Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

1.6.19

Ταξίδι στις θύμισες (Κεφάλαιο 2)

Βιολέτα
Περπατούσα στον παγωμένο δρόμο κοιτώντας κάτω χαμένη στις σκέψεις μου, όταν ένιωσα ένα σκούντημα στον ώμο. Ευθύς μου κόπηκε η ανάσα από τον φόβο και κοίταξα διστακτικά πίσω μου έτοιμη να αρχίσω να τρέχω. Όμως τελικά δε χρειάστηκε, επειδή ήταν απλώς το αγόρι με τα γαλανά μάτια και το υπέροχο χαμόγελο που στεκόταν πίσω μου με απολογητικό βλέμμα.
 «Γεια σου και πάλι» είπε αποκαλύπτοντας ένα τεράστιο χαμόγελο και δύο μικρά λακκάκια.
«Με κατατρόμαξες»
 «Συγγνώμη γι΄ αυτό. Και για πριν, έφυγα κάπως απότομα».
«Όλο με τρομάζεις Απόλλωνα» γκρίνιαξα, αλλά μετά κατάλαβα τι είχα πει και τον κοίταξα με απορία. Εκείνος πέρασε τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του και ξεφύσησε ελευθερώνοντας λευκά συννεφάκια.
«Συγνώμη, δεν ξέρω πώς έγινε. Είμαι σίγουρη πως δε σε λένε έτσι» είπα γρήγορα παρακαλώντας τη γη να ανοίξει και να με καταπιεί από την ντροπή.
«Αυτό είναι όντως το όνομά μου» απάντησε τελικά μετά από λίγη ώρα. Φάνηκε να δυσκολεύεται να διαλέξει τις λέξεις, να τις ζυγίζει στο στόμα του και στο τέλος να τις ξεστομίζει γεμάτος πικρία.
«Χάρηκα για τη γνωριμία. Βιολέτα» είπα και έτεινα το χέρι μου προς το μέρος του.
«Ξέρω ποια είσαι που να πάρει» είπε και χτύπησε το χέρι του σε μια κολώνα. Έπειτα αναστέναξε βαθιά και συνεχίσαμε να περπατάμε στη σιωπή, μέχρι που λίγο αργότερα φτάσαμε έξω από το σπίτι μου.
«Θα τα ξαναπούμε σύντομα» είπε και έσκυψε χαρίζοντάς μου ένα ακόμη υπέροχο φιλί στα χείλη. Το φιλί του ήταν αλλιώτικο. Ήταν πιο βαθύ, πιο μεθυστικό. Με διεκδικούσε, με φιλούσε με πάθος και εγώ ανταπέδιδα. Προσπαθούσα να βρω την αναπνοή μου, όταν ο Απόλλωνας εξαφανίστηκε για δεύτερη φορά το ίδιο βράδυ.
Μπήκα στο σπίτι αναστατωμένη από τα γεγονότα της βραδιάς. Ανέβηκα αθόρυβα τις σκάλες για το δωμάτιο μου και, αφού έκλεισα την πόρτα, πέταξα τα ρούχα μου στην καρέκλα και κουλουριάστηκα στο κρεβάτι. Κοίταξα το ταβάνι και κατέπνιξα ένα ουρλιαχτό αγανάκτησης. Γιατί έπρεπε να είναι όλα τόσο δύσκολα; Για ποιο λόγο δεν ήταν απλώς ένας τύπος με τον οποίο φιλήθηκα; Γιατί έπρεπε να τον ξέρω, αλλά να μην τον θυμάμαι; Γιατί έπρεπε να ήταν το πρώτο μου φιλί; Γιατί έπρεπε να φύγει ήταν η τελευταία ερώτηση που καρφώθηκε στο μυαλό μου, πριν νικήσει η κούραση τις σκέψεις μου και ένας ανήσυχος ύπνος με τυλίξει.
Αργότερα το ίδιο βράδυ, ξύπνησα από έναν εφιάλτη λουσμένη στον κρύο ιδρώτα, ενώ η αναπνοή μου ήταν λαχανιασμένη. Χρειαζόμουν επειγόντως μια κούπα ζεστή σοκολάτα, ίσως κατάφερνε να ηρεμήσει τα νεύρα μου. Έβλεπα συνεχώς το ίδιο όνειρο. Το πρόσωπο του μπαμπά μου στοίχειωνε τα όνειρα. Όταν ξυπνούσα είχα πάντα την ίδια αίσθηση. Κινδύνευε! Μόνο που υπήρχε κάτι καινούριο στο όνειρο. Δεν ήμουν μόνη… Εκτός από εμένα, γύρω μου βρισκόταν ο Απόλλωνας και κάποιες θολές φιγούρες, όλοι σε μια τεράστια αίθουσα που φαινόταν παλιά και αρχοντική. Τι να σήμαινε άραγε η εμφάνισή του στο όνειρο; Μπορεί να έπαιζε παιχνίδια το μυαλό μου. Τα υπόλοιπα στοιχεία του ονείρου ήταν ίδια. Ο μπαμπάς με κοιτούσε σαν χαμένος δεμένος σε μια καρέκλα. Εγώ ήμουν στο κέντρο της αίθουσας κάνοντας περίεργες χειρονομίες και τότε εμφανίστηκε ο Απόλλωνας. Εγώ δε χάρηκα. Ούρλιαζα και έκλαιγα και τον παρακαλούσα να φύγει πριν να είναι αργά. Το όνειρο τέλειωσε μ’ εμένα να του φωνάζω ότι αυτή η μάχη είναι δική μου και εκείνον να εξαφανίζεται από μπροστά μου.
Σηκώθηκα από το κρεβάτι, φόρεσα τις παντόφλες μου και ψηλάφισα τον τοίχο ψάχνοντας το διακόπτη για το φως. Τον πάτησα και το φως άναψε τυφλώνοντάς με προσωρινά. Όταν κατάφερα να ανοίξω τα μάτια μου μια ακόμη έκπληξη, δυσάρεστη θα έλεγα, με περίμενε. Το δωμάτιο ήταν άνω κάτω. Μα πώς γίνεται να μην είχα ξυπνήσει;
Μαρμαρωμένη στη θέση μου, κοίταξα το δωμάτιο μου τρομοκρατημένη. Αριστερά της πόρτας βρισκόταν το γραφείο. Μια μεγάλη κατασκευή με τρία ράφια από πάνω γεμάτα από άκρη σε άκρη με βιβλία. Περνούσα ώρες ολόκληρες με τη μύτη χωμένη σε ένα βιβλίο. Από μικρή, κάθε βράδυ διάβαζα το βιβλίο μου μέχρι να έρθει ο μπαμπάς να χτυπήσει την πόρτα δίνοντάς μου το σήμα να κοιμηθώ πριν ανέβει η μαμά. Όμως δεν ήθελα να αφήσω κάτω το βιβλίο. Μια φορά που η μαμά με έπιασε να ξενυχτάω διαβάζοντας, αφού με κατσάδιασε, γύρισα και της είπα πως τα βιβλία με ταξίδευαν μακριά από το δωμάτιο και με έκαναν να αισθάνομαι τόσο ελεύθερη που έχανα την αίσθηση του χρόνου. Πρέπει να ήμουν γύρω στα οκτώ. Η μαμά με κοιτούσε σαν χάνος αναρωτώμενη από ποιον είχα πάρει. Δε μου είχε ξαναφωνάξει όμως, το θυμόμουν, ή έτσι ήλπιζα. Μπορεί να ήταν μια παραίσθηση, ένα ψέμα που έλεγα στον εαυτό μου και το είχα πιστέψει πια. Μα έτσι ήταν όλες οι αναμνήσεις, εκτός από το όνομά μου και εκείνο το λιβάδι. Τουλάχιστον εκείνα ήταν αληθινά.
Διάβαζα τα πάντα, ό,τι έπεφτε στα χέρια μου, βιβλία για λυκανθρώπους και βρικόλακες, βιβλία για μαγικές δυνάμεις και παράλληλους κόσμους. Ήταν ένας τρόπος μέσα από φανταστικούς ήρωες να ζήσω όλα αυτά που ήθελα και δε μπορούσα, διότι δεν ήμουν τρελός επιστήμονας, μάγισσα, βρικόλακας, λυκάνθρωπος, ξωτικό ή νεράιδα. Τώρα βέβαια, το γραφείο είχε μετατραπεί σε ένα σωρό από ξύλα και σκισμένα χαρτιά.
Δίπλα από το γραφείο ήταν μια τεράστια ντουλάπα στην οποία είχα ρούχα, παπούτσια και αξεσουάρ. Αδιαφορώντας για αυτά, το βλέμμα μου στάθηκε στις πόρτες της. Τις είχα ζωγραφίσει μαζί με τον μπαμπά μου πολύ πριν από το ατύχημα. Ήταν απίστευτο το πόσο επιλεκτική ήταν η μνήμη μου μετά το ατύχημα. Εκείνη η μέρα για παράδειγμα, υπήρχε στο μυαλό μου με κάθε λεπτομέρεια σαν να έγινε μόλις εχθές, ακόμη και αν είχε περάσει τόσος καιρός, ενώ παράλληλα, τα ονόματα των γονιών μου δεν τα θυμήθηκα ποτέ. Δεν μπορούσαμε να διαλέξουμε ούτε καν το θέμα της ζωγραφιάς μας και έτσι ξεκινήσαμε να ζωγραφίζουμε χωρίς να μας νοιάζει παρά μόνο η χαρά της δημιουργίας, μα τελικά το αποτέλεσμα μας είχε δικαιώσει.
Στα αριστερά, υπήρχε ένας τεράστιος ήλιος ικανός να φωτίσει τις ψυχές όλων των ανθρώπων, γι’ αυτό είχε κάτι το μοναδικό. Είχε ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά και ένα καπέλο. Θυμάμαι τον εννιάχρονο εαυτό μου να λέει πως η προσθήκη ήταν απαραίτητη για να μη καεί ο καημένος ο ήλιος από την ίδια του τη θερμότητα. Τώρα μου φαινόταν τόσο αστείο και τόσο ξένο που αμφέβαλλα αν όντως ήμουν εγώ αυτή που είχε πει εκείνα τα λόγια. Στον ουρανό υπήρχε ένα μοναδικό σύννεφο. Ο πατέρας μου είχε πει πως, αν και ο ήλιος με το σύννεφο δε μοιάζουν, είχαν γίνει οι καλύτεροι φίλοι.
Από κάτω, όπως σε κάθε παιδική ζωγραφιά, υπήρχε ένα καταπράσινο λιβάδι. Στη μέση υπήρχε μια λίμνη με κύκνους και μια γέφυρα, στην οποία υπήρχαν δυο άνθρωποι αγκαλιασμένοι, οι γονείς μου. Υπήρχαν διάσπαρτα σπίτια και άνθρωποι κάθε φυλής και χρώματος. Όλοι συνυπήρχαν με αρμονία και ειρήνη. Τουλάχιστον έτσι το φανταζόμουν τότε. Το αγαπημένο μου σημείο ήταν το μεγάλο δέντρο στο πλάι. Ήταν τεράστιο και αποτελούσε μια παλέτα με όλα τα χρώματα που μπορούσε να φανταστεί κανείς. Υπήρχαν τουλάχιστον είκοσι διαφορετικές αποχρώσεις του πράσινου και του καφέ. Τα άνθη του δέντρου δεν ήταν όλα ίδια, αφού το δέντρο μου δεν ήταν μηλιά, πορτοκάλια ή βερικοκιά. Ήταν όλα τα δέντρα μαζί. Κάθε είδους άνθη και φρούτα συγκεντρωμένα σε ένα δέντρο. Είχα περάσει ατελείωτες ώρες χαζεύοντάς το, ταξιδεύοντας μέσω της ζωγραφιάς. Ίσως επειδή τη θυμήθηκα τότε στο νοσοκομείο, οι γονείς μου τη μετέφεραν στο νέο σπίτι. Στην πραγματικότητα, ήταν ό,τι είχε απομείνει να μου θυμίζει τον μπαμπά. Αναπολώντας για ακόμη μια φορά τη μέρα που το είχα ζωγραφίσει, μου ήρθαν δάκρυα στα μάτια.
Ανοιγόκλεισα μερικές φορές τα βλέφαρα και κοίταξα προς τα πάνω, μην επιτρέποντας στον εαυτό μου να κλάψει. Μόλις ηρέμησα, ξαναγύρισα στην καταμέτρηση των ζημιών, αλλά και στην αναζήτηση του υπευθύνου. Το φωτιστικό ετοιμόρροπο, το τζάμι του παραθύρου θρυμματισμένο και σκορπισμένο σε όλο το δωμάτιο και το κερασάκι στην τούρτα ήταν το κουκλόσπιτο. Ήταν το μόνο παιχνίδι που δεν καταδέχτηκα να δωρίσω, διότι αποτελούσε την τελευταία μου ανάμνηση πριν από το ατύχημά μου. Δεν ήταν καν ακριβώς ανάμνηση. Θυμόμουν πως ο μπαμπάς μου έπαιζε κάποιο έργο με μαριονέτες. Θυμόμουν πως ήταν δική του ιστορία και πως την είχε παίξει τόσες φορές που στο τέλος αδυνατούσα να κρατήσω ανοιχτά τα μάτια μου. Θυμόμουν τέλος, πως με είχε βάλει στο κρεβάτι και με είχε παρακαλέσει να μην ξεχάσω ποτέ τι μου έδειξε. Αλλά το ατύχημα μου το είχε πάρει μακριά. Και αργότερα, η ζωή μου είχε πάρει και τον μπαμπά μου.
Είχαν περάσει τρία χρόνια από τότε. Ένα πρωινό ξυπνήσαμε και ο πατέρας μου είχε χαθεί. Η τελευταία κουβέντα που του είχα πει ήταν ένα θυμωμένο καληνύχτα επειδή δε με άφηνε να βγω μέχρι αργά, σαν τους υπόλοιπους συνομηλίκους μου. Πόσο μετάνιωνα που δεν είχα πει κάτι άλλο τότε που είχα την ευκαιρία. Πόσα ήθελα να του πω, αν ποτέ τον ξανάβλεπα. Όμως δεν τον ξαναείδα από τότε. Ούτε εγώ, αλλά ούτε και κανένας άλλος. Είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης.
Η αστυνομία είχε επισημάνει ότι δεν είχε βρεθεί ίχνος του. Έψαχναν περίπου τρείς μήνες να τον βρουν σε κάθε πιθανό μέρος. Ο αστυνόμος που ήταν υπεύθυνος για την υπόθεση, βρισκόταν στο σπίτι μας σχεδόν κάθε μέρα, ψάχνοντας το παραμικρό στοιχείο χωρίς καμία απολύτως επιτυχία. Τα ρούχα του και όλα τα προσωπικά του αντικείμενα ήταν στη θέση τους οπότε δε μπορεί να είχε φύγει εκούσια. Μα από την άλλη, δεν υπήρχαν ενδείξεις για το αντίθετο, ότι δηλαδή είχε εξαναγκαστεί να φύγει. Η υπόθεση δεν έκλεισε ποτέ. Μετά από όλα αυτά, υποθέτω πως ήταν αναπόφευκτο να κλειστώ ακόμη περισσότερο στον εαυτό μου. Δεν ήθελα να επιτρέψω σε κανέναν να δει πώς ένιωθα για την εξαφάνισή του. Δεν ήθελα να με λυπούνται.
Κάθισα στο πάτωμα απελπισμένη κοιτώντας γύρω μου με απορία. Τι στο καλό είχε συμβεί; Ήμουν πολύ απορροφημένη που δεν άκουσα την πόρτα να ανοίγει, ούτε τη μητέρα μου να μπαίνει. Μόλις είδε την ακαταστασία, μια στριγκλιά της ξέφυγε, μα έπειτα ήρθε και κάθισε δίπλα μου αγκαλιάζοντας με από τους ώμους. Εγώ κουλουριάστηκα δίπλα της και ξέσπασα σε κλάματα χωρίς να ξέρω καν το γιατί. Η μαμά μου δε μίλησε, μόνο μου χάιδευε τα μαλλιά απαλά και μου ψιθύριζε παρηγορητικά λόγια μέχρις ότου ηρέμησα.
«Θέλεις τώρα να μου πεις τι έγινε εδώ μέσα;» ρώτησε μετά από μερικά λεπτά.
«Δεν ξέρω μαμά μου, πραγματικά δεν ξέρω» απάντησα και εκείνη πήρε μια βαθιά αναπνοή, αλλά δε φάνηκε νευριασμένη. Πιο πολύ ανήσυχη θα έλεγα.
«Βιολέτα, βρήκες το ημερολόγιο του πατέρα σου;» ρώτησε και εγώ γούρλωσα τα μάτια μου έκπληκτη. Ήξερα πως δεν είχε νόημα να της πω ψέματα.
«Έχουν περάσει περίπου δύο εβδομάδες από τότε που το βρήκα» ξεκίνησα. «Τότε ήταν που τελείωσα ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, εκείνο που μου είχε δανείσει η Ηλέκτρα. Η πρωταγωνίστρια είχε βρει στο τζάκι κρυμμένο το όπλο του φόνου και μου είχε φανεί πολύ έξυπνο και αποφάσισα να ψάξω και εγώ για πλάκα. Όμως τελικά ανακάλυψα την κρυψώνα του μπαμπά και στα αλήθεια δεν πίστευα στα μάτια μου. Θυμάμαι πως είχα πάρει το σημειωματάριό του και είχα τρέξει μέχρι το πάρκο για να είμαι σίγουρη πως δε θα με έβρισκες, μα δεν περιείχε τίποτα σημαντικό, μόνο σκόρπιες ημερομηνίες. Και παρόλο που έψαξα καθεμιά χωριστά ελπίζοντας ότι θα σχετίζονταν με την εξαφάνισή του, έκανα λάθος που ήλπιζα. Απλώς το είχα ανάγκη να προσπαθήσω» της είπα με απόλυτη ειλικρίνεια και την είδα που πάλευε να συγκρατήσει ένα της δάκρυ.
«Γνώρισες τον Απόλλωνα σήμερα ξανά, σωστά;»
«Πώς το ξέρεις;» ρώτησα αμυντικά σαν να είχα κάνει κάτι κακό που ήθελα να κρύψω.
«Και το βράδυ είδες εφιάλτη με τον πατέρα σου» είπε και την κοίταξα με ανοιχτό το στόμα. Δε μίλησα, δε χρειάστηκε. Η μαμά ήξερε τι έπρεπε να κάνει.
«Μάζεψε τα πράγματά σου, φεύγουμε» είπε τελεσίδικα και έφυγε από το δωμάτιο κλείνοντας απαλά την πόρτα πίσω της και αφήνοντάς με άναυδη.


Έλενα Παπαδοπούλου