Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

22.6.19

Τα μυστικά των κόσμων (Κεφάλαιο 2) - Aποκλειστικά Αποσπάσματα


Ένας νέος κόσμος
  
TΑ ΠΑΝΤΑ ΗΤΑΝ ΣΚΟΤΕΙΝΑ. Ήμουν μόνος. Πονούσα και κρύωνα. Δεν μπορούσα να μένω άλλο σε αυτή την κατάσταση. Άνοιξα τα μάτια μου. Όλα γύρω έμοιαζαν με ζωγραφιά. Από παντού ορθώνονταν τεράστιες πολύχρωμες φιγούρες. Το χώμα ήταν δροσερό κάτω απ’ το κάλυμμά μου. Το καθαρό γαλάζιο χρώμα ψηλά, ήταν πολύ όμορφο. Κούνησα τα χέρια μου άτακτα. Άφησα μια ιαχή γέλιου.
      «Αρφ!! Αρφ! Πού είσαι;»
Γαβ Γαβ!!
     Η φασαρία χάλασε τη διάθεσή μου. Μόρφασα ενοχλημένος και τότε άρχισα να κλαίω. Το κλάμα μου ήταν δυνατό. Κάποιος πλησίαζε και δε μου άρεσε καθόλου.
Ξαφνικά ένα πλάσμα στάθηκε πάνω απ’ το κεφάλι μου. Με επεξεργαζόταν καθώς ένιωθα την ανάσα και τα σάλια του στο μέτωπό μου.
      «Αρφ! Ωωω!» Τότε ένας άλλος που θα έλεγα ότι έμοιαζε εξωτερικά μ’ εμένα, μα ήταν αρκετά πιο μεγάλος, πήρε το πλάσμα από πάνω μου. Δυο ζευγάρια μάτια με κοιτούσαν. Ο ψηλός έσκυψε προς το μέρος μου και με πήρε στην αγκαλιά του. Η ζεστασιά που ένιωσα, με ηρέμησε. Τον άφησα να με χαζεύει.
      «Μέγας είσαι Κύριε!! Ένα μωρό μόνο του εδώ στο δάσος; Πάμε Αρφ!»
Ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσα πριν κλείσω τα μάτια μου και χαθώ στα άχρωμα μα ασφαλή όνειρά μου.


5 χρόνια μετά

     Ο ήλιος φάνηκε στο πρώτο του κρυφοκοίταγμα πίσω απ’ τα μακρινά βουνά της ανατολής, πέρα! Ήταν Φθινόπωρο ή… για να τα λέμε πιο σωστά ήταν τέλη Φθινοπώρου, στο κατώφλι του Μεγάλου Χειμώνα! Το χέρι του γέροντα παραμέρισε τις μουντές κουρτίνες για ν’ απολαύσει την αυγή. Η μέρα σηκωνόταν χλωμή και πάχνη σκέπαζε τους τόπους εδώ κι εκεί. Ήπιε μια γουλιά απ’ τον αγαπημένο του καφέ κι ύστερα άφησε το φλιτζανάκι πάνω στο πιατάκι του.
Εκείνη τη μέρα ένιωθε πως είχε πολλά να κάνει. Πράγματι έτσι ήταν! Μα μη νομίζετε πως άλλες μέρες ήταν διαφορετικός. Ο παππούς Γκέρμι (ναι, δεν κάνετε λάθος, αυτός είναι ο γεράκος που πριν πέντε χρόνια με βρήκε στο δάσος πέρα απ’ τους Λόφους) πάντα ήταν πολυάσχολος (και πολυτάλαντος μην ξεχάσω να πω).
     Η μεγάλη αγάπη του ήταν οι μελέτες. Μελετούσε χάρτες, διάβαζε ιστορικά βιβλία (και όχι μόνο) και συνέλεγε γνώσεις για τους αρχέγονους λαούς που ζούσαν κάποτε σε μακρινές Χώρες της Ανατολής αλλά και τους πιο σύγχρονους. Μελετούσε τα ζώα, τα δέντρα και τα φυτά (ειδικά τα φυτά, καλοί μου φίλοι, ήταν η ακόμα μεγαλύτερη του αγάπη και αδυναμία! Και θα δείτε παρακάτω γιατί το λέω αυτό).
     Τα τελευταία χρόνια είχε αφιερώσει τη ζωή του στο να γράφει βιβλία. Οι ιστορίες του μιλούσαν για τους λαούς της ανατολής, που μαζί τους είχε πλάσει ένα σωρό διηγήματα. Η δουλειά του ήταν σχολαστική, αφού να σκεφτείτε, όσες φορές είχα την ευκαιρία να είμαι μαζί του στο Γκλομπ, έβλεπα χάρτες που είχε σχεδιάσει, άλλους σε πάπυρους κι άλλους σε χαρτί. Ήταν εκπληκτικές οι ιδέες του και ο τρόπος που τους έδινε ζωή, που εμένα, μπορεί να μη μ’ εντυπωσίαζαν τότε, μα εσάς σίγουρα θα σας κέρδιζαν και θα γεμίζατε ένα σωρό απορίες που θα θέλατε σύντομα να τις λύσετε.
     Ξεκίνησε να μετρά τα δικά του πάνω από ένα χάρτη κι ύστερα σημείωσε στο βιβλίο του. Έτσι ξεκίνησε κι έτσι συνέχισε ως την ώρα του μεσημεριανού. Ομελέτα με πατάτες, ίσως και σαλάτα, σκεφτόταν κι εν τέλει κατέληξε. Έφαγε μόνος του εκείνη τη μέρα. Ήταν Σάββατο, γι’ αυτό. Γιατί κάποια Σάββατα επισκεπτόμουν το σπίτι του παιδικού μου φίλου Ένικ στο χωριό Γκρέι, κάπου είκοσι λεπτά με τα πόδια απ’ το Έιμερν. Και μερικές φορές έφευγα και Κυριακές, μα πιο σπάνια.
     Το μεσημεριανό εκείνο ήταν σύντομο. Κοίταξε την ώρα στο χρυσό εκκρεμές του. Ήταν τρεις. Το πρόγραμμα του άλλαξε ξαφνικά. Κατάλαβε πως είχε περάσει η ώρα και αισθανόταν αρκετά κουρασμένος για να συνεχίσει να γρά-φει. Ίσως εδώ που τα λέμε να μη μπορούσε να κατεβάσει και νέες ιδέες.
     Σε μερικές ώρες θα ερχόταν να με πάρει. Γύρω στις πέντε υπολόγιζε, γιατί χειμώνιαζε και νύχτωνε νωρίς. Τσάι πράσινο του βουνού ή χαμομήλι; Προσπάθησε να αποφασίσει για λίγο.
      «Τσάι πράσινο», επέλεξε τελικά.
Γρήγορα το ετοίμασε κι ύστερα βρέθηκε στην αγαπημένη πολυθρόνα, δίπλα στο καλοαναμμένο τζάκι που ψιθύριζε σιγοκαίοντας ένα κούτσουρο κουκουναριάς. Έτσι χαλάρωνε. Στο χέρι του κρατούσε ένα λεπτό χαρτί από μπλοκ ζωγραφικής. Είχε μια εικόνα που αγαπούσε να κοιτά. Ένα μικρό μπλε ανθρωπάκι να βαστά το χέρι ενός μεγάλου γκρίζου άντρα. Χαμογέλασαν τα χείλη και τα καταπράσινά του μάτια. Αυτή τη ζωγραφιά την είχα σχεδιάσει λίγο καιρό πριν και την είχα χαρίσει στον παππού Γκέρμι. Από τότε την προσέχει, τη φροντίζει και την έχει ακουμπισμένη πάνω απ’ το τζάκι, για να έχει την ευκαιρία να της ρίχνει πάντα μια ματιά, ακόμα και τις πιο βιαστικές μέρες του.
     Έπινε το τσαγάκι του αναπαυτικά καθώς η μέρα είχε φτάσει στο ζενίθ της και ο ήλιος έγερνε δυτικά, σιγά-σιγά όλο και πιο κόκκινος. Ο καιρός ήταν γλυκός και τα χιόνια δεν είχαν φτάσει ακόμα. Φυσούσε ένας νοτιοανατολικός άνεμος πάνω απ’ τη μουσκεμένη γη και τα γυμνά δέντρα.
     Νύχτωνε κι ήταν η ώρα της επιστροφής μου. Η παλιά αντίκα του Γκέρμι πήρε μπροστά και ξεκίνησε το δρόμο για το χωριό Γκρέι. Γυρίσαμε χωρίς καθυστέρηση και πρόβλημα, παρότι οι δρόμοι ανάμεσα στα χωριά ήταν χωματόδρομοι, γεμάτοι βουνόπετρες και πέτρες ποταμίσιες. Άλλες φορές πέφταμε πάνω σε μετακινήσεις άγριων ζώων ή μεγάλα ζώα ντόπιων που έκλειναν το δρόμο, μα κείνη τη μέρα τίποτα απ’ όλα αυτά δε συνέβη.
      «Πήγαινε ν’ ανοίξεις την πόρτα, Σιγκν!» είπε ο παππούς καθώς έβγαινε απ’ το αμάξι.
Περπάτησα το στενό δρόμο, έσπρωξα με λίγο ζόρι την ξύλινη, τετράγωνη αυλόπορτα και παιδιαρίζοντας (προσπαθούσα να πατήσω στις λευκές πλάκες που απλώνονταν στο γκαζόν της αυλής, ως την είσοδο του κάτω σπιτιού) έφτασα στην πόρτα και την άνοιξα.
      «Σε ευχαριστώ, μικρέ μου!» Μου χαμογέλασε και μπήκαμε μαζί σπίτι.
Αυτό το σπίτι είχε μεγάλη ηλικία. Έμοιαζε παλιό (αν και ήταν παλιό εδώ που τα λέμε) κλασικό αρχοντικό σπίτι, φτιαγμένο από πέτρα Αιθύτου. Το είχαν χτίσει οι Ρύκας, οι θείοι του πατέρα του παππού Γκέρμι πριν πολλές εποχές, σε μέρες φτωχικές και πολύ πριν δοθεί στο χωριό η ονομασία "Έιμερν". Μα οι Ρύκας δεν ήταν τυχαίοι. Δεν ήταν ποτέ τους μεγάλο σόι, μα είχαν καταφέρει σπουδαία πράγματα στη ζωή τους. Ο πιο γνωστός ήταν ο Μπρου (ο θείος του πατέρα του Γκέρμι), μεγάλος φιλόλογος της εποχής, γεννημένος στη μακρινή δύση, στην περιοχή που ονομάζουμε Σαθ, στην πόλη της Μπάλφουρ. Στη σπουδαστική του περίοδο γνώρισε την Άιλιν που αγάπησε κι ερωτεύτηκε. Μαζί της έκανε δυο παιδιά.
     Ο Μπρου λάτρευε τα ταξίδια και σ’ ένα απ’ αυτά γνώρισε τις ομορφιές της ανατολής. Ταξίδεψε σε μέρη αρκετά και ο παππούς Γκέρμι τον θυμάται που έλεγε: «Τίποτα δε με συγκίνησε περισσότερο από ένα μικρό οικισμό με ελάχιστα σπιτικά, σε μια όμορφη εξοχή, μ’ ένα μικρό λοφίσκο για παρέα του, κοντά στ’ αριστερά και μ’ ένα δασάκι με λιγοστά δέντρα στη βάση του λόφου».
      Αυτό ήταν το Έιμερν. Και αυτή η φυσική του απλότητα ήταν και το σημείο αναφοράς της ζωής του. Με αυτόν μεγάλωσε περισσότερο ο παππούς Γκέρμι και όταν το αποφάσισε ο γέρο-Μπρου, έκτισε εκεί αυτό το πέτρινο σπίτι. Και ενώ για χρόνια το χρησιμοποιούσε σαν εξοχικό, έφτασε ο καιρός που εγκαταστάθηκε μόνιμα με την αγαπημένη του και πέρασε εκεί το υπόλοιπο της σπουδαίας ζωής του.
     Με το θάνατό του ένα κομμάτι της περιουσίας του, καθώς και το "παλατάκι" του (όπως το αποκαλούσε), πέρασε στην ιδιοκτησία του παππού Γκέρμι. Αγάπησε τον τόπο αυτό σαν να ήταν ο τόπος που τον γέννησε. Και το λατρεμένο του θείο Μπρου, τη θεία του Άιλιν, τον πατέρα του Όρμαν και τη μητέρα του Κάθλιν, δεν τους ξέχασε ποτέ! Τους ζωγράφισε ο ίδιος σε καμβά και τους έβαλε σε κορνίζες που τις τοποθέτησε στους τοίχους του χολ (όπως μπαίνεις ήταν το πρώτο που έβλεπες, μαζί με το πέτρινο τζάκι, το κόκκινο κεντημένο χαλί κι ένα μικρό, τριθέσιο καναπέ στον αριστερό τοίχο). Με τρόμαζαν λίγο τα βλέμματά τους. Θα φανεί αστείο μα, κάποιες φορές μου έμοιαζαν να με κοιτούν αγριωπά κι άλλες πιο γλυκά και καλοσυνάτα. Τα άλλα τμήματα του σπιτιού ήταν η μεγάλη κουζίνα και τέσσερις κρεβατοκάμαρες, μια μικρή αποθήκη, μπάνιο και το Γκλομπ.
     Είχε σκοτεινιάσει έξω και…
     Μα επιτέλους, τι είναι αυτό το «Γκλομπ»;
     Το «Γκλομπ» είναι μια κατασκευή που πρόσθεσε στο σπίτι ο παππούς Γκέρμι. Είναι κατασκευασμένη από ξύλο, σαν μεγάλο σπιτόσκυλο, με δυο ανατολικά παράθυρα και σκεπή σε σχήμα αμβλείας γωνίας. Ήταν όμως και ασυνήθιστο, γιατί το μισό ήταν χωμένο στη γη (σε ύψος που τα παράθυρα ήταν ίσα-ίσα με το χώμα). Πόρτα εξωτερική δεν είχε. Είχε μια εσωτερική που έβλεπε σε μια ανηφορική, κλειστή ξύλινη σκάλα που ενωνόταν με το βασικό κτίριο απ’ την ανατολική πλευρά. Στο Γκλομπ εργαζόταν. Ακόμα είχε κτίσει για το μοναδικό γιο του ένα καινούργιο σπίτι πάνω απ’ το αρχικό. Είχε σκοπό να του το χαρίσει, όταν εκείνος θα παντρευόταν. Πολλά χρόνια είχε ωστόσο να το δει ήλιος και φρέσκος αέρας. Ο γιος του μεγάλωσε, γνώρισε μια πολύ όμορφη γυναίκα και την παντρεύτηκε, μα η υπόσχεση του Γκέρμι ποτέ δεν τηρήθηκε. Μικρά πτηνά είχαν τις φωλιές τους τώρα στις εσοχές των κεραμιδιών. Και ενώ πολλοί τα έδιωχναν για τις βρομιές που προκαλούσαν, ο παππούς δεν τα πείραζε. Έλεγε ότι ο γιος κι η γυναίκα του πήγαν ένα μεγάλο ταξίδι, ένα ταξίδι που όλοι κάποτε θα κάνουμε και πως αυτό ήταν το πιο όμορφο όλων των άλλων και άρεσε τόσο, που οι άνθρωποι δεν επέστρεφαν γιατί ήταν ευτυχισμένοι εκεί. Μα για μένα, όπως
έλεγε ήταν νωρίς ακόμα. Τα πουλιά τώρα ήταν οι νέοι και μόνιμοι κάτοικοι του σπιτιού για τον ίδιο.
     Έξω λοιπόν είχε νυχτώσει για τα καλά. Πυκνό σκοτάδι είχε σκεπάσει τα παράθυρα. Η λαμπίτσα που κρεμόταν απ’ το ταβάνι μ’ ένα μακρύ καλώδιο ήταν αναμμένη. Ο Γκέρμι καθόταν στη μεγάλη καρέκλα και μελετούσε παλιούς χάρτες, ενώ μεγάλες στοίβες βιβλίων απλώνονταν αριστερά και δεξιά του, πάνω στο ευρύχωρο τραπέζι. Δίπλα εγώ, τον παρατηρούσα κουρασμένος και νυσταγμένος.
      «Τελειώνεις, Άβους;» (έτσι τον φώναζα). Τρίτη ή τέταρτη φορά ήταν που τον ρωτούσα. Κουνούσε μονάχα το χέρι του, δε μου μιλούσε. Το ένα του χέρι στήριζε το αξύριστο πιγούνι του και με το άλλο, κρατούσε σημειώσεις με μολύβι. Τα καταπράσινα μάτια του, πίσω απ’ τα γυαλιά, έδειχναν κουρασμένα απ’ την κοπιαστική μέρα.
      «Πάμε!» επέμεινα και τον τράβηξα απ’ το μανίκι του γιλέκου του.
Ο γέροντας επεξεργάστηκε το ταλαιπωρημένο πρόσωπό μου κι είπε:
      «Νύσταξες; Πάμε, πάμε, θα συνεχίσω αύριο!»
Με κράτησε κι ανεβήκαμε στο σπίτι. Μ’ έβαλε στο κρεβάτι να ξαπλώσω. Πριν κοιμηθώ, μου διηγήθηκε ένα παραμύθι. Πριν προλάβει να πει όμως πολλά, ο Μορφέας με είχε αγκαλιάσει.
     Ξημέρωνε πρωί Κυριακής. Σχολείο δεν είχα κι ήταν καλή ευκαιρία να περιποιηθούμε τον όμορφο κήπο του παππού Γκέρμι, φτιαγμένο απ’ την αγάπη, τη φροντίδα και την αφοσίωσή του στα φυτά. Ήταν στην υποδοχή του σπιτιού, εκεί, μικρός μα πλούσιος, όλο λουλούδια. Κι επειδή ο Γκέρμι ήταν σχολαστικός και τίποτα δεν άφηνε στην τύχη του, είχε βρει και κατάλληλες θέσεις για το καθένα. Για παράδειγμα οι γαρυφαλλιές κοιτούσαν το νοτιά, οι τριανταφυλλιές απλώνονταν κατά μήκος του δυτικού τμήματος της μάντρας, ενώ οι ίρις, οι ήλιοι, οι ανεμώνες κι οι πανσέδες ήταν πιο τυχαία τοποθετημένα.
     Οι τριανταφυλλιές ήταν πολύ περισσότερες από οτιδήποτε άλλο. Τις είχε σε χρώματα λευκό, κόκκινο, ροζ και μαύρο ενώ η οζέρια (ένα αρκετά σπάνιο είδος τριανταφυλλιάς), είχε δυο αποχρώσεις: τα εξωτερικά πέταλα ήταν στο ανοικτό πορτοκαλί με λίγο κόκκινο στις άκρες και τα εσωτερικά ήταν στο απαλό κίτρινο με γραμμές κόκκινου και ροζ.
     Λουλούδια είχε πολλά, μα να μου το συγχωρείτε που δε θυμάμαι περισσότερα για να σας περιγράψω. Εκείνο το πρωινό φυτέψαμε μερικές χειμωνιάτικες μολόχες και γαρυφαλλιές (οι αγαπημένες της μητέρας του Γκέρμι). Μέσα στη πεμπτουσία μύρων και χρωμάτων, βομβίνοι και μελισσούλες ζουζούνιζαν τριγύρω κι ας ζύγωνε Χειμώνας, αυτά έβρισκαν τον τρόπο να ξεμυτίσουν. Φυτέψαμε κάπου δέκα φυτά.
     Το μεσημέρι στο τραπέζι σερβιρίστηκε νωρίς ο ψητός λαγός με το βραστό ρύζι σε γέμιση. Ο λαγός ήταν από κυνήγι, ένα ακόμα χόμπι του παππού Γκέρμι. Τα δυο τελευταία χρόνια όμως κυνηγούσε μόνος. Ο καημένος ο Αρφ είχε πεθάνει και όσο τον Γκέρμι τον βαστούσαν τα πόδια του δε θα εγκατέλειπε το κυνήγι, αυτό που αγαπούσαν να κάνουν μαζί.
Ήταν νόστιμο το γεύμα. Μόλις ο γέροντας χώνεψε λίγο, έπιασε τη δουλειά στο Γκλομπ. Έμεινα πίσω, να παίξω με τα παιχνίδια μου.
     Το βραδάκι κοιμήθηκα νωρίς.
      «Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…» ψέλλισε με την αρχοντική φωνή του ο γέροντας κι έμεινε να με χαζεύει καθώς κοιμόμουν. Με φίλησε στο μέτωπο. «Καληνύχτα, μικρέ!» μου χαμογέλασε κι έφυγε.

Βασίλης Αλεξανδρόπουλος