Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

26.6.19

Η καταραμένη βασίλισσα (Κεφάλαιο 2)

Χρειάστηκαν μερικά λεπτά για να μπορέσει η Μίνα να συνέλθει. Το αγόρι είχε βυθίσει τους κυνόδοντές του στη σάρκα του λαιμού της για ελάχιστα δευτερόλεπτα και είχε καταφέρει να πιεί μερικές μονάχα σταγόνες από το πολύτιμο αίμα της, πριν χάσει για ακόμα μια φορά τις αισθήσεις του. Ωστόσο, αυτό της είχε χαρίσει μια ελαφριά ζαλάδα και μια αίσθηση ευχαρίστησης είχε πλημμυρίσει όλο της το κορμί. Σηκώθηκε αργά και, αφού βεβαιώθηκε ότι τα πόδια της ήταν ικανά να στηρίξουν το βάρος της, έπιασε το αγόρι και ξεκίνησε να βαδίζει προς τη θάλασσα, αφήνοντας πίσω της το σκοτεινό δάσος. Προχωρούσε προς το καταφύγιό της. Στο μόνο μέρος που μπορούσε να είναι ο εαυτός της. Δεν το είχε μοιραστεί ποτέ με κανένα, αλλά η κατάσταση απαιτούσε δραστικά μέτρα και γρήγορες κινήσεις. Ποιος μπορούσε να γνωρίζει, εάν υπήρχε κάποιος λύκος εκεί κοντά;
Κατάφερε να φτάσει χωρίς κανένα πρόβλημα μπροστά στην ογκώδη πέτρα στην άκρη της ακροθαλασσιάς. Ήταν στους πρόποδες του ψηλότερου γκρεμού του νησιού, ανάμεσα σε 2 ψηλές πέτρες, λαξευμένες από τη θάλασσα και τα ψηλά βράχια που τους περιτριγύριζαν, τους έκρυβαν από όλα τα αδιάκριτα μάτια. Αυτό ήταν το μυστικό μέρος της μητέρας της. Της το είχε περάσει στις αναμνήσεις της μέσω του αίματος της λίγο πριν πεθάνει.

«Μόνο εκείνοι με το αίμα του Βλάντιμιρ μπορούν να εισέλθουν».
Τούτη η φράση είχε χαραχτεί ανεξίτηλα στο μυαλό της από τότε που θυμόταν τον εαυτό της. Κοίταξε το αγόρι στην αγκαλιά της · ήταν ακόμα αναίσθητος και δεν έδειχνε σημάδια ότι θα επανερχόταν σύντομα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και προχώρησε προς το αδιέξοδο. Οι σκέψεις της πετούσαν στην οικογένειά της αναπόφευκτα από τη στιγμή που είχε έρθει σε τούτο το μέρος. Μια οικογένεια βρικολάκων δεν ήταν δα και τόσο παράξενο θέαμα σε ένα μέρος που φημολογούνταν σχεδόν από τον μεσαίωνα ότι διοικούνταν από βρικόλακες. Τόσα άλλα είδη ζούσαν σε αρμονία γιατί όχι και αυτοί; Γιατί να έχουν επωμιστεί το βάρος της υπερφυσικής ισορροπίας;
Η Μίνα προχώρησε προς τον βράχο σαν αυτός να μην της έφραζε τον δρόμο. Το μαγικό εμπόδιο παραμέρισε στον διάβα της και τα δυο παιδιά βρέθηκαν στο καταφύγιό της. Άφησε το αγόρι στο κρεβάτι και κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα του να πάρει μια ανάσα. Αναμνήσεις από τα δαιμονικά κτήνη που είχαν ξεκληρίσει την οικογένειά της ξεθάφτηκαν στην όψη του γαλήνιου προσώπου του. Δε θυμόταν την τελευταία φορά που είχε δει κάποιον να μην μπορεί να θεραπευτεί γρήγορα. Τουλάχιστον μη-θνητό, γιατί ακόμα μπορούσε να νιώσει την αίσθηση των κυνόδοντών του να μπήγονται στο δέρμα της. Διχαζόταν ωστόσο. Εάν οι υποψίες της ήταν σωστές και το αγόρι που βρισκόταν ξαπλωμένο μπροστά της ήταν δαίμονας, πώς είχε καταφέρει να εισέλθει από την ασπίδα του καταφυγίου; Η Κάιλα είχε δημιουργήσει αυτήν την ασπίδα να μπορεί να διαπεραστεί αποκλειστικά από εκείνους με το αίμα του Βλάντιμιρ στις φλέβες τους αλλά την ίδια στιγμή, να αποκλείει οποιονδήποτε με το αίμα του Λούσιφερ. Η Μίνα αναστέναξε και εγκατέλειψε την προσπάθεια να καταλάβει τι έτρεχε με το άγνωστο αγόρι. Σηκώθηκε και προχώρησε προς το μπάνιο, για να γυρίσει λίγα λεπτά αργότερα με μερικούς επιδέσμους και ιώδιο. Ξεκίνησε να καθαρίζει τις πληγές του και ύστερα να τις καλύπτει με μερικές αποστειρωμένες γάζες.
«Πολύ πρόχειρη δουλειά για λύκο...» σκέφτηκε ενώ γυρνούσε το πρόσωπό του στο πλάι για να επιθεωρήσει καλύτερα τα τραύματά του...
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Το αγόρι κουνήθηκε πονεμένα. Άνοιξε τα μάτια του αργά, προσπαθώντας να προσαρμόσει την όρασή του στο καινούργιο περιβάλλον. Ήταν σε ένα λαξευμένο από πέτρα δωμάτιο. Βρισκόταν ξαπλωμένος σε ένα απαλό και άνετο κρεβάτι που τον προσκαλούσε να βυθιστεί ξανά στον ύπνο του, αλλά πάλευε να κατανικήσει αυτήν την επιθυμία. Κοίταξε γύρω του. Μια ξύλινη κουζίνα απλωνόταν στο βάθος και μπορούσε να δει μικρές ξύλινες πόρτες που οδηγούσαν σε άλλα δωμάτια. Είχε κάνει λάθος. Δεν ήταν σε δωμάτιο αλλά σε σπίτι. Σκάναρε το δωμάτιο άλλη μια φορά, όταν η ματιά του σταμάτησε στο κορίτσι που καθόταν σε μια καρέκλα στο προσκεφάλι του. Τα ξανθά μαλλιά της ήταν καλυμμένα με αίμα και κολλούσαν στο μέτωπο και τον λαιμό της. Τα μάτια της ήταν κλειστά και το στήθος της ανεβοκατέβαινε, ενώ η σταθερή ανάσα και το χτυποκάρδι της τον βεβαίωναν ότι κοιμόταν. Μετακινήθηκε αθόρυβα προς το μέρος της και έκανε να την αγγίξει. Διέτρεξε με τα δάχτυλα του το μάγουλό της και απομάκρυνε μερικές τούφες από το πρόσωπό της. Κοιτώντας την, αναμνήσεις από το ατύχημα τον πλημμύρισαν και η αίσθηση του αίματός της στη γλώσσα του τον έκανε να τραβήξει απότομα το χέρι του από πάνω της. Συνειδητοποίησε πόσο τυχερός ήταν, για πρώτη φορά στη ζωή του, που είχε συναντήσει κάποιον που είχε ρισκάρει να τον σώσει σε ένα άγνωστο για εκείνον μέρος. Τύψεις τον πλημμύρισαν που την είχε πληγώσει, έστω και άθελά του. Έτσι της είχε ξεπληρώσει την καλοσύνη της; Με το να πιεί το αίμα της; Σηκώθηκε από το κρεβάτι με σκοπό να φύγει από το σπίτι. Ποιος ξέρει τι θα γινόταν, εάν έχανε πάλι τον έλεγχο; Ζαλιζόταν και το σώμα του τον πρόδιδε κάθε λεπτό που περνούσε, αλλά έπρεπε να φτάσει στο κάστρο ακόμα και εάν ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έκανε στην αδιάφορη ζωή του. Έψαξε όλο το σπίτι προσπαθώντας να βρει την έξοδο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Κάθισε πάλι στο κρεβάτι παραιτημένος, όταν μια γλυκιά φωνή έσπασε τη σιωπή.
«Σου αρέσει το σπίτι μου;» Γύρισε προς το μέρος του κοριτσιού που τον κοιτούσε τώρα με ενδιαφέρον.
«Ο-ορίστε;» Η ερώτησή της τον σόκαρε. Περισσότερο βέβαια γιατί δεν είχε μάθει να απαντά σε ερωτήσεις. Μονάχα σε εντολές.
«Σε είδα να περιφέρεσαι τριγύρω. Νόμιζα ότι σου άρεσε το σπίτι μου».
«Η κουζίνα είναι ωραία...» απάντησε με τρεμάμενη φωνή γρήγορα. Δεν ήθελε να νομίζει ότι την προσέβαλλε ή κάτι τέτοιο.
«Δεν πιστεύω να σκεφτόσουν να φύγεις χωρίς να το παρατηρήσω έτσι;» Η ερώτηση της θα έπρεπε να του χτυπάει το κόκκινο καμπανάκι κινδύνου του, αλλά δεν τον κοιτούσε απειλητικά. Τον κοιτούσε σχεδόν σαν... άνθρωπο.
«Ναι...» παραδέχτηκε «Δεν ήθελα να σε πληγώσω ξανά. Έκανες περισσότερα για εμένα από τον καθένα και σε ευχαριστώ για αυτό...» έφερε το χέρι πάνω από το σημείο που θα έπρεπε να είναι η καρδιά του. Η άγνωστη κοπέλα σηκώθηκε και έκατσε στο πλάι του.
«Ήσυχα...» τον ακούμπησε καθησυχαστικά στον ώμο. «Σε βοήθησε, έτσι δεν είναι; Εξάλλου μου έδωσες μια χαριτωμένη ουλή για λίγο».
«Εγώ...» Το αγόρι ένιωσε το αίμα στο κεφάλι του να σφυροκοπάει.
«Δεν πειράζει. Ξέρω ότι δεν το ήθελες. Καταλαβαίνω πόσο άσχημη μπορεί να γίνει η δίψα για αίμα»
«Δεν μπορείς να καταλάβεις...» χαμήλωσε το κεφάλι του ντροπιασμένα.
«Τότε βοήθησε με να καταλάβω. Λέγομαι Μίνα. Θα ήθελες να μου πεις το όνομά σου;» Ο γλυκός της τόνος έκανε τη γλώσσα τού αγοριού να απαντήσει χωρίς να το θέλει.
«Με λένε Λίλιαν...»



NADIA