Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

14.6.19

Τα μυστικά των κόσμων (Κεφάλαιο 1) - Αποκλειστικά αποσπάσματα

*Το βιβλίο κυκλοφορεί*

Άις εν Έλεγκο: Το βλέμμα ενός βρέφους

 ΕΜΟΙΑΖΑΝ όλα ήρεμα εκείνη τη νύχτα. Το τεράστιο κιτρινωπό φεγγάρι βασίλευε στον ξάστερο ουρανό. Κάτω απ’ την ομπρέλα του δάσους όμως, η ζωή έδειχνε παγωμένη και φοβισμένη.
 «Αααα!!»
Ένα ουρλιαχτό έσπασε τη σιωπή. Κάπου μέσα στα αδιαπέραστα σπλάχνα του δάσους βρισκόταν καμουφλαρισμένη μια παλιά καλύβα με στρογγυλά παράθυρα και ξύλινη σκεπή, που κρατούσε ζεστό τον εσωχώρο. Το φως των αναμμένων κεριών τρεμόπαιξε στο άνοιγμα της βαριάς ξύλινης πόρτας.
 «Τι έγινε;»
Απ’ το σκοτάδι ξεπρόβαλε ένας άντρας ντυμένος με παλιά κουρελιασμένη κάπα. Το χρυσό φως των κεριών χάιδεψε το πυκνό του μούσι. Τα λιγδωμένα μαύρα μαλλιά του έπεφταν στα μάτια του.
 «Η Έλινς γεννάει! Πώς πάνε τα πράγματα έξω;»
Ο νεοφερμένος γύρισε και κοίταξε τη νεαρή γυναίκα, ξαπλωμένη σ’ ένα σωρό από κουρέλια και μια μαυροντυμένη γριά, γονατισμένη μπροστά της να της δίνει συμβουλές για το τι έπρεπε να κάνει ώστε να γεννήσει.
 «Όλα καλά! Οι Μόλναρς1 είναι σ’ επιφυλακή!»
 «Κέρολοθ! Ποιος σου είπε…» τη φράση του διέκοψε η βραχνή φωνή του επισκέπτη.
 «Γνωριζόμαστε τόσα χρόνια, Έσθον!»
 «Είναι επικίνδυνη η θέση σου! Αν σε πιάσουν…»
 «Με καλύπτουν!» τον καθησύχασε ο μυστήριος άντρας.
Η γυναίκα ούρλιαξε ξανά, εκείνη τη φορά πιο δυνατά. Ο νεαρός Έσθον γύρισε προς το μέρος της.
 «Λίγο θέλει, έλα καλή μου, έλα! Βγαίνει το κεφάλι!» Το ζαρωμένο πρόσωπο της γριάς άστραψε από χαρά και λίγο αργότερα το μωρό βρισκόταν στην αγκαλιά της. Έκοψε μ’ ένα ψαλίδι τον ομφάλιο λώρο κι έπειτα το ακούμπησε δίπλα στη μητέρα του, σκεπάζοντάς το με μια μάλλινη φορεσιά.  «Αγόρι!» είπε η γριά ενώ σάλια πετάχτηκαν απ’ τα κατάμαυρα δόντια της.
Τα ουρλιαχτά του μωρού τάραξαν και πάλι τη νύχτα. Ο Έσθον φίλησε την Έλινς στο ιδρωμένο μέτωπό της κι εκείνη του χαμογέλασε. Την αγκάλιασε με όλη τη δύναμη της στοργής του και την κράτησε εκεί ασφαλή για ώρα.

 «Φοβάσαι; Το μετάνιωσες;»
Ο Έσθον κι ο Κέρολοθ κάθονταν απομονωμένοι στη γωνιά της καλύβας μακριά απ’ τη μητέρα και το νεογνό που κοιμούνταν. Συζητούσαν σε χαμηλούς τόνους.
 «Ποτέ δε μετάνιωσα για τις επιλογές μου», απάντησε ο Έσθον.
 «Ήξερες ότι το ρίσκο ήταν μεγάλο απ’ την αρχή!» πήρε το λόγο πάλι ο επισκέπτης. Ο Έσθον ξεφύσησε.
  «Το ήξερα!»
  «Κινδυνεύεις! Οι Κρίμζομ2 έχουν καταλάβει ότι λείπεις τον περισσότερο χρόνο απ’ τη φρουρά».
  «Ποιος με πρόδωσε;»
  «Ίσως ο Λέγκροτβ! Πάντα ψάχνει, κοιτάει καχύποπτα. Είναι το τσιράκι του Βασιλιά».
Ο Έσθον ανακάθισε ανήσυχος.
  «Πρέπει να πάρω την Έλινς και το παιδί μας και να φύγουμε…»
 «Να πας πού;» τον διέκοψε ο άντρας και πρόσθεσε «μακριά απ’ τη Ρεβίλιαρ δε θα επιζήσετε! Η Σκοτεινιά παραμονεύει, ειδικά τώρα που γεννήθηκε το παιδί. Ο Βασιλιάς μπορεί να μη γνωρίζει, μα Εκείνα το ξέρουν ήδη. Αυτή τη στιγμή έχουν ξεχυθεί παντού και σας ψάχνουν».
      «Θα πάω στα Ξωτικά!»
Ο Κέρολοθ πάγωσε για λίγο στη θέση του.
      «Αυτό είναι αδύνατον. Δεν γνωρίζει κανείς αν επέζησαν και το κυριότερο, με ποιανού το μέρος είναι!»
      «Θα το ρισκάρω!»
      «Έσθον, λογικέψου! Καταλαβαίνεις τι λες;»
      «Σσσς! Σκάστε! Θα ξυπνήσετε το παιδί!» Έκρωξε η γριά.
      «Έχω πάρει την απόφασή μου!» είπε ο Έσθον, χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής του.
      «Εκτός απ’ τον εχθρό γνωρίζει και η φυλή της Έλινς, οι Γκραντς, για το ό,τι έχει συμβεί μεταξύ σας! Ο πόλεμος μας χτυπά την πόρτα, Έσθον!»
      «Καιρό που βρήκε! Αντί να ενώσουμε τις δυνάμεις μας… χύνουμε το αίμα των λαών μας».
      «Έσθον;» η Έλινς ό,τι είχε ξυπνήσει. Ο άντρας της άφησε τον επισκέπτη κι έτρεξε στο πλευρό της. Ήταν κάτασπρη και κατάκοπη. Τα γαλάζια μάτια της είχαν χάσει τη λάμψη τους. Ήταν τόσο διαφορετική απ’ τον Έσθον. Τα μακριά της αυτιά πρόδιδαν ετούτη τη διαφορά.
      «Είσαι καλά;» ρώτησε ο νεαρός άντρας.
      «Μας είχαν πάρει το παιδί! Το παιδί…»
      «Σσσς… όνειρο ήταν, ηρέμησε!» Την αγκάλιασε στοργικά.
Ξαφνικά, μια ανησυχία πλανήθηκε στην ατμόσφαιρα. Ένας φόβος… Κάτι πλησίαζε.
Ο Κέρολοθ ένιωσε την απειλή. Έστρεψε καμπουριασμένος το βλέμμα προς την πόρτα. Γούρλωσε τα μάτια. Αίφνης η πόρτα άνοιξε με πάταγο.
      «Έσθον! Έρχονται!»
Μέσα μπήκε ένας Γκραντς, όμοιος της Έλινς. Είχε όμως πιο μακριά αυτιά, ξανθά κοντά μαλλιά, καθαρό, όμορφο πρόσωπο ενώ στο χέρι του κρατούσε ένα τεράστιο τόξο με χρυσή λαβή. Το σώμα του κάλυπτε μια γκριζωπή κάπα.
Ο Έσθον κι η Έλινς τον κοίταξαν έντρομοι. Ο επισκέπτης σηκώθηκε απ’ τη θέση του ενώ την ίδια στιγμή το νεογνό άρχισε να κλαίει.
      «Τρέξτε, αγόρι μου! Φύγετε! Θα τους καθυστερήσω εγώ!» πετάχτηκε η γριά.
Τις επόμενες στιγμές το αντρόγυνο εγκατέλειψε την καλύβα. Τύλιξαν ζεστά το νεογνό και χάθηκαν στο δάσος, ακολουθώντας το φίλο του Έσθον. Η γριά με τους λιγοστούς Μόλναρς έμειναν πίσω, έτοιμοι για μάχη.
      «Αφήστε τους σ’ εμένα! Θα τους καταπιώ!» ούρλιαξε η γριά, φανερώνοντας ένα παλιό ρυτιδιασμένο ραβδί που ερχόταν λίγο πιο κάτω απ’ το στήθος της. Οι Μόλναρς την παρακολουθούσαν αποσβολωμένοι. Τα τόξα στα χέρια τους ήταν οπλισμένα, έτοιμα να στερήσουν ζωές. Η ηλικιωμένη ακούμπησε το ραβδί στο έδαφος μπροστά της. Μια πράσινη λάμψη τύλιξε το σώμα της κι είπε:
      «Έντρα ταρ ις! Τάλα φίναρ Μάιαρ!3»
     Με το τέλος της φράσης της, το έδαφος σείστηκε. Ρίζες εκτοξεύτηκαν από το χώμα, ρίχνοντας στο έδαφος δυο απ’ τους Μόλναρς. Δυο δέντρα που βρίσκονταν μπροστά τους, είχαν ζωντανέψει. Κινούσαν κυκλικά τον κορμό τους και τα κλαδιά τους (γεμάτα φυλλωσιές) έμοιαζαν θαρρείς με χέρια, έτοιμα να γραπώσουν οτιδήποτε στη φονική τους αγκαλιά.
     Άγριες ιαχές και ουρλιαχτά δυνάμωναν ολοένα, μέχρι που οι εχθροί έκαναν την εμφάνισή τους. Μαύρες φιγούρες κάλπαζαν πάνω σε πελώρια δίποδα πουλιά με τεράστια ράμφη. Έμοιαζαν ανήμπορα να πετάξουν, μα διέσχιζαν το έδαφος με μεγάλες δρασκελιές.
      «Όντους Έντρα!4» έκρωξε η γριά κι έπειτα πλανήθηκε και πάλι η ηρεμία.
Λίγο πιο μακριά ο Έσθον και η Έλινς ακολουθούσαν τον καθοδηγητή τους.
      «Έσθον! Το κλάμα του μωρού θα προδώσει τη θέση μας!» φώναξε ο προπορευόμενος άντρας, ενώ τη στιγμή εκείνη αναπήδησε πάνω από ένα μικρό βράχο.
      «Τότε συνεχίζουμε να τρέχουμε!» αποκρίθηκε ο Έσθον, ρίχνοντας και μια ανησυχητική ματιά πίσω.
Διέσχισαν ένα φεγγαρόλουστο ξέφωτο για να χαθούν και πάλι ανάμεσα στα δέντρα. Σε λίγο, μπροστά τους αντίκρισαν ένα τεράστιο δέντρο με ασυνήθιστα μεγάλη περιφέρεια.
      «Εδώ είμαστε!» Στάθηκε για λίγο ο Κέρολοθ και στη συνέχεια πλησίασε τη βάση του δέντρου. Άπλωσε το χέρι του, ακούμπησε τον κορμό και μουρμούρισε κάτι σε μια φτιαχτή γλώσσα. Στη στιγμή, σ’ ένα μέρος του κορμού εμφανίστηκε μια πόρτα και πιο κάτω μερικά μικρά, απότομα σκαλάκια από ξύλο. Η πόρτα τότε άνοιξε από μόνη της κι ο άντρας προπορεύτηκε.
      «Πάμε, Έλινς!» είπε ο Έσθον κι ακολούθησαν κι εκείνοι.
Ο χώρος στο εσωτερικό ήταν ζοφερός, μουντός, κυκλικός χωρίς παράθυρα. Είχε ένα μικρό τζάκι στη γωνία στο οποίο, παρόλο που δεν υπήρχαν ξύλα, οι φλόγες ορθώνονταν κόκκινες. Ο χώρος είχε μαγεία, ήταν ξεκάθαρο. Παντού τριγύρω, ανά τακτά διαστήματα υπήρχαν αναμμένα κεράκια είτε
πάνω σε τραπέζια είτε σε μικρούς κομμένους κορμούς. Το βλέμμα όμως έκλεβε μια σκοτεινή φιγούρα, που στεκόταν απέναντι απ’ τους επισκέπτες, δίπλα απ’ το τζάκι. Το μόνο που τους χώριζε ήταν ένα μεγάλο επίπεδο έδρανο, με τραχιά επιφάνεια επεξεργασμένη στο χέρι.
      «Καλησπέρα, Λέιρον!» Μίλησε πρώτα ο Κέρολοθ.
Ο Λέιρον έστρεψε το κορμί του προς το μέρος τους. Η Έλινς προς έκπληξη του άντρα της, χαμήλωσε ελαφρώς το σώμα της μπροστά, κίνηση του σεβασμού της. Ο άντρας αφαίρεσε την κουκούλα που κάλυπτε το πρόσωπό του. Ήταν καραφλός και στο κρανίο του υπήρχαν χαραγμένα διάφορα σύμβολα. Τα αυτιά του ήταν μυτερά στο τελείωμά τους μα μικρότερα απ’ αυτά της Έλινς. Ήταν Ακρίλιαρ. Το υπόλοιπο σώμα του καλυπτόταν από σκούρους μανδύες.
      «Λοιπόν…;» πρόφερε με σοβαρή φωνή ο Λέιρον, ενώ ανταπέδωσε το σεβασμό της Έλινς μ’ ένα ελαφρύ γνέψιμο του κεφαλιού του.
     «Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το Έντρα ουν Γκρόφιλντς!5 Το παιδί… κινδυνεύει!» πρόφερε ταραγμένος ο φίλος του Έσθον.
      «Κέρολοθ… όχι!» έκανε ο πατέρας του νεογνού πιάνοντάς τον απ’ τον ώμο.
      «Δεν υπάρχει άλλη επιλογή!» του είπε. «Μόνο αν θα το στείλουμε στο μέλλον θα είναι ασφαλές».
Ακολούθησε σιωπή. Η ανησυχία κι η αβεβαιότητα ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπα του Έσθον και της Έλινς. Γνώριζαν τι θα επακολουθούσε. Αίφνης πίσω τους, απ’ τα σκοτεινά σπλάχνα του δάσους, ακούστηκαν οι ανατριχιαστικές τσιρίδες των εχθρών. Είχαν περάσει απ’ τους Μόλναρς και τη γριά.
      «Βιάσου!» πρόσταξε ο Έσθον και δίχως σκέψη ο Λέιρον τους επέτρεψε να πλησιάσουν. Η Έλινς σιγοτραγουδούσε στο
παιδί της, για να το ηρεμήσει. Ο Λέιρον σήκωσε τα χέρια ψηλά και μέσα σε λίγες στιγμές εμφανίστηκε απ’ τη σκοτεινή οροφή (ήταν αδύνατον να προσδιορίσεις το τέλος της) ένα περίεργο αντικείμενο, το οποίο χαμήλωνε μέχρι που προσγειώθηκε στο τραπέζι. Η πράσινη λάμψη που το αγκάλιαζε χάθηκε, όταν ο Λέιρον κατέβασε τα χέρια. Το αντικείμενο έμοιαζε με μινιατούρα ενός ξεραμένου δέντρου. Ο κορμός του ήταν παχύς και στριφτός, δίνοντας μια άγρια όψη στο φλοιό. Στηριζόταν στις ρίζες που σχημάτιζαν τρίποδο. Τα γυμνά κλαδιά του, έτσι μπερδεμένα που ήταν, θύμιζαν αγκαλιά μωρού.
     Ο Έσθον πήρε το μωρό απ’ τα υγρά και τρεμάμενα χέρια της μητέρας του. Η τελευταία ξέσπασε σε αναφιλητά, πνίγοντας τη φωνή της και πιέζοντας με τα χέρια το στήθος της. Τα μάτια του Έσθον βούρκωσαν. Δάκρυα κύλησαν στο καθαρό, λευκό πρόσωπό του. Τελικά άφησε το γιο του πάνω στο τραπέζι.    
     Ο Λέιρον έβγαλε την πετσέτα απ’ το παιδί και το κράτησε στα χέρια του. Κοίταξε στο βάθος των ματιών του νεογνού, αφήνοντας τις αισθήσεις του να παρασυρθούν απ’ την αύρα των τρομερών δυνάμεων που ανάβλυζε απ’ το πνεύμα του μωρού. Στο πρόσωπο του παράξενου άντρα διαγράφηκε η έκπληξη.
«Ναι! Είναι αλήθεια τελικά! Υπάρχει!»
Οι σκέψεις του Λέιρον διαλύθηκαν, όταν ο φίλος του Έσθον φώναξε:
      «Γρήγορα! Είναι εδώ!»
Το βλέμμα του Λέιρον συνάντησε για τελευταία φορά εκείνα των δύο γονιών και είπε: «Το παιδί ύστερα από αυτή τη διαδικασία δε θα ανήκει σε αυτό το χρονικό σημείο του κόσμου. Η επιστροφή του θα είναι κάτι που θα εξαρτηθεί από την έκβαση των γεγονότων του δικού μας κόσμου». Έπειτα με σοβαρό ύφος χαμήλωσε τα χέρια, τοποθετώντας το μωρό πάνω στο αντικείμενο. Έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να λέει τα δικά του. Ο Έσθον έσμιξε τα φρύδια γεμάτος αγωνία. Κοιτούσε, μια τη σκηνή με το μωρό του και μια την εξώπορτα, απ’ όπου από στιγμή σε στιγμή θα εμφανίζονταν οι εχθροί. Η Έλινς έπιασε το χέρι του Έσθον και τότε εκείνη έγειρε στον ώμο του, πνιγμένη στα δάκρυά της.
      «Αυτό ήταν… το χα… χάνουμε!»
      «Όχι… όχι, γλυκιά μου, το σώζουμε!»
Χσσσς!!!
     Ένα απόκοσμο ουρλιαχτό ανάγκασε τους γονείς και το φίλο του Έσθον να στρέψουν την προσοχή τους προς την πόρτα, πίσω τους. Εκεί στέκονταν αμείλιχτες τρεις φιγούρες. Φορούσαν μακριά, μαύρα, ριχτά κουρελιασμένα υφάσματα. Εσωτερικά, ξεχώριζε ένα πιο κοντό γαλάζιο ύφασμα, που κάλυπτε το στήθος μέχρι λίγο πιο πάνω απ’ το γόνατο. Κομ-μάτια του κρέμονταν και απ’ τα μανίκια της μαύρης φορεσιάς. Τα πρόσωπά τους καλύπτονταν από βρόμικη μαύρη καλύπτρα, ενώ τα μπλε μάτια τους φωσφόριζαν, παγώνοντας κάθε ευτυχισμένη σκέψη στο διάβα τους. Τα χέρια τους ήταν μαύρα. Στις δεξιές παλάμες τους κρατούσαν σφιχτά μεγάλα, σκουρόχρωμα σπαθιά.
      «Άραχνοι!» Ήταν η φωνή του Κέρολοθ. Ούρλιαξε και ταυτόχρονα οι δύο άντρες τράβηξαν τα σπαθιά τους. Ο Έσθον έφερε την Έλινς πίσω του, για να την προστατέψει.
Ο Λέιρον πίσω δεν έδωσε μεγάλη σημασία στην παρουσία των νεοφερμένων, συνεχίζοντας το έργο του.
      «Κάνε γρήγορα, Λέιρον!» φώναξε ο Έσθον.
Ένας απ’ τους Άραχνους σήκωσε το κεφάλι του, στρέφοντας την προσοχή του προς το μωρό, πίσω απ’ τους δυο άντρες και την Έλινς. Ο Έσθον το αντιλήφθηκε κι έκανε ένα βήμα μπροστά. Ο Άραχνος δεν πτοήθηκε.
       «Άκου, άνθρωπε! Δώσε μας το παιδί και σας χαρίζουμε τη ζωή!»
Ο Έσθον έσφιξε τα δόντια από θυμό. Έτεινε τη μύτη του σπαθιού του προς τον αντίπαλο.
      «Μόνο αν περάσεις από εμένα, άθλιε!»
Εκείνη τη στιγμή, ο Άραχνος, με μια αστραπιαία κίνηση του ξίφους του χτύπησε εκείνο του Έσθον, τινάζοντάς τον ελαφρά πίσω. Πριν χάσει την ισορροπία του και πέσει, το χέρι του φίλου του τον στήριξε. Η Έλινς ούρλιαξε φοβισμένη, καλύπτοντας το πρόσωπό της με τα χέρια.
     Η προσοχή του Άραχνου στράφηκε προς τη γυναίκα. Τώρα ήταν απροστάτευτη. Το ελεύθερο χέρι του Έσθον πέρασε πίσω απ’ τη μέση του και τράβηξε ένα μικρό μαχαίρι με ασημένια λεπίδα. Όταν βρήκε την ευκαιρία, το πέταξε με μανία προς τον αντίπαλό του. Το φονικό αντικείμενο διέγραψε μια πορεία από πολλαπλές περιστροφές στον αέρα μέχρι που καρφώθηκε στην πρόσοψη της παλιάς ξύλινης πόρτας, πίσω απ’ το στόχο του και δίπλα απ’ τους άλλους δύο Άραχνους που δεν έδειξαν να αιφνιδιάζονται.
     Ο πρώτος Άραχνος είχε αποφύγει το μαχαίρι με μια εύκολη κίνηση του ελεύθερου χεριού του. Κοίταξε το θρασύ Έσθον και γεμάτος οργή κάρφωσε την τεράστια λεπίδα του σπαθιού του στη κοιλιά της Έλινς. Το γρήγορο χτύπημα του Άραχνου αιφνιδίασε κάθε κίνηση των δύο αντρών.
      «Όχι!!!» βρυχήθηκε ο Έσθον, ενώ ο φίλος του πίσω άφησε ένα χλιμίντρισμα οργής.
Το κεφάλι της Έλινς ακούμπησε πίσω στον ξύλινο τοίχο, ενώ τα υγρά, γαλάζια μάτια της περιπλανιόνταν δίχως σκοπό στην σκοτεινή απέραντη οροφή. Αίμα μούσκεψε το φόρεμά της. Τα χέρια κρέμασαν απ’ τους ώμους της. Ο δολοφόνος τράβηξε τη λεπίδα αργά απ’ τα σωθικά της γυναίκας, αφήνοντάς τη να σωριαστεί νεκρή στο πάτωμα.
     Ο Έσθον έτρεξε προς το μέρος της, μα την προσπάθειά του εμπόδισε ο εχθρός του, κλείνοντάς του το δρόμο. Η κραυγή του άντρα τάραξε τη νύχτα και τότε σήκωσε με όση δύναμη του είχε απομείνει το σπαθί του, μα ο Άραχνος τον χτύπησε με το χέρι του. Ο Έσθον έπεσε με δύναμη στο πάτωμα.      
     Ο Κέρολοθ όρμησε απ’ το βάθος και για κάμποσες στιγμές το σπαθί του αντάλλαξε χτυπήματα μ’ εκείνο του Άραχνου. Όμως ο φίλος του Έσθον δεν άργησε να δεχθεί το τέλος του. Η λεπίδα του αμείλικτου δολοφόνου βάφτηκε ξανά με φρέσκο αίμα. Κανείς τους δεν είχε τη δυνατότητα ν’ αντιμετωπίσει αυτά τα στοιχειωμένα πλάσματα. Κανείς τους!
      «Αυτό είναι το τέλος για όποιον δεν υπακούει στους φύλακες του Νάι Μορ Αν!»
Ο Έσθον αδιαφορώντας για τα λεγόμενα του εχθρού του, έστρεψε το βλέμμα προς τη γυναίκα του. Την Έλινς του. Την πρώτη γυναίκα που ερωτεύτηκε κι αγάπησε. Ένας έρωτας και μια αγάπη που αψηφούσε τους νόμους και την εχθρότητα ανάμεσα στους Γκραντς και τους Κρίμζομ. Αυτή η αγάπη είχε περάσει από πελώρια κύματα δυσκολιών, μα παρέμενε ζωντανή, κατάφερνε να επιζήσει. Πώς λοιπόν να τελείωνε έτσι; Στον όρκο της αγάπης τους, ο Έσθον είχε υποσχεθεί στην Έλινς ότι θα τη φρόντιζε πάντα… Πάντα!
Και τώρα, παρότι πονούσε φρικτά απ’ το σπάσιμο κάποιου απ’ τα πλευρά του, έσφιξε τα δόντια και σύρθηκε στο πάτωμα.
      «Έλινς…» ψέλλισε.
Ο Άραχνος στάθηκε πάνω απ’ τον πληγωμένο νεαρό. Κρατώντας τη λαβή του σπαθιού του και με τα δυο του χέρια, σήκωσε ψηλά το όπλο του κι έπειτα το κατέβασε με δύναμη, σκορπώντας το θάνατο στο αβοήθητο κορμί του άτυχου άντρα που τώρα, κειτόταν αγκαλιασμένος με την αγαπημένη του Έλινς.
     Όταν τελείωσε τη δουλειά του, ο Άραχνος διέταξε με μια κίνηση του χεριού τους δύο όμοιούς του να μπουν στο χώρο. Πλησίασαν και οι τρεις το τραπέζι. Ο Λέιρον δε φαινόταν πουθενά. Ο δολοφόνος των γονέων του μωρού στένεψε το γαλαζωπό του βλέμμα στη θέα: το αντικείμενο στεκόταν εκεί, πάνω στο τραπέζι, άδειο πια. Το βρέφος, ο καρπός του μοναδικού έρωτα ανάμεσα σε μια Γκραντς κι έναν Άνθρωπο, είχε σωθεί!

_______________________________________

1- Μόλναρ: Στη κοινή γλώσσα σημαίνει Φύλακας.
2- Κρίμζομ: Η βασιλική Φρουρά.
3- Έντρα ταρ ις! Τάλα φίναρ Μάιαρ: Δέντρα ξυπνήστε! Σας μιλά η αφέντρα σας, η Μάιορ
4- Όντους Έντρα: Δέντρα επίθεση
5- Έντρα ουν Γκρόφιλντς: Το δέντρο του προορισμού


Βασίλης Αλεξανδρόπουλος