Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

5.6.19

Το αηδόνι του αυτοκράτορα (Κεφάλαιο 3) - "Η γιορτή των γιασεμιών" (Μέρος 1ο)

Τα τύμπανα ήχησαν ακόμη μια φορά, δίνοντας οριστικό τέλος στους εφιάλτες που τον στοίχειωναν όλες αυτές τις νύχτες. Είχε περάσει σχεδόν μήνας από την άφιξή τους και όλα έμοιαζαν εξωπραγματικά. Φυσικά, ο γερο-Λιου αισθανόταν λόρδος σωστός μέσα στο παλάτι. Είχε φαγητό όποτε το απαιτούσε το αχόρταγο στομάχι του, χρυσές καρφίτσες για τα μαλλιά του και ρόμπες υφαντές από το καλύτερο μετάξι, εντυπωσιακά καπέλα για τις εξόδους του και τα κορίτσια που έτρεχαν στην αγκαλιά του τον κρατούσαν ξάγρυπνο κάθε νύχτα. Όντως, ήταν δώρο θεών η παραμονή τους στο παλάτι, μα μονάχα ο γέρος φαινόταν να το διασκεδάζει με την καρδιά του.
            Το παλικάρι ανασήκωσε το σώμα του κι άφησε τα σεντόνια να κυλήσουν από πάνω του καθώς σηκωνόταν. Έτριψε το πρόσωπό του και βημάτισε προς τον καθρέπτη που έστεκε αρχοντικά δίπλα από την πόρτα του δωματίου. Επεξεργάστηκε το είδωλό του. Το σώμα του δεν αποτελούταν πια μονάχα από κόκαλα και λεπτή σάρκα. Η καλή διατροφή σε τούτο το μέρος το είχε αφρατέψει και οι συνεχείς περίπατοι στους κήπους και στους ναούς το είχαν σχηματίσει όμορφα. Έστριψε τον κορμό του μια ή δυο φορές και ύστερα περιεργάστηκε το πρόσωπό του. Οι παλάμες του το πίεσαν και το έτριψαν, διαπιστώνοντας πως το δέρμα είχε γίνει πιο μαλακό και είχε αποκτήσει ένα ζωντανό ρόδινο χρώμα. Τα λακκάκια του δεν ήταν το ίδιο βαθιά, προσδίδοντας έτσι μια νεανική και φρέσκια εικόνα που ταίριαζε με το νεαρό της ηλικίας του. Τα μάτια του είχαν ξεφορτωθεί εκείνη την κουρασμένη κόκκινη απόχρωση, μα οι μαύρες σκιές παρέμεναν ως ένδειξη της βραδινής του ταλαιπωρίας. Όσο για τα μαλλιά του, τα βούρτσισε με τις άκρες των λεπτών δαχτύλων του. Είχαν μακρύνει από την πρώτη μέρα και πλέον χύνονταν σαν ποτάμι στην πλάτη του. Μπορούσε να τα πιάσει ψηλή κοτσίδα και να αποκτήσει μια πιο ευγενική παρουσία. Ακόμα, τα έλαια με τα οποία τα έλουζε κάθε δεύτερη μέρα είχαν προσφέρει μια ακαταμάχητη λάμψη στο καστανό χρώμα τους. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Είχε αλλάξει αρκετά. Κάποιοι θα έλεγαν προς το καλύτερο και το έβλεπε και ο ίδιος πλέον. Ο γερο-Λιου με δυσκολία τον αναγνώριζε σε κάθε τους συνάντηση και μερικές φορές, αναθεμάτιζε τον ίδιο που παρασυρόταν και του μιλούσε με όμορφο τρόπο. Η ζωή που έκανε στο παλάτι διέφερε όπως ο χειμώνας με το καλοκαίρι σε σχέση με εκείνη στο μπουρδέλο κι ήταν σαφώς πιο υγιής. Θα έπρεπε να ήταν άμυαλος και ανόητος εάν αποζητούσε να γυρίσει στα παλιά. Όχι. Έπρεπε να ευχαριστεί τους θεούς για αυτό το δώρο.

            Έπρεπε να προσεύχεται σε εκείνους νύχτα και πρωί.
            Έπρεπε να μη δυσαρεστείται από τις απαιτήσεις του Αυτοκράτορα.
            Έπρεπε…
             Όντως, ένα κομμάτι του εαυτού του ευχόταν να μην έφευγε ποτέ. Όλοι του συμπεριφέρονταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ο ίδιος ο Γιος των Ουρανών φαινόταν εντυπωσιασμένος από το περίεργο ταλέντο του και συχνά τον προσκαλούσε πλάι του να τον διασκεδάσει με τη μελωδική αυτή φωνή. Σε κάποια γιορτή μάλιστα, είχε ξημερώσει και ακόμη τραγουδούσε για τον άρχοντα, ο οποίος ζαλισμένος από το βαρύ κρασί παρέμενε εύθυμος και χαρωπός. Πράγματι, θα μπορούσε να μείνει για πάντα και να τραγουδάει στο πλευρό Του.
            Μα η άλλη φωνή - σαν διάβολος - του αρρώσταινε κάθε γλυκιά σκέψη. Μετέτρεπε τα βλέμματα των υπηρετών σε δαιμονισμένες σκιές που περίμεναν πώς και πώς να τον κατασπαράξουν. Δειλά δειλά συνωμοτούσαν κρυμμένοι πίσω από μάσκες καλοσύνης και ειλικρίνειας. Ο Λιου τον είχε προειδοποιήσει πως οι ευγενείς δε φανέρωναν ποτέ ποιοι πραγματικά ήταν. Ηδονίζονταν με συνωμοσίες και πανουργίες. Η κάθε τους πράξη, ανίερη και προδοτική, τους έδινε ανάσα, οξυγόνο. Και ήρθε τώρα αυτός να τους κλέψει τον αέρα και τη ζωή, την προσοχή που τους έδινε ο μεγάλος άρχοντας. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε και γύρισε την πλάτη του στο αναθεματισμένο γυαλί. Για το όνομα των Θεών που κατοικούσαν σε ουρανό και γη! Βρισκόταν σε τούτο τον χώρο, επειδή ο ίδιος ο Αυτοκράτορας το επέλεξε. Δε θα έπρεπε να αισθάνεται θλίψη ή απειλή. Το αντίθετο! Έπρεπε να χαλαρώσει και να ευχαριστηθεί το μονοπάτι που απλωνόταν εμπρός του και που ακολουθούσε πιστά.
            Τόλμησε να επιτρέψει στον εαυτό του να χαμογελάσει.
            Τόλμησε να αφεθεί ελεύθερος από τα δεσμά που ο ίδιος είχε δημιουργήσει.
            Ορδές βημάτων ήχησαν σε ολόκληρο τον όροφο και το Αηδόνι σάστισε στο άκουσμά τους. Οι ταπεινοί υπηρέτες έφερναν στους επίτιμους καλεσμένους του Αυτοκράτορα καινούρια ρούχα και στολίδια να φορέσουν, για να μοιραστούν ένα πλούσιο πρωινό στην αυλή μαζί με τον Γιο των Ουρανών. Ένα τρέχον ζήτημα τον απασχολούσε και επιθυμούσε να το συζητήσει με τον πολυταξιδεμένο άνδρα. Όσο για τον νεαρό ακόλουθό του, θα ηρεμούσε τους τόνους του θέματος με την γλυκιά του φωνή. Αυτά φώναζε με τη τσιριχτή του φωνή ο αγγελιαφόρος και επαναλάμβανε στον ίδιο τόνο για αρκετή ώρα. Το Αηδόνι χαμογέλασε κλεφτά. Τα πρωινά τα ακολουθούσαν συνήθως βόλτες στη βιβλιοθήκη, στους κήπους και στα δωμάτια με τους θησαυρούς του Αυτοκράτορα. Έπειτα, είχαν σειρά μερικά μαθήματα ιστορίας από λόγιους άνδρες, τους οποίους συχνά διόρθωνε με επιβλητικές παρατηρήσεις ο Λιου. Πολλές ήταν και οι φορές που παρακολουθούσαν σύντομες θεατρικές παραστάσεις με θέματα τη μυθολογία της Ηπείρου και τη δημιουργία των Διαστάσεων. Όλα αυτά τον ενθουσίαζαν σε μεγάλο βαθμό, αλλά ένα μόνο πράγμα περίμενε πώς και πώς να συμβεί... Κι αυτή τη φορά θα συνέβαινε κατευθείαν μετά το πρωινό του ξύπνημα.
            Εκείνο το μικρό χαμόγελο που είχαν σχηματίσει τα χείλη του εξαφανίστηκε τη στιγμή που η πόρτα του δωμάτιου άνοιξε διάπλατα. Το πρώτο άτομο που αντίκρισε ήταν ο ευνούχος τον οποίο και είχε γνωρίσει τη μέρα της άφιξής του, ενώ από πίσω του ακολουθούσαν έξι κορίτσια με βλέμματα καρφωμένα στο πάτωμα, λευκή επιδερμίδα σαν το χιόνι και φορέματα στα χρώματα της άνοιξης. Η κάθε μια κουβαλούσε και από ένα ξεχωριστό πακέτο, μοναδικό στην όψη, ενώ ο «άνδρας» είχε στα χέρια του μια πράσινη βεντάλια που του χάριζε δροσερό αεράκι στο ήδη ιδρωμένο πρόσωπό του. Το Αηδόνι τους χαιρέτησε με μια υπόκλιση, όταν τα εφτά άτομα στάθηκαν μπροστά του. Γοργά, η ματιά του έπεσε στον ευνούχο. Χαμογελούσε διαρκώς με ειρωνικό ύφος, ενώ τα παχουλά του χέρια έτρεμαν ελαφρά. Με ένα απαλό και ευγενικό νεύμα του χεριού του, ο νεαρός τους προσκάλεσε να εισέλθουν μέσα στο δωμάτιο. Ο υπηρέτης δεν έχασε χρόνο. Χτύπησε ρυθμικά τα χέρια του έχοντας κλείσει τη βεντάλια, και τα κορίτσια με γρήγορους ρυθμούς ακούμπησαν τα πακέτα στο στρώμα, πλησιάζοντας σε απόσταση αναπνοής το Αηδόνι. Τα λεπτά χέρια τους έτρεξαν στη μεταξένια του ρόμπα και έλυσαν τη λαμπερή ζώνη. Το ύφασμα έπεσε στο πάτωμα και το ρούχο φανέρωσε τη γύμνια του νεαρού.
«Ο Αυτοκράτορας Τζιάο καλεί τούτο το πανέμορφο πρωινό τον αγαπητό καλεσμένο του Λιου - Γυ και το Αηδόνι της Αυλής να γευματίσουν μαζί στον Αυτοκρατορικό Κήπο. Μια τέτοια μέρα που οι Θεοί ευλόγησαν με ζεστό ήλιο και καταγάλανο ουρανό, ο Γιος Των Ουρανών επιθυμεί να συζητήσει ένα επείγον θέμα μα και να απολαύσει τη μαγευτική μελωδία του Αηδονιού. Ως δείγμα της ευτυχίας για το γεύμα, στέλνει δώρα τα οποία γνωρίζει πως θα σας ευχαριστήσουν». Τα λόγια του κυλούσαν σαν νερό και η φωνή του έμοιαζε άχαρη και ανέκφραστη. Ήταν στο κάτω κάτω μια ακόμη ανακοίνωση η οποία δεν προσέφερε τίποτα στον ίδιο τον αγγελιαφόρο.
«Ακόμη, επιθυμεί να τον ακολουθήσετε στο Μονοπάτι των Ανθών, όπου οι προετοιμασίες για τη μεγάλη γιορτή έχουν ξεκινήσει ήδη». Όσο συνέχιζε να απαγγέλει, τα κορίτσια είχαν ριχτεί πάνω στο παλικάρι σαν γάτες έτοιμες να κατασπαράξουν τα φρέσκα ψάρια των ψαράδων. Καταβάλλοντας μεγάλες προσπάθειες, τραβούσαν τη ρόμπα του από τους ώμους του, ενώ εκείνος, όσο πιο ευγενικά μπορούσε, τις απομάκρυνε με φανερά κοκκινισμένα μάγουλα. Η ξαφνική οικειότητα τον είχε σχεδόν τρομάξει, αλλά δεν ήθελε να φανεί καθόλου αγενής. Απομακρυνόταν και γυρνούσε την πλάτη του για να αποφύγει τα πειραχτικά τους αγγίγματα, μα και τις αδιάκριτες ματιές που έριχναν στα απόκρυφά του. Καθ’ όλη τη διάρκεια του σούσουρου, ο ευνούχος ξετύλιξε ένα πακέτο από εκείνα που είχαν ακουμπήσει στο κρεβάτι και άπλωσε στο στρώμα τη λευκή πουκαμίσα και τη μαύρη παντελόνα. Ύστερα, τα παχουλά του χέρια κράτησαν το δεύτερο πακέτο με περισσότερη ευλάβεια καθώς έλυνε το κορδόνι. Το περιεχόμενό του το δίπλωσε μια φορά και το βάσταξε στο μπράτσο του.
            «Αρκετά!» φώναξε τσιριχτά τρέχοντας προς τη βαβούρα και έσπρωξε τα κορίτσια μακριά από το Αηδόνι. Ο τελευταίος είχε αγκαλιάσει το σώμα του και είχε κουρνιάσει σε μια γωνία, τρομοκρατημένος.
«Λυσσάρες! Εμπρός! Πάρτε τα άλλα δύο και τραβήξτε προς το δωμάτιο του γέρου! Όσο για τα καμώματά σας… θα ενημερώσω τον ίδιο τον Αυτοκράτορα!» χτύπησε το πόδι του στο πάτωμα με μένος.
«Να μη σας βλέπω!» φώναξε - όμως η ιδιαίτερη αυτή φωνή, περισσότερο διασκέδασε τα κορίτσια παρά τις τρόμαξε. Με φωναχτά γέλια πήραν αγκαλιά τα δυο πακέτα και εξαφανίστηκαν από το δωμάτιο, όπως ακριβώς τις είχε διατάξει. Ο Λιανγκ αναστέναξε βαριεστημένα, κουνώντας αποδοκιμαστικά το κεφάλι του. Μετά από λίγη ώρα, έριξε όλη του την προσοχή στο Αηδόνι. Εκείνο το σιχαμερό χαμόγελο επανήλθε στα χείλη του και έντρομο πια το παλικάρι έπιασε τον εαυτό του να προτιμά τα πειράγματα των κοριτσιών από τη μοναχική παρέα του ευνούχου.
«Συγχωρήστε τες, αγαπητέ μου. Τρελαίνονται όποτε βλέπουν αγόρια με τη δική σας ομορφιά… » έκανε μια μεγάλη παύση και τα μικρά σχιστά μάτια του έγδαραν τη μορφή του. «Όχι πως τις κατηγορώ… πράγματι είστε πολύ όμορφος… τόσο που κάποιοι ίσως να το θεωρούσαν και βλασφημία προς το πρόσωπο του Αυτοκράτορα» χασκογέλασε και άνοιξε τη βεντάλια του, καλύπτοντας με αυτή το πικρόχολο χαμόγελό του. Η ατμόσφαιρα είχε βαρύνει και έπνιγε το νεαρό παλικάρι σε σημείο που ο τρόμος του μετατράπηκε σε πανικό. Μα γρήγορα όλα επανήλθαν στη φυσιολογική τους κατάσταση.
«Εμπρός… ο Αυτοκράτορας περιμένει» έσκυψε για να υποκλιθεί και το Αηδόνι ξεκίνησε να ντύνεται.


Χριστίνα Ξενάκη