρο κείτεται στο κρεβάτι. Τα μάτια του τρεμοπαίζουν, ιδρώτας έχει σχηματιστεί στο μέτωπό του. Το σώμα του τινάζεται πότε-πότε.

Ακούγεται ο υπόκωφος ήχος από τα Χάμβι. Εκείνος κι οι σύντροφοί του είναι και πάλι αρματωμένοι σαν τους αστακούς ενώ η ζέστη είναι αδυσώπητη σε αυτήν την ανυπόφορη χώρα. Για μια ακόμα φορά αναρωτιέται γιατί πήρε ποτέ την απόφαση να καταταγεί. Και μετά θυμάται: πείνα, απόγνωση, ρατσισμός. Ο στρατός φάνταζε η μόνη λύση για να ξεφύγει από όλα αυτά χωρίς να μπλέξει στις συμμορίες της γειτονιάς του. Είχε δει πολλούς φίλους του να χάνονται στον κόσμο των ναρκωτικών και των όπλων. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, είχε δει πολλούς νέους της γειτονιάς να κατατάσσονται και κάθε φορά που επέστρεφαν από μια αποστολή, η γειτονιά τούς έκανε υποδοχή ηρώων. Και ο μισθός δεν ήταν άσχημος. Όλοι τους είχαν ξεφύγει πια από τη μιζέρια της γειτονιάς. Μπορούσαν να φορέσουν καλύτερα ρούχα. Πολλοί, μετά από αρκετές αποστολές, είχαν αγοράσει και δικά τους σπίτια, αν όχι εξολοκλήρου, τουλάχιστον είχαν τη δυνατότητα να ζητήσουν δάνειο για να τα πάρουν.

Γυρνά το κεφάλι του και κοιτάζει τους υπόλοιπους που είναι μαζί του στο Χάμβι. Η νέα του οικογένεια. Η, μάλλον, η πραγματική του οικογένεια. Ποτέ δεν ένιωσε πιο δεμένος με άλλους ανθρώπους όσο με εκείνους. Μόλις μπήκε στο σώμα του στρατού, ένιωσε ότι κάπου ανήκε. Σε αυτούς τους ανθρώπους στηριζόταν για την επιβίωσή του. Τους εμπιστευόταν τη ζωή του και εκείνοι τη δική τους σε εκείνον. Τον έκαναν να νιώθει άξιος, ισότιμος, μέλος μιας ομάδας για την οποία ένιωθε περήφανος.

Σήμερα η μέρα δεν πάει και πολύ καλά. Ίσως φταίει η ζέστη ή η χαμηλή ορατότητα λόγω αμμοθύελλας, όμως, από το πρωί νιώθει ένα σφίξιμο. Προσπαθεί να αποδιώξει τις κακές σκέψεις και να συγκεντρωθεί στον δρόμο μπροστά.

Ξαφνικά, ακούει έναν δυνατό κρότο και πριν προλάβει καλά-καλά να συνειδητοποιήσει τι έχει συμβεί, νιώθει έναν τρομερό πόνο να διαπερνά όλο του το κορμί. Τα μάτια του σκοτεινιάζουν κι ακούει μόνο φωνές. Τσιρίδες ανθρώπων που κάνουν τα αυτιά του να βουίζουν. Η ανάσα του είναι γρήγορη και δεν μπορεί να δει. Νιώθει να ασφυκτιά. Πρέπει να ξυπνήσει. Να ξυπνήσει!

********************************************

Ο Αλεχάντρο τινάσσεται απότομα και ξυπνά. Διψά και κοιτά γύρω του για να βρει κάτι να πιει. Εντοπίζει τον δίσκο που του έχει ετοιμάσει η Ελπίδα. Το φαγητό έχει κρυώσει, μα δεν τον πειράζει καθόλου. Ούτε που θυμάται πότε ήταν η τελευταία φορά που έφαγε και, ομολογουμένως, η ομελέτα που του έχει ετοιμάσει η κοπέλα είναι από τις πιο νόστιμες που έχει φάει ποτέ. Αφού κατεβάζει και τον χυμό που συνοδεύει το πρόγευμά του, αφιερώνει λίγο χρόνο στο να παρατηρήσει το δωμάτιο όπου φιλοξενείται.

Το κρεβάτι του είναι αρκετά μεγάλο, ευτυχώς, γιατί τα συνηθισμένα μεγέθη κρεβατιών δεν καταφέρνουν να τον χωρέσουν. Είναι σκεπασμένος με σεντόνια σε απαλή απόχρωση του μπλε. Δεξιά και αριστερά του κρεβατιού υπάρχουν δυο μικρά κομοδίνα. Στον πέτρινο τοίχο δεξιά από  το κρεβάτι του, υπάρχουν δυο πελώρια ξύλινα παράθυρα με θέα σ’ ένα εμβληματικό βουνό. Ανάμεσα στα δύο παράθυρα, υπάρχει ένας τοίχος που δεν είναι πέτρινος, αλλά βαμμένος σε μια απαλή απόχρωση του μπεζ, στη μέση του οποίου είναι εγκατεστημένο ενεργειακό τζάκι.

Δυο ακόμα τοίχοι που τον περιβάλλουν είναι, επίσης, πέτρινοι και πάνω τους στηρίζονται φώτα που μοιάζουν με φανάρια παλιά εποχής και φωτίζουν απαλά τον χώρο. Ένας ακόμα τοίχος που δεν είναι πέτρινος, βρίσκεται απέναντί του και είναι κι αυτός βαμμένος στην ίδια απόχρωση με τον τοίχο που φιλοξενεί το τζάκι του δωματίου. Πάνω του στηρίζεται ένας οβάλ καθρέφτης και από κάτω του υπάρχει ένα αρκετά μεγάλο σκούρο ξύλινο γραφείο με ασορτί καρέκλα. Κάτω δεξιά από το γραφείο υπάρχουν συρτάρια. Δεξιά και αριστερά από τον καθρέφτη, στηριγμένα πάνω στον τοίχο υπάρχουν δυο ακόμα φανάρια, ενώ δεξιά από τον καθρέφτη υπάρχει μια μεγάλη ξύλινη πόρτα. Το δωμάτιο είναι λιτά διακοσμημένο και στο σύνολό του αποπνέει απλότητα, ηρεμία και χαλάρωση.


Τελικά, τα μάτια του γυρίζουν προς την αριστερή πλευρά του κρεβατιού του και  πέφτουν στη γυναίκα που έχει αποκοιμηθεί σε μια άβολη στάση σε μια πολυθρόνα. Τα πόδια της είναι κρεμασμένα στο ένα μπράτσο της πολυθρόνας και το κορμί της ακουμπισμένο είναι στην πλάτη. Ο Αλεχάντρο συνειδητοποιεί την γύμνια του κάτω από τα σκεπάσματα και νιώθει αμήχανα. Ύστερα, όμως, έρχεται στο νου του η περιπέτεια που πέρασε και αυτή του η σκέψη αποδιώχνει οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα. Νιώθει, επίσης, μια πιεστική ανάγκη να ουρήσει και τότε συνειδητοποιεί ότι η πόρτα δίπλα από τον καθρέφτη προφανώς ανήκει σε τουαλέτα, καθώς η πόρτα που βρίσκεται δίπλα από την Ελπίδα φαίνεται να οδηγεί στους υπόλοιπους χώρους του καταλύματος.

Ψάχνει μήπως η Ελπίδα τού έχει αφήσει πρόχειρα κάποιο είδος ρουχισμού, μα δεν βλέπει κάτι. Κάτι που επίσης λείπει είναι το προσθετικό του πόδι και η ειδική κάλτσα που το καλύπτει. Συνειδητοποιεί ότι η Ελπίδα τον ξέντυσε και είδε το κατεστραμμένο του μέλος. Αυτή η σκέψη δεν τον ενθουσιάζει καθόλου. Την τελευταία φορά που το είδε γυναίκα, η αντίδρασή της δεν ήταν και η καλύτερη. Ίσως τελικά είναι καλύτερα που το είδε όταν εκείνος ήταν αναίσθητος γιατί δεν θέλει με τίποτα να ξαναδεί αυτό το βλέμμα που συνδυάζει οίκτο και σιχασιά.

Δίπλα από την Ελπίδα υπάρχει μια πελώρια ξύλινη ντουλάπα, αλλά μη θέλοντας να την ξυπνήσει, τυλίγεται με το σεντόνι του και κάνει να σηκωθεί. Οι σουβλιές που δέχεται από το στομάχι και το κεφάλι του, τον κάνουν να θέλει και πάλι να ξαπλώσει. Η ζάλη και η ναυτία είναι έντονες, νιώθει αδύναμος και κάθε κίνηση τού φαίνεται οδυνηρή. Το πρόσωπό του χάνει το χρώμα του και αλλοιώνεται από μια γκριμάτσα πόνου. «Ίσως σηκώθηκα βιαστικά» συλλογίζεται και κάθεται με προσοχή ξανά στο κρεβάτι. Μόλις η ζαλάδα τού περνά, ξαναπροσπαθεί, αυτήν τη φορά πιο προσεκτικά, και τα καταφέρνει. Έτσι όρθιος όπως είναι, συνειδητοποιεί ότι ο μόνος έντονος πόνος που νιώθει, προέρχεται από το κεφάλι του. Ψηλαφίζει με τα χέρια του το χτύπημα και νιώθει ένα ελαφρύ πρήξιμο κάτω από τ’ ακροδάκτυλά του, το οποίο είναι σκεπασμένο με επίδεσμο. Έχει περιέργεια να το δει, κι αυτός είναι ένας ακόμα λόγος για τον οποίο πρέπει να φτάσει στο μπάνιο.

Έτσι, κάνει ένα βήμα και στηρίζει προσεκτικά το βάρος του στο καλό του πόδι ενώ ταυτόχρονα ελέγχει αν συνέβη κι εκεί κάποια ζημιά. Με ανακούφιση διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει παραπάνω ενόχληση από τη συνηθισμένη. Παίρνοντας θάρρος απ’ αυτήν του τη διαπίστωση, και έχοντας ως στήριγμα τον τοίχο, τολμά λίγα ακόμα βήματα κάνοντας κουτσό και, εν τέλει, φτάνει στο μπάνιο.

Αφού ξαλαφρώνει από την πιεστική του ανάγκη, κατευθύνεται στον καθρέφτη και σοκάρεται από την εικόνα που εμφανίζει το πρόσωπό του. Μοιάζει να έχει χάσει το χρώμα του, κάτω από τα μάτια του σχηματίζονται μαύροι κύκλοι και στη δεξιά πλευρά του κεφαλιού του διακρίνεται το πρήξιμο που πριν λίγο είχε νιώσει με την αφή του. Περιεργάζεται για λίγο τον επίδεσμο με τον οποίο είναι σκεπασμένο και αργά και προσεκτικά τον ανασηκώνει.

Με έκπληξη διαπιστώνει ότι κάτω από τον επίδεσμο, πέρα από το πρήξιμο κρύβεται κι ένα βαθύ κόψιμο που έχει, όμως, συρραφτεί, και μάλιστα, με πολύ καλή τεχνική, που σημαίνει ότι δεν θα του αφήσει σημάδι. Για τον Αλεχάντρο είναι εύκολο να παρατηρεί τέτοια θέματα γιατί ως στρατιώτης, δεν είναι λίγες οι φορές που χρειάστηκαν ράμματα για να του κλείσουν κάποια πληγή που είχε προκληθεί. Κάποια απ’ αυτά έχουν επουλωθεί σε τόσο καλό βαθμό που ούτε καν φαίνονται, ενώ άλλα του έχουν αφήσει ουλή. Όχι ότι κάτι τέτοιο τον πειράζει. Κάθε σημάδι που φέρει στο σώμα του για εκείνον είναι παράσημο, ένας τρόπος της φύσης ν’ αποτυπώνει πάνω του αναμνήσεις, στιγμές σημαντικές για να χαραχθούν τόσο στην ψυχή όσο και στο σώμα του. Έχοντας, όμως, αποκτήσει μια τόση μεγάλη γκάμα τραυμάτων, είναι σε θέση να ξεχωρίσει πότε το ιατρικό προσωπικό που τον περιποιείται είναι καλό σ’ αυτό που κάνει και πότε όχι, κι εδώ είναι σίγουρος ότι όποιος τον περιποιήθηκε είναι άριστος στον τομέα του.

Αφού επανατοποθετεί τον επίδεσμο στο μέτωπό του, γυρνά και πάλι σιγά – σιγά στο δωμάτιο. Η Ελπίδα συνεχίζει να κοιμάται στην άβολη στάση που την άφησε. Ο Αλεχάντρο βρίσκεται σε δίλημμα για το αν θα πρέπει να την αφήσει να κοιμηθεί λίγο ακόμα, με φόβο εκείνη να πιαστεί, ή αν θα πρέπει να την ξυπνήσει, μήπως και την πείσει να πάει να κοιμηθεί σαν άνθρωπος στο κρεβάτι της. Τελικώς, αποφασίζει να την ξυπνήσει και γι’ αυτό την πλησιάζει και κάθεται προσεκτικά στα μπράτσα της πολυθρόνας.

Εκμεταλλεύεται αυτήν τη στιγμή για να την παρατηρήσει. Τα μαλλιά της έχουν το χρώμα της στάχτης με καστανόξανθες ανταύγειες να τα φωτίζουν. Είναι ελαφρώς σπαστά, ανάκατα ριγμένα γύρω από το κεφάλι της και καταλήγουν λίγο πιο κάτω από το κέντρο της πλάτης της. Πυκνά και σαν από μετάξι καλούν το χέρι του να τ’ αγγίξει.

Η έκφραση του προσώπου της είναι γαλήνια και τα μάτια της τρεμοπαίζουν πίσω από τις βλεφαρίδες της, λες και παρακολουθούν ένα όνειρο που, σε μορφή ταινίας, ο Μορφέας επέλεξε να της «προβάλει» απόψε. Τα φρύδια της έχουν κι αυτά το χρώμα των μαλλιών της. Δεν είναι ιδιαίτερα πυκνά, αλλά έχουν καθαρό σχήμα που διαμορφώνει μια αμυδρή γωνία. Μιας και τα μάτια της είναι σφαλιστά, το μόνο που μπορεί να διακρίνει είναι τα ματόκλαδά της – που αν και ξανθά – είναι αρκετά μακριά. Η μύτη της είναι λεπτούτσικη και ελαφρώς ανασηκωμένη με αχνές φακιδούλες να τη διακοσμούν κι αυτό κάνει τον Αλεχάντρο να χαμογελάσει. Τις βρίσκει πολύ χαριτωμένες.

Το βλέμμα του τώρα επικεντρώνεται στο στόμα της· το πάνω χείλος της μοιάζει μ’ ένα καλοσμιλεμένο τόξο ενώ το κάτω, είναι ελαφρά πιο γεμάτο. Το χρώμα τους είναι μια απαλή απόχρωση του ροζ που τον κάνει να θέλει να τα δαγκώσει μόνο και μόνο για να τα δει να κοκκινίζουν. Το πρόσωπό της είναι μακρουλό και ελαφρά ωοειδές με ευδιάκριτα τα ζυγωματικά της. Του φαίνεται ασυνήθιστα χαριτωμένη και ιδιαίτερα όμορφη. Η γλυκύτητά της και η ιδιαίτερα λευκή της επιδερμίδα, έρχονται σε απόλυτη αντίθεση με τη δική του μελαμψή και τα σκληρά χαρακτηριστικά της φυλής του.

Τα μάτια του ταξιδεύουν ακόμα πιο κάτω και με μεγάλη του ικανοποίηση διαπιστώνει ότι το γλυκό της πρόσωπο συνοδεύεται από ένα αγαλμάτινο γυναικείο σώμα. Είναι αρκετά γυμνασμένη σ’ όλο της το κορμί ώστε οι μύες της να είναι ευδιάκριτοι χωρίς, όμως, να της αφαιρούν κάτι από τη θηλυκότητά της. Τα πόδια της είναι καλυμμένα από στενό γαλάζιο κάπρι παντελόνι που το έχει συνοδεύσει μ’ ένα μακό λευκό μπλουζάκι, ενώ τα πόδια της είναι ξυπόλυτα αφού οι σαγιονάρες που φορούσε είναι πεσμένες στο πάτωμα.

Η περίεργη στάση στην οποία κοιμάται δεν του επιτρέπει να διακρίνει το ύψος της. Η σκέψη αυτή, όμως, τον κάνει να συνειδητοποιήσει ότι έχει αφήσει αρκετή ώρα να περάσει από την ώρα που τη πλησίασε και κοντοστάθηκε για να την παρατηρήσει, ενώ εκείνη σίγουρα έχει πιαστεί κοιμώμενη τόσο άβολα στην πολυθρόνα, πάνω στην προσπάθειά της να τον περιποιηθεί.

Ο Αλεχάντρο απλώνει το χέρι του και της χαϊδεύει το μάγουλο. Με το που το δέρμα του αγγίζει το δικό της, εκείνη πετάγεται έντρομη.

- «Συγγνώμη, δεν ήθελα να σε τρομάξω», της λέει με μια δόση μεταμέλειας στη φωνή του.
- «Μα δεν φταις εσύ. Απλώς πάει καιρός που μένω μόνη μου και ξαφνιάστηκα, αυτό είναι όλο» λέει ανάμεσα στα χασμουρητά της και τεντώνεται σε μια προσπάθεια ν’ απαλύνει το κορμί της από το πιάσιμο. «Πρέπει να με πήρε ο ύπνος. Έχεις ώρα που ξύπνησες; Πώς νιώθεις;» τον ρωτά με εμφανώς αποτυπωμένη την έγνοια της για εκείνον στο πρόσωπό της.

Η αντίδρασή της αυτή προκαλεί αντικρουόμενα συναισθήματα στον Αλεχάντρο· από τη μια νιώθει ευχαρίστηση που αυτή η κοπέλα δείχνει να νοιάζεται ειλικρινά για εκείνον κι ας τον ξέρει μόνο λίγο, μα από την άλλη τον τρώνε οι τύψεις. Λόγω της δικής του λανθασμένης απόφασης να διασχίσει το ρέμα, ενώ ήταν εμφανές ότι η καταιγίδα ήταν ισχυρή, εξέθεσε τον εαυτό του στα ακραία καιρικά φαινόμενα, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του. Έτσι, κατέληξε να ταλαιπωρεί τώρα κι αυτήν τη δύστυχη κοπέλα χωρίς εκείνη να του έχει καμιά υποχρέωση. «Μα πότε, επιτέλους, θα συνειδητοποιήσω πόσο μεγάλη επίπτωση έχει κάθε μου λανθασμένη κίνηση για τους γύρω μου;», σκέφτεται και τα βάζει με τον εαυτό του.


Ελεάνθη Μηθυμνιώτη